Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόλλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόλλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Ροδιές της Περσεφόνης και του φθινοπωριού...


"Απόξω απ΄ την αυλή του βρίσκεται χτήμα τρανό, εκεί δίπλα,
τέσσερα στρέμματα, που ζώνεται με φράχτη γύρω γύρω·
και μέσα εκεί ψηλά κι ολόχλωρα φυτρώνουν δέντρα πλήθος:
εκεί αχλαδιές, μηλιές χρυσόκαρπες, ρογδιές φυλλομανούνε,
εκεί συκιές γλυκές κι ολόχλωρες ελιές θωρείς ολούθε."
(Ομήρου Οδύσσεια η112-6, απόδοση: Κακριδή-Καζαντζάκη)


Κι είναι κοντά δυο μήνες τώρα που 'θελα να γράψω για τούτες τις ροδιές του φθινοπώρου κι ίσα που προλαβαίνω να τις εντάξω στην εποχή τους, τώρα που τα φορέματα της φύσης είναι ακόμη ταιριαστά με τη μορφή του χρυσορόδινου καρπού τους. Κρίμα θά'τανε να φανούν παράταιρες, σε λάθος ώρα, τούτες οι ροδιές, οι θλιμμένες αρχόντισσες, που τόσα κρυμμένα μυστικά και λόγια φυλάσσουν στο μικρό τους σπέρμα. "Αυτός της έδωσε όμως κρυφά να φάει από ροδιά γλυκό σα μέλι σπόρο, για να μη μείνει πάντοτε κοντά εκεί και δίπλα στη σεβαστή τη Δήμητρα τη μαυροφορεμένη..." (Ομηρικός Ύμνος είς Δημήτραν, 371-4, απόδοση: Θ.Μαυρόπουλος).

"ῥοιῆς κόκκον ἔδωκε φαγεῖν μελιηδέα λάθρῃ"
(Ομηρικός Ύμνος εις Δημήτραν, 373)

Διηγείται ο Ι.Θ.Κακριδής ("Ελληνική Μυθολογία"-Τόμος Α'): Δήμητρα είχε γεννήσει στο Δίαν μια μοναχοκόρη, την Περσεφόνη... Κάποια μέρα, ο Πλούτωνας, ο θεός του Κάτω Κόσμου, έτυχε να ρίξει τα μάτια πάνω της και την αγάπησε. Επειδή καταλάβαινε πως η μητέρα της δεν θα την χωριζόταν εύκολα ούτε θα την άφηνε να περάσει τη ζωή της στα αραχνιασμένα σκοτάδια του Άδη, αποφάσισε να την κλέψει. [...] Η Δήμητρα, κλεισμένη τώρα στο ναό της, εξακολουθεί να αρνιέται να γυρίσει στους άλλους θεούς, γιατί δε μπορεί να τους συγχωρέσει που της στέρησαν την κόρη. Άλλη χρονιά τόσο δίσεχτη σαν αυτή δεν εγνώρισε ποτέ ο κόσμος' άδικα οι ξωμάχοι οργώνουν και σπέρνουν' η θεά δεν αφήνει να φυτώσει τίποτε. Οι άνθρωποι πάνε να αφανιστούνε όλοι από την πείνα....Μπροστά στην επιμονή της ο Δίας καταλαβαίνει πως η μόνη λύση που απομένει είναι να δεχτεί ο Πλούτωνας ν'αφήσει τη γυναίκα του ν'ανέβει στο φως κοντά στη μητέρα της. Στέλνει λοιπόν τον Ερμή στον Άδη.... Ο Πλούτωνας αποκρίνεται πως δε θα παρακούσει.....πριν όμως την αποχαιρετήσει, της δίνει με τη βία, και κρυφά από τον Ερμή, να φάει ένα σπυρί ρόδι... η Δήμητρα υποψιάζεται κάποιο δόλο... -Μήπως πριν ξεκινήσεις ο Πλούτωνας σου έδωκε να φας κάτι;....αν ναι, τότε είσαι καταδικασμένη το ένα τρίτο του χρόνου να το περνάς στον Κάτω Κόσμο... Η κόρη αποκρίνεται... ένα σπυρί ρόδι...."



Τέλος Σεπτέμβρη μάζεψα τα ρόδια της ροδιάς, Οκτώβρης ήταν ο μήνας για να τους συνομιλήσω. Μα όλα τούτη τη χρονιά, με σέρναν παραπίσω. Σαν ο Σεπτέμβρης να στάθηκε εκεί δα, άλλες 30 μέρες, σαν να μετάθεσε τον διπλανό του στο έμπα του Νοέμβρη. Τόσο πολύ, που όσο κι αν κρυάδιασε στο βουνό, παλτό δεν έχω θυμηθεί να βγάλω απ'το ντουλάπι! Έτσι και το αντάμωμα με την πρωτεύουσα πήρε παράταση ένα μήνα. Κοίτα να δεις, που τώρα το παρατηρώ, χρόνια τώρα η συνάντηση αυτή λάμβανε χώρα μες στον Πυανεψιώνα των προγόνων, την εποχή των καρπών της ροδιάς και της βίαιης αρπαγής, την εποχή των αρχαίων Θεσμοφοριών... Κι εγώ πάντοτε εκεί ν'αφήσω ένα λουλούδι σε κείνους που μου άρπαξε ο Πλούτωνας...

Διαβάζουμε στον Αθανάσιο Σταγειρίτη ("Ωγυγία ή Αρχαιολογία"-Γ΄τόμος): "Θεσμοφορία. Ήτον της Δήμητρος εορτή πανταχού εορταζομένη... και μάλιστα εις τας Αθήνας...


Ρόδι, λοιπόν, από το μσν. ροϊδιν, από το αρχ. ροϊδιον, υποκοριστικό του ροιά, ροδιά.  Το ομηρικό "ροιά":  "ὄγχναι καὶ ῥοιαὶ καὶ μηλέαι ἀγλαόκαρποι" (η115)

"Αναφέρεται έκπαλαι ως αυτοφυούμενος και καλλιεργούμενος πολλαχού της Ελλάδος υπό τα ονόματα Ρόα, Ροιά, Σίδη ή Σίδα. [...]το Σίδη ή Σίδα φαίνεται να ήνε ιθαγενές και αρχαιότερον, πελασγικόν ίσως....Υπό το όνομα τούτο ήτο γνωστή η Ροιά παρά τοις Βοιωτοίς (και τοις Κρήταις), εις το τμήμα της χώρας των οποίων αυτεφύετο ο θάμνος ούτος ως μαρτυρεί και το χωρίον του Αθηναίου ("Δειπνοσοφισταί" ΙΔ 650-1)..." μας πληροφορεί ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του.



Ανήμερα των Αρχαγγέλων, των Ταξιαρχών. Πρόλαβα το πρωί ν'ανάψω ένα κερί στην εκκλησιά που βαφτίστηκα -σαν νά'τανε σε μιαν άλλη ζωή τότε που ζούσα σ'αυτή την πόλη, σ'αυτή τη γειτονιά... Μπήκα την ώρα της Μεγάλης Εισόδου. Κοντοστάθηκα με συγκίνηση... Κι ύστερα "....και υπέρ του άδικα δολοφονηθέντος αδελφού ημών Κωνσταντίνου..."... Άναψα ένα κερί ακόμη...

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Βγήκα στη λεωφόρο να πάρω ένα ταξί για το Νεκροταφείο... να προλάβω και το επόμενο ραντεβού... Πουθενά ταξί! Απεργία. Κι άρχισα να βαδίζω τρέχοντας κι υπολογίζοντας με αγωνία: "Αν φτάσω σε μισή ώρα, θα προλάβω... Μετά θα τρέξω ως μια στάση του μετρό...μάλλον θα προλάβω... πρέπει να προλάβω!"

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Φουριόζα με δυο μάτσα φρεσκότατα χρυσάνθεμα και δυο τριαντάφυλλα βρέθηκα στο οστεοφυλάκειο. "Πού είναι τα κεριά;" απόρησα. Πλησίασα το μεταλλικό κουτί, να βγάλω την περσινή ενθύμιση, ν'αποθέσω τα φετινά τριαντάφυλλα, να πω δυο λόγια... Δίπλα μου μια γυναίκα. Πήγα στα καντηλάκια που σιγοκαίγαν δίπλα στην είσοδο κι έψαχνα για θυμιατό. Η γυναίκα, βγαίνοντας, κοντοστάθηκε εκεί. Τη χαιρέτησα. Είδα πως κρατούσε στα χέρια ένα κουτί από ζαχαροπλαστείο. "Να σας προσφέρω ένα γλυκό;" Πριν καν απορήσω, κατάλαβα... "Να μου προσφέρετε...καλή ανάπαυση νά'χει..." 

