Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Κούρος και κορόιδα!


[Αλλιώς σχεδίαζα να την κάνω αυτή την εγγραφή, που αφορά ένα ιδιαίτερα αγαπημένο μου θέμα, κι αλλιώς μου προέκυψε. Με άλλο φωτογραφικό υλικό και, προπαντώς, με άλλη διάθεση - η εκλειπούσα ήταν αρκετά χιουμοριστική, θα έλεγα. Αλλά υπολόγιζα, χωρίς τον ξενοδόχο! Λάθος, μέγα λάθος... Αλλά, βλέπεις, όταν γύρω σου συμβαίνουν χίλια μύρια τραγικά -πρώτον και κύριον ο τόπος σου κι ο λαός σου να βιάζεται ασύστολα- κι όταν και σε ατομικό επίπεδο έχουν πέσει φάσκελα απανωτά (κάποιος με καταριέται... τον ξέρω... -όχι, όχι δεν τού'χω κάνει κάποιο κακό... απλά προσπάθησα ματαιοπονώντας να σώσω όσα δε σώζονται, γιατί όταν κανείς δεν έχει ιερό ούτε όσιο και κυττάει μοναχά το τομάρι του καταστρέφοντας γύρω του ζωές και πας να τον σταματήσεις... όσο νά'ναι, θα βγάλει το άχτι του πάνω σου-.. αλλά δεν είμαι ποτισμένη με το ίδιο δηλητήριο για να πάρω δείγμα και να βρω το αντίδοτο)... όταν λοιπόν γύρω σου συμβαίνουν όλα τούτα και δε θες να το βάλεις κάτω και γουστάρεις να χαμογελάς κόντρα στον άνεμο, πιάνεσαι ακόμη και από δυο κορδελάκια για να τα καταφέρεις! Κι ίσως γίνεσαι κομματάκι ονειροπαρμένη... ή μάλλον καλύτερα να το πω, μικρό παιδί που θα χαρείς μ'αυτά τα απλά κορδελάκια σου! Κι έτσι ξεχνάς τον ξενοδόχο που καραδοκεί στη γωνία να στη χαλάσει! Γιατί είναι εκεί και περιμένει να μη χάσει την ευκαιρία, να σου δείξει με κάθε τρόπο πως εκείνος κρατάει τα κλειδιά στα χέρια... και πως όσο κι αν πασχίζεις να μπεις απ'το παράθυρο, εκείνος χωρίς να γίνει αντιληπτός, ύπουλα και μουλωχτά, θα δώσει μια κλωτσιά στη σκάλα να σε γκρεμίσει! Και θα σε βγάλει και τρελή αν τον ενοχοποιήσεις! Πώς συμβαίνει μόνο εσύ να τσάκωσες το χαιρέκακο βλέμμα του την ώρα που, "κατά λάθος", σκουντούφλησε κι έριξε την κλωτσιά; Για "κουρόγιδα" (βλέπε σημείωση στο τέλος) μας περνάς ξενοδόχε; Ή νομίζεις ότι θ'αποκάμουμε επειδή μας στέλνεις μονίμως "να κουρευτούμε", κατά Πανταζίδη (βλέπε πάλι σημείωση).... Η παρένθεση κλείνει, και, συγχωρέστε με, αλλά η κατάσταση είναι "πάρ' το αυγό και κούρευτο" καθώς μονίμως "πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένη" κι έπρεπε κι εγώ κάπου κομματάκι να εκτονωθώ για να μην πάρω τα βουνά, που λέει ο λόγος δηλαδή... γιατί τα βουνά τα πήρα χρόνια πριν... αλλά, φαίνεται, πως όπως λέει ο σοφός λαός "η τρέλα πάει στα βουνά"... κι είναι ωραία η τρέλα η καλή, αλλά κάπου-κάπου ξεφυτρώνει και μια άλλη, φαρμακερή κι άρρωστη, που δεν παλεύεται με τίποτα!]

