Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Υδροπέπων ο ... Χειμωνικός!

Γούρνα μου πελεκητή, μαρμαρένια και χυτή
πού'χεις μαύρα ψάρια μέσα και γλυκό κρασί!


Ότι μαζί με τον Οκτώβρη και τις βροχές θα έμπαινε κι ένα καρπούζι στο σπίτι μου, δεν το περίμενα! Όχι μόνο γιατί μοιάζει παράταιρο για την εποχή, αλλά κι επειδή ζήτημα είναι αν έχω ψωνίσει καρπούζι μία φορά στη ζωή μου. Δεν τρελαίνομαι κιόλας... Όσο για τον κήπο, σε σχολική ηλικία, θυμάμαι, είχα φυτέψει καρπουζιές, μία εκ των οποίων με τα χίλια ζόρια εδέησε να μας φιλέψει ένα λιλιπούτειο καρπό τον οποία μάλιστα είχα ονομάσει -και μη με ρωτήσετε γιατί, ιδέα δεν έχω- Βύρωνα! Δεν τα πολυσηκώνει εδώ ο τόπος, δεν είναι το μέρος για καρπουζιές. Άσε που θέλουν χώρο ν'απλωθούν, οπότε και τις απέφευγα για πειραματισμούς.
Φέτος, λοιπόν, κάποια στιγμή, καθώς πότιζα το μπαξέ μου, παρατήρησα μια μικρή καρπουζιά από μόνη της φυτρωμένη. Κύττα να δεις που βρέθηκε σποράκος από μακριά -σίγουρα όχι από το σπιτικό μου- να φυτρώσει σε μια γωνιά ανάμεσα στις πιπεριές. Τη λυπήθηκα και την άφησα εκεί, να δω τί θα καταφέρει, μην πολυελπίζοντας σε καρπό μιας και ως σπόρος πιθανότατα υβριδίου, θα ήταν στείρα. Έστω, νά'βγαζε καμιά καρικατούρα καρπουζιού!
Απουσιάζοντας κανα μήνα από τα λημέρια μου, επίστρεψα κι αντίκρυσα έναν κήπο να ψυχομαχάει, πλην πιπεριάς και μελιτζάνας. Βροχές κι αέρηδες είχαν γκρεμίσει τις φασολιές -που, ευτυχώς επέμεναν να εξακολουθούν να καρπούν- οι κολοκυθιές τρομοκρατημένες από το ξαφνικό κρύο είχαν ζαρώσει, οι μπαμιές αγκομαχούσαν από τους ξεχασμένους υπερμεγέθεις καρπούς τους κι οι ντοματιές είχαν κυριολεκτικά πυρποληθεί από τον τετράνυχο! Μέσα σ'αυτή τη διάλυση, το πιο εντυπωσιακό που συνάντησα ήταν ένα πελώριο -ε, ψιτ, για τα δικά μας δεδομένα εδώ αναφέρομαι... και χωρίς λιπάσματα κι ορμόνες- καρπούζι που είχε στρογγυλοκαθήσει κυριολεκτικά -πώς διάλεξε τη θέση το άτιμο- μέσα σ'ένα πιθάρι με λεβάντες! Κύττα να δεις! Εκεί που δεν το περιμένεις κι εκεί που οι συνθήκες συνομωτούσαν εναντίον του! Κύττα να δεις όταν κάτι θέλει να γίνει! Δεν πα να παλεύεις με τ'άλλα! Δεν πα να σκαλίζεις, να βάζεις κοπριές, να ψεκάζεις με όποια βιολογική μπαρούφα και μη μπαρούφα και να τά'χεις στα ώπα-ώπα. Το καρπούζι κι η ντοματιά που φύτρωσε μονάχη μες στα σκαλάκια της αυλής επιβιώσανε! Οι άλλες ντοματιές, όσο ταχτάρισμα κι αν φάγανε, μας αποχαιρετήσανε! Είναι, λοιπόν, κάτι σπόροι ανθεκτικοί, σαν κάτι σκληραγωγημένα πιτσιρίκια! Πού'χουν περάσει τ'άπειρα στη σύντομη ζωή τους, που γυρνάν ξιπόλυτα και δεν έχουν νιώσει τί πάει να πει συνάχι! Είναι και σαν την αγάπη ίσως... που αλλού την προσφέρεις απλόχερα, χωρίς ανταπόκριση... κι από κει που δεν το περιμένεις μπορεί να σού'ρθει ξαφνικά...
Ε, να μην το τιμήσω κι εγώ το καρπουζάκι μου; Να μην κάνω μια εγγραφούλα για πάρτη του; Να μην ψαχουλέψω λιγάκι τη βιβλιοθήκη;


"Σίκυς ο Υδροπέπων" αναφέρεται στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του Γενναδίου."Η κοινή καρπουζιά (αγγλ. Water Melon) και εν Κύπρω "Πατισχιά" (*).[...] Ο Δε-Κάνδολος λέγει ότι ο Υδροπέπων εκαλλιεργείτο υπό των αρχαίων Αιγυπτίων' ο καρπός του απαντάται εικονιζόμενος εις τας σωζομένας τοιχογραφίας των. [...] Το όνομα "Χειμωνικόν" (**) είναι καθαρώς ελληνικόν και αναφέρεται ιδίως εις διαφοράς οψικάρπους, ων ο καρπός είναι παχύφλοιος και διατηρείται καθ'όλον σχεδόν τον χειμώνα. Η καταγωγή του ονόματος "Καρπουζιά" είναι αμφίβολος 'απαντά και παρά τοις Τούρκοις (Καρπούζ) και τοις Ρώσσοις (arbus)."
[(*) πρβλ και γαλλ. pasteque, ιταλ. pasteca, από αραβικό battich
(**) Λεγόταν ευρέως και "Χειμωνικό" το καρπούζι, πρβλ και Παντελή Πρεβελάκη: "Τα χειμωνικά τα κρέμασε στο σταυροδόκαρο, σταυρωμένα με τη βουρλοτριχιά..."]

Κατά το Γεννάδιο τα "μηλοπέπονα" που αναφέρει ο Γαληνός ("...Κι ενώ υπολείπονται πολύ από τα φρούτα που είναι καλά για το στομάχι, δεν κάνουν κακό στο στομάχι εξίσου με τα πεπόνια...", "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων Β 5") είναι τα καρπούζια , αν και οι γνώμες διϊστανται σχετικά μ'αυτό καθώς επικρατεί μια μικρή σύγχυση ως προς τις ακριβείς ονομασίες της οικογένειας των κολοκυνθοειδών από τους αρχαίους. Ο ίδιος πιθανολογεί πως και η ονομασία "σίκυς ήμερος" που καταγράφει ο Διοσκουρίδης αφορά το καρπούζι. Κι εδώ οι γνώμες αποκλείνουν, αν πρόκειται για το καρπούζι ή για άλλο είδος αγγουριού ή πεπονιού.

