Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Έχω τραχανά απλωμένο! (ταξίδι στη γεύση και στη λέξη!)

Είχα, λοιπόν, κοντά τέσσερα χρόνια να φτιάξω τραχανά- εγώ που ανελειπώς κάθε καλοκαίρι έμπαινα σ'αυτή τη διαδικασία. Οι λόγοι πολλοί, αλλά η βασική αφορμή που μου είχε χαλάσει τη διάθεση και παρέτεινε την αναβλητικότητά μου, ήταν μια εφιαλτική επιδρομή λιλιπούτειων εντόμων πριν κάποια χρόνια σε όλους τους χώρους του σπιτιού! Κάτι παμφάγα μικροσκοπικά κοκκινωπά ιπτάμενα σκαθαράκια που είχαν προκύψει από το πουθενά κι είχαν εισβάλει παντού, οι γόνοι των οποίων ροκάνιζαν επιμελώς ό,τι τρόφιμο ή βοτάνι είχα μαζεμένο κι ασφαλισμένο σε γυάλινα βάζα, μέχρι και κάποιες βιβλιοδεσίες παλαιών βιβλίων, όπου είχαν μεταφερθεί από τη λεβάντα πού'χα τοποθετήσει για άρωμα και προστασία! Οπότε και κατά τον προβληματισμό μου για την πηγή προέλευσής τους, είχα κατατάξει στους βασικούς υπόπτους το σπασμένο στάρι που χρησιμοποίησα για την παρασκευή του τραχανά ο οποίος κι έμεινε απλωμένος δυο βδομάδες μες στο σπίτι για να στεγνώσει εντελώς προτού αποθηκευτεί. Πάντως άκρη δεν έβγαλα ποτέ!
Όπως και νά'χει φέτος το'χα στον νου να ξανακάνω. Με χίλιες μύριες προφυλάξεις φυσικά! Κι έτσι, σε μια επίσκεψη στη γειτόνισσα μόλις ένιωσα τη μοσχοβολιά του "τυριού" που ανακάτωνε με το σιμιγδάλι, το πήρα απόφαση! "Από πού πήρες το γάλα;" αμέσως ρώτησα, καθώς το γάλα είναι το πιο βασικό υλικό για την τελική νοστιμιά του. Κι είναι σημαντικό κυρίως νά'ναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολά για να μην καταλήξει ο τραχανάς με άρωμα γιδοτραγίλας, λόγος για τον οποίο αποφεύγω συνήθως να τον γεύομαι αλλού πλην του σπιτιού μου! 


Παρήγγειλα λοιπόν κι εγώ γάλα γίδινο, από γίδια αλανιάρικα με μαντρί στο βουνό, παχύ λες κι ήταν πρόβειο (είναι κι οι ιδανικές για τούτη τη δουλειά τελευταίες μέρες του Αυγούστου, που όσο στερεύουν σιγά-σιγά τα ζωντανά, το γάλα χάνει την πρότερη ρευστότητά του*), το έβρασα σχεδόν (μέχρι λίγο πριν κοχλάσει, στους 95 βαθμούς Κελσίου), τό'βαλα σε μεγάλες γυάλες και του πρόσθεσα χονδρό αλάτι (κάτι λιγότερο από μια κουταλιά της σούπας για κάθε λίτρο), το ανακάτεψα, το καπάκωσα (αφήνοντας ένα περιθώριο για όταν "φουσκώσει") και το παράτησα σε μια γωνιά περιμένοντας να "κόψει". Δηλαδή, κατά ένα τρόπο να γίνει τυρί, τυρί που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο υγρό, τυρόγαλο ή καψιά (ή όπως αλλιώς το λέει καθένας). Ένα τυρί σαν φρέσκια αφράτη λιπαρή φέτα που δεν νομίζω πως κανένας τυρόφιλος θα μπορούσε να του αντισταθεί! (Εμ, έφτιαξα και λίγο για να το φάμε!) 



[Αν έχεις τη δυνατότητα να λαβαίνεις καθημερινά κάποια ποσότητα γάλακτος, μπορείς να το προσθέτεις σταδιακά στο ίδιο δοχείο με το αρχικό. Παλιότερα, π.χ., συγκέντρωναν συχνά όλο το γάλα των ημερών της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, προσθέτοντας φυσικά το ανάλογο αλάτι, στο ίδιο δοχείο περιμένοντας να "ξινίσει" και να "κόψει".
Για έναν μυστήριο λόγο, στη μια γυάλα "έκοψε" μόλις σε τρεις μέρες, ενώ στην άλλη έφτασε τη βδομάδα για να διαχωριστεί. Στο ενδιάμεσο, λοιπόν, ενώ με έπιασε και μια αγωνία μην τυχόν και δε "γίνει" και παραμείνει απλό ξινόγαλο, άρχισα να περιδιαβαίνω σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και να διαβάζω σχετικά με συνταγές παρασκευής τραχανά. Κι εκεί, έμεινα σχεδόν έκπληκτη, γιατί δε βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει μ'αυτήν που έμαθα εδώ! Κι εδώ βρίσκεις παραλλαγές, αλλά τα βασικά υλικά και η διαδικασία είναι ίδια. Στο διαδίκτυο συνάντησα παρασκευή τραχανά με προζύμι, με γιαούρτι, έως και με αυγά, ή μονάχα με αλεύρι, με ξινόγαλα ή απλό γάλα, κι ό,τι σχετικό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά όχι μ'αυτό το υπέροχο τυράκι που προκύπτει από τούτη τη διαδικασία και μονάχα σπασμένο στάρι ή σιμιγδάλι! Η αλήθεια είναι, πως καμιά από κείνες τις συνταγές δε με ενέπνευσε, ίσα-ίσα σαν να κατάλαβα γιατί ουδέποτε με έλκυε ιδιαιτέρως ο τραχανάς που κυκλοφορούσε, πριν δοκιμάσω τούτον!


* "Αυτό τον καιρό, της Αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον χειμώνα, βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες του ασπρομάλλη γέροντα. Ύστερα, ό,τι κάνουν αυτές τις δεκαπέντε μέρες. Μετά αρχίζει το γάλα να λιγοστεύει σιγά-σιγά. Τραβάει το πράγμα ολοταχώς για στέρφεμα, Τί να σου κάνει! Νισάφι! Μήνες ολάκερους το στρουγκιάζει ο τσοπάνης." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Εδώ, τα υλικά είναι τα εξής τρία:
- Το τυρί που προκύπτει από το διαχωρισμό του γάλακτος κι όσο από το υγρό που μένει θέλει να προσθέσει κανείς.
- Σπασμένο στάρι (οι παλιοί που "αλέθαν" τους σπόρους σταριού στις πέτρες χρησιμοποιούσαν βασικά αυτό και μόνο) ή σιμιγδάλι (το οποίο προτιμούν τελευταίως οι περισσότεροι, αλλά εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι όταν μαγειρευτεί θα γίνει σαν κρέμα ή πουρές) ή συνδυασμό των δύο αυτών σε όποια αναλογία κανείς προτιμά. Προσωπικά βάζω περίπου μισό στάρι, μισό σιμιγδάλι. Άλλες φορές περισσότερο από το ένα, κι άλλες από το άλλο.
- Φέτος χρησιμοποίησα περίπου έξι κιλά στάρι και σιμιγδάλι για εννέα -ίσως και παραπάνω- λίτρα γάλα "ξινισμένο".

Και η διαδικασία η παρακάτω:
Καταρχάς κοσκινίζεις το στάρι και το σιμιγδάλι. Το προηγούμενο βράδυ, ζυμώνεις σε μια λεκάνη όλα τα υλικά, ώστε το στάρι να τραβήξει την υγρασία, και τα αφήνεις σκεπασμένα με μια πετσέτα μέχρι το επόμενο πρωί. Νωρίς, λοιπόν, απλώνεις ένα πανί σ'ένα μεγάλο τραπέζι στον ήλιο, και τοποθετείς το μείγμα σε όσο το δυνατόν μικρότερα σβωλάκια, ώστε να στεγνώσει πιο σύντομα. Κι όσο σιγά-σιγά ξεραίνονται, τα αναποδογυρίζεις και τα σπας σε πιο μικρά μέχρι που τα περνάς από το ειδικό κόσκινο να τριφτούν ή, απλά, τα τρίβεις με τις παλάμες, αν δεν έχεις κάποιο αντίστοιχο εργαλείο. Φυσικά ο τραχανάς πρέπει νά'ναι σκεπασμένος με διπλό τούλι για προστασία από τις μύγες κι από τους υπόλοιπους ιπτάμενους επισκέπτες. Πάντως, πολύτιμοι αρωγοί στη διαδικασία μπορούν να φανούν οι ανεμιστήρες, καθώς και τον στεγνώνουν γρηγορότερα συντομεύοντας τη διαδικασία, και εμποδίζουν τις μύγες να συνωστίζονται πάνω από το τούλι (οπότε δε χρειάζεται και να τις κυνηγάς), αλλά και σε δροσίζουν καθώς παλεύεις μες στην καρκαϊλα του αυγουστάτικου ήλιου! Όπως και νά'χει, όμως, τη μέρα σου θα την φας! Εξ ου κι η παροιμία: "Έχω τραχανά απλωμένο!"... και το νου μου πρέπει νά'ναι επικεντρωμένο σταθερά εκεί.  Γι'αυτό βολεύει πολύ να έχεις παρέα: πρώτον, γιατί πιθανότατα θα σκυλοβαρεθείς μονάχος και, δεύτερον, γιατί μονίμως πρέπει κάποιος νά'χει τον νου του μην πηδήξουν πάνω του τίποτα γατιά που τον λιμπίζονται λες κι είναι ψάρι! (Ναι, τό'χω πάθει κι αυτό μέσα σε ένα λεπτό που μπήκα στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξαναφτιάξω απ'την αρχή!) 
Όσο για την αποθήκευση:
Καλό είναι, λένε, για δεκαπέντε μέρες να τον έχεις απλωμένο μες στο σπίτι μέχρι να στεγνώσει εντελώς, κι ακόμη καλύτερο, θεωρώ, να τον ξαναβγάλεις για δυο-τρεις ώρες κάποιες μέρες να λιαστεί, για να χαθεί κάθε ίχνος υγρασίας. Οι παλιοί τον αποθήκευαν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες για να αερίζεται από τους πόρους τους, οι πιο σύγχρονοι, καθώς κι εγώ, επιλέγουμε τα γυάλινα βάζα που σφραγίζουν καλά, όπου, αν εξαιρέσουμε την χρονιά της επιδρομής του κακοποιού μαμουνιού (που πρέπει να προηγήθηκε της αποθηκεύσεως), παραμένει ατόφιος όχι μονάχα για ένα χρόνο, αλλά και για πολύ περισσότερο. Τουλάχιστον εμένα δε μου έχει ποτέ μαμουνιάσει κι ας έχει φτάσει κάποιων ετών.