Επανέρχομαι στον κούρο, λοιπόν, κι επειδή, όπως έγινε, δεν έχω διάθεση να περιγράψω τη δική μου μικρή εμπειρία, θα περάσω κατευθείαν στην πένα μιας πηλιορείτισσας γιαγιάς που είχε το μεράκι στα τελευταία χρόνια της ζωής της να καταγράψει γλαφυρά κάποιες από τις αναμνήσεις της. Από τις "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής" της Μαρίας Γιαννιού, λοιπόν:

"Θα περιγράψω με λίγα λόγια πως κουρεύανε τα κοπάδια, τα παλιά χρόνια. Αυτή τη μέρα την έζησα κι εγώ και θέλω να τη διηγηθώ. Την άνοιξη, όταν ζέσταινε καλά ο καιρός, τα κοπάδια τα κουρεύανε για να μη ζεσταίνονται και για το μαλλί. Το χρησιμοποιούσαν για πολλά πράγματα: κάναν κάπες, γιατί η τρίχα είναι σκληρή και η βροχή δε στέκεται πάνω, γλιστράει και μένουν στεγνές, κάναν τρουβάδες, δισάκια, κιλίμια, κλπ.
Όταν γίνονταν κούρος, καλούσαν όποιους ήθελαν. Σε κάποιο κούρο κάλεσαν κάποιον από τη γειτονιά μας. Ήμουνα φίλη με την κόρη τους και πήραν κι εμένα. Θα πηγαίναμε πολύ ψηλά, "στου Αντωνάκη το ίσιωμα", με τα πόδια. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί, πριν να βγει ο ήλιος, και πήραμε το δρόμο για το βουνό. Τα σπάρτα ανθισμένα, η αγράμπελη ανθισμένη, οι δρόμοι γεμάτοι αγριολούλουδα. Το πρωινό αεράκι που φυσούσε, σκόρπιζε τα αρώματα και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος. Τα αηδονάκια κελαηδούσαν και διάφορα πουλάκια πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Πιο πέρα βλέπω μια αλεπού που έτρεχε. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό, μου φαίνονταν μαγεμένα. Στο δρόμο βρήκαμε και τους άλλους. Φορτωμένα τα ζώα με φαγητά, μπουκάλια με κρασιά και τσίπουτρα. Είχαν ένα γραμμόφωνο, γιατί τότε δεν υπήρχαν ράδια.

Κάποια στιγμή φτάσαμε. Ήταν ένα μεγάλο ίσιωμα. Σε μια άκρη ήταν τα μανδριά με τα γίδια. Γύρω-γύρω ήταν γεμάτο οξιές και μεγάλα πλατάνια. Κάτω από τα πλατάνια περνούθσε ένα πολύ μεγάλο αυλάκι με νερό ολοκάθαρο και παγωμένο, έβαζες τα χέρια και πάγωναν. Εκεί βάλαν τα κρασιά και τα τσίπουρα να κρυώσουν.
Έξω από το μανδρί ήταν οι άνδρες που κουρεύανε τα ζώα. Τα καλύτερα τραγιά τα κουρεύανε με σχέδιο, τα κάνανε διάφορες ψαλιδιές και ήταν πολύ όμορφα. Πιο πέρα άλλοι ψήναν στις σούβλες τα κατσίκια και μοσχοβολούσε το βουνό από ψητό. Πιο πέρα άλλος χτυπούσε βούτυρο' αφού αρμέξανε τα γίδια το πρωί, το γάλα το κάνανε βούτυρο. Είχαν ένα κάδο, ένα βαρελάκι ξύλινο, στενόμακρο, κάτω στενό και πάνω πιο φαρδύ. Βάζανε το γάλα, είχαν ένα κοντάρι, τον τάλαρο, έτσι το λέγανε' το κοντάρι ξύτλινο και κάτω στο κοντάρι ήταν καρφωμένος ένας στρογγυλός ξύλινος δίσκος κι αυτός είχε διάφορες τρύπες. Έπαιρναν το κοντάρι και χτυπούσαν με το δίσκο το γάλα. Αυτός ο δίσκος τα έκανε όλα. Το χτυπούσαν πολύ ώρα και μαζευόταν στην κορυφή το βούτυρο. Το ραντίζανε με κρύο νερό και το μαζεύανε, το κάνανε μπάλες και το βάζανε σε μια κατσαρόλα.
Κάτω απ'τα πλατάνια κόβανε κλωνάρια, τα στρώνανε κάτων και επάνω φτέρες και βάζανε κουβέρτες να καθίσουμε. Το γραμμόφωνο έπαιζε, άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν.
Κλείνω τα μάτια και τα βλέπω όλα μπροστά μου. Βλέπω τον ευαυτό μου με ένα θαλασσί φουστανάκι, να τρέχω να μαζεύω αγριολούλουδα. Την όμορφη αυτή μέρα δε θα την ξεχάσω. Ό,τι έχω ζήσει στα παιδικά μου χρόνια δεν τα ξεχνώ.
Αφού ψηθήκανε τα κρέατα, στρώσανε τραπέζια. Όλοι ήρθαν στο κέφι από το κρασί, ύψωναν τα ποτήρια κι εύχονταν στο νοικοκύρη "να ζήσεις, να χιλιάσεις τα γίδια, πάντα άξιος" και το γλέντι συνεχιζόταν. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές από φωνές και τραγούδια μέσα στο βουνίσιο αυτόν παράδεισο. Τέτοιο βούτυρο δεν είχα φάει και ούτε ξανάφαγα. Τέτοια γεύση και άρωμα δεν την ξαναδοκίμασα.
Αφού πέρασε η ώρα τα μαζεύτανε και αρχίσαμε να φεύγουμε. Πήραμε το δρόμο για το χωριό. Τα κουδούνια χτυπούσαν τόσο όμορφα, μια παράξενη υπαίθρια μουσική ακουγόταν. Στάθηκα και τα κοίταζα όλα γύρω, δεν χόρταινα να τα βλέπω και έλεγα "θα ξανάρθω άλλη φορά". Κι όμως δεν ξαναπήγα. Αλλά η εικόνα του έμεινε ζωντανή στο μυαλό μου.
Όλη η παρέα με τραγούδια φτάσαμε στο χωριό.
"Βουνό, δεν σε ξαναείδα
και όμως σαν ηλιαχτίδα
μες στην ψυχή μου ζεις.""