Να και τι γράφει επακριβώς ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής Β 135") για το φυτό αυτό: "...διευκολύνει τις κενώσεις τις κοιλιάς, κάνει καλό στο στομάχι, παγώνει, δεν αλλοιώνεται, είναι κατάλληλο για την ουροδόχο κύστη και, όταν εισπνέεται, επαναφέρει όσους έχουν λιποθυμήσει. Και ο σπόρος του είναι μέτρια διουρητικός, κατάλληλος μαζί με γάλα ή γλυκό κρασί στα έλκη της ουροδόχου. Και τα φύλλα του, αν γίνουν κατάπλασμα μαζί με κρασί, θεραπεύουν τα δαγκώματα από σκύλο, ενώ μαζί με μέλι, θεραπεύουν και τις γεμάτες αίμα φλύκταινες των ποδιών." (απόδοση: φιλολογικής ομάδα Κάκτου)

Ακόμη, ο Γεννάδιος υποστηρίζει πως "Η γνώμη καθ' ην ο Υδροπέπων ήτον άγνωστος εις τους αρχαίους Έλληνας μέχρι του πρώτου μ.Χ. αιώνος δε συμβιβάζεται με το γεγονός ότι το φρούτο τούτο ήτο γνωστό εις τους αρχαίους Αιγυπτίους μεθ' ων οι Έλληνες έκπαλαι ευρίσκοντο εις διαρκή συγκοινωνίαν."

Όσο για την ονομασία "Υδροπέπων" θεωρείται μεταγενέστερη, προερχόμενη βέβαια από την σύνθεση των αρχαιοτάτων "ύδωρ" και "πέπων", όπου "πέπων" το κοινό πεπόνι και όχι μόνο, καθώς:
πέπων (ορισμοί από το λήμμα του "Μεγάλου Ελληνικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης" του Δ.Δημητράκου):
"κυρ. επί καρπών, ο πεπανθείς, καταστάς μαλακός υπό του ηλίου, ώριμος, γινωμένος("εκ του πέσσω=μαλακώνω, πεπαίνω=ωριμάζω", Α.Τζιροπούλου "Ο εν τη λέξει λόγος") // όθεν εύγευστος, ο ηδύς και επί οίνου γλυκύς // επί αποστημάτων ώριμος, μαλακωμένος, ωριμασμένος προς εμπύησιν "
Και κατά συνέπεια: "ήπιος, μετριασμένος, ξαλαφρωμένος /// (μτφ. επί ανθρώπων) μαλθακός, πλαδαρός, τεμπελχανάς, χαλβάς" αλλά και: "όθεν επί προσ. μεταφορικά... ως προσφώνησις προσώπου τινός μετά στοργής"
Η προσφώνηση "ω πέπων" ή "ω πέπονες" συναντάται αρκετά στον Όμηρο και αποδίδεται άλλοτε ως "ω μαλθακοί", "ω δειλοί", άλλοτε ως "μετά στοργής προσφώνηση". Έτσι:


Ως πέμπτο ορισμό, το λεξικό του Δημητράκου, δίνει αυτόν του συγκεκριμένου φρούτου, του πεπονιού:
"πέπων σίκυος ή σικυός, ο καρπός του φυτού πέπονος του κοινού, το πεπόνι ομόνον ώριμον τρώγεται εν αντιθ. προς το σίκυον (απλώς) το αγγούρι, ο τρώγεται μόνον άωρον." (εξ ου και αγγούρι εκ του αγγούριον= υποκοριστικό του άγουρος εκ του αρχ. άωρος < α+ώρα, δηλ. προ της ώρας του... βλ. και: Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια...)
Η ελληνική γλώσσα έχει τη σοφία της. Δεν ξέρω σήμερα, που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τη φύση και με την ανάπτυξη των φυτών, αν συνειδητοποιούν οτι όντως το αγγούρι και το κολοκύθι είναι καρποί που τους καταναλώνουμε εν όσω είναι άγουροι (όπως και τη μελιτζάνα ή την πιπεριά και τόσα άλλα) εν αντιθέσει με το πεπόνι (αλλά και το υδροπέπονο!) που τα καταναλώνουμε στη φάση της απόλυτης ωριμότητάς τους, όπως καταγράφει και η ετυμολογία του! Τούτο είναι περισσότερο εμφανές από τους σπόρους τους... ένα αγγούρι καλά σποριασμένο δεν τρώγεται (εδώ, το δίνουμε στις κότες, αν μας ξεφύγει και δεν το κόψουμε νωρίς -καθώς, κατά Τζιροπούλου, "σικυός"=αγγούρι, εκ τουσεύω και κίω, "ορμητικό γαρ υπάρχει", αυξάνεται ταχέως), ενώ το πεπόνι περιμένουμε να ωριμάσει και να σποριάσει για τα καλά μέχρι να το γευτούμε. Έτσι, αν θέλουμε να κρατήσουμε σπόρους (μη υβριδίων φυσικά) για να φυτέψουμε την επόμενη χρονιά, απ'το πεπόνι ή το καρπούζι (υδροπέπονο γαρ) μπορούμε να μαζεψουμε όταν το κόψουμε για να το φάμε, ενώ το αγγούρι πρέπει να το αφήσουμε να ωριμάσει πάνω στο φυτό αρκετά μετά τη φάση συγκομιδής του.

