Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυριβήλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυριβήλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)

"... Κάθε γυναίκα είναι μια φορά θηλυκιά. Αυτή ήταν χίλιες φορές. Απ'την κορφή ως τα νύχια ήταν γεμάτη θηλυκάδες. Είχε θυμάμαι, εδωνά πάνω στο μπούτι, και μια καφεδιά βούλα. Η μάνα της μούπε, τότες που την είχε στην κοιλιά, έπιασε τηγάνι ανήμερα τ' Αγίου Συμνιού, και σαν το θυμήθηκε σκουπίστηκε τρομαγμένη στο μερί της. Και το κορίτσι γεννήθηκε "σημνιωμένο" μ'αυτή τη δαχτυλιά. Αυτή η βούλα το λοιπόν με παλάβωνε." (Στρατή Μυριβήλη, "Η ζωή εν τάφω") 


Άγιος Συμεών ο θεοδόχος- Μιχαήλ Δαμασκηνού

"Ο άγιος Συμεών (κοιν. άγιος Συμιός), που έδωσε το όνομά του και στις δύο προηγούμενες γιορτές (Συμόγιορτα, βλέπε: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών και Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)), εξαιτίας της παρετυμολογίας του ονόματός του (από το "σημειώνω"= κάνω σημάδι) τιμάται κατεξοχήν από τις έγκυες, που την ημέρα αυτή απέχουν από κάθε εργασία και παίρνουν μύριες προφυλάξεις από φόβο, μη γεννηθεί το παιδί "σημειωμένο". Π.χ. στη Σύρο:

Οι έγκυες γυναίκες το βράδυ, που θα πέσουν να κοιμηθούνε την ημέρα εκείνη, πρέπει να βγάλουν τα ρούχα ανάποδα και να περάσουν ύστερα τα χέρια τους στις πλάτες ή στα μεριά τους, ώστε κι αν βγει τίποτε, να βγει πίσω και να μη φαίνεται.

Και παντού:

Τ'αϊ-Συμιού δεν κόφτουνε με το μαχαίρι τίποτε, ούτε ψαλίδι ανοίγουνε, ούτε ξύλα κόφτουνε με την τσεκούρα για τα σημεία, καμιά έγκυα πού'ναι να μη πάθει το παιδί τίποτε."

(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

 Ο Δημήτρης Λουκάτος, αναφέρει κι αυτός μια σχετική μαρτυρία (Λέσβος, 1953) για τον κίνδυνο τούτο του "σημαδέματος" του παιδιού:


Η Θεοτόκος και ο θεοδόχος Συμεών (τμήμα της τοιχογραφίας της Υπαπαντής)- Φωτίου Κόντογλου, "Εκφρασις", τόμος Β' (εκδόσεις Αστήρ)

"Ὡσαύτως ἑορτάζουν αἱ ἔγκυοι καὶ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Συμεών, ὅστις βοηθεῖ εἰς τὸ νὰ μὴν εἶνε ἐλαττωματικὸν (σημαδεμένο) τὸ τεχθησόμενον..." (Αθανασίου Μπούτουρα, "Προλήψεις του ελληνικού λαού", εκδόσεις Ελευθερουδάκη)

Ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης τον Άγιο Συμεών τον Θεοδόχο (θεοδόχο, καθώς υποδέχτηκε τον μόλις σαρανταήμερο Ιησού στον ναό, βλέπε: Υπαπαντή) τον συγκαταλέγει στους "Άγιους βοηθούς" στη μελέτη του "Ωκυτόκια" (βλέπε και: Άγιε Ελευθέριε, ελευθέρωσέ μας!) και σημειώνει σχετικά:


Σημειώνει, επίσης, στις "Παραδόσεις" (τόμος Β'-442): "Στη Χίο, την ημέρα του Αγίου Συμεών, η έγκυος έκανε μαγγανείες με νερό που έχυνε πίσω της, χωρίς να το κοιτάζει, και έλεγε ένα ξόρκι για να γεννηθεί γερό το παιδί."
 