Αλλά, ας δούμε και την όμορφη περιγραφή του Βασίλη Λαμνάτου ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):
















Σημείωσις:

Εκ του αρχαιοτάτου (αρχ.ρήμα κείρω) όσο και σύγχρονου "κούρος" ή "κουρά", το κουρείο, ο κουρέας και τα συναφή, αλλά και το κορόιδο ή κουρόγιδο! Είσαι σαν κουρεμένο γίδι, ένα πράγμα!

Καταγράφει ο Πανταζίδης στο "Ομηρικό λεξικό" του στο λήμμα "κείρω": Α), 1) κείρω, αποκείρω, κουρεύω..., 2) κατατρώγω, καταβιβρώσκω, επί ζώων, 3)μεταφορικά: τρώγω, φθείρω, κατασπαταλώ... Και Β) κουρεύομαι, κόπτω την κόμην μου, ίνα προσφέρω αυτήν θύμα εις τον νεκρόν. (Εντευθεν ίσως έλαβε την αρχήν η της καθομιλουμένης κατάρα "να κουρεύεσαι! να κουρεύεται!", ισοδύναμος προς την άλλην "να χαθής, να χαθή, ή να πάη στ'ανάθεμα", όχι διότι πάσα κουρά φέρει ελάττωσιν και ζημίαν, κατά τον Κοραήν, αλλά μάλλον διότι σημαίνει: να πενθήση, να χάση τινά φίλτατον, ώστε να αναγκασθή να κόψη την κόμην του, εν γένει να δυστυχήση.)

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

στιγμές χαμογελαστές κι ανοιξιάτικες...

για τη Μάνια.........



Άνοιξη στο βουνό των Κενταύρων κι ο ήλιος μας χαμογελά! Αν κι ακόμη ο χειμώνας δεν τό'βαλε κάτω και μας κλείνει το μάτι με το που σουρουπώνει, την ώρα που ο καπνός ξαναρχίζει να γαργαλά ντροπαλά καμινάδες και μπουριά και να χάνεται στη σκοτεινιά της νύχτας... Όμως, η κυκλική τροχιά της ζωής ξαναστέλνει τον ήλιο κοντά μας με τη χαραυγή κι όλη πλάση θαρρείς γεννοβολά για να τον φτάσει, για να γευτεί ένα ζεστό άγγιγμά του... Μέσα σε λίγες μέρες όλα αλλάξαν μορφή. Ο τόπος γέμισε πρασινάδα, τα πουλιά τραγουδούν με κέφι κι αν χαρίσεις στην πάρτη σου δυο στιγμές -μόνο τόσες- κι επιτρέψεις στην ψυχή σου να γευτεί τ'αρώματα, να λευτερωθεί απ'τα δεσμά, είναι -έστω για τούτες τις στιγμές- σαν να κάνεις μακροβούτι σε μια θάλασσα από νέκταρ...