Ο Κώστας Μπαζαίος κατατάσσει το καρπούζι στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" με επικεφαλίδα "Για ψαμμίαση, αρθριτικά και ρευματισμούς". Αναφέρει πως ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως διουρητικό και για τη δυσκοιλιότητα και προτείνει όταν αγοράζουμε ένα καρπούζι να προτιμούμε "τα στρογγυλά, γιατί τα μακρουλά γίνονται με διασταύρωση σε ρίζες κολοκυθιάς γι'αυτό είναι πιο άνοστα". Έτσι μου λύθηκε κι η απορία γιατί το δικό μου καρπούζι μου φάνηκε σχεδόν σφαιρικό σε σχέση με τα περισσότερα του εμπορίου!
Το καρπούζι, παρ'όλο που το μεγαλύτερο ποσοστό του αποτελείται από νερό (μας ενυδατώνει) περιέχει αντιοξειδωτικά καθώς είναι πλούσιο σε βιταμίνη C (ο αρχηγός!) και βιταμίνη Α (β-καροτίνη, βασική για την υγεία των ματιών και όχι μόνο...), αλλά και λυκοπένιο (εξουδετέρωση καταστρεπτικών ελεύθερων ριζών, αντικαρκινική δράση). Αποτελεί καλή πηγή βιταμίνης Β1 (βασική για το μεταβολισμό των υδατανθράκων, απαραίτητη για το κεντρικό νευρικό σύστημα) και Β6 (σημαντική για μεταβολισμό πρωτεϊνών και λιπών και για ορμονική ισορροπία). Επίσης, περιέχει σημαντική ποσότητα Καλίου αλλά (λιγότερο) και Φωσφόρου, Ασβεστίου και Μαγνησίου καθώς και το αμινοξύ Αργινίνη (καρδιοπροστατευτική δράση). Και φυσικά είναι μια αρκετά καλή πηγή φυτικών ινών και βοηθά στην καλή λειτουργία του εντέρου.
Σύμφωνα με το Μπαζαίο, το καρπούζι, όπως και το πεπόνι, ως διουρητικό, "είναι πολύ ωφέλιμο για αυτούς που υποφέρουν από ψαμμίαση, πέτρες στα νεφρά, αρθριτικά, ρευματισμούς και προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος", ενώ "στην Αίγυπτο πίνουν για τον πυρετό χυμό καρπουζιού με λίγο ροδόνερο". Όσο για τους σπόρους του, "είναι χρήσιμοι σε προστατίτιδα και στραγγουρία (δύσκολη ούρηση) ή άλλες φλεγμονές του ουροποιητικού" και "στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης"τους χρησιμοποιούν "στην υδρωπικία και στην ηπατική συμφόρηση". Επιπλέον είναι και ελμινθοκτόνοι (δηλαδή καταπολεμούν τα σκουλήκια του εντέρου) και, πάνω σ'αυτό, ο Μπαζαίος προσθέτει και μια προσωπική του εμπειρία: "Θυμάμαι, όταν ήμαστε μικροί, μας έδιναν καρπουζόσπορους και κολοκυθόσπορους με μέλι, για να φύγουν τα σκουλήκια και τα παράσιτα του εντέρου, που είχαν όλα τα παιδιά".
Για τη σωστή χρήση σημειώνει πως "για να είναι πιο αποτελεσματικοί οι σπόροι πρέπει να είναι ώριμοι και καλύτερα όχι πιο παλιοί από ενός μήνα". Επίσης, "ένα έγχυμα με 30 γρ. καρπουζόσπορους σε ένα ποτήρι βραστό νερό είναι δραστικό σε ουρικές ενοχλήσεις", ενώ "η Λαϊκή Κρητική Θεραπευτική χρησιμοποιεί τη φλούδα των καρπουζιών σε σκόνη (την ξεραίνουν στο φούρνο) σαν διουρητικό και ειδικότερα για την καλοήθη υπερτροφία του προστάτη". Τέλος, "Φέτες καρπουζιού παίρνουν τη φλόγωση από τα ερεθισμένα και κόκκινα μάτια."
Όσο για παροιμίες κι εκφράσεις... :
Γυναίκα και χειμωνικό η τύχη τα διαλέγει!
Το καρπούζι κι ο άνθρωπος δε φαίνονται απ'έξω (τί λογής είναι από μέσα)!
Δυο καρπούζια δε χωράνε σε μια μασχάλη!
Στο καρπούζι χερούλι δεν μπαίνει!
Όποιος έχει το μαχαίρι, έχει και το καρπούζι! 
Μάπα το καρπούζι!
Καρπούζι με τη βούλα!
Έσκασε σαν καρπούζι!

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Μούρα και "Μαντζούνια" πηλιορείτικα!


Ομολογώ πως τόσα χρόνια τά'χα αγνοήσει! Δεν "έπεσαν" και στο μάτι μου, στο δρόμο μου -όπως θες πες το. Κι έτσι όταν πριν κανα-δυο χρόνια άκουσα για το"μαντζούνι" τους απόρησα. "Ποιό ματζούνι;" ρώτησα με τη φαντασία μου να ταξιδεύει σε γριές μάγισσες ν'ανακατεύουν βοτάνια κι ουρές σαύρας σε μαύρα πελώρια καζάνια. "Από τα μούρα ντε!" Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να συλλάβω πως η έννοια που έδινα εγώ στο "ματζούνι" (κάποιος κομπογιαννίτικος ή μη ημιφαρμακευτικός πολτός) δεν ταυτιζόταν με την έννοια που έδιναν εδώ, η οποία είναι απόλυτα συγκεκριμένη: "φάρμακο από μούρα για στόμα και αμυγδαλές". Ε, ήταν να μην το μάθω κι αυτό! Κι αν πέρσι δε μού'κατσαν τα μούρα, ούτε τα "μαντζούνια" -καθώς με καταδίωκαν άλλες μάγισσες, μ'άλλες "συνταγές"- φέτος τα κατάφερα! Η αλήθεια είναι ότι δε βρήκα κανέναν να μου να μου το δείξει στην ολοκληρωμένη του μορφή -όσοι το γνώριζαν, κάποτε το είχαν φτιάξει καιρό τώρα ή το θυμόντουσαν από καμιά παλιά- αλλά νομίζω πως το πέτυχα. Εξάλλου, δεν είναι και πολύπλοκη η διαδικασία. Τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία την τρως για να συλλέξεις τον καρπό, ειδικά όταν δεν έχεις τη δυνατότητα ν'απλώσει κανένα καθαρό νάυλον κάτω από τη μουριά, να τινάξεις τα κλαριά και να τον μαζέψεις, αλλά χώνεσαι μέσα σε βάτα προσπαθώντας να απελπισμένα να φτάσεις ό,τι μπορείς χωρίς να το κάνεις πουρέ στο χέρι σου και χωρίς να μεταμορφωθείς σε κατα συρροήν δολοφόνο! Κάτι που, ω ναι, τελικά δεν το αποφεύγεις, καθώς ο χυμός των μαύρων μούρων -τα οποία είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν- βάφει, κι όχι απλώς βάφει, σε πασαλείβει μ'ένα ζουμί κατακόκκινο σαν αίμα σαν μόλις ν'αναστήθηκες από τροχαίο! (Ευτυχώς στο πλύσιμο ξεβάφει!)


Κατ'αρχάς πρέπει να βρεις μια προσιτή μαύρη μουριά. Ύστερα να επιδοθείς στο άθλημα -ανάλογα των συνθηκών- αποφασισμένος ότι για ένα μικροσκοπικό βαζάκι "μαντζούνι" χρειάζονται πάρα πολλά μούρα! Αν έχεις ξυλόσομπα με μάτι εκτός σπιτιού (εξωτερικό κουζινάκι) ή κάτι αντίστοιχο είσαι τυχερός. (Αν έχεις μες στο σπίτι δεν το συζητώ, καθ'ότι οι θερμοκρασίες λόγω εποχής απαγορευτικές...) Αλλιώς, πρέπει να πάρεις απόφαση ότι το μάτι της κουζίνας παρέα με τη ΔΕΗ θα κάψει για αρκετές ωρίτσες! Επίσης, καλό είναι τα μούρα να τα μαζέψεις σ'ένα κουβά κι όχι σε τίποτα πλαστικές σακούλες που θα σε πασαλείψουν χειρότερα.