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γκρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Μες στη βιασύνη μου -που δε θά'θελα νά'ναι βιασύνη ώρες σαν και τούτες- μέ'πιασε και το άγχος "Ν'άνάψω τούτο το κερί με τη θήκη την πλαστική ή μήπως πάρουμε καμιά φωτιά;". Το άναψα. Το "καπελάκι" του πύρωσε μεμιάς. Δίστασα. Κοίταξα προς τα έξω. Η γυναίκα είχε καθήσει στο παγκάκι απέναντι. "Συγγνώμη, να σας κάνω μια ερώτηση;" της μίλησα... Κι ύστερα ρώτησε εκείνη "Ποιόν έχεις εδώ;", "Τον πατέρα μου...", "Εγώ το γιο μου, παλληκάρι 26 ετών..."... Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. "Αν θες πήγαινε να τον δεις...να εκεί δεξιά πάνω... " είχε τη φωτογραφία... "Τί να σας πω....δε χωρούν λόγια σ'αυτό..." ψέλλισα... "Γιόρταζε σαν σήμερα... για αυτό και τα γλυκά..."... Όλα τ'άλλα ξαφνικά σβήσανε... αν θα προλάβω, πώς θα προλάβω, τί θα προλαβω.. τα ραντεβού, οι υποχρεώσεις... η επιστροφή στο χωριό... Τούτη η εικόνα, της μάνας με τα γλυκίσματα στο χέρι έξω από ένα οστεοφυλάκειο, για το παιδί που χάθηκε και γιόρταζε σαν σήμερα, μέρα των Αρχαγγέλων, τα κάλυψε όλα μεμιάς... κι ακόμη και σήμερα, τώρα, τούτη ακριβώς τη στιγμή, με ακολουθεί....

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγενη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’ άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Η Δήμητρα, η Γη-μητέρα, αναζητούσε απεγνωσμένα την Κόρη της που βίαια άρπαξε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου. Ποιός να γιατρέψει τη θλίψη της; Μαράζωσε η πλάση κι ο πατέρας θεών κι ανθρώπων έδωσε εντολή στον αρχάγγελό του Ερμή να τη ζητήσει πίσω. Ο Πλούτωνας, όμως, της έδωσε ένα σπόρο ροδιάς, καταδικάζοντάς την να ξαναγυρίσει κοντά του. Κι έτσι η Περσεφόνη ξαναγυρνά κάθε φορά στο βασίλειό του αφού χαρεί το φως και τις αγκάλες της μάνας της. Γράφει ο Α.Σταγειρίτης ("Ωγυγία ή Αρχαιολογία") πως κάποιοι την αλληγορούν "εις την Σελήνην", κάποιοι στο "κάτωθεν αφώτιστο ημισφαίριο", ή "εις τον σπόρον". Ο Ορφέας, όμως, αλληγορεί αυτήν "και εις την γην, ή εις την υπόγειον καρποφόρον δύναμιν, λέγων "Φερσεφόνεια' φέρεις γαρ αεί και πάντα φονεύεις".".
Σημειώνει κι ο νεοπλατωνικός Πρόκλος ("Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος", 173): "Η Περσεφόνη πήρε το όνομά της ή επειδή διακρίνει τις μορφές και χωρίζει τη μια από την άλλη, καθώς ο φόνος δηλώνει υπαινικτικά την αναίρεση, ή επειδή χωρίζει εντελώς τις ψυχές από τα σώματα με την επιστοφή προς την άνω περιοχή, πράγμα που για όσους το αξιώνονται είναι ο κατεξοχήν ευτυχής φόνος και θάνατος." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

Ρόδι, λοιπόν, σύμβολο ζωής και θανάτου, σύμβολο γένεσης και φθοράς... Κι ακόμη σήμερα την Πρωτοχρονιά, με την αλλαγή του χρόνου, σπάμε ένα ρόιδο στο κατώφλι του σπιτιού, να μας φέρει καρπό πλούσιο σαν τα πολλά του σπέρματα, ν'αυγατίσει τον οίκο με γεννήματα καλά. Κάποτε κι οι νύφες, μπαίνοντας στολισμένες στο καινούριο τους σπιτικό πετούσαν στη θύρα ένα ρόδι, σύμβολο γονιμότητας και καρποφορίας, κι οι γεωργοί ανακατεύαν τα σπυριά του με το σπόρο του χωραφιού (βλ.: του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη.. ) Κι από την άλλη, για τις αγαπημένες ψυχές που φύγαν από κοντά μας, με σπόρι ροδιού στολίζουμε το στάρι που προσφέρεται για την ανάπαυσή τους (κόλλυβα)

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;
(Οδυσσέας Ελύτης, "Η τρελή ροδιά")

"Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας είναι η τρελή ροδιά;"  Σήμερα ήθελα να πάρω μιαν ανάσα. Τόσους μήνες αγκομαχώ. Σήμερα αποφάσισα να πάρω μιαν ανάσα, λοιπόν. Να κουβεντιάσω με τα σπόρια της ροδιάς, να προσπαθήσω να φανταστώ τα κρυμμένα μυστικά τους... Σήμερα αποφάσισα να μην τρέχω να προλάβω, να μην πάρω αποφάσεις, να μη σηκώσω τηλέφωνα επίμονα κι ενοχλητικά... απλά να ταξιδέψω, ν'αφουγκραστώ τις ιστορίες τους. Δυό μήνες τώρα προσμένουν να μου πουν... Όχι πως θα καταλάβω, μα αρκεί που θα νιώσω τα κρυφά παθήματά τους, αρκεί που θα πορευτώ λιγουλάκι μαζί τους... Λένε πως τούτη η ροδιά βλάστησε από το αίμα του Διονύσου, που τον διαμέλισαν οι Τιτάνες κατ'εντολήν της Ήρας, κείνο τον Διόνυσο που μετέπειτα αναστήθηκε. Γέννημα του Διός και της Περσεφόνης κατά τα Ορφικά: "Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς" (Ορφικός Ύμνος είς Διόνυσον). Κι άλλοι λένε πως η Αφροδίτη ήταν εκείνη που την πρωτοφύτεψε... Με γονιμότητα, αίμα, θάνατο συνδέουν τον καρπό της, με καρποφορία και πλούτο, αλλά και με τον Πλούτωνα... Σύμβολο ευγονίας, αλλά και νέκρωσης ο ερυθρός του σπόρος...σύμβολο, ίσως, και κάποιας υπόσχεσης, κάποιας δέσμευσης, κάποιας κάπου κάποτε επιστροφής... 



Σημειώνει ο Παυσανίας στα "Κορινθιακά" (17,4) για το άγαλμα της Ήρας, προστάτιδας του γάμου: "Το δε άγαλμα είναι της Ήρας καθημένης εις τον θρόνον. Είναι μεγάλου μεγέθους, κατασκευασμένον από χρυσόν και ελεφαντοστούν, και είναι έργο του Πολυκλείτου. Εις την κεφαλήν δε φέρει στέφανον, επί του οποίου υπάρχουν γλυπτικαί παραστάσεις εικονίζουσαι τας Χάριτας και τας Ώρας. Εις το ένα χέρι κρατεί ρόδι και εις το άλλο σκήπτρον." Κι ύστερα προσθέτει και μυστικά σιωπά: "Εκείνο το οποίο λέγουν δια την σημασίαν του ροδιού είναι μυστήριον και ας μου επιτραπή να μην ομιλήσω σχετικώς"... (απόδοση: Δ.Λαμπίκη). Στα "Ες τον Τυανέα Απολλώνιον" (Δ, XXVIII) του Φιλοστράτου αναφέρεται: "Έδωσε επίσης εξήγηση και για το χάλκινο άγαλμα του Μίλωνα και τη μορφή του.....Με το αριστερό του χέρι κρατάει ρόδι... [...] Ο Απολλώνιος είπε...."Για να γνωρίσετε το νόημα του αγάλματος , μάθετε ότι κάποτε αυτό τον αθλητή οι Κροτωνιάτες τον όρισαν ιερέα της Ήρας. Δε χρειάζεται να εξηγήσω το νόημα του διαδήματος, αφού ήταν ιερέας. Όσο για τη ροδιά, είναι το μόνο από τα φυτά που φυτρώνουν για χάρη της Ήρας...."."(απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)
Ενώ στους "Δειπνοσοφιστές" (Γ' 27) του Αθηναίου, η Αφροδίτη - θεά του έρωτα, της αναπαραγωγής, της γονιμότητας τούτη- είναι εκείνη που φύτεψε τούτο το δένδρο, τη ροδιά, σύμφωνα με ένα απόσπασμα του Ερίφου από τη "Μελιβοία":