[Φέτος, βέβαια, ήτανε μια παράξενη μαμουνοχρονιά, τουλάχιστον για μένα! Μου τύχαν διάφορες συσκευασμένες (το τονίζω!) παρτίδες σταριού, αλευριού αλλά και ρυζιού, κι ακόμη και φάβας, σκουληκιασμένες! Τόσο που σκέφτηκα πως κάποιο θέμα αντιμετωπίζουν οι αποθήκες δημητριακών... Κι άντε με κανένα μαύρο μαμουνάκι να μη φρικάρεις, το σκουλήκι όμως... παραείναι αποκρουστικό! Όταν, λοιπόν, είδα και στην πρώτη δόση σπασμένο στάρι που αγόρασα σκουληκάκια, την πήρα την φρίκη μου! Κι αν έφαγα τον κόσμο να βρω σιτάρι χωρίς ξένα σώματα (κατέληξα να αγοράσω και λίγο συσκευασμένο πληγούρι), η δυσπιστία μου ως προς το τί μικροσκοπικούς κι "αόρατους στο μάτι" γόνους εντόμων μπορούσαν να φιλοξενούν, μ'έβαλε να σκέφτομαι εμμονικά τί να κάνω -χωρίς να αλλοιώσω το γευστικό αποτέλεσμα- για να τους εξοντώσω εν τη γενέσει, για να μην έχω παρατράγουδα! Και τότε θυμήθηκα τη συνταγή για "ξινόχοντρο" της φίλης μου της Βαγγελιώς από την Κρήτη. Κι ω ναι! Στην Κρήτη βράζουν πρώτα όλο το τυρόγαλο και σ'αυτό μέσα ρίχνουν το στάρι! Οπότε κι εγώ κατέληξα στην εξής παραλλαγή: Αφαίρεσα όλο το υγρό που είχε διαχωριστεί από το τυρί, το έβαλα σε μια κατσαρόλα να βράσει και μέσα σ'αυτό ζεμάτισα το στάρι και το σιμιγδάλι μου. Και, μεταξύ μας, επειδή ακόμη δεν είχα ησυχάσει, αφού έτριψα κι έλιασα το τραχανά, τον πέρασα και για λίγα μόνο λεπτά από το φούρνο (σε υψηλή θερμοκρασία και μοναχά με λειτουργία αέρα) και... ο Θεός βοηθός!]


Σήμερα τον ξανάβγαλα λίγες ωρίτσες για λιάσιμο. Ετοιμάζομαι να τον "μαζέψω". Τελικά, έγινε μια χαρά! Τον δοκίμασα και σε μια απλή μορφή (βρασμένο με ντομάτα, λίγο σκορδάκι, βασιλικό κι ελαιόλαδο) και σε μια πιο γκουρμεδιάρικη έκδοση που εμπνεύστηκα: Τσιγάρισα λίγο κιμά με κρεμμυδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά φλωρίνης, έσβησα με λιγοστό κρασί, πρόσθεσα λίγο πελτέ, λίγο φρέσκο βασιλικό, ψιλοκομμένο σκόρδο, νερό κι ύστερα -πάντα προτού πάρει βράση το νερό, για να μη σβωλιάσει- τον τραχανά. Τον σέρβιρα με λίγο κεφαλοτύρι τριμμένο... Τί να λέμε τώρα! Απορώ κι εξίσταμαι μ'εκείνους που τον τρώνε μονίμως σκέτον, λευκό σαν χυλό.  Γιατί κάπως έτσι δυσφημείται κι απαξιώνεται ο καημένος και τόσο θρεπτικός τραχανάς, κι όσοι δεν τα πάνε καλά με τους άσπρους χυλούς, τον έχουν πάρει με κακό μάτι! Στην τελική ζυμαρικό είναι, που αποτελείται από στάρι και τυράκι (τουλάχιστον ο συγκεκριμένος), που οι γεύσεις τους είναι οικείες και συνδυάζονται με πολλά. Υπέροχος είναι και με σωταρισμένα ασπρομανίταρα μέσα ή με κοτόπουλο, αλλά και με ό,τι άλλο πεθυμήσει κανείς και φανταστεί!

Αλλά ας γυρίσουμε τουλάχιστον καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους":


"... " Ο τραχανάς θέλει φρέσκο γάλα και στάρι. Το γάλα το μαζεύω τέσσερις πέντε μέρες πριν, το βράζω και το αφήνω έξω από το ψυγείο, σε μια γυάλα, να ξινίσει λίγο. Το στάρι το πλένω καλά, το στεγνώνω στον ήλιο και το καθαρίζω να φύγουν όλα τα σκουπιδάκια κι ύστερα το τρίβω στα λιθάρια. Παλιά είχαμε κι εμείς λιθάρια, τώρα απόμειναν σ'ένα σπίτι της γειτονιάς και πάμ' εκεί να τρίψουμε."
Ο χειρόμυλος αυτός, όμοιος με εκείνον που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία εποχή, αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες που είναι τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με μια τρύπα στο κέντρο για να πέφτει λίγο λίγο από κει το στάρι και να τρίβεται. Στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια δεύτερη τρύπα, μικρή σαν δίφραγκο, στην οποία εισχωρεί ένα ξύλο. Γυρίζοντας κυκλικά το ξύλο αυτό, η πάνω πέτρα περιστρέφεται πάνω στην κάτω και τρίβει τον καρπό.


"Τον τραχανά τον φτιάχνουμε το καλοκαίρι, γιατί πρέπει να ξεραθεί καλά στον ήλιο. Σε επτά κιλά γάλα βάζω πέντε κιλά στάρι, μια πρέζα αλάτι και τα ανακατεύω καλά με το χέρι. [...] Αφού ζυμώσω, αφήνω το ζυμάρι μια δυο ώρες να φουσκώσει. Στην αυλή μου, πάνω σ'ένα τραπέζι, στρώνω έπειτα ένα άσπρο καθαρό πανί, απλώνω τον τραχανά κουταλιά κουταλιά για να στεγνώσει στον ήλιο και το σκεπάζω με ένα τουλπάνι για να μην πάει μύγα. Έχω όμως το νου μου, μια δυο φορές πάω και τον γυρίζω, για να ψηθεί απ'όλες τις μεριές. Όταν στεγνώσει και γίνει σαν παξιμάδι θα τον σπάσω με το χέρι σε μικρά κομμάτια για να στεγνώσει μέχρι μέσα και θα τον τρίψω να περάσει απ'το κόσκινο. Δεν έχω πια εκείνο το δερμάτινο το κόσκινο, πάει αυτό, κάηκε μαζί μ'όλο μας το σπιτικό, τώρα έχω το λαμαρινένιο. Όπως το τρίβω το παξιμάδι, πέφτει ένα ψιλούτσικο ρυζάκι, αυτός είναι ο τραχανάς. Θα τον απλώσω τώρα μέσα στο σπίτι περίπου μια βδομάδα να φύγει όλη του η υγρασία και θα τον φυλάξω σε πάνινο σακουλάκι και θα τον κρεμάσω σε μέρος στεγνό για να μην πιάσει σκουλήκι."..."


[Τώρα, για όποιον θέλει να γυρίσει και καμιά δεκαριά χρόνια πίσω, υπάρχει κι αυτή η ανάρτησή μου: έχω τραχανά απλωμένο.. από εποχή pathfinder, της οποίας τα πολύτιμα σχόλια δεν εδύνατο, δυστυχώς, να μεταφερθούν εδώ....]

Ας κλείσουμε, όμως,  μ'ένα ταξίδι στα "ετυμολογικά" του τραχανά....

