Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραπατάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραπατάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς



Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!

Θεοφάνεια

 Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...

Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):

"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]

Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]

Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν. 

Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε  να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.

Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.

Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]  

Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."

 (Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)

 

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ


Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:

"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]

Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]

Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]


Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα.  Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...

"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."


[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής
Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα

 Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).  

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα


Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:

"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.

Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς. 

Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ... 

Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα. 

Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων. 

Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.

Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων. 

Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"

Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες." 

(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")


Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'

Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...

Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :

"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."

(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)

αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:


 



Καλή Φώτιση νά'χουμε!

Χρόνια πολλά!

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Το ποδαρικό της αγελάδας κι άλλα έθιμα πρωτοχρονιάτικα!



("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Το βράδυ τούτο, που όλος ο κόσμος περιμένει την αλλαγή και μαζί με την αλλαγή του χρόνου και την αλλαγή της τύχης του, δεν κοιμάται, αν δε βεβαιωθεί για "τα μέλλοντα συμβήναι άγνωστα τοις θνητοίς" και αν δε γνωρίσει το άγνωστο τμήμα της Μοίρας του. Γι'αυτό και παίζει, γι'αυτό και γλεντάει, γι'αυτό και κάνει διάφορα μαντέματα.
Στο Δρυμό της Μακεδονίας, σαν συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχουλεύοντας τα παχνιά με τα χέρια του, μάζευε κάμποσα σπυριά στάρι, όπως έπεφτε απ'τ'άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπειρί για τον καθένα, τόβαζε στη ζεστή πλάκα της "παρστιάς" του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα πού θα πήγαινε, την ώρα που θάσκαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας. Κι' αν σκάζοντας πετούσε προς τ'απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γερωσύνης, για κείνον που το βάζανε. Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν'αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας....[...]
....τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας [...] κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ'ένα καθρέφτη περίμεναν ν'ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ'τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ'έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Τ'όνομά που άκουσα, νά είναι τ'όνομά του!
Του χρόνου νάναι κύρης μου, κι εγώ νά'μαι κυρά του."

(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Για τον Κρητικό κάτοικο της υπαίθρου ο Άγιος Βασίλης ήταν ζευγολάτης που ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια για να προλάβει τη σπορά πριν προχωρήσει ο χειμώνας. Έσπερνε κριθάρι, σιτάρι, ταγή και ρόβι, όπως λένε τα κάλαντα, όπως έκανε και ο κάθε κρητικός αγρότης. [...]
Για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες πρωτοχρονιάτικες επισκέψεις, οι άνθρωποι λάμβαναν τα μέτρα τους επιλέγοντας για το ποδαρικό της χρονιάς ένα παιδί "άκακο και προκομμένο". Ωστόσο, σε πολλές περιοχές δεν το διακινδυνεύανε. Αντί για άνθρωπο επέλεγαν ένα ζώο ή ένα εικόνισμα. Κατά γενικό κανόνα, οι οικογένειες που είχαν ως κύρια κατεύθυνσή τους την αγροτική παραγωγή, επέλεγαν μιαν αγελάδα για να τους κάνει το ποδαρικό. Κι αν είχαν ως προτεραιότητα την κτηνοτροφία, ένα πρόβατο. [...]
Το πρωί της Αρχιχρονιάς φρόντιζαν να βάλουν την αγελάδα στο σπίτι, να την κεράσουν με ψωμί ή γλυκίσματα και να την αφήσουν εκεί για κάμποση ώρα. Αλλού είχαν ζυμώσει ειδικά κουλουράκια τα οποία κρεμούσαν στα κέρατά της, ένα στο καθένα, και αλλού ειδική πίτα, τη βουιδόπιτα, πάνω στην οποία είχαν βάλει ένα κορδόνι με ζυμάρι και είχαν σχηματίσει το ζυγό, σύμβολο της επίπονης αλλά και της ευλογημένης και έντιμης εργασίας, όπως και της καλής σοδειάς. Θεωρούσαν πολύ καλό σημάδι το να "κατουρήσει μέσα στο σπίτι" η αγελάδα.[...]
Τα κουλούρια που κρεμούσαν στα κέρατα των βοδιών γίνονταν με το ζυμάρι των πρωτοχρονιάικων ψωμιών. Ήταν η "καλή χέρα" που έπαιρναν τα ζώα. [...]"


(Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)






("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Σύνταχα την Πρωτοχρονια, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγκαδίσια νερά, γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά, για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουν μες στο θαμποσκόταδο, χορέυοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ'τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε..[...] Αν όμως τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. [...]
Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά....."


(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Αλλά κι εδώ στα χωριά μας στο Πήλιο, έτσι θυμούνται οι παλιοί: "Στην αλλαγή του χρόνου έβανε η μάνα μου ένα μεγάλο κουτσουμπάνι στη φωτιά να καίει όλη μέρα. Έσβηνε την παλιά φωτιά κι έβαζε καινούρια μ'αυτό." Και το πρωί, "πάαινε η μάνα μου, έπαιρνε μια πέτρα και την έβαζε πίσω απ'την πόρτα για νά'ναι το σπίτι γερό, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Πάαινε το πρωί κι έπαιρνε με το κανάτ' νερό στη βρύση για νά'ναι αμίλητο και τό'φερνε να πιούμε στα ποτήρια."



(Νίκος Καζαντζάκης, "Αλέξης Ζορμπάς", εκδόσεις Δημητράκου)


"Στη Σούδα και σ'άλλα μέρη της Κρήτης την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, τα παιδιά περνούσαν και σπάζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών από μια "ασκελετούρα" λέγοντας "χρόνια πολλά!".
Στα χωριά της Πρέβεζας, κρεμούσαν κρεμμύδες στις πόρτες των σπιτιών ή τις βάζανε στα κεραμίδια, "για να διώχνουν τα κακά". [...]
Οι μπότσικες, οι κρεμμύδες, τα σφερδούκλια και οι ασκελετούρες είχαν τον ίδιο σκοπό και το ίδιο νόημα. Όλα τούτα είναι σύμβολα της μακροζωϊας και της ανανέωσης του ανθρώπινου οργανισμού, που τόσο τα ποθούσε ο άνθρωπος και τα δυο, γιατί τούτα τα φυτά, αντί να μαραθούν και να σαπίσουν, όταν τα ξεριζώνουν και τα χωρίζουν από τη μάνα γη, αυτά όχι μόνο δε μαραίνονται και δεν σαπίζουν, μα βγάζουν καινούρια φύλλα και νέα βλαστάρια από το σώμα τους...."


(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)

("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Καλή Χρονιά!

Χρόνια πολλά, όμορφα και λεύτερα!

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαγειρέματα του Δωδεκαήμερου και "τα σπάργανα της Παναγιάς"..

Χριστουγεννιάτικες μοσχοβολιές ...

Καταγράφει ο πηλιορείτης λαογράφος μας, Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο") για τα εδέσματα των ημερών:

"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα (βλέπε: Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς) ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα. Φυσικά υπάρχει πάντα η παραδοσιακή "Άι-Βασ'λόπ'τα" (ή σκέτα Βασ'λόπ'τα) που παλιότερα ήταν σκέτο ψωμί, μέσα στο οποίο η κάθε νοικοκυρά έβαζε, εκτός απ'τον καθιερωμένο "παρά" κι ένα τσακνάκι κλήμα, ένα κοτσανάκι ελιά, ένα άλλο από πουρνάρι, ένα ακόμα από σ'καμνιά, ένα άχυρο κι ένα κλαδάκι κρανιάς (σύμβολο υγείας) που φυσικά έφταναν στα κομμάτια των τυχερών της φαμελιάς, για να τους δώσουν συμβολικά κι αντανακλαστικά τη γνωστή αντίστοιχη εύνοια μέσα στον καινούριο χρόνο."