"-Αλλά ιδού ωραία ρόδια.
-Πόσο είν' ευγενικά.
-Γιατί λένε πως στην Κύπρο
αυτή η ίδια η Αφροδίτη
φύτεψε αυτό το δέντρο,
που πολύ το αγαπά."
(απόδοση: Σ.Αλεξιάδου)

Σημειώνει κι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος ("Εις Πλάτωνος Πολιτεία"): "Η φθινοπωρινή εποχή είναι της Αφροδίτης' γιατί κατ'αυτήν γίνεται η καταβύθιση των σπόρων στη γη και αυτό το έργο είναι της Αφροδίτης, να σμίγει δηλαδή τα γόνιμα και να οδηγεί σε επαφή την αιτία της γέννησης (γι' αυτό λοιπόν και ο μύθος λέει ότι την Κόρη την άρπαξαν αυτή την εποχή, επειδή η Κόρη είναι επικεφαλής της ζωογονίας όλων των επιμέρους, προσθέτοντας ότι επειδή έβαλε τον Σκορπιό στο ύφασμα, ο οποίος έχει λάβει το ενδιάμεσο αυτής της εποχής, υπέστη την αρπαγή)." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου)

Κι ύστερα πάλι, φύτρα θανάτου, στου Παυσανία τα "Βοιωτικά" (25,1): "Πλησίον εις τας Νηίστας πύλας των Θηβών είναι μνήμα του Μενοικέως, του υιού του Κρέοντος' ούτος ηυτοκτόνησε με την θέλησίν του εξ αιτίας του χρησμού των Δελφών, όταν ήλθον από το Άργος ο Πολυνείκης με τον στρατόν του. Επάνω εις το μνήμα του Μενοικέως είναι φυτρωμένη μια ροδιά' όταν δε ωριμάσει ο καρπός της, εάν τον σχίσης, ευρίσκεις το εσωτερικόν όμοιον με αίμα...." (απόδοση: Ν.Μπαξεβανάκης). Αντίστοιχα και κατά τον Φιλόστρατο ("Εικόνες" 2, 29) και στον τάφο του Πολυνείκη, γιου του Οιδίποδα, οι Ερινύες είχαν αφήσει να φυτρώσει μια ροδιά που, επίσης, όταν άνοιγες τους καρπούς της, έσταζαν αίμα... 
Αλλά ο Κλήμης Αλεξανδρεύς ("Προτρεπτικός" 2,19, 1.3.4.) μας αναφέρει ξεκάθαρα πως πίστευαν ότι η ροδιά βλάστησε από τις σταγόνες του αίματος του Διονύσου: " αἱ θεσμοφοριάζουσαι τῆς ῥοιᾶς τοὺς κόκκους παραφυλάττουσιν ἐσθίειν· τοὺς γὰρ ἀποπεπτωκότας χαμαὶ ἐκ τῶν τοῦ Διο νύσου αἵματος σταγόνων βεβλαστηκέναι νομίζουσι τὰς ῥοιάς". 
Καρποί που στάλαζαν αίμα, αίμα που γένναγε καρπούς...
Καρποί με μυστικά κρυμμένα, στολισμένοι με μύθους μακρινούς κι απόκρυφους...

"Κι ήταν και δέντρα αψηλοφούντωτα, που έγερναν τον καρπό τους
απάνω του· αχλαδιές, χρυσόκαρπες μηλιές, ρογδιές θωρούσες,
θωρούσες και συκιές μελόγλυκες κι ελιές δροσιά γεμάτες.
Μα κάθε που άπλωνεν ο γέροντας τα χέρια να τα πιάσει,
ξεσήκωνε τους κλώνους ο άνεμος ως τα ισκιωμένα νέφη."
(Ομήρου Οδύσσεια η115, απόδοση: Κακριδή-Καζαντζάκη)

ΣΗΜ.: Και μην ξεχνάμε: Καρποί με θεραπευτικές ιδιότητες, όπως πλείστα γεννήματα της πλάσης. Ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής" Ε' 26) αναφέρει τον "ροϊτη οίνον" που παρασκευάζεται ως εξής: "Αφού πάρεις ώριμα ρόδι χωρίς κουκούτσια και στύψεις τον χυμό των σπυριών τους, φύλαξέ τον, ή, αφού τον βράσεις έως ότου να μείνει το ένα τρίτο, έτσι φύλαξέ τον. Κάνει καλό στις εσωτερικές καταρροές και στους πυρετούς με διάρροια. Κάνει καλό στο στομάχι, σφίγγει την κοιλιά και είναι διουρητικό." (απόδοση: φιλολογική ομάδα Κάκτου). Αλλά και γενικότερα, αναφερόμενος στη ροδιά καταγράφει διάφορες ιδιότητες του φυτού (Α' 110), όπως ότι "κάθε ρόδι είναι ζουμερό και ευστόμαχο....το ξινό βοηθά τις καούρες κι είναι διουρητικό..." κι άλλα πολλά, όπως και για τα άνθη του φυτού που "είναι στυπτικά και ξηραντικά και συσταλτικά και συγκολλητικά των αιμορραγούντων ελκών....Το αφέψημά τους είναι καλό για πλύσεις των ούλων με φλεγμονή.... και ως επουλωτικό μέσα σε κατάπλασμα". Όσο για το αφέψημα των ριζών θεωρείται ως ταινιοκτόνο και παρασιτοκτόνο. Αλλά, φυσικά, ο καρπός του ροδιού δε θα μπορούσε να μην είναι και αφροδισιακός και, καθώς δείχνουν οι νεότερες έρευνες, είναι και αντικαρκινικός, προστατευτικός του καρδιαγγειακού συστήματος, και, γενικότερα, λίαν ωφέλιμος για την υγεία μας! 

ΣΗΜ.2η: Πέρα από την γνωστή "γρεναδίνη" ο χυμός ροδιού συμπυκνώνεται με βρασμό και μετατρέπεται σε υπέροχο κι υγιεινό πετιμέζι ή μπορεί να προστεθεί σε ξύδι κρασιού μαζί με μέλι, ιδανικό για σαλάτες ή άλλα μαγειρέματα. 

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ο Κυπάρισσος και το κυπαρίσσι...

Παρ'όλο που ο χειμώνας δε φάνηκε ακόμα στο βουνό των Κενταύρων (όλες κι όλες κανα-δυό απόπειρες μονάχα έκανε να προβάλει κι αμέσως οπισθοχώρησε), τα ξυλαράκια μας μια χαρά λαμπαδιάζουν στη φωτιά και φυσικά χρειάστηκε να κουβαλήσουμε κι άλλα στην αποθηκούλα. Καθώς έφτιαχνα την τρακάδα, λοιπόν, με τα φρεκοκομμένα, κάθε τόσο σταματούσα ν'ανασάνω μιαν ευωδιά. Ήταν όταν τ'αλυσοπρίονο διάλεγε κανέναν κορμό κυπαρισσιού, ανάμεσα στα τόσα αράδια και τις οξιές, και μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα καθώς σκόρπιζαν τα ροκανίδια! Κύττα μοσχοβολιά, το άτιμο! Τόσα, χρόνια, λοιπόν, δεν είχα να πω και κάτι το ιδιαίτερο για το ψιλόλιγνο κυπαρίσσι, μέχρι που γνώρισα το άρωμά του, και το αγάπησα... Τόσο, που με πιάνει και μια μικρή στεναχώρια, όποτε πετυχαίνω κομμάτι του κι ύστερα το βλέπω να καίγεται στην ξυλόσομπα.


"Ευώδης κυπάρισσος" ... μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ο Όμηρος (ε 64);

Που στόλισε με την ευωδιά του το νησί της Καλυψούς....