Η συνήθης ετυμολογία της λέξεως "τραχανάς" δίνεται από το μεταγενέστερο "τραγανός" με επίδραση του "τραχύς" και του πληθυντικού "τα τραχανά". Ο δε "τραγανός" προέρχεται από θέμα του αορίστου "έτραγον" του αρχ. "τρώγω" και σημαίνει τον όμοιο με χόνδρο, τον κάπως σκληρό, αλλά κι αυτόν που "τρίζει κατά τη μάσηση". ("Μείζον ελληνικό λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη"")
Εξ άλλου το αρχαίο "τρώγω" δεν είχε την ευρεία έννοια του σημερινού "τρώω", αλλά αφορούσε την κατανάλωση κυρίως καρπών, σε αντιδιαστολή με το "εσθίω":
"τρώγω": ... ρυκανῶ τι διὰ τῶν ὀδόντων ὄπως εἶτα μασήσω καὶ καταπίω, ροκανίζω, οἷον ἐπὶ τῶν φυτοφάγων ζώων... // ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐσθίω ὠμὰ χόρτα, ὄσπρια καὶ ξηρούς καρπούς' ΑΒ114,15 "τρώγειν οὔ φασι δεῖν λέγειν τὸ ἐσθίειν, ἀλλὰ τὸ τραγήματα ἐσθίειν"... ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Όπου "τραγήματα" (εκ του τρώγω-έτραγον φυσικά)= "καρποί ροκανιζόμενοι κατά το τέλος του δείπνοι, επιδόρπια, σύκα, καρύδια, τα προς τέρψη τρωγόμενα, ξηροί καρποί"("Επίτομον λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Δορμπαράκη")

Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικό":
"παρὰ τοῦ ἔτραγον τραγανός" (731,15)

Ο Δημητράκος στο λήμμα "τραγανός" (ὁ)  (ως ουσιαστικό) αναφέρει τις εξής έννοιες:
1) μτγν. και δημ. τράγος και παραπέμπει στην έβδομη ερμηνεία της λέξεως τράγος = "μείγμα τι εκ χονδροαλεσμένου σίτου, εξ ολύρας: Διοσκουρίδης 2,11"
2) το φυτό σκορπίος ή αλλιώς τράγος
3) δημ. ο τραχανάς
Ενώ στο επίθετο "τραγανός"(-η, ον) [εκ του "τραγείν"] σημειώνει:
1) μτγν., νεωτ. & δημ. τρώξιμος, εδώδιμος, φαγώσιμος
2) μτγν., νεωτ. & δημ. ο όμοιος προς τον χόνδρον, χονδρώδης, υπόσκληρος// δημ. το ουδετ. τραγανό ως ουσ. χόνδρος της ρινός, του ώτος, κττ.
3) νεωτ. & δημ. ο τρίζων κατά την μάσησιν [...]

(σιμιγδαλένιος τραχανάς)

Αλλά κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης"  παραθέτει το λήμμα "τραγανίς" (ὁ, ἡ): "ἐπὶ ἐδωδίμων, ἅτινα ἔν τῶ τρώγεσθαι βαρύν τινα ἦχον ἐν τῶ στόματι προξενοῦσιν, ὥς το τραγανόν, χόνδρος, οἱ τραχεῖς κέρασοι, οἱ σεμιδαλῖται ἄρτοι & αὔτη ἡ σεμίδαλις κ.τ.τ., μεταφορικὰ δε & ἐπὶ τραχείας φωνῆς καὶ μάλιστα τῶν ακμαζόντων νέων......", 
όπου "χόνδρος"= "χονδροκοπανισμένον κριθάρι ἤ σιτάρι...." [εξ ου και "ξινόχοντρος" ο τραχανάς των Κρητικών παρασκευαζόμενος από σπασμένο στάρι και ξινισμένο γάλα]
και "σεμίδαλις" φυσικά το σιμιγδάλι

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές αναφορές του Φαίδωνος Κουκουλέ στο πολύτομο και πολύτιμο έργο του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εκδόσεις Παπαζήση), όπου καταγράφει (τόμος Ε, σελ.40):
"Μεταξὺ των οικιακῶν σκευῶν τῶν Βυζαντινῶν ἀναφέρεται και το "χειρομύλιον", τοῦθ'ὅπερ δεικνύει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔκοπτον δι'αὐτοῦ τὸν σῖτον, τὸν "χόνδρον ἤ τραγανὸν ἤ τράγον" αποτελοῦντες (σημ.: "Χόνδρος' τραγανός", Ἠσύχιος), ἐξ οὗ καὶ τὸ ὁμώνυμον θὰ παρασκεύαζον φαγητόν, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου περιγράφουσι τὰ "Γεωπονικά". "
με παραπομπή: "Γεωπονικά 3, κεφ.7,8. Σήθ 127,1. Τὸν χόνδρον ἀναφέρει και ὁ Ὀριβάσιος, 3,3,2 (71,15). Νῦν ἐν Αὐλωναρίῳ Εὐβοίας "τραγανός" και ἐν Ἴμβρῳ "τραχανός" λέγεται ο τῶν μεσαιωνικῶν "τράγος", ὁ κοινός "τραχανᾶς". "

Ο Ησύχιος στο λεξικό του καταγράφει:
"χονδρεύει": "σεμίδαλιν ποιεῖ"
"χονδρίτης": "σεμίδαλις" (Αθήναιος, Γ'115d)
"χονδροκοπ(ε)ῖα": "μύλων ὅπου ὁ χόνδρος κόπτεται"
"χόνδρον": "σεμίδαλιν μεμιγμένη ὡς πλακοῦντα" (Ἀριστοφάνης, Σφ. 737)
"χόνδρος": "τραγανός. οὕτος ὁ ἅλιξ. ἤ παχύς, ἤ μωρός"

Κι επανερχόμαστε στον πολύτιμο Φαίδωνα Κουκουλέ (τόμος Ε, σελ.119):
"Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Πλούτου τοῦ Ἀριστοφάνους (στιχ.999), ὁμιλῶν δι' εἶδος πλακοῦντος γαλακτώδους, ὅστις ἰδιωτικῶς "φλεψία" και "τραχανᾶ" ἐκαλεῖτο μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του συνηθίζετο ἡ "τραχανόπιττα", ἥτις θὰ κατασκευάζετο, πιθανότατα, ὡς καὶ σήμερον, ἐκ πολτοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τραχανᾶ, "τράγου" κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καλουμένου*, ὑδατος, κρόκων ὠοῦ, βουτύρου καὶ τριμμάτων τυροῦ, ὅστις πολτὸς παρενετίθετο μεταξὺ φύλλων ζύμης. 
Ἡ τραχανόπιττα αὕτη νῦν ἐν Ἡπείρῳ καλεῖται "κοφτόπιττα", ὡς κατασκευαζομένη ἐκ κοφτοῦ ἐν χειρομύλῳ δῆλα δὴ κοπέντος σίτου, βουτύρου καὶ τυροῦ.",
όπου * "Περὶ χόνδρου καὶ ἑψήσεως αὐτοῦ  μετὰ γάλακτος, βλ. Ὀριβάσιον, 4,7,31 (105,2ἑξ.)" [ο οποίος Οριβάσιος ή Ορειβάσιος ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και συγγραφέας του 4ου αιώνος μ.Χ..]

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Βαλσαμέλαιο και το βοτάνι του Προδρόμου!



Ένα από τα αγαπημένα μου βοτάνια είναι το βάλσαμο, επισήμως ονομαζόμενον Υπερικό το διάτρητον. Θά'ναι καμιά δεκαριά χρόνια που το γνώρισα, όταν μια γυναίκα μου μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι'αυτό καθώς και για τις εκπληκτικές ιδιότητες του βαλσαμέλαιου που κατασκευάζεται απ'τις ανθισμένες κορφούλες του. Κι αναγνωρίζοντάς το, άρχισα να το συλλέγω. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που με διασκέδαζε ήταν οι μεταμορφώσεις του! Τα κατακίτρινα ανθάκια του που καθώς βουτάνε στο πρασινοχρυσαφένιο ελαιόλαδο το μεταμορφώνουν σιγά-σιγά σ'έναν κατακόκκινο πολτό! Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η αλλαγή των χρωμάτων. Για το λόγο τούτο και πολύ πιτσιρίκα είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στο μπρόκολο, το οποίο τότε (σήμερα μάλλον εξαφανίστηκαν αυτές οι ποικιλίες) με το βράσιμο άλλαζε απόχρωση και μόλις το πότιζες με χυμό λεμονιού τα "λουλουδάκια" του ροζίζανε. Αντιθέτως, το συγγενές του κουνουπίδι, με άφηνε αδιάφορη.


Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα να φτιάχνω κάθε χρόνο λίγο βαλσαμόλαδο, αλλά -να πω τη μαύρη αλήθεια- δεν είχα που να το χρησιμοποιήσω. Μάλλον ξεχασμένο σε κάποιο ράφι της αποθηκούλας την έβγαζε. Ώσπου μια μέρα είχα έντονο πόνο στην ωμοπλάτη (κάποιο μυϊκό τράβηγμα ίσως... αφού σε ησυχία δεν κάθομαι!) κι εκεί που τρωγοπίναμε με μια παρέα, μου πετάει κάποιος "Το βαλσαμόλαδο θα σε ανακουφίσει. Το ξέρεις το βαλσαμόλαδο;" "Πώς δεν το ξέρω; Τόσα μπουκαλάκια περιμένουν στο ράφι να βρουν λόγο ύπαρξης!" Κι έτσι, άρχισε να χρησιμοποιείται από όλους μας, καταρχάς με επαλείψεις σε ταλαιπωρημένα σημεία του σώματος, σε πονεμένα χέρια, σε "τραβήγματα" και σχετικά.. Μετά, είχαν σειρά τα εγκαύματα! Όταν έχεις ξυλόσομπα για κύρια θέρμανση, δε μπορεί, κάποια στιγμή θα καείς! Θά'σαι ταλαιπωρημένος όλη μέρα και προσπαθώντας το βράδυ να στριμώξεις ένα μεγάλο κουτσουμπάνι, θα τ'ακουμπήσεις το άτιμο το πυρωμένο μέταλλο! Αν δε, ξεπεράσεις, και τα όριά σου, και ξεθεωμένος μαγειρεύεις μες στη μαύρη νύχτα, μπορεί να σου χυθεί και στο χέρι σου καυτό νερό απ'την κατσαρόλα... κι εκεί το βαλσαμόλαδο, βάλσαμο για το έγκαυμα! Διαβάζοντας, εν συνεχεία, και τις λοιπές ιδιότητές του στο Μπαζαίο, θα βρεις περιπτώσεις για να δοκιμάσεις την αξία του ή να πειραματιστείς! Σε πληγές, πόνους αρθριτικών, κλπ, κλπ... όλο και κάποιος μας το χρησιμοποίησε με επιτυχία! Οπότε, φέτος, ήμουν σ'ετοιμότητα και μόλις πρωτοάνθισε -πριν λίγες μέρες στα χαμηλά- έτρεξα για συγκομιδή!