Όσο για τα γλυκά των ημερών, εδώ στο Πήλιο, πέρα απ'τα γνωστά φοινίκια ή μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, συνηθίζουν να φτιάχνουν τις φλογέρες και τα "χαμαλιά" (βλέπε: Πηλιορείτικα "χαμαλιά" και "φλογέρες"), με το χαρακτηριστικό τριγωνικό δίπλωμα που θυμίζει φασκιές, σπάργανα ("τα σπάργανα της Παναγιάς"). Γιατί τούτες τις μέρες των Χριστουγέννων, συνηθίζονταν σ'όλη την επικράτεια διάφορα εδέσματα που η μορφή τους συμβόλιζε τα σπάργανα του νεογέννητου Χριστού, από τους τυλιχτούς λαχανοντολμάδες (που κατά κύριο λόγο γίνοταν με γέμιση από κιμά χοιρινό, που προερχόταν απ'τα χοιροσφάγια), μέχρι τα διάφορα γλυκά, συνήθως νηστίσιμα, με τη μορφή δίπλας. Καταγράφει, ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο"), σχετικά:

"Εκτός από το δυνάμωμα της φωτιάς του τζακιού με πολλά και χοντρά ξύλα, "για να μη κρυώσ' η Παναγιά", οι γυναίκες ταυτίζοντας τη λεχωνιά της Παναγιάς με τη λεχωνιά των άλλων γυναικών, που θέλανε καλή και μπόλικη τροφή "για να μη κοπεί το γάλα τους", φρόντιζαν όχι μόνο για τη ζεστασιά της, μα και για την καλυτέρεψη και την ενίσχυση της τροφής της. Κι' όπως σ'εκείνες πήγαιναν "λαγγίτες" και "μπογανίκια", έτσι έφτιαχναν και "λαγγίτες" για την Παναγιά, που ήταν λεχώνα.
Τις "λαγγίτες", που σ'άλλα μέρη τις λένε "λαλαγγίτες", "λαλαγγίδες", "λαλαντζίτες", "πιτλίδες", "πιτιλίτσες", "λαλάγγια" και τηγανίτες, τώρα τις λέγανε "σπάργανα της Παναγιάς".
Τις "λαλαγγίτες" στην Ήπειρο τις έψηναν στην καυτή πλάκα της φωτιάς του τζακιού, για νάναι απόλυτα νηστίσιμες, στα δε άλλα μέρη στο τηγάνι με καυτό λάδι. Στο Πωγώνι, για να ψήσουν τις "λαλαγγίτες", βάζανε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα την "πυροστιά" και πάνω στην πυροστιά μια "πλάκα" ή μια λαμαρίνα. Πάνω στην πλάκα ή στη λαμαρίνα, αφού καιγόταν πρώτα καλά, έριχναν το νερουλό ζυμάρι και το άπλωναν, για να γίνει σαν φύλλο. Το φύλλο αυτό σαν ψηνόταν από τη μία μεριά, το γύριζαν και ψηνόταν κι'από την άλλη. Ύστερα βάζανε τα φύλλα το ένα πάνω στ'άλλο, σ'ένα χαλκωματένιο ταψί και αφού τα περίχύναν με μέλι ή σιρόπι, ανακατεμένο με κοπανισμένα καρύδια, για να γίνουν αφράτα και νόστιμα, τα τρώγανε. [...] Τα"σπάργανα της Παναγιάς" τα τρώγανε το ίδιο βράδυ με μέλι ή με ζάχαρη. Όσοι ήταν φτωχοί και δεν είχαν ζάχαρη ή μέλι, τα τρώγανε με καρύδια κοπανισμένα με σκόρδο και αλάτι, που τ'ανακάτευαν με ζεστό νερό και τάκαναν "καρυδοζούμι"."