"Ξύλα περίσσια στη γωνιά, κέδροι και θυές σκισμένες, 
που μοσκοβόλαε το νησί παντού απ΄ τη μυρουδιά τους. 
Στον αργαλειό της ομπροστά γλυκοτραγούδαε εκείνη, 
και το πανί της έφαινε με τη χρυσή σαγίτα, 
Τριγύρω δάσια φουντωτά με σκλήθρες και με λεύκες, 
και μυρωδάτα ανάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια. 
Λογής πυκνόφτερα πουλιά κουρνιάζανε στα δέντρα, 
γκιώνηδες, και γεράκια, και φωναχτερές κουρούνες 
της θάλασσας, που χαίρουνται να ζούνε στα νερά της. 
και γύρω στις βαθιές σπηλιές της νύφης απλωνόταν

ήμερο κλήμα θαλερό σταφύλια φορτωμένο‡ 
αράδα βρύσες τέσσερες άσπρο νεράκι χύναν, 
κοντά κοντά, μα καθεμιά κι αλλού κατρακυλούσε. 
Πλάγι λιβάδια μαλακά με σέλινα και βιόλες, 
που αθάνατος κι αν ήρχουνταν σε τέτοιες πρασινάδες, 
με θαμασμό θα κοίταζε και θ΄ άνοιγε η καρδιά του."

(απόδοση: Α.Εφταλιώτη)

Αλλά κι ο παραστάτης που στήριζε την οροφή των ανακτόρων του Οδυσσέως ήταν κυπαρισσένιος (ρ 340)




Το ευωδιαστό κυπαρίσσι, όμως, εκτός απ'τη μοσχοβολιά του κρύβει και μια λυπητερή ιστορία....

Ήταν, λοιπόν, κάποτε ένα νέο παλικαράκι που το λέγαν Κυπάρισσο κι είχε αγαπημένο του σύντροφο ένα πανέμορφο ιερό ελάφι. Κάποια μέρα, όμως, μαύρη μέρα, ο Κυπάρισσος κάρφωσε κατά λάθος με το δόρυ του τον αγαπημένο του αυτό σύντροφο και τον σκότωσε. Η οδύνη του νέου για το χαμό του ελαφιού ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε κι ο ίδιος να πεθάνει και παρακάλεσε τους θεούς να κυλούν τα δάκρυά του αιώνια, μέχρι που το κορμάκι του μεταμορφώθηκε σε δέντρο, στο δέντρο τούτο που κυττάζει τους ουρανούς και σιωπηλά πια θρηνεί....




("Οβιδίου Μεταμορφώσεις", απόδοση στη νεοελληνική: Θεοδώρου Τσοχαλή, εκδόσεις του ιδίου, από όπου και οι εικόνες)


Αναφέρει μάλιστα, ο Π.Γ.Γεννάδιος ("Λεξικόν φυτολογικόν") ότι έκτοτε (δηλ. μετά τη μεταμόρφωση του νέου) "το αειθαλές τούτον δένδρον, αφιερωθέν εις τον Πλούτωνα, κατέστη έμβλημα πένθους", για αυτό και αναρτούσαν κλάδο του από τις θύρες "της οικίας εις ην έκειτο νεκρός". "Κυπάρισσοι δ' εφυτεύοντο παρά τους τάφους και τους ναούς και εις τα ιερά άλση (βλ.Παυσανίας)", συνήθεια που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Προσθέτει ότι το ξύλο του είναι "ευωδέστατον και ευέργαστον, ασαπές δε..." και εις τη "βαλσαμώδη οσμήν, τη μεγάλην διάρκειαν" και την αντοχή του ξύλου αυτού στις προσβολές των εντόμων πρέπει να αποδοθεί η "κατά προτίμησιν χρήσις αυτού παρ'αρχαίοις (Θουκυδίδης Β34) και ιδίως παρ' Αιγυπτίοις προς κατασκευή φερέτρων." Επιπλέον, οι αρχαίοι "την ρητίνην της κυπαρίσσου μετεχειρίζοντο εις την ταρίχευσιν των νεκρών, ως φάρμακα δε εχρησιμοποίουν τα φύλλα, τον φλοιόν και τους καρπούς". Κάποτε, αναφέρει, υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση του ξύλου αυτού για την κατασκευή φερέτρων στην Αίγυπτο, που το κυπαρίσσι καλλιεργούνταν συστηματικά στην Κρήτη και η παραγωγή του ξύλου ήταν τόσο επικερδής, ώστε τα κυπαρίσσια δίνονταν ως προίκα στις θυγατέρες, για αυτό και ονομαζόταν "το δένδρον τούτον υπό των Ρωμαίων  "Προίξ θυγατρός""!


Μα, φυσικά, το κυπαρίσσι δε θα μπορούσε να μην τραγουδιέται μέχρι και σήμερα απ'τον λαό μας καθώς, οι θεοί άκουσαν την ευχή του και διατήρησαν αθάνατη την ανάμνηση της λύπης του...

"...Εκεί που θάψανε το νιο εβγήκε κυπαρίσσι 
και κει που θάψανε τη νια εβγήκε καλαμιώνα, 
λυγογυρίζει η καλαμιά, στρέφει το κυπαρίσσι 
κι ένα πουλί κελαήδησε και σ' άλλο το ξηγιόταν: 
-Για δες τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα 
σα δε φιλήθ'καν ζωντανά, φιλιόνται πεθαμένα."

"Βλέπεις σ΄εκείνο το βουνό δυο μαύρα κυπαρίσσια
και κάτωθέν τους κάτασπρην μιάν άλλην στενήν πλάκα;
Σύντας φυσύση άνεμος τες άκρες τους κολλούσι
και τα κλαδιά τους σμίγουσι κι' αρχίζουν και λαλούσι......"

"...Το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι..."

"... Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξεριζώθη 
κι η τέντα η κατακόκκινη και κείνη μαύρη εγίνη, 
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κι ετσακίστη, 
το ασημοκάντηλο έσβησε το σπίτι δε φωτάει."

αλλά και λόγω του επιβλητικού παρουσιαστικού του που σαν να θέλει να φτάσει στα ουράνια...
"...Ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου, 
και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου...".

"Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο, 
μικρό μικρό σου το'δωκα, μεγάλο φέρε μου το. 
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι 
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται, σ' ανατολή και δύση."

Όσο για την ετυμολογία του, η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας δίνει δύο πιθανές εκδοχές: Μία του Ευστάθιου: "κύει παρίσους η κυπάρισσος κλάδους" ("παρίσους κλάδους", παρίσος εκ του παρά + ίσος) Και μία δεύτερη: "Είναι μέγα και υψηλόν δένδρον, εξ ου η κατάληξις -ιττος, -ισσος. Η ρίζα κυπ-, κυβ- (πρβλ. κύβη, κύπελλον), επειδή τα άρρενα άνθη αποτελούν ωοειδείς κεφαλίδας, και το σπέρμα καλύπτεται από καρπικά λέπια."



Υ.Γ.1 Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, Κυπάρισσος ήταν κι ο "υιός του Μινύαντος και αδελφός του Ορχομενού από του οποίου λέγεται ότι ωνομάσθη η εν Φωκίδι πόλις Κυπάρισσος, (Ευστάθιος)" (Λεξικό Νικολάου Λωρέντη)

Υ.Γ. 2 Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του για τα βοτάνια ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") συγκαταλέγει και το κυπαρίσσι! Μας πληροφορεί ότι το αφέψημα από τα πράσινα κυπαρισσόμηλα, χρησιμοποιούμενο με ξύδι, σταματάει την τριχόπτωση και σκουραίνει τα μαλλιά, το βάμμα κυπαρισσιού (30-60 σταγόνες) πριν τα γεύματα είναι πολύτιμο για τις αιμορροϊδες και τους κιρσούς, αλλά και κατά τη δυσμηνόρροια, τη μητροραγία, την εμμηνόπαυση. Το αιθέριο λάδι του πάνω στις μαξιλαροθήκες είναι αντισπασμωδικό σε κοκίτη και βήχα, τα καβουρντιμένα σαν καφές κυπαρισσόμηλα είναι αντιδιαρροϊκά και το ξύλο του κυπαρισσιού αν το βράσουμε και πιούμε το ζουμί του όταν έχουμε γρίπη είναι εφιδρωτικό.