Η κατασκευη του βαλσαμόλαδου είναι ιδιαιτέρως απλή. Κόβεις τις ανθισμένες κορφούλες, τις στουμπώνεις σε μια γυάλα, περιχύνεις με καλό ελαιόλαδο μέχρι να σκεπαστούν, σφραγίζεις και το ξεχνάς στον ήλιο για κανένα μήνα. Ύστερα στραγγίζεις το υγρό και το φυλάς σε μπουκαλάκια. Αυτό είναι όλο κι έχεις έτοιμο ένα φάρμακο της φύσης στο σπιτικό σου.


Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" περιγράφει πολλές από τις ιδιότητες του φυτού αυτού, που μπορεί να ληφθεί εσωτερικά ως αφέψημα ή έγχυμα των αποξηραμένων ανθισμένων κορφών του, είτε εξωτερικά με επάλειψη, συνήθως, ως βαλσαμέλαιο.(* Βέβαια, κάποιοι πίνουν ακόμη και το βαλσαμέλαιο, σε ελάχιστες ποσότητες-σταγόνες φυσικά, για θεραπεία έλκους στομάχου, κ.α.!) Ας δούμε ποιές καταγράφει, εν τάχει:
  • Αντικαταθλιπτικό.
  • Για αϋπνίες. (Ιδέα: Γεμίστε ένα μαξιλάρι με φύλλα βαλσάμου. Η μυρωδιά τους βοηθάει να σταματήσουν οι αυπνίες.) 
  • Διουρητικό.
  • Εμμηναγωγό. (Και ρυθμιστικό των εμμήνων αν προσθέσετε έγχυμα από φύλλα του στο νερό του μπάνιου.)
  • Σπασμολυτικό. (Ιδιαίτερα σε υστερία, νευρική κατάθλιψη.)
  • Τονωτικό και διεγερτικό.
  • Χωνευτικό.
  • Αντιφυσιτικό.
  • Ανθελμινθικό, δηλ. για παράσιτα του εντέρου. (¨Ενα φλιτζάνι αφέψημα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, για τρεις συνεχόμενες μέρες.) 
  • Για παιδική ακράτεια. (Φτιάχνουμε έγχυμα, μουλιάζοντας δυο κουταλάκια ψιλοκομμένο φυτό ή φύλλα σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό.)
  • Για σπασμωδικό βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα και κολικούς.
  • Για επούλωση τραυμάτων. (Επαλείψεις με βαλσαμέλαιο.) [* εξ ου και σπαθόχορτο/ σπαθέλαιο]
  • Αντισηπτικό (σε δαγκώματα εντόμων, πληγές)
  • Για αρθριτικά, ρευματισμούς, πληγές.
  • Αντιφλογιστικό και επουλωτικό. (Με βαλσαμέλαιο επουλώνονται εγκαύματα, πληγές και έλκος στομάχου.)
Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν λεξικόν" του σημειώνει πως "το διάτρητον Υπερικόν όχι μόνον εν Ελλάδι και πανταχού της Ανατολής, αλλά και πολλαχού της λοιπής Ευρώπης χαίρει φήμη αρίστου φαρμακευτικού είδους προς επούλωση πληγών και θεραπείαν τραυμάτων και δερματικών τινών νοσημάτων".

Επιπλέον, ο Μπαζαίος αναφέρει πως, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, "η υπερικίνη που περιέχει το βάλσαμο έχει εντυπωσιακή δραστηριότητα και μικρή τοξικότητα κατά των ιών όπως του έιτζ, σε δοκιμαστικό σωλήνα και σε πειράματα με ζώα. Αρχικά μόλυναν ποντίκια με ιούς που προκαλούν λευχαιμία και μετά τους χορήγησαν μια μοναδική ένεση εκχυλίσματος βαλσάμου που "πρόλαβε απολύτως τη νόσο"."  Αλλά και σημερινές δημοσιεύσεις τονίζουν τις αντικαρκινικές του ιδιότητες και τις προσπάθειες που γίνονται να χρησιμοποιηθεί από την ιατρική κατά της νόσου.

Όπως και νά'χει, δεν είναι τυχαίο που ο λαός μας το ονόμασε βάλσαμο, λέξη που ταυτίζεται με κάθετι που προκαλεί έντονη ανακούφιση από πόνους, σωματικούς αλλά και ψυχικούς....

Ακόμη, από το βότανο αυτό ονομάστηκε η ταρίχευση βαλσάμωμα, γιατί, όπως αναφέρει ο Μπαζαίος και πάλι, "Αρχές καλοκαιριού μάζευαν παλιά βάλσαμο, το πολτοποιούσαν και με το ζουμί που φύλαγαν, άλειφαν τους πεθαμένους για να μη μυρίζουν."

Όμως, επειδή κάθε φάρμακο μπορεί να αποβεί και φαρμάκι (δεν είναι τυχαίο που για τους αρχαίους ημών προγόνους η λέξη "φάρμακον" είχε διττή έννοια...), όταν χρησιμοποιούμε βάλσαμο χρειάζονται κάποιες προφυλάξεις και στις ποσότητες που λαμβάνουμε, αλλά κυρίως στη συνδυαστική του δράση με άλλα φάρμακα ή ισχυρά βότανα, που μπορεί να προκαλέσει άσκημες παρενέργειες! Λόγω της έντονης δραστικότητάς του απαγορεύεται σε έγκυες και θηλάζουσες και λόγω της φωτοτοξικότητάς του, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στον ήλιο μετά από τη λήψη του, ιδιαιτέρως σε άτομνα με πολύ λευκό δέρμα. (Θεωρείται, μάλιστα, πως είναι επικίνδυνη η λήψη του σε μεγάλες ποσότητες από βοοειδή και άλλα ζώα εκτροφής έκθετα στον ήλιο, καθώς συγκεντρώνεται στο δέρμα τους και τους προκαλεί δερματικό έγκαυμα με φουσκάλες.)

Αλλά, ας πούμε και λίγα λόγια για την ιστορία του...

Το βάλσαμο κυκλοφορεί στην πιάτσα με πλήθος ονόματα πέραν της επισήμου ονομασίας του (Υπερικό το διάτρητο), όπως βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, περίκη, λειχηνόχορτο, ψειροβότανο, χελωνόχορτο, σπαθόχορτο, κοψοβότανο, κουκτσούδι, αλλά και "μαστίγιο του διαβόλου", "Χάρη του Θεού", "Θαύμα του Θεού", "Βότανο του Προδρόμου"! Αυτήν την τελευταία ονομασία, ο Μπαζαίος την ερμηνεύει ως εξής: "Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμασαν το φυτό έτσι προς τιμήν του Ιωάννη του Βαπτιστή, επειδή πίστευαν ότι αποδέσμευε το σαν αίμα έλαιο στις 29 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής του Αγίου."  
Στο διαδίκτυο, όμως, κυκλοφορούν αρκετές ακόμη εκδοχές, όπως ότι ονομάστηκε έτσι είτε επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανθοφορία κατά την 24η Ιουνίου που γιορτάζουμε το γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, είτε γιατί συγκαταλεγόταν στις "ακρίδες" (δηλαδή τις άκρες των φυτών) με τις οποίες τρεφόταν ο Βαπτιστής στην έρημο ή λόγω του ότι τα μαυροκόκκινα και τα ημιδιάφανα στίγματα στα πέταλά του συμβολίζουν αντίστοιχα το αίμα και τα δάκρυα, του Ιωάννου όταν εκείνος αποκεφαλίστηκε. Ακόμη, είδα να αναφέρεται πως πήρε το όνομά του από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ καθώς θεράπευαν μ'αυτό τις πληγές στις Σταυροφορίες! Όπως και νά'χει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν έχει κάποιο τυχαίο όνομα, όπως δεν είναι και τυχαίες οι ιδιότητές του!
Ο Μπαζαίος προσθέτει πως "το μεσαίωνα οι Χριστιανοί υιοθέτησαν την παγανιστική πεποίθηση ότι το βάλσαμο απωθούσε τα κακά πνεύματα και το έκαιγαν την παραμονή της γιορτής του Αγ.Ιωάννη για να εξαγνίσουν τον αέρα, να διώξουν τα κακά πνεύματα και να εξασφαλίσουν υγιείς σοδειές." Πάντως, όπως προδίδουν και οι άλλες ονομασίες του ("Χάρη του Θεού", "μαστίγιο του διαβόλου"), το κύρος του μικρού μας βάλσαμου παρέμεινε, στο πέρασμα των χρόνων, αναμφισβήτητο! Κι ίσως να δίναν, όπως λέγεται, κάποτε στους "δαιμονισμένους" βάλσαμο, καθώς είχαν παρατηρήσει πως το βότανο αυτό καταπραϋνει διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα νευρολογικής φύσεως που κάποια εποχή τα ταυτίζαν με "δαιμόνια"!