"Κι ακόμα, την ημέρα του Αγίου Συμεών, οι νιόπαντρες κι οι έγκυες γυναίκες δεν πιάνουν τίποτα στα χέρια τους. Δεν κάνουν καμιά δουλειά αυτή την ημέρα. Ούτε γνέθουν, ούτε ξαίνουν μαλλιά, ούτε λαναρίζουν, ούτε ράβουν, τίποτα. Κάθονται και διαβαίνει έτσι η γιορτή, χωρίς να φτιάξουν καμιά δουλειά. Και τούτο, γιατί πιστεύουν πως αν δουλέψουν ανήμερα της γιορτής, το παιδί τους θα γεννηθεί "σημαδεμένο"." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
 

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Καλή Παναγιά!

"...Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα, «τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μού λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων  που δίνουν νόημα σε μια εποχή..."
(Τάσος Λειβαδίτης, "Ο αδελφός Ιησούς")


"Καταμπροστά στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί "της Παναγιάς τα Ράχτα". Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει τη χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγριοκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκιοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε τον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. [...] Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν κι ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούφες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκιοι τους κουνιούνται με την αναλαμπή στ'ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται...."

"Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!..."
(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Θεόφιλος)

"Το ξωκλήσι δεν είναι να πες τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ' αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεκτονική σ'όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια. Περνπούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο-Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγιάς τα ράχτα. Γλίτωσέ μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πριμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι'αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τ'όσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο. Έχει  ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. έχει ακόμα κι ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας...."

"...Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")



"...Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πολέμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν'αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στροαγγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησιάς. Κοίταζε με έγνοια μέσα απ'το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελεαιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ'αμέτρητα άστρα. Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα-Λιάς..."

"... Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα, κανένας δεν την άκουσε.
Τα σκυλιά δεν γαβγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτησαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σα μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τ’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Σήμερα φύτρωσαν στον κάμπο χρυσά κρινάκια, κι οι βοσκοί που τα βρήκαν γονάτισαν και προσευχήθηκαν.
Αλήθεια, ένας γέρος βρήκε το φως του, κι ένας παράλυτος περπάτησε, και τώρα μες στα μάτια τους, που ‘χαν κλάψει πολύ κι είχαν κοιτάξει κατάματα τη νύχτα, άνθησε μια μικρούλα μυγδαλιά.
Και το ίδιο βράδυ ο ύπνος τους γίνηκε μια φωλιά χελιδονιών χτισμένη στη μασκάλη της παλιάς καμπάνας..." 
(Γιάννης Ρίτσος, "Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού")

(Παναγιά Γοργόνα- Σκάλα Συκαμινιάς Λέσβου)

"... Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο.[...] Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί με΄σα είχε τα σύνεργά του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα.... Ήταν την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τού'διναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. [...] Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντσας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργά του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ'όνομά του, απόμεινε ακόμα ακόμα αυτή πάνω απ'όλα, μια παράξενη ζωγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον οίχο της μικρής εκκλησιάς. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη απ'τον αγέρα και τ'αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ'όλο τον κόσμο της Χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε απ'τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχροινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνιο, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ'αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. ¨ομως απ'τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια κι απ'την άλλη ένα τρικράνι σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, έτσι όπως τον ζουγραφίζουν στα κάδρα και στα βιβλία του σκολειού. Σαν πρωτόδαν τούτη τη ζουγραφιά οι ψαράδες κι οι χωριανοί στάθηκαν και τη θαμαζαν, ωστόσω καθόλου δεν τους παραξενοφάνηκε. Οι γυναίκες που ανέβηκαν να προσκυνήσουν, της έκαμαν τις μετάνοιες τους, τη θέμιασαν σαν όλα τα κονίσματα. Τό'πανε "η Παναγιά η Γοργόνα", και σήμερα έτσι το λένε, κι από τότες πήρε τ'όνομα κι η εκκλησιά και το πόρτο...."

"... Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.
Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της."
(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο»)

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Αγιά Σοφιά)