Αλλά, ας δούμε και τ'αντίστοιχα "σπάργανα", σε μια μικρασιατική εκδοχή ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα):

Πάντως, στις περισσότερες περιοχές, κυρίαρχο έδεσμα των ημερών, εκτός από την κότα ("Πρωτοχρονιά εσφάζανε κότα, όχι πετεινό, γιατί ελέγανε τον αρχηγό δεν τόνε σφάζουν"), ήταν το χοιρινό, σε διάφορες μορφές του, το προερχόμενο από τα "χοιροσφάγια" (βλέπε: Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), που τουλάχιστον εδώ στα χωριά μας γίνονταν παραμονές Χριστουγέννων, αλλά συχνά και παραμονές των Φώτων. Σημειώνει ο Κώστας Καραπατάκης:

"Τις μέρες των Χριστουγέννων δεν έπρεπε να μείνει κανείς χωρίς χοιρινό κρέας. Κι εκείνοι που δεν είχαν και δεν έσφαζαν δικό τους γουρούνι, έπρεπε να φάνε και να χαρούν κι αυτοί, όπως και οι άλλοι. Γι'αυτό και η αλληλεγγύη τους ήταν πολύ ανεβασμένη.
Αν ένας δεν είχε γουρούνι στο χωριό, όλοι οι άλλοι του στέλναν από ένα μεγάλο κομμάτι ψαχνό κρέας, μισής ή μιας οκάς και τον βοηθούσαν να χαρεί κι αυτός με την οικογένειά του τούτες τις μέρες, χωρίς να νιώσει τη στεναχώρια της ανέχειας."


Βέβαια, σε περιοχές που δε συνήθιζαν να εκθρέφουν χοίρους, το γιορταστικό τραπέζι αντί για χοιρινό κρέας μπορούσε να περιλαμβάνει αρνίσιο ή κατσικίσιο. Όσο για τη Βασιλόπιτα (βλέπε και: Βασιλόπιτα και έθιμα πρωτοχρονιάτικα), η οποία ανά περιοχές της Ελλάδας πλαθόταν από τελειώς διαφορετικά υλικά, στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, συνήθως είχε μορφή άρτου με διάφορα μυρωδικά. Για τα έθιμα του Κλήματος Σκοπέλου, μας πληροφορεί ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια"):

"Όταν τέλειωνε η εκκλησιά, θαμπά ακόμα, πήγαιναν στο σπίτι, όπου έτρωγαν τηγανίτες, "μαργαρίτις" τις αποκαλούσαν κι ύστερα μαζεύονταν στο γιορτινό τραπέζι, το οποίο ήταν όντως χαρμόσυνο, μετά από τόση περίοδο νηστείας και τρώγανε συνήθως σούπα από κότα ή κάποιο "πράμα" αρνί ή κατσίκι, από αυτά που ανάθρευαν για να το φάνε αυτές τις καλές ημέρες. Συνήθιζαν, μάλιστα, να κάνουν και "πατσί", το οποίο άφηναν να παγώσει και το τρώγανε κρύο' ήταν δηλαδή η γνωστή στη Σκόπελο πηχτή.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ζύμωναν "τσ'κλούρις", τις οποίες "τσουγκράνιζαν", δηλ. κεντουσαν με προσοχή κάνοντας σχήματα μαργαρίτας χωρίς τον κορμό της ή απλώς σχεδιάζοντας το άνθος της. Η όλη διαδικασία γινόταν ως εξής' αφού ετοίμαζαν το ζυμάρι, στο οποίο είχαν προσθέσει ζάχαρη, κανέλα, μυρωδικά και καμμένο ελαιόλαδο, το άφηναν να "γίνει". Μετά το έβαζαν σε μεγάλο ταψί και σχεδίαζαν το άνθος με προσοχή' και παίρνοντας δυο σπιρτόξυλα, σήκωναν ελαφρά το ζυμάρι, ώστε να σχηματιστεί με "πτήδιο" και νοικοκυρεμένο τρόπο το λουλούδι επάνω στην επιφάνεια, που με το ψήσιμο φαινόταν σαν ανάγλυφο. Μάλιστα, για πιο φανταχτερό στόλισμα, τοποθετούσαν σε τρεις μεριές ολόκληρα καρύδια σπασμένα ή όχι και γύρω από αυτά βάζανε "κοκόσες" από ξεφλουδισμένο αμύγδαλο, τις οποίες κάρφωναν κάθετα στο ζυμάρι. [...] Το απόγευμα της παραμονής οι νύφες πήγαιναν στην πεθερά την κουλούρα τυλιγμένη σε καθαρό μαχραμά, ενώ στο καλαθάκι έβαζαν γλυκά και κάποιο καινούριο ρούχο για να το φορέσουν την επόμενη μέρα, την Πρωτοχρονιά για το καλό."