Από κει και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Έξω από το σπίτι πάντα (!), τα βάζεις σ'ένα τρυπητό με μια λεκάνη από κάτω και τα ζουπάς μέχρι να βγάλουν όλο το χυμό τους. Ε, θέλει λιγάκι υπομονή! Εναλλακτική παίζει μ'αυτά τα μηχανηματάκια για πελτέ που περνάς τη ντομάτα και συγκρατεί τους σπόρους. Τότε, όμως, το μαντζούνι θα βγει σε μια άλλη μορφή, καθώς θα συγκρατεί και μπόλικη ψίχα. Οι απόψεις σχετικά διϊστανται, καθώς άλλοι μού'παν πως παίρνεις μόνο τον καθαρό χυμό να γίνει σα σιρόπι, άλλοι πως προσπαθείς να βάλεις κι όση ψίχα μπορείς, κι άλλοι πως η γιαγιά τους τά'βραζε ολόκληρα, ακόμη και με το σπόρο. Φαντάζομαι, όπως και νά'χει, οι ιδιότητες παραμένουν ιδιότητες!


Ρίχνεις το χυμό σε μια κατσαρόλα και δίχως να προσθέσεις τίποτα τον σιγοβράζεις με προσοχή (κι όποτε χρειάζεται ανακάτεμα, να μην κολλήσει) μέχρι να γίνει είτε ένα πολύ πηκτό σιρόπι -όχι τόσο, βέβαια, ώστε όταν κρυώσει να πάρει τη μορφή κόλλας- σαν παχύρρευστο μέλι, είτε ένα πολύ πηκτό "μαρμελαδέ" σκεύασμα, στην περίπτωση που εμπεριέχει κι αρκετή ψίχα. Τούτο το μαντζούνι, το φυλάς σε μικροσκοπικά βαζάκια και είναι ιδανικό για κάθε περίπτωση στοματίτιδας ή αμυγδαλίτιδας. Με μια μικρή επάλειψη στο πάσχων σημείο εξαλείφει τις άφθρες ή άλλα αντίστοιχα στοματικά έλκη κι επίσης αντιμετωπίζει τον στοματικό έρπη. Επιπλέον βοηθάει σε διάφορες παθήσεις του φάρυγγα, είτε "πιπιλώντας" στο λαιμό ένα κουταλάκι του γλυκού από το σκεύασμα, είτε με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που μου αναφέρανε πολλοί "στα παιδιά στις πρησμένες αμυγδαλές βάζουμε πάνω λίγο μαντζούνι και το πατάμε να μείνει εκεί" κι η φλεγμονή υποχωρεί.


Δεν ξέρω αν ακούγονται λίγο υπερβολικά αυτά, πάντως εμένα με διαβεβαίωσαν όσοι το έχουν δοκιμάσει και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τις θεραπευτικές ιδιότητες του μούρου, ιδιαίτερα όταν είναι συμπυκνωμένο σε τέτοιο βαθμό κι όταν μάλιστα στις μέρες μας, διαρκώς εμφανίζονται έρευνες που εγκωμιάζουν τις ευεργετικές ιδιότητες κάθε είδους μούρου (από το κοινό και τα βατόμουρα, μέχρι τα κράνα και το σαμπούκο και τόσα άλλα εγχώρια και ξενικά) για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Εξάλλου, με μια ματιά που έριξα στα κιτάπια μου, διαπίστωσα με χαρά ότι κι ο ιατρός της αρχαιότητας Γαληνός αναφέρεται, τρόπον τινά, στο πηλιορείτικο μαντζούνι στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων", γράφοντας "[Β11 (585)]: Το όνομα, λοιπόν, των μούρων είναι κάπως γνωστό στους περισσότερους, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον λόγω του φαρμάκου για το στόμα, το οποίο ονομάζεται φάρμακο από μούρα και περιέχει τον χυμό τους." Αναφέρει κι ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του για τον "καρπόν της μελαίνης μορέας": "Εξ αυτής παρασκευάζονται γλυκά και σεράπιον φαρμακευτικόν (φρμ.Syrupum Mororum), χρησιμοποιείται δε ενίοτε αύτη και προς βαφήν ποτών τινων."
Μετά από όλα αυτά, βάλθηκα να ψάχνω στο διαδίκτυο για επιπλέον ιδιότητες του μούρου... Τα πράγματα δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρα καθώς η γενική ονομασία "μούρο" αντιστοιχεί σε πολλά είδη, ως και το βατόμουρο ή το σαμπούκο. Έμεινα με την εντύπωση πως τουλάχιστον τα κοκκινόμαυρα μούρα πρέπει νά'χουν παραπλήσιες ιδιότητες, μερικές εξ αυτών:
- Είναι πλούσια σε βιταμίνη C αλλά και Ε και σε τανίνες.
- Πλούσια σε φλαβονοειδή (που, όπως καταγράφει η wikipedia, τα συστατικά αυτά προσδίδουν στα φυτά έντονα χρώματα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία τους από παθογόνους μικροοργανισμούς, υπεριώδη ακτινοβολία και φυτοφάγα ζώα) των οποίων η δράση είναι σπασμολυτική, διουρητική, ανθελμινθική, αλλά και αντικαρκινική, αντιγηραντική και προστατευτική για την καρδιά. Οι ανθοκυανίνες (φλαβονοειδείς χρωστικές) που περιέχουν αποτελούν διατροφικά αντιοξειδωτικά κι έχουν αντιφλεγμωνώδεις ιδιότητες, μειώνουν την πηκτικότητα των αιμοπεταλίων εμποδίζοντας το σχηματισμό θρόμβων, προστατεύουν από διαβήτη τύπου 2, κλπ, κλπ.
- Περιέχουν λουτεϊνη η οποία δρα προστατευτικά στον οφθαλμό και δρα κατά την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και φυλλικό οξύ (που συνίσταται για τις εγκυμονούσες).
- Γενικότερα, θεωρείται ότι καταπολεμούν τις ουρολοιμώξεις, προστατεύουν το έντερο, βελτιώνουν τη μνήμη, βοηθούν την καρδιά, ενισχύουν το ανοσοποιητικό και αποτελούν ασπίδα κατά του καρκίνου.
Την ανθελμινθική τους δράση (κατά των σκουληκιών του εντέρου) καταγράφει και ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Β52) αναφέροντας πως "Ο Δίφιλος πάλι ο Σίφνιος ιατρός γράφει ως εξής:"Τα δε συκάμινα, τα οποία και μούρα λέγονται, είναι μεν μετρίως εύχυμα, ολιγότροφα όμως και ευστόμαχα και ευκοίλια. Ιδίως δε όσα εκ τούτων είναι αγουρωπά εκβάλλουν τας ελμίνθας." "
Και μάλιστα ο Αθήναιος συνεχίζει μ'ένα παράξενο περιστατικό σχετικό με τα μούρα: "Ο Πύθερμος διηγείται, καθώς αναφέρει ο Ηγήσανδρος, ότι κατά τους χρόνους του, αι συκομορέαι δεν παρήγαγον καρπούς επί είκοσι έτη, και ότι επήλθεν επιδημία ποδάγρας τόσο μεγάλη ώστε όχι μόνο άνδρες προσβλήθηκαν υπ' αυτής και επιάσθησαν, αλλά και παίδες και κόραι και ευνούχοι, ακόμη δε και γυναίκες. Κατήντησε δε να προσβάλη το κακόν τούτο και τα ποίμνια εις τοιούτον βαθμόν, ώστε τα δύο τρίτα των προβάτων να πιασθούν από την ασθένειαν αυτήν." Κι επειδή μου κίνησε την περιέργεια αυτή η τόσο απόλυτη συσχέτιση της απουσίας μούρων από τη διατροφή με την γενικευμένη κρίση ουρικής αρθρίτιδας (ποδάγρας), άρχισα να γκουγκλάρω σχετικά και διαπίστωσα πως, όντως, τα μούρα όπως και τα κεράσια και πιθανά και άλλα φρούτα με έντονο κόκκινο σκούρο χρώμα θεωρούνται σύμφωνα με νέες μελέτες πως έχουν προστατευτική δράση (και, κατά κάποιους, μάλιστα, θεραπευτική) κατά των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας!