Στην αρχαιότητα αναφερόταν και ως "Υπέρεικον", "Ανδρόσαιμον", "Άσκυρον"...Σύμφωνα με το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης" των Liddell-Scott:



Το λεξικό, λοιπόν, το ετυμολογεί από την ερείκη ("ρείκι"). Στο διαδίκτυο, συνάντησα δυο εκδοχές για την ετυμολογία του. Μία αναφέρει ότι συντίθεται εκ των "υπό" και "ερείκη", ότι δηλαδή φύεται κάτω από τα ρείκια, αλλά ομολογώ πως εγώ δεν εχω παρατηρήσει ποτέ τέτοιο πράγμα και θα μου φαινόταν πολύ περίεργο να ξεπροβάλει κάτω από τούτους τους πυκνούς θάμνους! Η δεύτερη ετυμολόγησή του είναι, λέει, από το "υπέρ" και "εικών", είτε διότι οι αρχαίοι Έλληνες διακοσμούσαν με αυτό τα θρησκευτικά τους είδωλα (όμως, ούτε αυτό μπόρεσα να το πιστοποιήσω κάπου..), είτε διότι είναι "υπεράνω της εικόνας του", "πέραν αυτού που φαίνεται"....Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") το ετυμολογεί από το "υπέρ" και "ερείκη", χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, ενώ ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") απλά από το "ερείκη" και, δυστυχώς, δε μπόρεσα να βρω κάπου αλλού κάτι περισσότερο διαφωτιστικό...

Πάντως αναφέρεται και ως "ανδρόσαιμον" λόγω του ερυθρού χυμού του:



κι ως "άσκυρον", είδος υπερικού:





Οι φαρμακευτικές του ιδιότητες ήταν, φυσικά, γνωστές από την αρχαιότητα. Όπως συνοψίζει ο φαρμακοποιός Μ.Μιτάκης (βλέπε: http://www.iama.gr/ethno/Hypericum_files/2Hypericum_Mitakis%20Manolis.pdf), ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως αναλγητικό σε περιπτώσεις ρήξης της πνευμονικής αρτηρίας, αλλά και σε περιπτώσεις λυγγώδους πυρετού. Ο Διοσκουρίδης ως διουρητικό, εμμηναγωγό, αντιπυρετικό, κατά του τεταρταίου πυρετού (όταν πίνεται με οίνο), για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας (όταν τα σπέρματά του πίνονται επί σαράντα ημέρες) και ως κατάλληλο κατάπλασμα (σπέρματα και φύλλα) για εγκαύματα. Ο Γαληνός αναφέρεται στην διουρητική, ξηραντική εμμηναγωγή δράση του, αλλά και στη χρήση του για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας, του ίκτερου και των εγκαυμάτων.

Αυτά, προς το παρόν, περί βαλσαμόχορτου (που θα μπορούσαν νά'ταν κι άλλα... εδώ για την παρασκευή ενός απλού ελαίου ξεκίνησα να κάνω εγγραφή και κατέληξα να ψάχνω ασταμάτητα σε τόμους και διαδίκτυα... χωρίς να βρίσκω κι αυτά που θέλω! Αλλά ο χρόνος με κυνηγά...), που μου φαίνεται ότι τελικά θα με προβληματίσει περισσότερο κι από κείνον τον Ερμοδάκτυλο!

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

αγκινάρες με τ'αγκάθια..


Σήμερα μάζεψα τις τελευταίες... Εντάξει, έχει και κανα-δυο κούτσικες ακόμη, αλλά δεν περιμένω και πολλά πράγματα τέτοια εποχή! Καιρό ήθελα να γράψω για τούτες τις αγκαθωτές πριγκιπέσσες αλλά δε μου καθότανε ο χρόνος! Όπως και να το κάνεις, είναι ένα φυτό ιδιαίτερο. "Να τη δεις να φοβηθείς, να τη φας να γλυκαθείς!" λέει το αίνιγμα. Κι όντως, η γλύκα της είναι απρόβλεπτη για κάποιον που πρωτοσυναντά το αγριεμένο κι αγκαθωτό της παρουσιαστικό! Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει, αλλά εκείνοι που την προτιμούν, τη λατρεύουν!


Εδώ, στο Πήλιο, τη μαγειρεύουν συνήθως με κουκιά. Να πω την αλήθεια, ποτέ δεν την έφτιαξα έτσι, κι ούτε σκοπεύω. Νομίζω ότι χάνεται όλη η ξεχωριστή διακριτική γεύση της μέσα στην "κουκίλα". Κι επειδή με το νά'χεις πολλές και διάσπαρτες ρίζες στο γενεαλογικό σου, υπάρχει μια γενικότερη ποικιλία στις οπτικές, ακόμη και τις γαστρονομικές, έμαθα να τις λατρεύω αλά πολίτα, αλλά και ως σαλατικό με λαδολέμονο!
Όσο για την παλαιά ονομασία της, ακόμη κι ο Αθήναιος (2ος-3ος αι.μ.Χ.) στους "Δειπνοσοφιστές" του είχε τους προβληματισμούς του: "Κινάρα (αγκινάρα). Ταύτην ο Σοφοκλής εις τας "Κολχίδας" την ονομάζει "κυνάραν", εις δε τον "Φοίνικα""κύναρον", δια του "υ" δήλονότι: "Κύναρος αγκαθωτή γεμίζει όλον τον αγρόν". [...] Ο δε Δίδυμος ο Γραμματικός εξηγών την παρά τω Σοφοκλεί απαντώσα λέξη"Κύναρος άκανθα" λέγει: "Μήπως τέλος πάντων εννοεί τον κυνόσβατον, επειδή το φυτόν τούτο είναι τραχύ και ακανθώδες. Διότι και η Πυθία το ωνόμασε "ξύλινην κύνα" (ξύλινη σκύλα). Ο Λοκρός δηλαδή αφού έλαβε χρησμόν, εκεί να κτίζη πόλιν, όπου ήθελε δαγκασθή υπό ξύλινης σκύλας, καταξεσχισθείς εις τας κνήμας του υπό κυνοσβάτου έκτισεν την πόλιν." Ο δε κυνόσβατος είναι φυτόν μεταξύ θάμνου και δέντρου, όπως λέγει ο Θεόφραστος, και έχει καρπόν ερυθρόν παραπλήσιον με το ρόιδο [...]".  
Πάντως σίγουρα, όπως μας πληροφορεί, από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ύστερα η αγκινάρα ονομάζεται κινάρα και είναι το αυτό φυτό. Συμπληρώνει δε: "Ο δε Πτολεμαίος ο Ευεργέτης [...] γράφει.... "Επειδή δε εις τα μέρη εκείνα γίνονται πολλαί κινάραι (αγκινάρες), πάντες οι συνακολουθούντες ημάς στρατιώται κόπτοντες τας εχρησιμοποίουν προς τροφήν και, αφού τας απεγύμνωναν από τας ακάνθας, προσέφερον και εις ημάς".

Η αγκινάρα και το ακόμη πιο άγριο ξαδερφάκι της, το γαϊδουράγκαθο [ή, αρχαϊστί -για όποιον ενδιαφέρεται- ονόπορδον (όνος+πορδή), καθώς ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") καταγράφει "Ονόπορδον (πέρδω): Φυτόν τι, είδος αγριοκυναρίας", αλλά και το περίφημο Liddell-Scott ("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") σημειώνει: "Ονόπορδον: "είδος ακάνθου, ην όταν φάγωσιν οι όνοι πέρδονται, κατά τον Πλίνιον"], συγκαταλέγονται στα πολυτιμότατα φυτά-βοτάνια του φαρμακείου της φύσης, κυρίως διότι προστατεύουν το ήπαρ και την καρδιά, αλλά και για πλήθος άλλες θεραπευτικές τους ιδιότητες.


Συγκεκριμένα για το γαϊδουράγκαθο (το οποίο έμαθα πως τρώγεται ωμό και τρυφερό και θέλω να το δοκιμάσω!)
ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), καταγράφει, μεταξύ άλλων:
> Χολαγωγό που συνίσταται σε κάθε αρρώστια του ήπατος.
> Τονωτικό για εξασθενημένους από διαλείποντες πυρετούς.
> Αιμοστατικό σε ρινορραγία, βαριά έμμηνα, πληγές.

Αλλά και: "Η λαϊκή θεραπευτική χρησιμοποιεί το αφέψημά του ως αποχρεμπτικό, εμετικό, εφιδρωτικό, αντιπυρετικό και ταινιοκτόνο.", "Ο Culpepper συνιστούσε το έγχυμα από φρέσκια ρίζα και σπόρους για το θρυμματισμό και την απομάκρυνση της πέτρας ουρικού οξέος από τα νεφρά και για υδρωπικία....", "Ο Μ.Μεσσεγκέ το θεωρεί αποτελεσματικό φάρμακο για πολλά είδη αλλεργίας, για τη ναυτία, για το άσθμα, για την αλλεργική καταρροή...". Θεωρείται ότι "δυναμώνει τα κύρια όργανα του σώματος' μυαλό, καρδιά, νεφρά, συκώτι, στομάχι, πνεύμονες" και "καθαρίζει τον οργανισμό από μολυσματικούς παράγοντες". Επίσης, "Τα φύλλα του ξεραμένα και σε μορφή σκόνης συνιστώνται στις μητέρες που θηλάζουν για περισσότερη γαλακτοφορία και στα παιδιά με παράσιτα εντέρου", ενώ για το "κακό σπυρί" "οι πρακτικοί βοτανολόγοι κοπανάνε ρίζες γαϊδουράγκαθων, τις βάζουν στο σπυρί, το δένουν με γάζα 4-5 ώρες, για να ωριμάσει και ν'ανοίξει." Αυτά και τόσα άλλα....για ένα αγριάγκαθο που όταν ανθίζει, προβάλλει όλη την κρυμμένη του εξωτική ομορφιά....


όπως κι η πιο πριγκιπική ξαδέρφη του, η αγκινάρα...




Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Ο έρωτας κι η σουσουράδα!