Αλλά, ως ευώδες, είναι κι αποσμητικό, όταν πλένουμε με έκχυμα κυπαρισσόμηλων δύσοσμα πόδια. Επιπλέον αν βράσουμε μια χούφτα ροκανίδια σ'ένα λίτρο νερό και πλύνουμε το πρόσωπό μας, θα καθαρίσει βαθιά και θα λάμψει, ενώ αν ρίξουμε στη μπανιέρα νερό όπου βράσαμε κυπαρισσόμηλα θα νιώσουμε ευεξία. Τέλος, τα κλωνάρια των κυπαρισσιών διώχνουν τις μύγες και τα κουνούπια, έτσι σε κάποια σπίτια τα κρεμούν από τις στέγες. Το αιθέριο λάδι, αν και βγαίνει με απόσταξη, μας ενημερώνει ότι μπορούμε να το φτιάξουμε και ως εξής: "Σ'ένα μπουκάλι με φαρδύ στόμιο βάζουμε ελαιόλαδο, τεμαχισμένα κυπαρισσόμηλα μαζί με φύλλα και τρυφερά βλαστάρια και το αφήνουμε 20 μέρες στον ήλιο. Ύστερα μπορούμε να το χρησιμοποιούμε σε επαλείψεις για αντινευραλγικό και αντιρρευματικό." 

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Σεπτέμβρης.. Σταυρωτής, Ορτυκολόγος και Τρυγομηνάς!

Σεπτέμβριος... ή αλλιώς και ""Σποράρης" διότι εις τινά μέρη εις την Κρήτην, αρχίζει πρώιμα η σπορά' "πετμεζάς" από το μελιτώδες πετιμέζι, που σχηματίζεται από την κατ'αυτόν δια βρασμού συμπύκνωσιν του γλεύκους (κ.μούστου)' "Ορτυκολόγος" από τα ορτύκια, τα οποία αποδημούντα εις θερμά κλίματα της Αφρικής διέρχονται εκ της χώρας μας κατά τον μήνα αυτόν' "Σταυρίτης" (Πόντος) ή "Σταυριώτης" ή "Σταυρός" (Κοζάνη, Θράκη,κ.α.) εκ της κατ'αυτόν αγομένης εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού' "Πρωτοβρόχια", "χινόπωρος" διότι αρχίζει το φθινόπωρον από αυτόν, "Τρυγητής" ή "Τρυγομηνάς" ή "Τρύγος" (Στερεά Ελλάς, Κέρκυρα) επειδή κατ' αυτόν κυρίως αρχίζει ο τρυγητός των σταφυλών και η μεταφορά του γλεύκους από "τις στέρνες" εις τα οινοπωλεία..." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")


Γιατί:
"Τον Τρυγητή τ'αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι!" και
"Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κουδούνια!"
ή, όπως λεν στην Κρήτη:
"Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κυδώνια!" και
"Τον Σεπτέμβρη που τρυγούνε δέκα στείρα καταλιούνε!"
αλλά και: "Το Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύρι σύρε!"
Λέγεται ακόμη και "Βεντεμάς" (βένδεμα= ο τρύγος και κάθε συγκομιδή) ή "Άι-Νικήτας" (από τη γιορτή του αγίου στις 15 του μηνός).


Αποτελεί τον έβδομο μήνα στο μηνολόγιο των Ρωμαίων, όπως δηλώνει και το όνομά του που προέρχεται από το λατινικό septem που σημαίνει επτά και που φυσικά έχει τη ρίζα του στο ελληνικό επτά-σεπτά. (Όπως μας εξηγεί και η Άννα Τζιροπούλου στο βιβλίο της "Έλλην Λόγος": σεπτάς=επτάς*, σεπτός=σεβαστός, καθώς το επτά εθεωρείτο ιερός, σεβαστός αριθμός, "σεπτός".) Βέβαια, από όταν μεταρρύθμισε το μηνολόγιο ο Ιούλιος Καίσαρ (46π.Χ.) και έπαυσε να αρχίζει το έτος από το Μάρτιο, ο Σεπτέμβρης μας κατέλαβε την ένατη θέση στη σειρά.
(* το "ε" με δασεία, η οποία και "αντικατέστησε" κατά τρόπον τινά το "σ")
"Εις το Αττικόν ημερολόγιον ήτο ο τρίτος κατά σειρά μην και ελέγετο "Βοηδρομιών" (15 Σεπτ.-15 Οκτωβρ.), διότι την 6ην ή 7ην ημέραν του εωρτάζετο μετά πανηγύρεων και αγώνων η δημοφιλής εορτή των "Βοηδρομίων" εις τιμήν του Βοηδρομίου Απόλλωνος. Ο Πλούταρχος ("Θησεύς", κεφ.27) αποδίδει την ίδρυσιν της εορτής αυτής εις τον Θησέα εις ανάμνησιν της νικηφόρου μάχης του κατά των Αμαζόνων. Κατά τη μυθολογίαν, ο Θησεύς και ο Ηρακλής εξεστράτευσαν κατά του μυθολογικού έθνους των Αμαζόνων, το οποίον ευρίσκετο εις τα παράλια της Καυκασίας και απετελείτο μόνο από γυναίκες, δια να αρπάσσουν την ζώνην της βασιλίσσης των Ιππολύτης, η οποία ήτο θυγάτηρ του Άρεως. Ένεκα τούτου αι Αμαζόνες, αι οποίαι ήσαν περίφημοι δια την ανδρείαν των, και εμάχοντο συνήθως έφιπποι, επήλθον μετά της βασιλίσσης των κατά των Αθηνών και κατά την γενομένην μάχην ηττήθησαν, η δε βασίλισσά των εφονεύθη, και ετάφη, παρά τα Μέγαρα." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Με το πάτημα κιόλας της πρωτοσταυριάς, ετσιδά όπως λέει ο λαός μας την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη, αρχίζουν κι οι ευχές των ζευγάδων για την καλοχρονιά της σποράς και των γεωργικών προϊόντων. Γιατί ο Σεπτέμβρης θεωρείται ο πρώτος μήνας του γεωργικού χρόνου κι η αρχιμηνιά του.[...] Οι ζευγάδες την ημέρα αυτή κάνουν αγιασμό, ψάχνουν τα κασόνια τους και ξεχωρίζουν το σπόρο, που θα σπείρουν αργότερα, αργότερα που θα πέσουν για καλά τα πρωτοβρόχια και θα πιάσουν οι κρυαδούλες, που θα διώξουν τ'απομεινάρια της ζέστας.
Σε πολλά δε μέρη του τόπου μας, και σήμερα ακόμη, εξακολουθούν να γιορτάζουν την πρώτη μέρα του χινοπωριάτικου μήνα σαν πρωτοχρονιά. Έτσι θα συναντήσεις πολλές δοξασίες σε διάφορα μέρη και την αρχιμηνιά του θ'ακούσεις να τη λένε "μέρα χρονογράφου" ή "μέρα του Χάρου". Και τούτο, γιατί λένε πως ο Χάρος την ημέρα αυτή αποφασίζει ποιανούς πρόκειται να πάρει "να κόψει" κατά το διάστημα του χρόνου.[...]
Ο Σεπτέμβρης από γιορτάδες είναι φτωχός, δε μοιάζει με τον Αύγουστο, πού'ναι γιορταδοφέρτης και πανηγυροφέρτης. Στις 2 είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος (βλέπε: προστάτης των βοσκών...), του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι.[...] Περνώντας η γιορτή του βοσκού αγίου, λίγες μέρες αργότερα, στις 8 είναι το Γενέθλιον της Θεοτόκου..[...] Λίγο αργότερα, στις 14 του μήνα, η Εκκλησία γιορτάζει την Ύψωση του Σταυρού.(βλέπε: Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός.. και  Έθιμα του Σταυρού )


Καλό φθινόπωρο!

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Παναγιά πολυσπορίτισσα

Της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας σήμερα.. Δυο χρόνια πριν τούτη η Παναγιά που γιορτάζεται στις 21 του Νοέμβρη μού'δωσε την αφορμή για την πρώτη εγγραφή μου σε αυτό το ιστολόγιο, μια εγγραφή δοκιμαστική και λιγόλογη. (Παναγιά η Πολυσπορίτισσα...) Η Παναγιά η Αποσπορίτισσα, όπως τη λεν εδώ, μιας και τη μέρα της γιορτής της λαμβάνει χώρα η τελευταία σπορά. Από δω και μπρος, δεν έχουμε παρά να αναμένουμε να θρέψει ο σπόρος κάτω από τη γη μητέρα, να ριζώσει κι ύστερα σιγά-σιγά να βλαστήσει και, με την επιστροφή της Περσεφόνης από τα κρυερά, τα χειμωνιάτικα, παλάτια του Άδη, να μας χαρίσει τους πολύτιμους καρπούς του...