Ενώ, στο Φερτέκι, περιφέρεια Νίγδης ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα"):


Όσο για τους τσοπάνηδες, με τα πολλά κοπάδια, τα εδέσματα των ημερών, μετά από την πολυήμερη νηστεία, εμπεριείχαν και νοστιμιές πλούσιες σε γάλα. Γράφει σχετικά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Όλόγυρα και παρεκεί, πολύπειρες βλάχισσες κι ανήξερες βλαχούλες, ανασκουμπωμένες και βιαστικές, περίχαρες και γελαστές, με σιγοτράγουδα κι αχνόγελα στο στόμα, διπλοκαίνε τους φούρνους και τις γάστρες, για να ψήσουν τις καλόφτιαστες τις πίτες, στραγγίζουν τα μαζεμένα γάλατα και χτυπούν τους κρόκους των αυγών για να φτιάξουν τα χριστουγεννιάτικα φαγητά. Απ'΄ολα το πιο ξεχωριστό και νόστιμο είναι το κοκοφρίνι, που γίνεται μ'αυγά και μαζεμένο πρωτόγαλο.
Ανήμερα το πρωί θα φάνε κιόλας την καλόγευστη "κλάστρα" π'αρταίνει και νοστιμίζει το στόμα ύστερα από τόσες μέρες σαρακοστή. Γιατί οι τσοπαναραίοι συνηθίζουν να μην αρταίνονται το σαρανταήμερο. Κι αν τους ρωτήσεις γιατί το κάνουν αυτό, σ'απαντούν πως "παθαίνουν τα ζωντανά". "Αρρωσταίνουν και ψοφούν παράκαιρα". "Απορίχνουν οι έγκυες γιδοπροβατίνες". Άλλα ζωντανά χάνονται, άλλα τσακίζονται, άλλα τα τρων τα ζουλάπια κι άλλα "μασταριάζονται"."

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων

"Ξημερώνοντας η παραμονή των Χριστουγέννων, οι γυναίκες έπρεπε να είναι νεταρισμένες από τα ζυμώματα και τις χριστουγεννιάτικες κουλούρες. Σε λίγο θα έπρεπε να καταπιαστούν με τα γουρούνια που θα έσφαζαν οι άντρες, γιατί σ'αυτές θα έπεφτε όλο το βάρος και η φροντίδα για τα "χοιροσφάγια"." (Κώστας Καραπατάκης, "Το Δωδεκαήμερο")

Μέρες Χριστουγέννων πλησιάζουν, κι ακόμη και σήμερα, στα χωριά του Πηλίου, όσα σπιτικά συντηρούν χοίρους αναμένουν τον άνθρωπο που θ'αναλάβει να τα σφάξει, για το απαραίτητο χοιρινό, συνήθως μαγειρεμένο πρασοσέλινο, αλλά και ως τηγανιά, του γιορτινού τραπεζιού. Κι αν είναι και κανένας μερακλής, μπορεί να φτιάξει και λουκάνικο!