Κι εκεί, ανάμεσα στους κομπογιάννους, νά'σου και μια σουσουράδα! Κουνιστή και λυγιστή, ναζιάρα, με τη λεπτή ουρίτσα της να πηγαίνει πέρα-δώθε, καθώς αναζητάει στον παγωμένο δρόμο και στο χιόνι, λίγο τροφή. Τούτη, με δυσκόλεψε περισσότερο. Πιο τσαπερδόνα, πιο επιφυλακτική, πέταξε ψηλά με το που τη σημάδεψα με το φακό! Αλλά περίμενα, και ξανάρθε. Και την επόμενη μέρα ξεθάρρεψε λίγο περισσότερο, καθώς πήρε πρέφα το στέκι με τα ψίχουλα.


Η σουσουράδα, λοιπόν - απ'το σεισ-ουράδα, σεισ-ούρα, καθώς σείει την ουρά της- που χάρισε τ'όνομά της σε κάθε "πεταχτή" γυναίκα! Επισημότερα και πιο καθαρευουσιάνικα λεγόταν -πώς αλλιώς;- σεισοπυγίς, από το σείω και το πυγή = γλουτοί, οπίσθια (εξ ου κι η γνωστότατη πυγο-λαμπίδα). Αλλά αναφέρεται και ως σεισ-ούρα και ως κωλο-σούσα! Είχε, δεν είχε, με το πολύ το κούνημα της έμεινε το παρατσούκλι! Και σαν να μην έφτανε αυτό, με τις τσαχπινιές της θεώρησαν πως έρρεπε προς τον έρωτα και την αφιερώσανε στην Αφροδίτη. Κι έτσι βρήκε μεγάλους μπελάδες από κάτι μάγισσες που ανακατεύονταν με ερωτικά μαντζούνια και από απελπισμένες γυναίκες που κυνηγούσαν τους άντρες τους! Αλλά ας τα πάρουμε απ'την αρχή:

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι την ονοματίζανε και "ίυγξ" (ίσως πριν καθιερωθεί επισήμως το παρατσούκλι της!), εκ του ιύζω= κραυγάζω, φωνάζω δυνατά. Ένας μύθος, λοιπόν, έλεγε ότι η Ίυγξ ήταν κορούλα του Πανός και της Ηχούς (ή κατ' άλλους της Πειθούς) και θεράπαινα (υπηρέτρια) της Ιούς, της κόρης του Ινάχου. Τούτη η Ίυγξ, λοιπόν, καθώς ήταν εμπειρότατη στα ερωτικά γιατροσόφια, χρησιμοποίησε τα μαγικά της για να προσελκύσει το Δία προς την Ιώ. Ε, μόλις το πήρε πρέφα η Ήρα, έξαλλη από τη ζήλια της, τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο πτηνό! Έτσι της καημένης της σουσουράδας, δεν της φτάνει που της έμεινε τ'όνομα απ'τα κουνήματά της, κληρονόμησε και τη φήμη της ερωτομάγισσας απ'την πρότερη ζωή της. Οπότε, αφορμή βρήκαν κάτι "φαρμακεύτρες" αργότερα να τη χρησιμοποιήσουνε στα κόλπα τους, δένοντάς την την κακομοίρα στο μαγικό τροχό που περιστρέφονταν καθώς λέγαν τα ξόρκια τους! Γι'αυτό καλά λένε, "κάλλιο να σου βγει το μάτι, παρά τ'όνομα"!

Επομένως, ίυγξ κατέληξε να σημαίνει μεταφορικά "θέλγητρον, πανδήποτέ τι εφελκυστικόν' ακατάσχετος επιθυμία, σφοδρά έφεσις", αλλά και ο ίδιος "ο μαγικός τροχός επί τον οποίον περιεστρέφετο δεδεμένη η ίυγξ" (Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Ανθίμου Γαζή).

Βεβαίως-βεβαίως, με τόσες ταλαιπωρίες, δε μπορούσε παρά να γίνει και διάσημη. Έτσι, ο Θεόκριτος (3ος αι.π.Χ.) στα περίφημα "Ειδύλλιά" του και, συγκεκριμένα, στις "Φαρμακεύτριες" την αναφέρει επανειλημμένως:


"Θέστυλι, πουν' οι δάφνες μου και που τα μαγικά μου; 
Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη, 
αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι. 
Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη,

ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε, 
ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα. 
Ώ! δίχως άλλο ο Έρωτας κι η πονηρή Αφροδίτη 
θα του σηκώσαν το μυαλό κι έπιασεν άλλη αγάπη. 
Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα 
και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει.

Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια. 
Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε· 
στα μάγια πρίν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα 
και την Εκάτη πούρχεται μεσ' απ' της γης τα σπλάχνα 
και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οί σκύλλοι. 
Ώ! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη,

συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος 
και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης, 
κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια 
μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης.

Φέρε τον, σουσoυράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι!"

(απόδοση: Ι.Πολέμη)


Αλλά την σουσουράδα -καθώς ο πλούτος της γλώσσας μας είναι αστείρευτος- την αποκαλούσαν και "κίγκλο", ενώ κιγκλίζω σημαίνει "κινώ, σαλεύω τι εδώ κι εκεί δίκην κίγκλου, ως ο κίγκλος την ουρά του" ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου). Και, μάλιστα, κυκλοφορούσε και σχετική παροιμία "κίγκλου πτωχότερος", για κάποιον ιδιαίτερα φτωχό γιατί θεωρούσαν ότι ο κίγκλος δεν είχε δική του φωλιά.

Υ.Γ. Βλέπε και: Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Υστερόγραφο σαν παραμύθι....("Ψυχής Άκος")

(σαν υστερόγραφο στην προηγούμενη εγγραφή, βλ.: - Αύριο θα πας σχολείο;)

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, όταν οι Τούρκοι ήταν ακόμη εδώ στα χωριά μας και στα σπίτια μας (όχι, μη μπερδευόμαστε.. δε μιλάω για τώρα, που είναι μόνιμοι στις τηλεοράσεις μας.. τότε που είχαν κατακτήσει -και όχι αγοράσει διευκρινίζω.. γιατί μπερδεύονται σήμερα οι έννοιες.. ένα κουβάρι έχουν γίνει..- τότε, αν έχετε ακουστά, κατά τη λεγόμενη Τουρκοκρατία.. αν έχει πάρει το μάτι σας σε κανένα βιβλίο.. ή, έστω, dvd.. αν και νομίζω θά'χει διαγραφεί από κει σιγά-σιγά...είναι το καλό πως με τους υπολογιστές γλιτώσαμε και τις μουτζούρες που προδίδουν!.).. τότε, λοιπόν, εδώ στο Πήλιο, σ'ένα από τα χωριά μας, τις Μηλιές, γύρω στα 1815, τρεις παππούδες* μας πολυταξιδευμένοι και σπουδαγμένοι, ψάχνοντας τρόπο να βγάλουν απ'τα σκοτάδια κι απ'τη δουλεία τη νέα γενιά, κάναν τ'αδύνατα δυνατά να φτιάξουν ένα καλό σχολειό, να φέρουν στα παιδιά βιβλία, να τους δείξουν πως υπάρχει φως, να τους προβάλουν ιδανικά, να τους γαλουχήσουν με πίστη στην ελπίδα για ένα αύριο καλύτερο, για ένα αύριο φωτεινότερο, για ένα αύριο ελεύθερο... (Μα ακούγονται τόσο ρομαντικά όλα αυτά;)

Τούτοι οι παππούδες μας, λοιπόν, είχαν όνειρο να φτιάξουν όχι μοναχά ένα απλό σχολειό, μα μια Ακαδημία, ένα Πανεπιστήμιο κατά κάποιο τρόπο, για τα παιδιά των Ελλήνων. Μεγαλεπήβολα σχέδια θα μου πεις! Κι όμως! Σε μιαν Ελλάδα σκλαβωμένη, σε μια Ελλάδα ρημαγμένη, σε μια Ελλάδα βυθισμένη στο σκοτάδι... το είχαν όνειρο.. Φυσικά, οι Τούρκοι δε δώσαν άδεια για κάτι τόσο μεγάλο.

Όπως και νά'χει, όμως, μετά κόπων και βασάνων και πολλής καλής θελήσεως κι επιμονής, οι παππούδες μας "φιλογενεία κινηθέντες" κατάφεραν να φτιάξουν τη Σχολή τους..."προς ανατροφήν και διδασκαλίαν των τέκνων των ομογενών" και "εις βάσιν τούτου αφιέρωσαν εαυτούς εις αυτό".**... Κύττα να δεις πράγματα! Και να φανταστείς, τότε, για τούτην την "φιλογενείαν" τους δεν τους κατηγόρησαν ως αιμοβόρους ρατσιστές! Τότε. Σήμερα, δεν ξέρω... Ναι, και μάλιστα "αφιέρωσαν εαυτούς εις αυτό" και όσο παραδάκι είχαν ή μπόρεσαν να συγκεντρώσουν! Και δεν τούς είπαν "μαλάκες"! Τότε. Σήμερα, δεν ξέρω...Άλλοι καιροί, άλλα ήθη, άλλα έθιμα, άλλες αξίες... άλλες κι οι έννοιες των λέξεων!

Η Σχολή, λοιπόν, λειτούργησε. Κι οι παππούδες μας εκείνοι, μοιράζαν απλόχερα γνώση κι ελπίδα σ'όποιον ήθελε να τις κατακτήσει και προετοίμαζαν την Επανάσταση. Και κατόρθωσαν να κάνουν το χωριουδάκι τους μια από τις εστίες του ελληνικού Διαφωτισμού. 7 Μαϊου του 1821 υψώθηκε η Σημαία της Επαναστάσεως της Θεσσαλομαγνησίας, στο ίδιο αυτό χωριό. Απέτυχε, όμως. Η Σχολή υπέστη σοβαρότατες ζημιές κι οι παππούδες μας έφυγαν για την ελεύθερη Ελλάδα. Για να ξαναγυρίσει, ο ένας από αυτούς***, το 1834 και να διδάξει ξανά μέχρι το θάνατό του (1844). Τότε η Σχολή έκλεισε. Όμως ο σπόρος είχε ήδη πέσει στη γη....