Όλο τούτο το διάστημα, κύριο χαρακτηριστικό των γεωργικών εργασιών, αποτελούσε η σπορά, νωρίτερα για τα πεδινά και νότια, αργότερα για τα ορεινά και βόρια. Για αυτό κι έχουμε τον Αη-Γιώργη τον Σποριάρη (βλέπε: του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..) στις 3 του Νοέμβρη, για αυτό κι ο λαός μας ονομάτιζε τον Οκτώβριο "Σπαρτό"  για αυτό και ο αντίστοιχος μήνας (τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου) με την ονομασία Πυανεψίων (πύανα= κουκκιά, όσπρια + έψειν= βράζω) των αρχαίων ημών προγόνων, ο αφιερωμένος στον Απόλλωνα και την Άρτεμι, οπότε και μοιράζονταν πανσπερμίες από όσπρια και στάρι. (βλέπε: Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!) Για αυτό και της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας σήμερα, που φτιάχνουν το "πολύσπορο", την αρχαία πανσπερμία, και το μοιράζουν στην γειτονιά.

Έθιμα με πανάρχαιες ρίζες, έθιμα που ομολογούσαν τον ιδιαίτερο σεβασμό που έτρεφαν οι πρόγονοί μας για τη μάνα φύση και την ευγνωμοσύνη τους για την καρποφόρα και ζωοδότρα γη, έθιμα που διατηρήθηκαν χιλιετίες ολάκερες, που χρωματίζαν με τις πινελιές τους κάθε ημέρα του χρόνου και κάθε εποχή, που δίναν αφορμή για γιορτάσια, για συναναστροφή, για χαμόγελα και επικοινωνία, έθιμα που κρατούσαν τους ανθρώπους ενωμένους και που κρύβαν στο συμβολισμό τους αξίες διαχρονικές, έθιμα που σε μια γενιά, εμείς οι "σοφοί", οι μοντέρνοι και προοδευτικοί - που διατεινόμεθα ότι δεν έχουμε χρόνο να απολαύσουμε το άρωμα ενός λουλουδιού, αλλά έχουμε άπλετο χρόνο να αφιερώσουμε, παρακολουθώντας με διεσταλμένα τα μάτια, σε όποιο σκουπίδι μας σερβίρει η τηλεόραση - τα απορρίψαμε και τα ρίξαμε στον Καιάδα της λησμονιάς, τα αποκηρύξαμε μαζί με τη λαϊκη σοφία των προπατόρων μας, ως περιττά και άχρηστα σκουπίδια της τόσο ουσιώδους, θαυμαστής κι αξιοζήλευτης σύγχρονης καθημερινότητάς μας!...

Της Παναγιάς της Πολυσπορίτισσας, λοιπόν... Και καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Ονομάζουν όμως αυτήν και Πολυσπορίτισσα (Ευρυτανία, Δυτ.Μακεδονία, κ.α.), επειδή την ημέραν αυτήν, κατά το έθιμον, έβραζαν εντός χύτρας "πολυσπόρια", ήτοι διαφόρους δημητριακούς καρπούς και όσπρια, ως σιτάρι, αραβόσιτον (καλαμπόκι), λαθούρια, ρεβίθια, φασόλια, κουκκιά κ.τ.λ., τα οποία εμοίραζαν εις τον κόσμον "για τα χρόνια πολλά", δια να εξασφαλίσουν δηλαδή κατά το ερχόμενο έτος την αφθονίαν των καρπών. [...] μοιράζουν δηλαδή "απαρχές" και θυμίζουν τα αρχαία "Πυανέψια" του ίδιου περίπου μήνα. Και ο Δημ.Λουκόπουλος ("Γεωργικά της Ρούμελης", Αθήναι 1938, σ.171) αναφέρει: "Την 21ην Νοεμβρίου, οι γεωργοί γιορτάζουν την πολυσπορίτισσα ή Μεσοσπορίτισσα. Πολυσπορίτισσα λένε, γιατί σε πολλά χωριά παίρνουν πολυσπόρια (σιτάρι, καλαμπόκι, κουκκιά, κ.λ.π.) και πάνε στην πηγή, τα ρίχνουν μέσα και λένε: όπως τρέχει το νερό, να τρέχη το βιό. Παίρνουν νερό και γυρίζουν. Επίσης τη μέρα αυτή αντίς άλλο φαγητόι βράζουν τα πολυσπόρια, τρώνε και μοιράζουν και σε δικούς τους για χρόνια πολλά. Μεσοσπορίτισσα, όπως λένε, το είπαν με το να μεσιάζη τότε η πρώιμη σπορά τους. Κι αυτή τη μέρα βασιλεύει η πούλια, αν τύχη ξαστεριά. Κι όπως θα κάμη αυτήν τη μέρα, θα κάμη και τις σαράντα κατοπινές μέρες.""

Εδώ, στο ορεινό Πήλιο, δεν τα φτιάχνουν τα πολυσπόρια, μάλλον επειδή, λόγω μορφολογίας, δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερα τα δημητριακά και τα όσπρια, τα οποία και ευδοκιμούν στον κάμπο. Όμως, μια γυναίκα με ρίζες πολίτικες, μαθημένη από μικρό παιδί απ'τη γιαγιά της, μας μοίρασε σήμερα το πολυσπόρι. "Αυτό παιδί μου, να το κρατήσετε σε παρακαλώ.. κι εσύ κι η μάνα σου και τα παιδιά σου.. από τους παππούδες μας είναι.. να φτιάχνετε τα πολυσπόρια, να τα μοιράζετε στη γειτονιά, στον κόσμο...για το καλό"


Κι ιδού, η συγκεκριμένη συνταγή για τα "πολυσπόρια" που, φαντάζομαι, θα βρίσκεται σε πολλές παραλλαγές, ανάλογα με τον τόπο και τις ποικιλίες που καρποφορούν κι ίσως κι ανάλογα με την έμπνευση και τα γούστα...

Σιτάρι, καλαμπόκι, σταφίδες (μαύρες και ξανθές), καρύδια, μύγδαλα, σησάμι, λίγο λαδάκι, μια τζούρα ζάχαρη, μια πρέζα αλατοπίπερο.

Βράζουμε το στάρι πολύ καλά, να μαλακώσει. Βράζουμε χώρια και το καλαμπόκι. Το σησάμι, τα καρύδια και τα μύγδαλα (που πρώτα τα κοπανίζουμε), τα καβουρντίζουμε στο τηγάνι. Τέλος, σε μια μεγάλη χύτρα, αναμειγνύουμε όλα τα υλικά και "δένουμε" με λίγο αλευράκι και νερό για να χυλώσει. Έχουμε, όμως, φυλαγμένο λίγο από το καβουρντισμένο σησάμι το αμύγδαλο και το καρύδι για να πασπαλίσουμε και από πάνω, σε κάθε κυπελλάκι που σερβίρουμε.


Υ.Γ. Βλέπε περισσότερα και σε νεότερη ανάρτηση: Της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας!

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

ο Πεπάρηθος, ο Στάφυλος κι η Σκόπελος..


"..Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν' ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί..." (Παπαδιαμάντης, "Κοκκώνα θάλασσα" ή "Το γράμμα της πεθεράς")


Η αρχαία Πεπάρηθος, δηλαδή η σημερινή Σκόπελος, καταγράφεται στα "Γεωγραφικά" του Στράβωνα ως μία των Μαγνήτων νήσος και αναφέρεται σε διάφορες πηγές, όπως στον Ομηρικό Ύμνο προς τον Απόλλωνα, αλλά και στον "Περίπλου" του Σκύλακα..








Σύμφωνα με τις μυθολογικές παραδόσεις, η Πεπάρηθος πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο οικιστή της Πεπάρηθο, αδερφό του πρώτου οικιστή του νησιού Σταφύλου και υιό του Διονύσου και της Αριάδνης...





Ο Στάφυλος, λοιπόν, θεωρείται ο πρώτος βασιλιάς της Πεπαρήθου (εξ ου και η ομώνυμη περιοχή στη Σκόπελο), κατά την εποχή της κρητομινωικής ακμής. Φημισμένη η Πεπάρηθος για τον οίνο της, από τα αρχαία χρόνια, καθώς αναφέρει ο μεγάλος τραγικός Σοφοκλής:


"..Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ' όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας - εις την εποχήν των ιστίων - μόνον δια ν' αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες.." (Παπαδιαμάντης, "Κοκκώνα θάλασσα" ή "Το γράμμα της πεθεράς")


Ως προς την ετυμολογία της ονομασίας "Πεπάρηθος", το "Μεγάλο λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, Liddell-Scott", ανάγει τη ρίζα του στο "πεπαρείν". Συγκεκριμένα:




Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Οι Μούσες, η Μνημοσύνη κι η Μουσική..





