Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

με νερό θαλασσινό...


" [...] Πού νά'χεις ξεχάσει, πάνω σε ποιό κομοδίνο, το φυλαχτό που σου κάρφωσε η μάνα σου στη φανέλα, κείνο το πρωινό πού'φευγες για πρώτη φορά... Υπάρχουνε δέντρα, κήποι, βουνά. Γλυκά τρεχούμενα νερά, πολυτρίχια, κρεβάτια που δεν κουνιούνται, γυναίκες που δε βάφονται, άντρες που δε βλαστημούνε. Ασπροβαμμένες κάμαρες στην εξοχή, δίχως περτσίνια και σταύρωσες στο ταβάνι. Ν'αλαργέψεις για λίγο από τούτα τα πράματα που συνήθισες να τα ψάχνεις τη νύχτα προτού κοιμηθείς, να τ'αγγίζεις, να τα μυρίζεσαι, να τα βλέπεις που κουνιούνται ώσπου να κλείσεις τα μάτια σου.[...]"
(Ν.Καββαδίας, "Βάρδια")


"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
~
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
[...]"

(Ν.Καββαδίας, "Fata Morgana")

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Λι...

η εγγραφή αφιερωμένη σε δυο ψυχές...

πρώτα στον Α.

αλλά και στο Γ.



Αποσπάσματα από τη "Λι" του Νίκου Καββαδία:

"... Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη.

-Λοιπόν θα με πάρεις;

-Ναι. Πώς σε λένε;

Μού'πε κάτι που θά'ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.

-Θα σε λέω Λι, της είπα.

Συμφώνησε.

-Πόσο χρονών είσαι;

Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα.

Κατάλαβα.

[...]

Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της τό'δωσα. Τό'σπασε και τό'δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.

-Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.

-Δώσε μου, αποκρίθηκε.

-Διάλεξε μόνη σου.

Δίστασε. Πήρε λίγο απ'όλα και τα τύλιξε σ'ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλα της.

-Γιατί δεν τρως;

-Πρέπει να το πάω στο σπίτι.

-Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.

-Και το άλλο θα το πάω.

-Ποιός σ'έμαθε έτσι;

-Κανείς.

Τότε;

Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος.

[...]

Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ'ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και τό'βαλε στην πλάτη.

-Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;

-Ναι.

-Και τά'χεις διαβάσει;

-Όλα.

-Θα ξέρεις πολλά.

-Όχι περισσότερα από σένα, συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου.

[...]

Είμαι ένας ατζαμής - ο μεγαλύτερος που ξέρω- στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ'όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ'εμένα τον ίδιο.

-Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;

Δεν αποκρίθηκε. Γιατί τό'πα; Για να μου απαντήσει μ'ευχαριστίες; Να μου δείξει τί μου χρωστούσε; Ποιός δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα.

[...]

-Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό.

Της τό'πα.

-Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ'όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.

Κατέβασε το κεφάλι της.

-Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμη.

-Θα ξαναγυρίσω, της είπα.

-Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.

-Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.

-Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.

-Πώς είναι;

-... είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.

-Και πώς βοηθάει;

-Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.

Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.

-Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;

-Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς;

[...]

Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα πού'χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνά ξεφτισμένη.

Τη χαρακτήρισε "αντικείμενο άνευ αξίας" και την ξανάβαλε στη θέση της."

Ν.Καββαδίας