Μικρές στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς... με ή χωρίς αιτία σοβαρή... εξάλλου η σοβαρότητα είναι μια έννοια τα μάλα παρεξηγημένη!



Ο κούνελος τό'σκασε απ'τη μάνα του και τρύπωσε κάτω απ'το παχνί. Τ'αρνάκια τριγύρω τον κυττούν παραξενεμένα. Κι εσύ θες να γελάσεις με το ύφος τους, θες να τσακώσεις και με το φακό τη στιγμή, πρέπει να γραπώσεις όμως και τον συγχυσμένο κούνελο να τον επιστρέψεις στη φωλιά του. Και σαστισμένα γελάς, με τον κούνελο, με σένα, με τ'αρνάκια και με την άνοιξη που σου σφυρίζει κλέφτικα αναστατώνοντας αθόρυβα ψυχές ανθρώπων και ζώων...



Παραπέρα η Ελπινίκη, κοτζάμ γίδα πια (αν και παρέμεινε μικροκαμωμένη) με το καινούριο της.... αρνάκι! Καθώς η πρώτη γέννα της υπήρξε ατυχής, ανέλαβε το ρόλο της θετής μάνας σ'ένα ορφανό αρνάκι. Ε, μπορεί να το κυττούσε περίεργα στην αρχή, να τσινούσε και λίγο μόλις τη βάζαν να το θηλάσει, αλλά με τον καιρό -και τον καλό της χαρακτήρα, βεβαίως-βεβαίως- το δέχτηκε. Κι έτσι το αρνάκι βρήκε μια γίδα για μάνα. Είναι να μη χαμογελάς;



Ο "Καλορίζικος"μεγάλωσε -πότε πρόλαβε;!- και κάνει μαγκιές με τις φοράδες, τρελαμένος απ'το ανοιξιάτικο κάλεσμα, λεύτερος μες στα κτήματα με τα λιόδεντρα. Όχι πως καταφέρνει τίποτα -πιτσιρικάς ακόμη γαρ- αλλά καθώς μας βγήκε "πολλά" ερωτιάρης, θέλει κι αυτός να κάνει το κομμάτι του! Να φανεί.. να διαλαλήσει πως γίνεται αντράκι! Κι εγώ γελώ, κι ας φοβάμαι μην την φάει την κλωτσιά από καμιά θυμωμένη, έτσι που γκομενίζει ασύστολα κι απροκάλυπτα! Κι ο θυμός ζωγραφίζεται στο πρόσωπάκι του που αγριεύει, καθώς τίποτα δεν κατόρθωσε, κι άντε πάλι πρέπει να ξαναπαλεύει να δοκιμάσει, να προσπαθεί... χωρίς ούτε καλά-καλά να ξέρει τι θέλει να καταφέρει!

Η φύση μας χαμογελά...καμιά φορά μας περιπαίζει... μας τραμπαλίζει ψηλά... μας προσγειώνει ανώμαλα... κι άντε πάλι από την αρχή...



Οι ανεμώνες μας αποχαιρέτησαν για να δώσουν τη σκυτάλη στις πασχαλιές...



Τα χρώματα, όμως, δε χάθηκαν ' παρέμειναν για να θρέψουν καινούριες πινελιές....



Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η Ελπινίκη, η Αμάλθεια και η αιγίδα...





Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, όταν η Ρέα ήταν ετοιμόγεννη στο Δία, για να τον γλιτώσει από τον Κρόνο, τον άσπλαχνο πατέρα που κατάπινε τα παιδιά του, πηγαίνει στην Κρήτη "και τον γέννησε σε μια σπηλιά στη Δίκτη. Παρέδωσε λοιπόν το παιδί να το αναθρέψουν οι Κουρήτες και οι νύμφες Αδράστεια και Ίδη, θυγατέρες του Μελισσέως. Αυτές ανέθρεψαν το παιδί με το γάλα της Αμαλθείας κι οι Κουρήτες ένοπλοι φύλαγαν το βρέφος στη σπηλιά κι έκρουαν τις ασπίδες με τα δόρατα για να μην ακούσει ο Κρόνος το κλάμα του παιδιού. Κι η Ρέα τύλιξε στα σπάργανα μια πέτρα και την έδωσε στον Κρόνο να την καταπιεί, ότι δήθεν ήταν το παιδί που γεννήθηκε." (Απολλόδωρος, "Βιβλιοθήκη" Ι 6,7)
Αμάλθεια, λοιπόν, λεγόταν η αίγα η οποία πρώτη θήλασε το Δία με το γάλα της όταν εκείνος γεννήθηκε κι από της οποίας το κέρας έρρεε ύστερα νέκταρ και αμβροσία. Κατά άλλους, βέβαια, λεγόταν ότι ήταν νύμφη η οποία ανέθρεψε το Δία με το γάλα μιας αιγός. Όπως και νά'χει, η Αμάλθεια κατέχει τη θέση της πιο διάσημης αιγός της απώτατης αρχαιότητας! Κατά την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") το όνομά της ετυμολογείται από το α επιτατικό και το ρήμα μαλάσσω, με την έννοια του αμέλγω, δηλαδή αρμέγω.
Η αἴξ (της αἰγός) ή αίγα (και το "αιγίδιον" κι εξ ου και νεοελληνικά γίδα) ετυμολογείται από το ρήμα ἀϊσσω που σημαίνει ορμώ, καθώς "αλτικόν γαρ και ορμητικόν το ζώον" και ἀϊξ που σημαίνει την ορμητική κίνηση.
Η "αἴξ" έχει ακόμη την έννοια του "πυρώδους μετεώρου" (Αριστοτέλης Μετ.341β3), αλλά και στον πληθυντικό, ως "αἱ αἶγες" την έννοια των ψηλών ορμητικών κυμάτων. Εξ ου και το Αιγαίον πέλαγος, εξ ου κι ο αιγιαλός, ο "εκ του ἀϊσσω+ἅλς, ἁλός. Εκεί δηλαδή που η θάλασσα δεν έχει μεγάλο βάθος, εκεί όπου αϊσσουν, όπου σπάζουν τα κύματα" (Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος").
Από την ίδια ρίζα και η λέξη αἰγίς= η ιερά απίδα του Διός η οποία, κατά μία εκδοχή, κατασκευάστηκε από το δέρμα της αιγός Αμαλθείας, κατά συμβουλή της Γαίας, καθώς το δέρμα αυτό ήταν άτρωτο και αδιαπέραστο ακόμη κι από τον κεραυνό. Αναφέρει ο Ι. Πανταζίδης στο "Ομηρικό λεξικό" του:

"Ούτως εκαλείτο η σκοτεινή και φοβερά του Διός ασπίς, η υπό του Ηφαίστου εκ μετάλλου φιλοτεχνηθείσα (Ο308)...




... και με 100 χρυσούς θυσάνους κοσμηθείσα "εις φόβον ανδρών". Φόβητρα δε επ'αυτής ήσαν εζωγραφισμένα η Έρις, η Αλκή, η κεφαλή της Γοργούς. Περιγράφεται εν τη Ε738...





..Επισειομένη υπό του Διός εμποιεί φόβον και έκπληξιν (Δ167). Αλλά χρησιμεύει και εις υπεράσπισιν (Σ204, Φ400, Ω20). Μεταχειρίζεται δε αυτήν και η Αθηνά (Β448, Ε738, χ297) και ενίοτε ο Απόλλων (Ο308). Είνε το σύμβολον της θυέλλης και καταιγίδος. (Παράγεται είτε εκ του αίξ και σημ. δέρμα αιγός, διότι ως τοιαύτα εικονικώς εφαντάζοντο τα σκοτεινά νέφη, είτε εκ του άιξ= καταιγίς, αμφοτέρων εκ του αϊσσω παραγομένων)." Από τούτη την αιγίδα- ασπίδα του Διός προέρχεται κι η τόσο γνωστή μας έκφραση: "υπό την αιγίδα", κοινώς "υπό την προστασία"...
 
Αλλά κι η καταιγίδα έχει κοινή ρίζα, καθώς ετυμολογείται εκ του "κατά, κάτω + ἀϊσσω(=κινώ ορμητικώς), εκ της σειομένης αιγίδος του Διός" (Άννα Τζιροπούλου,"Ο εν τη λέξει λόγος"), του θεού των Κεραυνών...