"Άλλο έθιμο των Χριστουγέννων είναι το σφάξιμο του γουρουνόπουλου. Το γουρουνόπουλο αυτό το τρέφουν από πολύ καιρό στα χωριά της δυτικής θεσσαλομαγνησίας και όταν έρθουν οι μέρες των Χριστουγέννων το σφάζουν για να το φάνε τούτες τις χρονιάρες μέρες. Το πιο πολύ όμως το κάνουν λουκάνικα. Σχετικό είναι και το έθιμο όταν σφάζουν το γουρούνι να ρίχνουν στο κεφάλι του μπόλικο λεμόνι και θυμίαμα μαζί. Γιατί έτσι πιστεύουν πως διώχνουν μακριά τους καλλικαντζάρους, που έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στο κρέας." ("Κοντά στις ρίζες μας", Μαθητική Κοινότητα στ' τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου)

Φωτ. Νίκου Ψιλάκη, από "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδ. Καρμάνωρ

Μας πληροφορεί κι ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμανωρ):

"Φωνές γροικώ στσι γειτονιές,
μουγκρές γροικώ στσι σταύλους
χαρούμενο συντάλαχο γροικώ στα καλντιρίμια.
Στσι γειτονιές ζυμώνουνε, στσι σταύλους μαχαιρώνου...
... και στα σιντεροτσίκαλα νερό στσ' αυλές τως βράζου,
τσι χοίρους τσι θροφάρηδες που σάξα να μαδήσου...

Οι στίχοι αυτοί του Κωστή Φραγκούλη (Δίφορα, βιβλίο Β) που αποκαλύπτουν όλη τη μαγεία της τελετουργίας των χοιροσφαγίων στον αγροτικό χώρο της Κρήτης θυμίζουν έντονα την αρχαία παροιμία "αι των χοίρων φωναί περί τας Καλάνδας". Ο Κρητικός ποιητής είναι πιο λυρικός και πιο περιγραφικός από την παροιμιώδη φράση' στην ουσία, όμως, και τα δύο αποσπάσματα λένε το ίδιο ακριβώς πράγμα κι ας τα χωρίζουν κάμποσοι αιώνες. Ίσως να μη χρειάζονταν καν για να καταδείξουν τη συνέχεια για ένα πανελλήνιο έθιμο που απηχεί παλαιότερες επιβιώσεις, το έθιμο της ρωμαϊκής χοιροθυσίας, τα χοιροσφάγια, όπως αναφέρονται μετά τον εκχριστιανισμό τους. Οι ρίζες του εθίμου πρέπει να αναζητηθούν στα πανάρχαια διαβατήρια έθιμα που έχουν ως στόχο να υποβοηθήσουν τη γονιμότητα ενεργοποιώντας, μέσω της θυσίας, τις ευνοϊκές για την περίσταση δυνάμεις. Εκτός απ'αυτή τη διάσταση, όμως, πρέπει να αναζητηθεί και η σχέση του ίδοου του χίρου με τη βλάστηση, μια σχέση που έχει επισημανθεί από σύγχρονους εθνολόγους, αλλά φαίνεται πως χρειάζεται να ερμηνευτεί περισσότερο. Ο Α. Ρουσουνίδης συνδέει το βλαστικό και γονιμικό χαρακτήρα του χοίρου με την ιδιότητα του αγριόχοιρου να καταστρέφει "περισσότερον εις τας πρωτογόνους εποχάς, την βλάστησιν, αγρίαν και ήμερον." (*)
Η αρχαία συνήθεια της θυσίας χοίρου κατά τις τελευταίες ημέρες του χρόνου καταφέρνει να επιβιώσει πολύ εύκολα στα βυζαντινά χρόνια και να παραμείνει μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 20ου αιώνα ως κυρίαρχο στοιχείο του χριστουγεννιάτικου εθιμολογίου. Ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός, που στο "Περί Μηνών" έργο του διασώζει σημαντικές πληροφορίες για το ρωμαϊκό εορτολόγιο και τους θρύλους που συνδέονται με την τελετουργία, σημειώνει:


(*) "Ο χοίρος είναι πιθανότατα μία ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, είτε, επειδή με την αδηφαγία του καταστρέφει τη βλάστηση είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του." (http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?V_DOC_ID=2326)

Ενώ ο Κώστας Καραπατάκης ,μεταξύ άλλων, καταγράφει:

"Με τα οικόσιτα αυτά γουρούνια, που τα λέγανε και "χοιράδια" και "χοιροσφάια", όλα τα γεωργικά σπίτια εξασφάλιζαν το κρέας για το χειμώνα και το λίπος για όλη τη χρονιά. Ύστερα, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να διατηρεί το κάθε σπίτι και από ένα "χοιράδι", γιατί με τη γεωργία και την κτηνοτροφία που ασχολούνταν οι πιο πολλοί Έλληνες, και γεννήματα είχαν να τα δώσουν, και τυρόγαλο έβγαζαν, και αποφάγια εξασφάλιζαν, που όλα αυτά, αντί να τα πετάνε, τα δίναν στα γουρούνια τους.
[...] Για νάναι τα γουρούνια τους "φαγουδερά", πριν τ'αγοράσουν, κοίταζαν τ'αυτιά τους να είναι μεγάλα και κρεμασμένα προς τα κάτω, ο "ζουρνάς" τους μικρός, οι τρίχες τους κατσαρές και τα κορμιά τους "ξεπλεμένα". Όσο πιο πολύ έτρωγε ένα γουρούνι, τόσο πιο πολύ λίπος έβαζε και τόσο πιο πολλούς τενεκέδες "λίγδα" έβγαζε το σπίτι.
[...] Στην Αγιοπηγή της Καρδίτσας, καθώς και στ'άλλα τα γύρω χωριά, την ώρα που κόβανε το κεφάλι του γουρουνιού, έπαιρνε ένας το φτυάρι με το λιβάνι και θυμιάτιζε όλους, όσοι ήταν εκεί κι' ύστερα τα κάρβουνα, μαζί με το λιβάνι, τάριχνε στο κομμένο μέρος του λαιμού, λέγοντας:
"Μέλι, ζάχαρη και με γεια να ξοδευτεί!"
Μετά το σφάξιμο, η πρώτη τους δουλειά ήταν ν'ανοίξουν την κοιλιά και να βγάλουν τα σπλάχνα του. Τα "μέσα" του κάτι λέγανε για το τυχερό του σπιτιού, που έπρεπε να το ξέρουν όλοι και ιδαιίτερα ο νοικοκύρης του σπιτιού.
Αν η σπλήνα ήταν διπλωμένη, κάποιος θα παντρευόταν απ'το σπίτι και θα γινόταν διπλός. Αν η σπλήνα ήταν φαρδιά στο πίσω μέρος, τότε θα είχαν όψιμο χειμώνα. Αν ήταν στο μπροστινό, τότε ο χειμώνας θα ήταν πρώιμος. [...] Αν το συκώτι ήταν χωρισμένο σε περισσότερα κομμάτια από τα μέλη της οικογένειας, κάποιος θα παντρευόταν ή θα γεννιόταν στο σπίτι. Αν όμως ήταν λιγότερα, τότε ο χρησμοδότης σταματούσε να λαλεί.
Όλο αυτό το τελετουργικό, καθώς και η χρησμοδότηση και οι παρατηρήσεις των σπλάχνων, θυμίζανε λίγο τους βωμούς και τις θυσίες των αρχαίων.
Σαν τέλειωνε κι' αυτό, οι άντρες, τραβούσαν το γουρούνι μέσα στο σπίτι κι' η νοικοκυρά τηγάνιζε τα συκώτια και με δυνατή μεταβγαλμένη ρακή κερνούσε τους αυτοσχέδιους χασάπηδες, για να τους ευχαριστήσει."