"... Της Παναγιάς τα ράχτα βαστούν τη μάχη αφόντας στάθηκε ο κόσμος. Είναι γεμάτα από τις παλιές λαβωματιές, είναι σημαδεμένα από τις χτυπιές. Η πέτρα σφουγγάριασε από την άρμη, ο παραδαρμός του νερού γούφιασε τα βασανισμένα στερνά της. Τα κύματα βγαίνουν από τη θολούρα της καταχνιάς μουλωχτά, πυργώνουν ψηλά σα δράκοι, κατεβαίνουν με φοβερή τάξη τα πολεμικά τους φουσάτα. Όσο σιμώνουν τεντώνουν μπροστά φουσκωμένα στέρνα, παρδαλά σαν τις τίγρεσσας. Πίσω ανεμίζουν στον αγέρα αφρισμένη χήτη. Φρουμάζουν κι έρχονται ψυχωμένα από τιτανικήν οργή. Στο τέλος παίρνουν φόρα, αναπηδούν χουγιάζοντας, πέφτουν κατάστηθα πάνω στο βράχο της Παναγιάς. [...] Όλη την ώρα που βαστά η μπαλαισιά, της Παναγιάς τα ράχτα τρέμουν συθέμελα, ως τις σκοτεινές ρίζες τους. Μυστικές χορδές από σκληρό μέταλλο δονιούνται και ηχούν μέσα τους. Όμως δεν πισωπλατίζουν πατημασιά. Ο βράχος στηλώνει μέσα στα μαύρα βάθη τα πετρένια πόδια του, καπνίζει σύγκορμος από θυμό. [...] Όσο πιο βαριά τον δέρνει η ανεμική, τόσο πιο θεριακομένα πυργώνει τα στέρνα του κατά πάνω της. Ξέρει πως πίσω απ'τις φαρδιές πλάτες του διαφεντεύει του κόσμου τα ψαροκάικα, τις τράτες και τα λαφριά τρεχαντήρια. [...] Το δαιμόνιο της φουρτούνας ξαπολιέται ξεχαλίνωτο μέσα στην νύχτα, σφυρίζει με τα δάχτυλα από κάθε μεριά, πάνω στα άλμπουρα, μέσα στις καμινάδες. Καβαλικεύει και τη σιδερένια καμάρα που κρατά το καμπανάκι της Παναγιάς, κρεμιέται απ'το σιδερένιο γλωσσίδι κι αρχίζει να χτυπά άταχτα, να χτυπά ξεφρενιασμένα. Ακούν οι ψαράδες τ'άγριο καμπάνισμα μέσα στον ύπνο τους, τ'ακούν ως εκεί πάνω στο βουνό κι οι Μουριανοί. Ανοίγουν οι ναυτικοί κάτ'από το πάπλωμα ανήσυχο μάτι και βλαστημούν. Οι γυναίκες αφουγκράζουνται, σηκώνουνται χωρίς θόρυβο απ'το στρώμα. Τυλίγουνται, θεμιάζουν τα κονίσματα και σταυροκοπιούνται: "Η Παναγιά η Γοργόνα ν'αποσκεπάζει τον κόσμο."..."
(Στρατή Μυριβήλη, "Η Παναγιά η Γοργόνα")

(Φώτη Κόντογλου- Έκφρασις, τ.Β')


Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

όλες μου τις ευχές...

για το πιο πολύτιμο κι αγαπημένο πεταλουδάκι που γνώρισα...



Φωτεινούλα μου, χρόνια πολλά και καλά, μέσα απ'την ψυχή μου... όλη μου την αγάπη πάντα κι ένα μπουκέτο αγριολούλουδα για σένα...













του Στρατή Μυριβήλη: "...Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πού'ναι γιομάτη θαύματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ'άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε κανείς να τη χαρεί μέσα στο φως του ήλιου, θά'βλεπε πως ήταν άλικη, μ'ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Ένα θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δε θ'αργήσει ν'ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες!..."



Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

"Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει"


Ο `Αγιος Συμεών είναι ο προστάτης των εμβρύων και των εγκύων. Τιμόταν ιδιαίτερα από τις εγκύους, καθώς, σύμφωνα με τη λαϊκή πρόληψη που πηγάζει από την παρετυμολογία του ονόματός του, "Ο `Αγιος Συμιός, σημειώνει". Έτσι, τούτη τη μέρα, ήταν απαγορευμένη η οποιαδήποτε εργασία για τις εγκυμονούσες, για να μη βγει σημαδεμένο το παιδί. Ιδιαίτερα δε, αποφεύγαν τη χρήση μαχαιριών, ψαλιδιών και άλλων κοπτικών εργαλείων που είναι συνδεδεμένα με τα σημάδια που προκαλούν. Στη Σύρο, μάλιστα, το βράδυ του Αγίου Συμεών, οι έγκυες, έπρεπε να βγάλουν τα ρούχα ανάποδα και να περάσουν τα χέρια τους στις πλάτες ή στα μεριά τους, ώστε αν βγει σημάδι στο παιδί, να είναι από πίσω και να μη φαίνεται.