Το 1881 η Θεσσαλία επιτέλους απελευθερώθηκε. Στον ίδιο χώρο στήθηκε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο του χωριού. Αργότερα (1928) τα κειμήλια της Σχολής (πολύτιμα χειρόγραφα και κώδικες, χάρτες, βιβλία, ως και όργανα φυσικής και χημείας) θα φυλαχθούν σε ένα καινούριο κτίριο, εκείνο της Βιβλιοθήκης (δωρεά και τούτο μιας εκ των γιαγιάδων μας****).



Μέχρι που ήρθανε οι Γερμανοί (ναι, ναι εκείνοι που μας έχουνε και τώρα στη μπούκα, που μας πείσανε πως ήμαστε χρεωκοπημένοι, αγύρτες, κλέφτες, τεμπέληδες και μαλθακοί κι εμείς αντιστεκόμενοι, βεβαίως-βεβαίως, τρέχουμε καθημερινά στα lidl και τ'άλλα σαβουροσουπερμάρκετ τους για να δηλητηριαζόμαστε με τις σάπιες κονσέρβες τους και να τους τονώνουμε -χάρη στην ευγνωμοσύνη που σαφώς τους οφείλουμε καθώς μας άνοιξαν τα μάτια κι είδαμε τι κουμάσια είμαστε και τι βούρδουλα χρειαζόμαστε- τη δική τους οικονομία)... Ήρθαν, λοιπόν, οι Γερμανοί (με τον πόλεμο του 1940.. έτσι, για να μαθαίνουν οι νεότεροι, μιας και δε νομίζω πως θα τα διδαχτούν ποτέ!), και κάποιοι άλλοι παπούδες μας (που δε γουστάραν τη μπότα της γιαγιάς της Μέρκελ καρφωμένη στα κεφάλια τους) παλεύανε να κάνουνε αντίσταση. Οι Γερμανοί χαλάστηκαν πολύ με κάτι ενέδρες -με τις οποίες οι παππούδες μας τους έφαγαν λάχανο- και, καθώς διακρίνονται για τις ευαισθησίες τους και τον ανθρωπισμό τους ανά τους αιώνες, αποφασίσανε να καθαρίσουν εν ψυχρώ κάθε χωριανό από 16 ως 60 χρονών και να βάλουν και καπάκι μια φωτιά στο χωριό να τα κάψουν όλα, έτσι για να το διασκεδάσουν και λιγάκι, βρε αδερφέ! Οι περισσότεροι ντόπιοι ψυλιασμένοι την κάναν για το βουνό, αλλά το κεφαλοχώρι έγινε στάχτη και 33 χωριανοί που πιάστηκαν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, παρακολουθώντας τα πάντα να τυλίγονται στις φλόγες (1943)...

Έτσι κάηκε και το περίφημο Σχολειό.

Το χωριό απέμεινε ερειπωμένο και πάμφτωχο.. Η ζωή όμως συνεχίστηκε. Κι ας ακολούθησαν κατακλυσμοί, σεισμοί, παγετοί, ξενιτεμοί και κακουχίες. Μετά το 1960 το χωριό άρχισε να παίρνει τα πάνω του. Τότε, ένας άλλος απ'τους παππούδες μας***** αποφασίζει να φτιάξει νέο σχολειό πάνω στα ερείπια της παλιάς Σχολής. Μη νομίζετε ότι δεν υπήρχαν εμπόδια και τότε! Η δωρεά έγινε, το σχολειό χτίστηκε (μάλιστα έμεινε και κληροδότημα υποτροφίας για τις επόμενες γενεές), χρειάστηκαν όμως δυο χρόνια να παραμείνει κλειστό μέχρι επιτέλους οι ιθύνοντες ν'αποφασίσουν να το λειτουργήσουν (1972). Είναι το ίδιο σχολειό που λειτουργεί και σήμερα ως Γυμνάσιο και φιλοξενεί σχεδόν 60 μαθητές από όλα τα γύρω χωριά. Είναι το ίδιο σχολειό που πέρσι φάγανε τα λυσσιακά τους για να το κλείσουνε, κι όταν μέσα στα αμέτρητα επιχειρήματα για τη στήριξή του, κάποιοι ρομαντικοί αποφάσισαν να κάνουν το λάθος να αναφέρουν και την ιστορικότητά του, οι τεχνοκράτες απ'το υπουργείο -ανεπισήμως- απάντησαν "Αφήστε τα αυτά! Δε μας ενδιαφέρουν καθόλου!". Τί να τους ενδιαφέρει, εξάλλου; Ευτυχώς που υπήρχαν κι άλλοι λόγοι.. ευτυχώς που πληρούσε όλες τις τυπικές προϋποθέσεις.. ευτυχώς που έπεσε πολύ ζόρισμα.. από κάποιους που ακόμη εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για αυτόν τον ρημαδότοπο και τις ψυχές του.. Για να του δοθεί μια μικρή, προσωρινή, παράταση ζωής..

Η Βιβλιοθήκη, που ανακαινίστηκε το 1974 με σχέδια άλλου εκ των παππούδων μας******, παρέμεινε κι αυτή ζωντανή -προς το παρόν- να διαφυλάττει τους πολύτιμους θησαυρούς της, με τις πόρτες ανοιχτές σε μαθητές μικρούς και μεγάλους, με την περίφημη επιγραφή εκείνης της παλιάς, της επί Τουρκοκρατίας, του Γένους Σχολής, να στολίζει την είσοδό της:



ΨΥΧΗΣ ΑΚΟΣ

Μήπως, δυστυχώς, χρειάζεται να το μεταφράσω;:

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΗΣ...

Γιατί δε χάσαμε μόνο το νόημα των λέξεων...

χάσαμε, δυστυχώς, και το νόημα της γνώσεως...
(ε, αυτά είναι αλληλένδετα -για αυτό μας βάλλουν τόσο και τη Γλώσσα.. τυχαία καταργήσαν πάλι τα αρχαία ελληνικά;-.. πάνε πακέτο, ένα πράγμα...)
Θεραπεία ψυχής, λοιπόν...

(αν δε χάσαμε και την ψυχή μας..)

(Σημ.:
*Γρηγόριος Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής, Δανιήλ Φιλιππίδης
**απόσπασμα από το συμφωνητικό ιδρύσεως της Σχολής απ'τον Κωνσταντά και τον Γαζή
***Γρηγόριος Κωνσταντάς
****Κρυσταλλία Οικονομάκη
*****Κωνσταντίνος Γραμμενής
******Αργύριος Φιλιππίδης)

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Καλογεράκια και βασίλες!




Μανιτάρια κι αμανίτες.. Πόσα χρόνια τώρα στο βουνό και να μην έχω πάει ποτέ να μαζέψω! Ούτε καν νά'χω δοκιμάσει! Φθινοπωρινές μανιτάρες του βουνού, όπως τις λεν εδώ. Κανείς γνωστός δε βρέθηκε να γνωρίζει καλά και νά'χει τη διάθεση να με κατατοπίσει.. Κι όμως φέτος, μετά από τόσα χρόνια, βγήκα κι εγώ σαν τους σαλίγκαρους μετά τη βροχή, για μανιτάρια στο βουνό! Κι άρχισα να μαθαίνω να τα ξεχωρίζω' φαγώσιμα και παλαβά (όπως εδώ τα ονοματίζουν), ακίνδυνα και φαρμακερά.. Γουργουλιάνες(φωτ.6), καλογεράκια (φωτ.1,4), βασίλες(φωτ.5), μαυρομανίταρα, κοκκινομανίταρα, αρτσιβούρτσια.. Αυτά τ'άτιμα τα νεραντζάκια μού'χουνε ξεφύγει, πού'ναι και τα πιο όμορφα. Δε σταθήκαμε τυχεροί μέχρι τώρα! Μοναχά άγρια, παλαβά (φωτ.2), να ξεφυτρώνουν παντού, με κόκκινες και πορτοκαλιές ανταύγειες να χρωματίζουν εντυπωσιακά το καφεδί τοπίο.



Από βασίλες και καλογεράκια, όμως, δεν έχω παράπονο! Βρήκαμε ένα σωρό. Κι είναι νόστιμα τούτα τηγανιτά. Πρώτα, βέβαια, τα κόβεις, τα ζεματάς στο νερό, να ξεθυμάνουν (φωτ.3), κι ύστερα τ'αλευρώνεις και τα ρίχνεις στο τηγάνι. Λίγες σταγόνες ξύδι, μόλις σερβιριστούν, κι είναι ο καλύτερος μεζές! Ύστερα φτιάχνονται και γιαχνί, τσιγαρισμένα με μπόλικο κρεμμυδάκι, σκορδάκι, σβησμένα στο κρασί, φρέσκια ντοματούλα, μια τζούρα βασιλικό και λίγα λιαστά ντοματάκια, έτσι για να προσθέσεις μια πινελιά στη σύνθεση. Ακόμη και με αγριογούρουνο, μαζί μ'αλλους καρπούς, φθινοπωρινούς, είναι άλλη ομορφιά.. Μοναχά ψητά δεν τα κάνουν τούτα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι πάει ο κανόνας εδώ. Τις βασίλες και τα καλογεράκια τηγανιτά ή μαγειρευτά, τις γουργουλιάνες και τα νεραντζάκια ψητά. Τώρα τα μαθαίνω κι εγώ αυτά τα τερτίπια τους. Κι επειδή από άγριο μανιτάρι δε γνώριζα, ξεκινώ με τους κανόνες των ειδικών ... μέχρι ν'αρχίσω δικούς μου πειραματισμούς!