Όλα αυτά, και πολλά άλλα, σχετικά με την αίγα.. κοινώς τη γίδα ή κατσίκα..
Κι ας έρθουμε στα κατσικάκια!..
Από τα πιο όμορφα νεογέννητα ζωάκια είναι και τα κατσικάκια. Μοναχά λίγη ώρα αφότου γεννηθούν κι αφού η μάνα τους τα πλύνει με στοργή κι αρχίσει να τα θηλάζει, στέκονται στα δυο τους ποδαράκια, αστραφτερά και χαριτωμένα, έτοιμα να διεκδικήσουν τη ζωή. Δεν το φαντάζεται κανείς, αν δεν το δει, ότι μόλις κάποια λεπτά νωρίτερα ήταν σα μικρά μουσκεμένα και ματωμένα κουβαράκια.. Όλα αυτά, αν δεν προκύψει κάποιο πρόβλημα, κάποια αντιξοότητα, που να χαλάσει τη ροή των φυσικών τούτων διαδικασιών.


 
Το πρώτο νεογέννητο κατσικάκι που αντίκρισα, δυστυχώς, είχε παραμείνει κοκκαλωμένο κι άπλυτο κουβαράκι σε μια γωνιά του στάβλου. Σε τέτοια χάλια που νομίσαμε πως είναι νεκρό. Και τί έκπληξη, μόλις το σηκώσαμε στα χέρια, ένα πεισματικό ξεψυχισμένο "μπεεεε" που έβγαλε με όσες λιγοστές δυνάμεις του απομείναν, για να μας ειδοποιήσει πως, ναι, ακόμη παλεύει να διεκδικήσει το δώρο της ζωής. Με μια φωνή αναφωνήσαμε "Ζει!" και καταφέρνοντας να βρούμε τη μάνα του, παλεύαμε να του στάξουμε δυο σταγόνες γάλα στο στοματάκι του να ζεσταθεί. Στάθηκε αδύνατον κι ούτε μπορώ να περιγράψω την αγωνία μου, μέχρι να το βάλουμε στο σπίτι, δίπλα στο τζάκι, τρέμοντας μην δεν προλάβουμε και ξεψυχίσει στα χέρια μου, τουλάχιστον να του ζεστάνουμε το κυριολεκτικά παγωμένο του κορμί! Παρέα και το δίδυμο αδερφάκι του, που ήταν βέβαια, σε καλύτερη κατάσταση, αλλά όχι κι εκτός κινδύνου.
Τέσσερις ώρες το έτριβα με πανιά, με ζεστό νερό, ακόμη και με οινόπνευμα προκειμένου λίγο να ζεσταθεί, να κυκλοφορήσει το αίμα, λίγο να καταφέρει να κουνήσει το κεφαλάκι του. Με το βυζογυάλι παλεύαμε κάπως να το ταϊσουμε, μα εκεινού ακόμα και το στοματάκι του ήταν κρυσταλλωμένο! Κι όμως τα κατάφερε! Κόντρα σε όλες τις ενδείξεις, είχα πιστέψει πως θα σωθεί.. κόντρα σε όλες τις ενδείξεις κατάφερε να γαντζωθεί απ'τη ζωή και σήμερα είναι ένα πανέμορφο, ζωηρό και παχουλό κατσικάκι ίσαμε δυο μηνών, που όποτε με βλέπει έρχεται τρέχοντας κοντά μου να μου πιπιλίσει τα δάχτυλα!.. η Ελπινίκη, η Ελπίδα κι η Νίκη! Η Ελπινίκη κι Μπάμπης (Χαράλαμπος) το αδερφάκι της που με το βέλασμά του μας ειδοποίησε πως είχαμε πρώιμα γεννητούρια κι έτσι προλάβαμε να τα σώσουμε. Ο Μπάμπης ο μικρός τραγάκος, που, φυσικά, προορίζεται για "αρχηγός"!



χμ και μιας και λέμε τράγος.. "εκ του τρώγω: "πολυφάγον γαρ το ζώων, αλλά και τραχύ δέρμα έχει"", όπου το τρώγω "χρησιμοποιείται επί καρπών, και γενικώς επί σκληρών τροφών (τραγανών) και τραγημάτων" (ξηρών καρπών). Από τον τράγο και η τραγωδία, καθώς ετυμολογείται εκ των τράγος και ωδή, αφού "τα πρώτα χορικά άσματα από τα οποία εγεννήθη η κλασική τραγωδία, εψάλλοντο από μεταμφιεσμένους εις τράγους ακολούθους του Πανός και του Διονύσου". (Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος").
Αλλά λέγονται και ερίφια, καθώς έριφος είναι η μικρή αίγα, "παρά το έαρ + φω=φαίνω", επειδή συνήθως μας φανερώνονται (γεννιούνται) όταν μπαίνει η άνοιξη...




Ας καλωσορίσουμε την Άνοιξη, λοιπόν...