Πάντως, πέραν όλων τούτων μπορώ να πω πως, εκτός από "ματζούνια", γίνονται και υπέροχη μαρμελάδα!


Όσο για την ονομασία τους, "μούρο" και "μουριά" ή στα αρχαία "μόρον" και "μορέα", εκ του "μόριον", καθώς τα μούρα αποτελούνται από πολλούς κόκκους (μόρια). Επίσης ονομάζονται "συκάμινα" και το δέντρο "συκαμινιά" ή "συκομορέα" (το σύκο, κατά το "Μεγάλο Ετυμολογικόν",  "παρά το σεύω, το ορμώ' ορμητική γαρ έστι").
Υ.Γ. χμ... Και μην ξεχνάμε τους μεταξοσκώληκες! Που τόσο προτιμούν τις μουριές... Από μουριά και το μετάξι... :)
Υ.Γ. 2. Κι αυτός ο συνειρμός: "μόρον" (=μούρο) και "μόρος" (=μοίρα). Πολύ με προβληματίσαν τούτες οι μουριές...

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Κουμαριές και κούμαρα στο βουνό των Κενταύρων..

Μες στο κιτρινοχρυσαφιό φθινοπωρινό τοπίο, αλλά ακόμη και στο πιο μουντό και γκρίζο όταν αρχίζει να χειμωνιάζει, ξεπροβάλλουν κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλιά, θαρρείς κι είναι στολίδια που κάποιο χέρι ξωτικού απόθεσε στις αειθαλείς φυλλωσιές για να σπάσει τη μονοτονία, για να γιορτάσει κάποια δική του μυστική, άγνωστη σε μας τους ανύποπτους θνητούς, χαρά. Η φύση δεν παύει να χαμογελά με χρώματα σ'όλες τις γωνιές που δεν της ισοπεδώσαμε, να ζωγραφίζει ομορφιές με την αθάνατη παλέτα της, να μας χαρίζει χίλιων λογιών γεύσεις και μυρωδιές, να μας σιγομιλά αν την αφουγκραζόμαστε και να γιορτάζει τη ζωή ακόμη και στο συναπάντημα του θανάτου....



Ακόμα κι αν δε γνωρίζω πως θα χαρακτήριζα τη γεύση τους, που ίσως και ποτέ να μη με συγκινούσε αν τη δοκίμασα στα ράφια κάποιας υπεραγοράς, είναι αδύνατον ν'αντισταθώ και να μην απλώσω την παλάμη μου να δοκιμάσω τον κατακόκκινο μεστωμένο καρπό που μου κλείνει το μάτι προκλητικά όταν ανταμωθώ με κουμαριές στο βουνό μας. Γιατί, μπορεί στην εποχή μας να τα βάλαμε όλα χώρια, σε διαφορετικά πακετάκια μ'ετικέτες, ακόμα και τις ίδιες τις αισθήσεις μας, αλλά πολλές φορές τούτες δεν ξεχωρίζουν! Δεν είναι μοναχά η γεύση, είναι τ'ακούσματα και τα σιγομιλητά, τ'αρώματα κι οι πινελιές, τα παγωμένα από το κρύο χέρια, οι σκέψεις που χάνονται σε μια θημωνιά κι ακόμη-ακόμη η ίδια η στιγμή....



Κουμαριά "για κουρασμένους", σημειώνει σαν υπότιτλο στο βιβλίο του ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), σε μια εποχή που οι περισσότεροι αισθανόμαστε λίγο-πολύ κάπως έτσι. Ως τονωτικό προτείνει τη διάλυση ώριμων καρπών σε σπιτικό κρασί (χωρίς φάρμακα και συντηρητικά) στο οποίο προσθέτουμε ένα φλιτζάνι νερό όπου έχουμε βράσει κανέλα και ζάχαρη. "Μπορείτε να πίνετε ένα κρασοπότηρο μετά το βραδινό φαγητό." Προτείνει, επίσης, την εντριβή από ρακή που φτιάχνεται με κούμαρα η οποία βοηθάει στην καταπολέμηση του πυρετού.
Τα κούμαρα θεωρούνται αιμοστατικά και στυπτικά, επίσης λιθοτριπτικά, καταπραϋνικά σε φλογώσεις των ουροφόρων οδών, αποτελεσματικά σε διάρροιες και εντεροκολίτιδες και άλλες παρόμοιες παθήσεις. Ο Μπαζαίος παρατηρεί ότι "στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη βλέπουμε ότι οι πρακτικοί γιατροί, στην Επανάσταση του '21 καθάριζαν τις πληγές των τραυματιών με κρασί στο οποίο είχαν βράσει κούμαρα." Επιπλέον μας μεταφέρει μια συνταγή αντιφλεγμονώδους αλοιφής κατάλληλης για "καλογήρους" (δοθιήνες), αποστήματα και σπυριά σταφυλόκοκκου, που παρασκευάζεται απλά "δουλεύοντας σε γουδί 10-15 κούμαρα με λίγο παρθένο ελαιόλαδο και αγνό κερί, ώσπου να γίνουν πηχτός χυλός".



Ξεχασμένη τροφή, λιγουλάκι "πρωτόγονη" κι "απλοϊκή", γι'αυτό και λέμε "Δεν τρώγω κούμαρα!", δηλαδή "δεν είμαι απλοϊκός ώστε να σε πιστεύω!". Τροφή μάλλον των αγριόχοιρων πλέον κι έτσι κάπως και το "υβριστικό": "άι να φας κούμαρα!". Τροφή "ώρας ανάγκης" για τον άνθρωπο, όταν δεν υπάρχει κάτι καλύτερο στη γύρα, όταν δυσκολεύουν οι καιροί....