Χαρακτηριστικό για τούτη τη δύναμη τούτης της λαϊκής πρόληψης είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Στρατή Μυριβήλη από τη "Ζωή εν τάφω":  "... Κάθε γυναίκα είναι μια φορά θηλυκιά. Αυτή ήταν χίλιες φορές. Απ'την κορφή ως τα νύχια ήταν γεμάτη θηλυκάδες. Είχε θυμάμαι, εδωνά πάνω στο μπούτι, και μια καφεδιά βούλα. Η μάνα της μούπε, τότες που την είχε στην κοιλιά, έπιασε τηγάνι ανήμερα τ'Αγίου Συμνιού, και σαν το θυμήθηκε σκουπίστηκε τρομαγμένη στο μερί της. Και το κορίτσι γεννήθηκε "σημνιωμένο" μ'αυτή τη δαχτυλιά. Αυτή η βούλα το λοιπόν με παλάβωνε."
 
(Υ.Γ. Για περισσότερα βλέπε νεότερη ανάρτηση: Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις))

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2007

Τα Παγανά


απόσπασμα από "τα Παγανά" του Στρατή Μυριβήλη...

..."Από τα Γέννα ως τα Φώτα αυτή 'ταν η μυστική λαχτάρα ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους. Θα τα δούνε φέτος τα Παγανά; Κάθε βράδι γι' αυτά μιλούσαν. Για τα συνήθια και για τα καμώματά τους.

Η μάνα, σαν έγερναν να κοιμηθούν, έριχνε μια φούχτα αλάτι στη σκεπασμένη χόβολη. Τσατ, πατ, έσκαγε κάθε λίγο και λιγάκι τ'αλάτι, να τρομάζουν οι καλλικαντζάροι, να μη σβήνουν τη φωτιά με τον τρόπο πούξεραν. Τρόμαζαν τα Παγανά, τρόμαζαν και τα παιδιά πάνω στον ύπνο τους και ξεπετιόνταν. Πριν πέσει να κοιμηθεί στρίμωχνε και μια ρίζα αφάνες μπροστά στη σταχτοθυρίδα, μην κατεβούν και κατουρήσουν τη στάχτη κ' ύστερα λιώνουν και τρυπάνε τα ρούχα στη μπουγάδα.

Κρέμαζαν οι γυναίκες μάτσα τρικοκκιές και γύρω στο ψωμοσάνιδο, να μη μπορούν να μαγαρίσουν τη ζυμωσιά.

Όμως κάποιο βράδυ έρχονται πλια οι Καλλικαντζάροι, και μάλιστα με τον πιο πίσημον τρόπο.

Κει που καθόντανε κουλουριασμένα τα παιδιά μέσα στο παραγώνι κι άκουγαν νυσταγμένα τα παραμύθια της γριάς, πατημασιές έτριζαν πάνω στο χιονισμένο δώμα, γέλια πνιγμένα και μικρά ουρλιαχτά.

Κόβονταν τότε στη μέση οι κουβέντες, οι καρδιές χτυπούσαν με λαχτάρα, τα μάτια καρφώνονταν στο ταβάνι.

-Αυτοί είναι, μάνα!

Τα παιδιά πετάγονταν έξω από το παραγώνο, χλωμά-θειαφοκέρι.

-Εμ, Αυτοί θάναι, έλεγαν οι μεγάλοι, και κοιτάζονταν με νόημα. Ποιός άλλος, μέρες πούναι!

Είτανε αλήθεια οι Καλλικαντζάροι.

Σε λίγο γινόταν μια μικρή φασαρία από σιδερικά εκεί ψηλά, μέσα στα μαύρα βάθια της καμινάδας. Τσάγκα, τσούγκα! Οι καπνιές πλια μαδούσαν και πέφτανε πάνω στα κούτσουρα, και σε λίγο να και κατέβαινε σιγά-σιγά ένα λανάρι κρεμασμένο από ψιλό σκοινί. Το λανάρι κουνιότανε πέρα-δώθε πάνω από τη φωτιά, και μεσ' από την καμινάδα ακούγονταν οι Καλλικαντζάροι που τραγουδούσαν το τραγούδι τους:

Λαγκούρ, λουγκούρ τα λανάρια

του παπά τα καλεντάρια!