Τέλος, ο λαογράφος μας Γεώργιος Αικατερινίδης, στη διδακτορική του διατριβή για τις "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", μας δίνει πλούσια στοιχεία σχετικά με το έθιμο τούτο:

"Τους χοίρους όχι σπάνια πριν ή κατά ή μετά το σφάξιμο, που κάποτε γίνεται με ξεχωριστό μαχαίρι, τους θυμιατίζουν και τους σταυρώνουν. Στους Βλαχόφωνους π.χ. της Πίνδου πριν γδάρουν το χοίρο, χαράσσουν με μαχαιράκι στην κοιλιά του, κοντά στον ομφαλό, ένα σταυρό και επάνω βάζουν αναμμένα κάρβουνα και θυμίαμα' συγχρόνως ένα παιδί απαγγέλει το "Πάτερ ημών". Το κάνουν για να καθαρισθεί ο χοίρος, τον οποίον θεωρούν ζώο ακάθαρτο, τον τρώγουν όμως, γιατί πιστεύουν ότι έτσι διακρίνονται οι Χριστιανοί από τους Εβραίους και τους Οθωμανούς. (σημ. Ανέκδοτη Θεσσαλική παράδοση δικαιολογεί αλλιώς τα χοιροσφάγια: "Τα Χ'στούγιννα σφάζ'μι τα γ'ρούνια, γιατί τα Χ'στούγιννα πήγινι η Παναγιά μι τουν Ιουσήφ και πίσου τα γ'ρούνια χαλούσαν τα χνάρια κι γι'αυτό τα κάνουμ' gουρbάν', τά'χουμι για του καλύτιρου gουρbάν'")
Στην περιοχή της Καλαμπάκας όταν σφάζουν το γουρούνι, με το οικογενειακό μαχαίρι, χαράσσουν στην κοιλιά και κοντά στον αφαλό του ένα σταυρό, και επάνω του βάζουν αναμμένα κάρβουνα με θυμίαμα και φύλλα δάφνης (σημ. Προβάλλει εδώ η ιερότητα της δάφνης και η χρήση της για αποτρεπτικούς σκοπούς.), ενώ ένα παιδί και εδώ λέει το "Πάτερ ημών". [...] Στον Κρόκο Κοζάνης πίστευαν ότι θυμιατίζουν το γουρούνι, γιατί είναι κουρμπάνι, υπήρχε δηλαδή η συνείδηση της προσφοράς της θυσίας' τη συνείδηση αυτή βρίσκομε και στη Γρατινή Κομοτηνής και στους Σαρακατσάνους. Στα χωριά των Γρεβενών δεν έβαζαν το χοίρο στο σπίτι, αν πρώτα δεν τον διάβαζε ο παπάς.[...]
Από το αίμα τωτου ζώου σχηματίζουν σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών ή και των ζώων, ή κάνουν και άλλες παρεμφερείς χρήσεις για θεραπευτικούς, μαγικούς ή αποτρεπτικούς σκοπούς.[...]
Για μαγικούς-αποτρεπτικούς σκοπούς χρησιμοποε'ιται επίσης και το ρύγχος του χοίρου: το καρφώνουν στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα, για να απομακρύνουν τους καλλικαντζάρους, ή το κρεμούν στο αχούρι για να μη ζυγώσει αρρώστια τα ζώα, ή το βάζουν πίσω στην πόρτα για να ξορκλίζουν τις αρρώστιες. Για μαγικοθεραπευτικούς και μαντικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται ακόμα το λίπος ή άλλα όργανα του χοίρου: μέσα στην κύστη του χοίρου ρίχνουν τόσα ρεβύθια, όσα είναι τα ζώα που έχουν και την κρεμούν "στη σκέπο" (ταβάνι)' έτσι τα ζώα μένουν μαντρωμένα και δεν προκαλούν ζημιές. [...]

Ο καθαρά θυσιαστικός χαρακτήρας της χοιροσφαγίας δηλώνεται όχι μόνο από τις πολλαπλές χρήσεις του "καθαγιασμένου" αίματος, αλλά και από τα μαντεύματα που γίνονται τότε και από τις άλλες μαγικές ενέργειες, που είδαμε να συνδέονται με το σφάξιμο των γουρουνιών. Το χαρακτήρα αυτό τονίζει άριστα το κυπριακό έθιμο (περιοχή Μαραθάσας) να μοιράζουν τα Χριστούγεννα στην εκκλησία "χοίρειον κρέας προς κοινήν μετάληψιν, αντί ηυλογημένου άρτου"."