(Λεξικό Σουϊδα, 10ος αιώνας μ.Χ.)

Μούσαι: Θεότητες προστάτιδες , της πνευματικής γενικώς δημιουργίας εις την αρχαίαν Ελλάδα, προπαντώς όμως εις τας εκδηλώσεις αυτής, της ωδής, της ποιήσεως, της μουσικής, κατά την εις τους αρχαιοτάτους ακόμη χρόνους διάπλασιν και διαμόρφωσιν των θεοτήτων. [...]

Κατά την επικρατήσασαν μυθική παράδοσιν της γεννήσεως των Μουσών εκ του Διός, ο μέγιστος των θεών διέμενεν εις Πιερίαν. Εκεί συνήντησε την ωραιοτάτην Μνημοσύνην, θυγατέρα του Ουρανού και της Γης και κατελήφθει υπό σφοδρού έρωτος δι'αυτήν. Μεταμορφωθείς εις ποιμένα, παρέπεισεν εις τον έρωτά του την Μνημοσύνην, μετά της οποίας εκοιμήθη εννέα νύκτας. Εκ της ενώσεως ταύτης του Διός και της Μνημοσύνης εγεννήθησαν αι εννέα Μούσαι, όμοιαι και με σύμφωνον γνώμην εις όλα. Ανετράφησαν υπό της νύμφης Ευφήμης, προς την οποία η μήτηρ των παρέδωσε τας εννέα αδελφάς, είχον δε διδάσκαλον και τον Απόλλωνα, ο οποίος εμύησεν αυτάς εις την μουσικήν και κατέστησε αυτάς τόσο εμπείρους, ώστε δεν ευρέθη ποτέ άλλος εμπειρότερος αυτών. Λαβούσαι τοιαύτην ανατροφήν, αμέριμνοι δε περί των βοιωτικών αναγκών, ανεζήτουν τον αρμόζοντα προς τας συνήθειάς των τόπον διαμονής και κατέληξαν τοιουτοτρόπως εις τον Ελικώνα της Βοιωτίας. Εκεί διέμενον μετά του Απόλλωνος και ησχολούντο με συνθέσεις ύμνων, γύρω από τον χορόν αλλά και με την λατρείαν του Διός. Εχόρευον συνεχώς γύρω από τον βωμόν αυτού και έψαλλον με αρμονίαν μελωδικήν τα κατορθώματα του πατρός των. [...] Διέκοπτον όμως την εις τον Ελικώνα διαμονήν των και μετέβαινον εις τον Παρνασσόν, εξ ίσου ευχάριστον τόπον διαμονής. [...] ("Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ηλίου", Ιωάννη Πασσά)



Θυγατέρες, λοιπόν, του Διός και της Μνημοσύνης (μνήμη, ενθύμησις), είναι οι εννέα Μούσες:

Καλλιόπη (εκ του: καλή + οψ=φωνή, έπος=λόγος), η προστάτιδα της Επικής ποιήσεως

Κλειώ (εκ του: κλέος=δόξα), η προστάτιδα της Ιστορίας

Ευτέρπη (εκ του: ευ + τέρπω, καλώς τέρπω, ευχαριστώ), η Μούσα της Λυρικής ποιήσεως

Θάλεια (εκ του: θάλλω= ανθίζω, βλασταίνω, ακμάζω) ,η προστάτιδα της βουκολικής ποιήσεως και κατόπιν της Κωμωδίας

Μελπομένη (εκ του: μέλπω=μελωδώ + μένος), η Μούσα της Τραγωδίας

Τερψιχόρη (εκ του: τέρπω + χορός, η τέρπουσα δια του χορού), η προστάτιδα της ορχήσεως

Ερατώ (εκ του: έρως), η Μούσα της Ερωτικής ποιήσεως

Πολύμνια (εκ του: πολύς + ύμνος), η Μούσα της Θρησκευτικής ποιήσεως

Ουρανία (εκ του: ουρανός), η προστάτιδα της Αστρονομίας





Τις συναντάμε στους "Ορφικούς Ύμνους" (η Καλλιόπη μάλιστα αναφέρεται ως μητέρα του Ορφέα), όπου βρίσκεται και ένας ξεχωριστός ύμνος προς τη μητέρα τους Μνημοσύνη:

"Την Μνημοσύνην προσκαλώ, τη σύζυγον του Διός, την βασίλισσαν,
η οποία εγέννησε τας ιεράς Μούσας, τας οσίας, τα λιγυρόφωνους,
που έχει πάντοτε τη μνήμην της έξω από την κακίαν,
η οποία (κακία) βλάπτει τας φρένας '
και συγκρατεί κάθε νουν των βροτών σύνοικον με τας ψυχάς
και αυξάνει τον δυνατόν και ισχυρόν λογισμόν των ανθρώπων'
είναι γλυκύτατη, αγαπά την αγρυπνίαν, υπενθυμίζει τα πάντα,
περί των οποίων ο καθένας σχηματίζει πάντοτε γνώμιν (αποκτά μνήμην)'
ούτε παρεκτρέπεται και διαγείρει εις όλους την σκέψιν [...]"
(απόσπ.από 77 LXXVII.Μνημοσύνης)

"Σεις αι θυγατέρες της Μνημοσύνης και του βροντερού Διός,
ω ένδοξες Πιερίδες Μούσαι με την λαμπράν φήμην,
σεις εις όσους ανθρώπους παρευρεθήτε είσθε περιπόθητες,
πολύμορφες, επειδή γεννάτε την άμεμπτον αρετήν πάσης παιδείας'
εσείς τρέφετε την ψυχήν και δίνετε την ορθήν κατεύθυνσιν εις την διανόησιν,
και είσθε αι οδηγοί βασίλισσαι του δυνατού νου..[...]
(απόσπ. από 76 LXXVI.Μουσών)

(από "Ορφικά", Ι.Πασσά)


Τις συναντάμε αρκετές φορές, φυσικά, και στον Όμηρο, όπου ο ακριβής αριθμός τους αναφέρεται μονάχα στο στίχο της Οδύσσειας ω60 ("Οι μούσες εννέα όλες η μία μετά την άλλη με φωνή καλή θρηνούσαν"), ενώ το ίδιο το έπος ξεκινάει με επίκληση προς τη Μούσα:

"Τον άνδρα ειπέ μου, Μούσα, τον πολύστροφο, που πάρα πολύ επλήγη,
αφού της Τροίας την ιερήν πόλιν εξεπόρθησε'
και πολλών ανθρώπων είδεν άστεα και νουν εγνώρισε,
και πολλά αυτός στον πόντον έπαθε άλγη στο θυμικό του,
για να σώσει την ψυχή του και το νόστο των εταίρων"

(αποσπάσματα από απόδοση Κώστα Δούκα)

Και ο Ησίοδος, βέβαια, και στη "Θεογονία" ("Από τις Ελικωνιάδες Μούσες το τραγούδι ας αρχίσουμε...") και στο "Έργα και ημέρες" ("Μούσες από την Πιερία, που με τα άσματά σας δοξάζετε, εμπρός, για το Δία μιλήστε, υμνείστε τον πατέρα σας...") ξεκινάει με επίκληση προς τις Μούσες. Στη "Θεογονία" περιγράφει τη γένεσή τους και αναφέρει τα εννέα ονόματα που τους έχουν δοθεί, ενώ τονίζει χαρακτηριστικά "Μακάριος αυτός που τον αγαπούν οι Μούσες..." (αποσπάσματα από απόδοση Σταύρου Γκιργκένη)



Μούσες, λοιπόν, εξ ου και:

Μουσείον = ναός των Μουσών ή έδρα ή ενδιαίτημα αυτών 2) καθόλου, σχολείον τέχνης, ποιήσεως, κ.τ.λ. ' ούτως αι Αθήναι καλούνται: "το της Ελλάδος μουσείον" - μεταφορ. "μουσεία θρηνήμασι ξυνωδά", χοροί ομού θρηνωδούντες ' "αηδόνων μουσεία", χορός αηδόνων ' "μουσεία λόγων", σχολεία ένθα διδάσκονται νέαι λέξεις 3) Μουσεία (δηλ. ιερά), εορτή των Μουσών, 4)"Μουσείον" δηλ. φιλοσοφική σχολή και βιβλιοθήκη, ως το του Πλάτωνος εν Αθήναις..[...]