Για μια πίτα με τυρί

για σαράντα σαραϊλί!

Είτανε κάτι που δε λέγεται το τί νιώθαν οι μικροί. Μια γλυκιά φρίκη έτρεχε μέσα στα φυλλοκάρδια, στύλωναν τα μάτια, κ' η καρδιά χτυπούσε να σπάσει.

Η μάνα πήγαινε έφερνε τυρόπιτα και την κάρφωνε στα καρφιά του λαναριού. Που να βρεθούν "σαράντα σαραϊλί" στο φτωχικό τους.

Οι Καλλικάντζαροι ανασέρνανε πάλι το λανάρι, και πριν να φύγουν κατέβαινε ακόμη μια φορά η φωνή τους μέσ' από τον μπουχαρή.

-Και του χρόνου Χριστιανοί!

-Αμήν! έλεγαν σοβαρά, σιγανά όλοι οι μεγάλοι. Και του χρόνου νάμαστε γεροί."....

Στρατής Μυριβήλης, "τα Παγανά", εκδ.Εστία

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2007

Φλόγες...


(απόσπασμα από "Τα Παγανά" του Στρατή Μυριβήλη)

«... Οι άλλοι συζητούσαν κι έπιναν και κείνος, χουζουρεμένος στην πετσένια πολυθρόνα που του ήταν εκεί μέσα καθιερωμένη από πολλά χρόνια, έκανε χάζι να ξελοχίζουν τα χοντρά κούτσουρα, να καβουριάζουν σιγά-σιγά και να ξεκολνούν με ξερό τρίξιμο τα λέπια της πευκόφλουδας, που έχουν το χρώμα της σκουριάς. Το παιχνίδι της φωτιάς τόνε μάγευε πάντα, και τώρα δα το παρακολουθούσε με αχόρταγη προσοχή.
Οι φλόγες βγαίνανε στην αρχή μικρές, γαλανωπές και χρυσοπράσινες, αραδιάζοντας σαν φύλλα και σαν πεταλούδες. Οι μικρές γλώσσες γεννιόνταν τόσο ήμερες, σαν αυτές από το `Αγιο Πνεύμα, έτσι όπως κατεβαίνουνε στην κόμη των Αποστόλων πάνω στο κόνισμα της Πεντηκοστής. Έγλειφαν χαδιάρικα το ξύλο, αργά, ύπουλα, λες και αποζητούσαν με τούτες τις γαλυφιές να του αποκοιμίσουν κάθε προφύλαξη. Και ξαφνικά το κυρίευαν και το κούρσευαν, ξετρέχοντάς το θριαμβευτικά από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Το έζωναν βιαστικά από παντού, τό 'ντυναν με κόκκινα και πορτοκαλιά λουλούδια, που ξεφύτρωναν το ένα μεσ' από την καρδιά τ' αλλουνού. Στο τέλος το δάγκαναν με τριγμούς, το μάσαγαν με λύσσα. Τότε τις έπιανε ένα χορευτικό δαιμόνιο, τις σπάραζε και τις τρέλαινε. Λύγιζαν ιδιότροπα απ' εδώ κι απ' εκεί, έσμιγαν και χώριζαν, έκαναν μαργιολιές, ορμούσαν όλες μαζί και καταλάγιαζαν φρόνιμα.
Δυο απ' αυτές, ξανθές με γαλάζια καρδιά, περπάταγαν ζευγαρωμένες πάνου στο ξύλο και, σαν έφτασαν στην άκρη και είδαν πως δεν είχε παραπέρα, άρχισαν κάτι απίστευτες ακροβασίες. Χαμήλωναν και σηκώνονταν, τρικύμιζαν τις χρυσές φούστες, μικρές χορεύτριες γεμάτες ξεχαλίνωτη φαντασία και σερπετάδα.
Στο τέλος έδωσαν μια, ξεκόλλησαν από το καρβουνιασμένο κούτσουρο και πήδηξαν ανάλαφρες η μια καταπόδι στην άλλη, χάθηκαν μέσα στην καπνοδόχη. Πέταξαν όρθιες σαν δυο χελιδόνια από φλόγα.
Ήτανε τα πνεύματα του δέντρου, που τα ξελεφτέρωσε από τη φυλακή του ξύλου η φωτιά, ξαπολύθηκαν και χίμηξαν τ' αψηλού. ...» 

Στρατής Μυριβήλης