Ο αρχαίος ιατρός Γαληνός (2ος-1ος αι.π.Χ.) στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων" συγκαταλέγει τα κούμαρα στους καρπούς "αγρίων φυτών" (38) και τα κατατάσσει, μαζί με τα κάστανα και τα βελανίδια, ανάμεσα στους μοναδικούς τρεις άγριους καρπούς που "δίνουν αξιόλογη τροφή στο σώμα", καθώς οι υπόλοιποι ("άγριοι") "έχουν λίγη θρεπτικότητα" και "κακούς χυμούς". Επιπλέον σημειώνει πως "Το κούμαρο είναι σε όλα χειρότερο από το βελανίδι (βάλανον) των βελανιδιών, όπως ακριβώς και το βελανίδι είναι χειρότερο από τα επονομαζόμενα κάστανα' γιατί τα κάστανα είναι τα καλύτερα βελανίδια (βάλανοι) και μερικοί τα αποκαλούν "βελανίδια που ξεφλουδίζονται εύκολα"." (απόδοση στα νεοελληνικά: "Κάκτος")

Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν" αναφέρει τον καρπό ως "βρώσιμο και χρήσιμο προς κατασκευήν οινοπνεύματος, όπερ εις τινά μέρη λαμβάνουσι και χρησιμοποιούσι οι αγρόται" και παραθέτει και τη γνώμη του Διοσκουρίδη ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως "αχυρώδη, κακοστόμαχον και κεφαλαλγή" σχολιάζοντας ότι πράγματι έτσι είναι. Μάλιστα, "κεφαλαλγές είνε και κακοστόμαχον και το μέλι το προερχόμενον εκ μελισσών νεμομένων εις τόπους ένθα φύονται πολλαί κουμαριαί." Βέβαια, φαντάζομαι, μιλάμε για μεγάλες ποσότητες και ιδιαιτέρως για κούμαρα που δεν έχουν ωριμάσει ή τα υπερώριμα τα οποία μπορούν και να προκαλέσουν στομαχικές διαταραχές. Σήμερα, εξάλλου, κάποιοι φτιάχνουν λικέρ, αλλά και μαρμελάδες από τα κούμαρα.

Αλλά ας δούμε κι ένα απόσπασμα των "Δειπνοσοφιστών" Β35 (Αθήναιος, απόδοση: Σ.Αλεξιάδου) που αφορά την κουμαριά:




Στα αρχαιοελληνικά η κουμαριά λέγεται κόμαρος και οι καρποί της μιμαίκυλα. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") δίνει ως ετυμολογική ρίζα τα "κομάω" ή "κομέω", όπου:
κομαώ= έχω κόμη, δηλ. μακριά μαλλιά ή (επί δένδρων και φυτών) πολλά φύλλα, κλαδιά, άνθη, κτλ. και
κομέω= περιποιούμαι, συγυρίζω ή (επί φυτών) καλλιεργώ, κτλ.
εκ του κόμη=μαλλιά μακριά και περιποιημένα ή (επί δένδρων και φυτών) φυλλάς, χλόη ' (κυρ.δε) το ανθισμένον μέρος.

Ο δε Ι. Σταματάκος ("Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης") σημειώνει, μεταξύ άλλων, "ορθότερον είναι τούτο να συγγενεύει προς το κάμαρος (δελφίνειον, φυτόν)."

Αυτά τα ολίγα περί κουμαριάς, η οποία δε διέφυγε ούτε από τις "Όρνιθες" (620) του Αριστοφάνη, ο οποίος πλάθοντας την περίφημη "Νεφελοκοκκυγυία" του βάζει τον Πισθέταιρο ν'αναφωνεί: "Σε πουρνάρια από κάτω και θάμνους θα ζούνε, τα σεβάσμια πουλιά μας' για ναό δέντρο ελιάς θά'χουνε πάλι. Κι ούτε πια στους Δελφούς ή στον Άμμωνα για θυσίες θα τρέχουμε εμείς, παρά ανάμεσα σε αγριλιές και σε κουμαριές ολόρθοι, με κριθάρι και στάρι, τα δυο χέρια σηκώνοντας προσευχή θα τους λέμε, απ' τ'αγαθά τους σε μας να χαρίζουν μερίδιο. Και για λίγα σπειριά που θα ρίχνουμε μείς, οι ευχές μας ευθύς θα εκπληρούνται."!



Πάντως, όπως και νά'χει, μια χούφτα πορφυρά κούμαρα καθώς διαβαίνεις τη γη των Κενταύρων δε βλάπτει.. Ένα τσιμπολόγημα στο διάβα, σαν τα πουλιά, χωρίς υπερβολή, με τόση απλότητα κι ομορφιά.. Ελπιδοφόρα κουμαριά που πρώτη ανασταίνεται μετά την πυρκαγιά, πρώτη πετάει βλαστάρια στα καμένα....

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Βαλσαμέλαιο και το βοτάνι του Προδρόμου!



Ένα από τα αγαπημένα μου βοτάνια είναι το βάλσαμο, επισήμως ονομαζόμενον Υπερικό το διάτρητον. Θά'ναι καμιά δεκαριά χρόνια που το γνώρισα, όταν μια γυναίκα μου μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι'αυτό καθώς και για τις εκπληκτικές ιδιότητες του βαλσαμέλαιου που κατασκευάζεται απ'τις ανθισμένες κορφούλες του. Κι αναγνωρίζοντάς το, άρχισα να το συλλέγω. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που με διασκέδαζε ήταν οι μεταμορφώσεις του! Τα κατακίτρινα ανθάκια του που καθώς βουτάνε στο πρασινοχρυσαφένιο ελαιόλαδο το μεταμορφώνουν σιγά-σιγά σ'έναν κατακόκκινο πολτό! Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η αλλαγή των χρωμάτων. Για το λόγο τούτο και πολύ πιτσιρίκα είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στο μπρόκολο, το οποίο τότε (σήμερα μάλλον εξαφανίστηκαν αυτές οι ποικιλίες) με το βράσιμο άλλαζε απόχρωση και μόλις το πότιζες με χυμό λεμονιού τα "λουλουδάκια" του ροζίζανε. Αντιθέτως, το συγγενές του κουνουπίδι, με άφηνε αδιάφορη.


Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα να φτιάχνω κάθε χρόνο λίγο βαλσαμόλαδο, αλλά -να πω τη μαύρη αλήθεια- δεν είχα που να το χρησιμοποιήσω. Μάλλον ξεχασμένο σε κάποιο ράφι της αποθηκούλας την έβγαζε. Ώσπου μια μέρα είχα έντονο πόνο στην ωμοπλάτη (κάποιο μυϊκό τράβηγμα ίσως... αφού σε ησυχία δεν κάθομαι!) κι εκεί που τρωγοπίναμε με μια παρέα, μου πετάει κάποιος "Το βαλσαμόλαδο θα σε ανακουφίσει. Το ξέρεις το βαλσαμόλαδο;" "Πώς δεν το ξέρω; Τόσα μπουκαλάκια περιμένουν στο ράφι να βρουν λόγο ύπαρξης!" Κι έτσι, άρχισε να χρησιμοποιείται από όλους μας, καταρχάς με επαλείψεις σε ταλαιπωρημένα σημεία του σώματος, σε πονεμένα χέρια, σε "τραβήγματα" και σχετικά.. Μετά, είχαν σειρά τα εγκαύματα! Όταν έχεις ξυλόσομπα για κύρια θέρμανση, δε μπορεί, κάποια στιγμή θα καείς! Θά'σαι ταλαιπωρημένος όλη μέρα και προσπαθώντας το βράδυ να στριμώξεις ένα μεγάλο κουτσουμπάνι, θα τ'ακουμπήσεις το άτιμο το πυρωμένο μέταλλο! Αν δε, ξεπεράσεις, και τα όριά σου, και ξεθεωμένος μαγειρεύεις μες στη μαύρη νύχτα, μπορεί να σου χυθεί και στο χέρι σου καυτό νερό απ'την κατσαρόλα... κι εκεί το βαλσαμόλαδο, βάλσαμο για το έγκαυμα! Διαβάζοντας, εν συνεχεία, και τις λοιπές ιδιότητές του στο Μπαζαίο, θα βρεις περιπτώσεις για να δοκιμάσεις την αξία του ή να πειραματιστείς! Σε πληγές, πόνους αρθριτικών, κλπ, κλπ... όλο και κάποιος μας το χρησιμοποίησε με επιτυχία! Οπότε, φέτος, ήμουν σ'ετοιμότητα και μόλις πρωτοάνθισε -πριν λίγες μέρες στα χαμηλά- έτρεξα για συγκομιδή!


Η κατασκευη του βαλσαμόλαδου είναι ιδιαιτέρως απλή. Κόβεις τις ανθισμένες κορφούλες, τις στουμπώνεις σε μια γυάλα, περιχύνεις με καλό ελαιόλαδο μέχρι να σκεπαστούν, σφραγίζεις και το ξεχνάς στον ήλιο για κανένα μήνα. Ύστερα στραγγίζεις το υγρό και το φυλάς σε μπουκαλάκια. Αυτό είναι όλο κι έχεις έτοιμο ένα φάρμακο της φύσης στο σπιτικό σου.


Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" περιγράφει πολλές από τις ιδιότητες του φυτού αυτού, που μπορεί να ληφθεί εσωτερικά ως αφέψημα ή έγχυμα των αποξηραμένων ανθισμένων κορφών του, είτε εξωτερικά με επάλειψη, συνήθως, ως βαλσαμέλαιο.(* Βέβαια, κάποιοι πίνουν ακόμη και το βαλσαμέλαιο, σε ελάχιστες ποσότητες-σταγόνες φυσικά, για θεραπεία έλκους στομάχου, κ.α.!) Ας δούμε ποιές καταγράφει, εν τάχει:
  • Αντικαταθλιπτικό.
  • Για αϋπνίες. (Ιδέα: Γεμίστε ένα μαξιλάρι με φύλλα βαλσάμου. Η μυρωδιά τους βοηθάει να σταματήσουν οι αυπνίες.) 
  • Διουρητικό.
  • Εμμηναγωγό. (Και ρυθμιστικό των εμμήνων αν προσθέσετε έγχυμα από φύλλα του στο νερό του μπάνιου.)
  • Σπασμολυτικό. (Ιδιαίτερα σε υστερία, νευρική κατάθλιψη.)
  • Τονωτικό και διεγερτικό.
  • Χωνευτικό.
  • Αντιφυσιτικό.
  • Ανθελμινθικό, δηλ. για παράσιτα του εντέρου. (¨Ενα φλιτζάνι αφέψημα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, για τρεις συνεχόμενες μέρες.) 
  • Για παιδική ακράτεια. (Φτιάχνουμε έγχυμα, μουλιάζοντας δυο κουταλάκια ψιλοκομμένο φυτό ή φύλλα σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό.)
  • Για σπασμωδικό βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα και κολικούς.
  • Για επούλωση τραυμάτων. (Επαλείψεις με βαλσαμέλαιο.) [* εξ ου και σπαθόχορτο/ σπαθέλαιο]
  • Αντισηπτικό (σε δαγκώματα εντόμων, πληγές)
  • Για αρθριτικά, ρευματισμούς, πληγές.
  • Αντιφλογιστικό και επουλωτικό. (Με βαλσαμέλαιο επουλώνονται εγκαύματα, πληγές και έλκος στομάχου.)
Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν λεξικόν" του σημειώνει πως "το διάτρητον Υπερικόν όχι μόνον εν Ελλάδι και πανταχού της Ανατολής, αλλά και πολλαχού της λοιπής Ευρώπης χαίρει φήμη αρίστου φαρμακευτικού είδους προς επούλωση πληγών και θεραπείαν τραυμάτων και δερματικών τινών νοσημάτων".

Επιπλέον, ο Μπαζαίος αναφέρει πως, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, "η υπερικίνη που περιέχει το βάλσαμο έχει εντυπωσιακή δραστηριότητα και μικρή τοξικότητα κατά των ιών όπως του έιτζ, σε δοκιμαστικό σωλήνα και σε πειράματα με ζώα. Αρχικά μόλυναν ποντίκια με ιούς που προκαλούν λευχαιμία και μετά τους χορήγησαν μια μοναδική ένεση εκχυλίσματος βαλσάμου που "πρόλαβε απολύτως τη νόσο"."  Αλλά και σημερινές δημοσιεύσεις τονίζουν τις αντικαρκινικές του ιδιότητες και τις προσπάθειες που γίνονται να χρησιμοποιηθεί από την ιατρική κατά της νόσου.

Όπως και νά'χει, δεν είναι τυχαίο που ο λαός μας το ονόμασε βάλσαμο, λέξη που ταυτίζεται με κάθετι που προκαλεί έντονη ανακούφιση από πόνους, σωματικούς αλλά και ψυχικούς....

Ακόμη, από το βότανο αυτό ονομάστηκε η ταρίχευση βαλσάμωμα, γιατί, όπως αναφέρει ο Μπαζαίος και πάλι, "Αρχές καλοκαιριού μάζευαν παλιά βάλσαμο, το πολτοποιούσαν και με το ζουμί που φύλαγαν, άλειφαν τους πεθαμένους για να μη μυρίζουν."