Μουσική = η πάσα τέχνη ης προστάτιδες ήσαν αι Μούσαι, ιδία η μουσική, ή μάλλον η λυρική ποίησις ως μέλος αδόμενη ... ΙΙ. καθόλου, τέχνη, γράμματα, παιδεία..[...] (Liddell-Scott, "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης")

και τόσα άλλα παράγωγα της αστείρευτης γλώσσας μας...

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

Μια χιονισμένη καλημέρα...του Αγίου Ελευθερίου σήμερα

Μια χιονισμένη καλημέρα σήμερα... Λευκό το τοπίο εδώ, έπειτα από το πρώτο χιονάκι του χειμώνα που καλοδεχτήκαμε χθες...


Του Αγίου Ελευθερίου σήμερα, προστάτη κάθε έννοιας ελευθερίας, αλλά ιδαιτέρως των εγκύων γυναικών καθώς πιστεύεται ότι δίνει "καλή λευτεριά"!
"Αϊ-Λευτέρη, λευτέρωσέ με" απευθύνονται στον `Αγιο προστάτη και ποτέ τη μέρα της γιορτής του δεν πιάνουν βελόνα στα χέρια τους. Σε πολλά μέρη, όπως στη Λέσβο, δεν είναι μόνο οι έγκυες που τάζουν άρτους στον `Αγιο, αλλά και οι μαμές, για να τους "βγαίνουν καλά οι γέννες". Ακόμη, σε περίπτωση δύσκολου τοκετού, οι μέλλουσες μητέρες τάζουν το παιδί τους στον `Αγιο και του δίνουν το όνομά του.

Κι ας θυμηθούμε λίγο την Ειλείθυια, τη θεά του τοκετού που επικαλούνταν για βοήθεια οι επίτοκες στην αρχαία Ελλάδα και το σχετικό μύθο για τη γέννηση του Απόλλωνα...

Όταν η Λητώ, διωγμένη από παντού, και κυνηγημένη από τη ζήλια και το μένος της Ήρας καταφεύγει στη Δήλο για να γεννήσει το γιο του Δία, εννιά ολόκληρα μερόνυχτα τη βασανίζουν πόνοι αβάσταχτοι και δε μπορεί να ελευθερωθεί. Στο νησί συγκεντρώνονται μεγάλες θεές να της παρασταθούν, αλλά δε μπορούν να προσφέρουν βοήθεια, μιας και αρμόδια για τους τοκετούς είναι η θεά Ειλείθυια. Έτσι αποφασίζουν να στείλουν την Ίριδα στον Όλυμπο να τη βρει και να της μηνύσει νά'ρθει, προσέχοντας φυσικά να μην την πάρει χαμπάρι η ζηλόφθονη Ήρα. Της τάζουν, μάλιστα, κι ένα γιορντάνι εννιά πήχες μακρύ, αρκεί μονάχα να βιαστεί κι εκείνη δέχεται. Με το που πάτησε το πόδι της στο νησί, η ώρα της γέννας έφτασε και το παιδί βγήκε στο φως ανάμεσα στις δοξαστικές κραυγές των γυναικών που αμέσως το πήραν να το λούσουν, να το τυλίξουν σε λευκό σεντόνι και να το φασκιώσουν με χρυσή φασκιά. Η Θέμιδα το ταϊζει με νέκταρ κι αμβροσία και αμέσως το θαύμα γίνεται, τα σπάργανα λύνονται κι ο θεός μεγαλώνει απότομα και παίρνει τη μορφή κανονικού άντρα. Τους αναγγελεί, μάλιστα, πως σκοπό του θά'χει να παίζει την κιθάρα, να δοξεύει και να μηνάει στους ανθρώπους τις αλάθητες βουλές του πατέρα του...

Χρόνια πολλά σε όσους κι όσες γιορτάζουν σήμερα!

Υ.Γ. βλ. και νεότερη ανάρτηση για έθιμα Αγίου Ελευθερίου: Άγιε Ελευθέριε, ελευθέρωσέ μας!

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

Δάφνη


Κάποτε ήτανε μια Νύμφη, κόρη του Πηνειού ποταμού, ξακουσμένη παντού για την ομορφιά της. Η Νύμφη τούτη ολημερίς κυνηγούσε στα δάση, σαν τη θεά `Αρτεμη, και κουβέντα δεν ήθελε να ακούσει για τα τόσα παλικάρια που την πολιορκούσαν. `Αδικα πάσχιζε ο πατέρας της, ο ποταμός, να την πείσει να παντρευτεί, να του χαρίσει εγγόνια. Εκείνη προτιμούσε να τρέχει ελεύθερη κι αγνή στα βουνά και να ασχολείται μονάχα με το κυνήγι. Η Νύμφη αυτή ονομαζόταν Δάφνη.

Κάποια μέρα, όμως, έτυχε να την ανταμώσει ο Απόλλωνας, ο οποίος ξετρελάθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να την κάνει δική του. Εκείνη, για να γλιτώσει από τον πόθο του θεού και να παραμείνει παρθένα, έτρεξε να του ξεφύγει. Κι ο Απόλλωνας, γιος του πανίσχυρου Δία, έτρεξε στο κατόπι της προσπαθώντας να τη μεταπείσει. Αμετάπειστη η Δάφνη, πιο γρήγορος στα πόδια, όμως, ο θεός, καταφέρνει να τη φτάσει. Και τη στιγμή που εκείνος απλώνει τα χέρια του να τη γραπώσει, απελπισμένη η Δάφνη επικαλείται τη βοήθεια του πατέρα της του Πηνειού ώστε να τη γλιτώσει. Ο ποταμός τότε, για να κάνει τη χάρη στην κόρη του, τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός, τα χέρια της έγιναν κλαριά και τα μαλλιά της φύλλα. Κι έτσι ο θεός αγκάλιασε ένα δέντρο. Ήταν, όμως, τέτοιο το πάθος του για κείνην που της βροντοφώναξε «Αφού δε θέλησες να γίνεις γυναίκα μου, από δω και πέρα θα είσαι το δέντρο μου το αγαπημένο. Θα στεφανώνω με τους κλώνους σου τα μαλλιά μου, τη λύρα και τη φαρέτρα μου!» Κι έτσι η δάφνη έγινε του Απόλλωνα το ιερό φυτό...

Οπότε η δάφνη έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη λατρεία του θεού Απόλλωνα. Φύλλα δάφνης μασούσε η Πυθία πριν ανέβει στο δαφνοστεφανωμένο τρίποδα για να δώσει χρησμό, με δάφνη στεφάνωναν τους νικητές των Πυθικών αγώνων, με δάφνη εξάγνισε ο Απόλλωνας τον Ορέστη από το φόνο της μητέρας του κ.λ.π, κ.λ.π.... Μάλιστα, λένε, πως είχε τόσο στενά συνδεθεί με την προστασία από το κακό, αλλά και με τη δόξα, που αν ξεραινόταν κάποιος θάμνος δάφνης, το είχαν για άσκημο οιωνό.

Οι ιδιότητες της δάφνης, θεωρούνταν και θεωρούνται ακόμη φαρμακευτικές. Παλιά χρησιμοποιούσαν το δαφνόλαδο για επαλείψεις στο δέρμα των ζώων, ώστε να καταπολεμήσουν τις ψείρες καθώς και άλλα παράσιτα. Κάποιοι χωρικοί πλένουν ακόμη τα ζώα τους με νερό από βρασμένα δαφνόφυλλα για να μην τα πλησιάζουν οι αλογόμυγες. Το 19ο αιώνα γιατροί τη χρησιμοποιούσαν με μορφή επιθεμάτων σε φαρυγγίτιδα και ιγμορίτιδα, κι ακόμα και σήμερα, το αφέψημά της, χρησιμοποιείται από πολλούς για γαργάρες και πλύσεις στόματος σε πονόλαιμους και διάφορες στοματικές μολύνσεις. Ακόμη κάνουν ζεστές κομπρέσες με δαφνόζουμο σε αποστήματα ή νευραλγίες. Η συμβολή της είναι πολύ σημαντική στην καταπολέμηση της γαστρίτιδας και άλλων στομαχικών διαταραχών, όπως η αεροφαγία. (Δεν είναι τόσο τυχαίο που την προσθέτουν σαν αρωματικό στις φακές ή στη φασολάδα.) Η σκόνη ξερών δαφνόφυλλων σταματά τη ρινορραγία. Το λούσιμο με νερό στο οποίο έχουν βράσει φύλλα και καρποί της δάφνης δυναμώνει, σκουραίνει και γυαλίζει τα μαλλιά. Και τόσα άλλα ακόμη...