Ξημέρωσε μια πανέμορφη, ηλιόλουστη μέρα κι εγώ πάλευα με τον πανόπτη Άργο και τον Αργειφόντη: Αν είναι Αργοφονιάς, αν φανερώνει ή φονεύει, αν είν' λευκός, λαμπρός και καθαρός, αθώος ή ένοχος, αν είναι ο λόγος ο σαφής και των θεών ο αγγελιαφόρος. Οπότε πήρε η μπάλα και τον Άργο, όχι του Οδυσσέα τον πιστό, αλλά κείνον τον άλλον με το κορμί γεμάτο μάτια σαν κορδωμένο παγώνι, τον οξυδερκή φύλακα, το τέρας το τρομακτικό που άλλοι άνθρωπο τον βλέπανε κι άλλοι κουτάβι και που, σαν να μην έφταναν αυτά σου τσαμπουνάει κι ο Ευστάθιος κάτι πως κάποιος κάπου κάποτε τον έβλεπε σαν φίδι, και φιδοκτόνο τον Ερμή, σαν το μεγάλο αδέρφι του, τον άνακτα Απόλλωνα.
Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!
Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!
Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!
Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:
"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.: Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι"
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις,
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")
Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!
Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!
Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!
Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:
"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.: Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι"
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
Ως κι ο Πίνδαρος στους Ύμνους του σε μνημόνευσε:
"ἴϋγγι δ' ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν"
(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
Και σαν να μην έφταναν αυτά, εφόσον απασχόλησες ακόμη και τις μάγισσες, τ'όνομά σου συνδέθηκε και μ'άλλη έννοια:(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις,
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")
Αχ σουσουράδα μου καημένη, είδες λοιπόν τί σου σκαρώνουν οι άνθρωποι για να σκεπάσουν τα δικά τους στραβά; Σ'είδαν με κουνιστή ουρά και για να ξορκίσουν τα πάθη τους, τους δώσαν το όνομά σου! Κι ύστερα τα πάθη τους προκαλούσαν καημούς και λαχτάρες και δώσαν και σε τούτα πάλι το δικό σου όνομα! Σ'αλλάξανε όνομα; Και πάλι σ'είπανε γυναίκα κουνιστή!
Ευτυχώς, λοιπόν, που τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με πουλιά! Αλλιώς, αλίμονο και τί άλλο στραβό και κάκιστο θά'χανε κοτσάρει στ'όνομά σου, μια τέτοια φαύλη εποχή που οι λέξεις χάσανε το νόημά τους, που οι έννοιες στρεβλώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν, που οι "ταμπέλες" στοχοποιούν κάθε κελάρυσμα κι ο κάθε φελός της κοινωνίας έχει τη δύναμη το παραμιλητό του να το κάνει αξία και αρχή! Αλίμονο...Μη σκιάζεσαι, μικρή μου σουσουράδα... Η φύση σε προίκισε με μικρά φτερά, να πεταρίζεις στο γαλάζιο ουρανό και να κρύβεις την ομορφιά σου στα ολάνθιστα κλαρούδια του χειμωνανθού. Είσαι ελεύθερη να πετάς ψηλά, μακριά από τις ανάκατες λέξεις μας, είσαι λεύτερη να προστατεύεις την ομορφάδα σου απ'την ασκήμια του κόσμου... Κι αν έχεις φόβο τις τουφεκιές, και πάλι μη σκιάζεσαι μικρή μου σουσουράδα, ούτε τούτες είναι ικανές να λερώσουνε τη μικρή παιχνιδιάρα ψυχούλα σου...
Αλίμονο σε μας...
Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..
Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...
Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...
Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει...
Αλίμονο σε μας...
Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..
Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...
Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...
Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει...