Όμως, επειδή κάθε φάρμακο μπορεί να αποβεί και φαρμάκι (δεν είναι τυχαίο που για τους αρχαίους ημών προγόνους η λέξη "φάρμακον" είχε διττή έννοια...), όταν χρησιμοποιούμε βάλσαμο χρειάζονται κάποιες προφυλάξεις και στις ποσότητες που λαμβάνουμε, αλλά κυρίως στη συνδυαστική του δράση με άλλα φάρμακα ή ισχυρά βότανα, που μπορεί να προκαλέσει άσκημες παρενέργειες! Λόγω της έντονης δραστικότητάς του απαγορεύεται σε έγκυες και θηλάζουσες και λόγω της φωτοτοξικότητάς του, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στον ήλιο μετά από τη λήψη του, ιδιαιτέρως σε άτομνα με πολύ λευκό δέρμα. (Θεωρείται, μάλιστα, πως είναι επικίνδυνη η λήψη του σε μεγάλες ποσότητες από βοοειδή και άλλα ζώα εκτροφής έκθετα στον ήλιο, καθώς συγκεντρώνεται στο δέρμα τους και τους προκαλεί δερματικό έγκαυμα με φουσκάλες.)

Αλλά, ας πούμε και λίγα λόγια για την ιστορία του...

Το βάλσαμο κυκλοφορεί στην πιάτσα με πλήθος ονόματα πέραν της επισήμου ονομασίας του (Υπερικό το διάτρητο), όπως βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, περίκη, λειχηνόχορτο, ψειροβότανο, χελωνόχορτο, σπαθόχορτο, κοψοβότανο, κουκτσούδι, αλλά και "μαστίγιο του διαβόλου", "Χάρη του Θεού", "Θαύμα του Θεού", "Βότανο του Προδρόμου"! Αυτήν την τελευταία ονομασία, ο Μπαζαίος την ερμηνεύει ως εξής: "Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμασαν το φυτό έτσι προς τιμήν του Ιωάννη του Βαπτιστή, επειδή πίστευαν ότι αποδέσμευε το σαν αίμα έλαιο στις 29 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής του Αγίου."  
Στο διαδίκτυο, όμως, κυκλοφορούν αρκετές ακόμη εκδοχές, όπως ότι ονομάστηκε έτσι είτε επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανθοφορία κατά την 24η Ιουνίου που γιορτάζουμε το γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, είτε γιατί συγκαταλεγόταν στις "ακρίδες" (δηλαδή τις άκρες των φυτών) με τις οποίες τρεφόταν ο Βαπτιστής στην έρημο ή λόγω του ότι τα μαυροκόκκινα και τα ημιδιάφανα στίγματα στα πέταλά του συμβολίζουν αντίστοιχα το αίμα και τα δάκρυα, του Ιωάννου όταν εκείνος αποκεφαλίστηκε. Ακόμη, είδα να αναφέρεται πως πήρε το όνομά του από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ καθώς θεράπευαν μ'αυτό τις πληγές στις Σταυροφορίες! Όπως και νά'χει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν έχει κάποιο τυχαίο όνομα, όπως δεν είναι και τυχαίες οι ιδιότητές του!
Ο Μπαζαίος προσθέτει πως "το μεσαίωνα οι Χριστιανοί υιοθέτησαν την παγανιστική πεποίθηση ότι το βάλσαμο απωθούσε τα κακά πνεύματα και το έκαιγαν την παραμονή της γιορτής του Αγ.Ιωάννη για να εξαγνίσουν τον αέρα, να διώξουν τα κακά πνεύματα και να εξασφαλίσουν υγιείς σοδειές." Πάντως, όπως προδίδουν και οι άλλες ονομασίες του ("Χάρη του Θεού", "μαστίγιο του διαβόλου"), το κύρος του μικρού μας βάλσαμου παρέμεινε, στο πέρασμα των χρόνων, αναμφισβήτητο! Κι ίσως να δίναν, όπως λέγεται, κάποτε στους "δαιμονισμένους" βάλσαμο, καθώς είχαν παρατηρήσει πως το βότανο αυτό καταπραϋνει διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα νευρολογικής φύσεως που κάποια εποχή τα ταυτίζαν με "δαιμόνια"!

Στην αρχαιότητα αναφερόταν και ως "Υπέρεικον", "Ανδρόσαιμον", "Άσκυρον"...Σύμφωνα με το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης" των Liddell-Scott:



Το λεξικό, λοιπόν, το ετυμολογεί από την ερείκη ("ρείκι"). Στο διαδίκτυο, συνάντησα δυο εκδοχές για την ετυμολογία του. Μία αναφέρει ότι συντίθεται εκ των "υπό" και "ερείκη", ότι δηλαδή φύεται κάτω από τα ρείκια, αλλά ομολογώ πως εγώ δεν εχω παρατηρήσει ποτέ τέτοιο πράγμα και θα μου φαινόταν πολύ περίεργο να ξεπροβάλει κάτω από τούτους τους πυκνούς θάμνους! Η δεύτερη ετυμολόγησή του είναι, λέει, από το "υπέρ" και "εικών", είτε διότι οι αρχαίοι Έλληνες διακοσμούσαν με αυτό τα θρησκευτικά τους είδωλα (όμως, ούτε αυτό μπόρεσα να το πιστοποιήσω κάπου..), είτε διότι είναι "υπεράνω της εικόνας του", "πέραν αυτού που φαίνεται"....Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") το ετυμολογεί από το "υπέρ" και "ερείκη", χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, ενώ ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") απλά από το "ερείκη" και, δυστυχώς, δε μπόρεσα να βρω κάπου αλλού κάτι περισσότερο διαφωτιστικό...

Πάντως αναφέρεται και ως "ανδρόσαιμον" λόγω του ερυθρού χυμού του:



κι ως "άσκυρον", είδος υπερικού:





Οι φαρμακευτικές του ιδιότητες ήταν, φυσικά, γνωστές από την αρχαιότητα. Όπως συνοψίζει ο φαρμακοποιός Μ.Μιτάκης (βλέπε: http://www.iama.gr/ethno/Hypericum_files/2Hypericum_Mitakis%20Manolis.pdf), ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως αναλγητικό σε περιπτώσεις ρήξης της πνευμονικής αρτηρίας, αλλά και σε περιπτώσεις λυγγώδους πυρετού. Ο Διοσκουρίδης ως διουρητικό, εμμηναγωγό, αντιπυρετικό, κατά του τεταρταίου πυρετού (όταν πίνεται με οίνο), για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας (όταν τα σπέρματά του πίνονται επί σαράντα ημέρες) και ως κατάλληλο κατάπλασμα (σπέρματα και φύλλα) για εγκαύματα. Ο Γαληνός αναφέρεται στην διουρητική, ξηραντική εμμηναγωγή δράση του, αλλά και στη χρήση του για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας, του ίκτερου και των εγκαυμάτων.

Αυτά, προς το παρόν, περί βαλσαμόχορτου (που θα μπορούσαν νά'ταν κι άλλα... εδώ για την παρασκευή ενός απλού ελαίου ξεκίνησα να κάνω εγγραφή και κατέληξα να ψάχνω ασταμάτητα σε τόμους και διαδίκτυα... χωρίς να βρίσκω κι αυτά που θέλω! Αλλά ο χρόνος με κυνηγά...), που μου φαίνεται ότι τελικά θα με προβληματίσει περισσότερο κι από κείνον τον Ερμοδάκτυλο!