Η αλήθεια είναι πως το να μαζεύεις μανιτάρια στο βουνό καταντάει πώρωση! Κάτω απ' τις καστανιές, χωμένα στα ξεραμένα φύλλα, τα μουλιασμένα απ'το νερό, ανάμεσα στους θάμνους και στους κέδρους, ψάχνεις να τα ξετρυπώσεις! Ποιός θα προλάβει πρώτος! Τσουπ, νάτο! Κι είναι καλό; Μήπως έχει σκουληκιάσει μέσα; Μήπως έχει φαρμάκι κι ας μη φαίνεται; Με το σουγιαδάκι ανά χείρας! Η βασίλα, αν έχει δηλητήριο, γίνεται μπλε και μωβ και πράσινη, μόλις της κόψεις τον λευκό κορμό. Σου βαράει καμπανάκι, ακόμα κι αν δεν τη γνωρίσεις με την πρώτη ματιά. Και το μυαλό, αδειάζει απ'όλες τις σκέψεις και τις σκοτούρες.. ψάχνει μονάχα μια μανιτάρα καλή, ψάχνει μανιωδώς, απόλυτα εστιασμένο! Μη σου ξεφύγουν απ'το βλέμμα, μη σου τα προλάβουν άλλοι, μη και δεν είναι καλά.. Είσαι μονάχα εσύ, το δάσος και τα μανιτάρια.. Λες κι έχεις μετακομίσει στο χωριό με τα στρουμφάκια! Όλα τ'άλλα έχουν περάσει στο πίσω κάθισμα του μυαλού, όλα τ'άλλα για λίγες ώρες ξεχάστηκαν ... Σκέτη ψυχοθεραπεία! Βέβαια, αν είσαι σαν κι εμένα, που οι εικόνες καρφιτσώνονται αυθαίρετα στο νου, όλη τη νύχτα μετά, στον ύπνο σου, θα εξακολουθείς να ψάχνεις για μανιτάρια! Μες στο σκοτάδι θα ξεφυτρώνουν καλογεράκια και θα τα κυνηγάς! Πού να ησυχάσεις; Θα στριφογυρίζεις στο κρεβάτι! Κι είναι τόσο όμορφα τ'άτιμα ...


Μανιτάρια ή αμανίτες, λοιπόν. Μανιτάρι, από το μεταγενέστερο "αμανιτάριον" το οποίο και είναι υποκοριστικό του αρχαιότερου "αμανίτης". Εξ ου κι η επίσημη διεθνής αναφορά τους ως "amanita". Τούτοι οι αμανίτες, λοιπόν, εκτός από νοστιμότατοι, αλλά κι εξίσου επικίνδυνοι για όσους δε γνωρίζουν να τους αναγνωρίζουν, έχουν και κάποια άλλα εντυπωσιακά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύντομο βίο τους (από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου"):
"Οι Αμανίται, όπως και οι άλλοι μύκητες, είναι οι άμισθοι υπάλληλοι καθαριότητας της φύσεως και του περιβάλλοντος του ανθρώπου και παράγοντες τελικής φυσικοχημικής αποσυνθέσεως, απαλλάσοντες την ύπαιθρον από μολυσμένα οργανικά υπολείμματα, τα οποία δια της επεμβάσεώς των μετατρέπονται εις οξυγόνον, διοξείδιον του άνθρακος, αμμωνίαν και ανάλογα αέρια και στερεά ανόργανα συστατικά. Ανακαινίζουν και προπαρασκευάζουν τον εναέριον και γήινον χώρον δια νέαν, υγιά διαβίωσιν."


Όσο για την αναπαραγωγή τους, "Τα μανιτάρια πολλαπλασιάζονται πρωταρχικώς από σπόρους, που αποκαλούνται ειδικώς βασιδιοσπόρια, και τα οποία παράγονται από την γεννετικήν μίξιν δύο (κλωνίων) αντιθέτου φύλου, που συναντώνται υπό το έδαφος." Να πω την αμαρτία μου, ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί ότι τα μανιτάρια χωρίζονται σ'αγόρια και κορίτσια! Κι ότι προκύπτουν από σφιχταγκαλιάσματα δυο κλωνιών κάτω απ'τη γη! Άσε που τούτες οι μανιτάρες είναι εκατομμύρια φορές πιο καρπερές κι απ'τις κουνέλες, καθώς "ένα μανιτάρι με καπέλο διαμέτρου 10 εκατοστών, μπορεί να δώσει 16 δισεκατομμύρια σπόρια"!!! Ο αρθιθμός μου φαίνεται απίστευτος, γιατί λογικά δε θά'πρεπε να υπάρχει γωνιά στο βουνό χωρίς μανιτάρι, αλλά φαντάζομαι πως πέρα από τις οποιεσδήποτε άλλες αντιξοότητες που δεν αφήνουν τα σπόρια να αναπτυχθούν, σπόρους θα πρέπει να μπορεί να δώσει ένα "ενήλικο" μανιτάρι, προτού προλάβει και κοπεί για να καταλήξει λαχταριστός μεζές σε γεύμα!


Τα μανιτάρια φυσικά είναι είδος μυκήτων, εξ ου κι η έτερη αναφορά τους από τους αρχαίους προγόνους μας ως "μύκαι". Καταγράφει ο Αθηναίος ("Δειπνοσοφισταί" Β60C, απόδοση Σταύρου Αλεξιάδου) ότι ανέφερε ο Πολίοχος: "...και κάθε τόσο κάποιο μανιτάρι ("μύκης") ψήναν, κι άμα έπεφτε δροσιά, κάποιος σάλιαγκας πιανόταν, ντόπια λάχανα έφερναν ως και τσακιστές ελιές. Κι αν ρωτάς για το ποτό τους, είχανε λίγο κρασάκι, που δεν ήσουν βέβαιος αν είναι κρασί ή ξύδι..."



Ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης"), τον "μύκη" τον ετυμολογεί από τον "μύκο". Δηλαδή: "Μύκης= Αμανίτης, μανιτάριον, επειδή συνίσταται εκ φλέγματος και υγρασίας", όπου:"Μύκος=βλέννα, κολλώδης ύλη και πάσα τοιαύτη υγρασία' όθεν μανιτάριον".
Βέβαια, η λέξη "μύκης" πρέπει νά'χει σχέση και με τη στρογγυλάδα της μορφής, καθώς "μύκης" είναι και "παν ό,τι μοιάζει με μανιτάριον" (όπως αναφέρει ο Α.Γαζής) ή "παν στρογγυλόν αντικείμενον έχον σχήμα μύκητος, οίον το κατά το άκρον της θήκης ξίφους κομβίον" (όπως αναφέρει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης"), οπότε μύκης είναι και "το γεννητικόν μόριον του ανδρός", αλλά και διάφορα άλλα. Κι επειδή πήρα φόρα, θα φτάσω στη Μύκονο, για την ονομασία της οποίας καταγράφει από παλιότερες πηγές ο Άνθιμος Γαζής "...ίσως, επειδή οι κάτοικοι ταύτης της νήσου όλοι είχον δήθεν φαλακράς κεφαλάς"!
Αλλά ο μύκης, όπως είπαμε έχει να κάνει και με τη θήκη του ξίφους, κι όπως επεξηγεί το "Μέγα Ετυμολογικόν": "Μύκης εστί η λαβή του ξίφους' νυν το ξίφος" παρά το "μύω"(= κατακλείω, είμαι κλειστός, κλείομαι, εξ ου και μύωψ, μύωπας: εκείνος που μισοκλείνει τα μάτια προσπαθώντας να δει καλύτερα) και "Από του μύκητος του ξίφους του Περσέως εκεί όντος εκλήθη η πόλις Μυκήνη". Δηλαδή οι περίφημες Μυκήνες ονομάστηκαν έτσι από τη λαβή του ξίφους του Περσέως που βρισκόταν εκεί!
Τώρα πως κατέληξα εγώ από τις βασίλες στις Μυκήνες, είναι μια άλλη υπόθεση..
Υ.Γ. Και μην ξεχνάμε ότι τα μανιτάρια έχουν ένα σωρό ευεργετικές ιδιότητες για τον οργανισμό, πλούσια σε βιταμίνες τύπου Β, σε βιταμίνη C και D, αλλά και σε μεταλλικά ιχνοστοιχεία, λευκώματα, ίνες, ενώ είναι πάρα πολύ φτωχά σε λίπη!

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Λεμόνια στους λειμώνες..

Όταν ήμουν παιδί και μεγάλωνα στη μεγαλούπολη, έχοντας όμως το προνόμιο όλες τις σχολικές διακοπές μου να τις απολαμβάνω στο χωριό, στο σπιτάκι μας εδώ είχαμε δυο μεγάλες λεμονιές με τις ριζούλες τους στριμωγμένες σε κάτι τεραααάστιους -για τα παιδικά μου μάτια!- ντενεκέδες! Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το βουνό των Κενταύρων δεν ενδείκνυται για την καλλιέργεια εσπεριδοειδών, ένεκα του βαρύ χειμώνα που τα τσουρουφλάει. Έτσι, μέσα στο βαρέλι, με το πετρόχτιστο ντουβάρι να τις προστατεύει από τη μια μεριά και το χοντρό καραβόπανο μανταλωμένο σπό ένα σιδερένιο κρίκο, να τις προφυλάσσει μέσα στην αγκάλη του, οι καημένες επιβίωναν τις δύσκολες μέρες του χιονιά και του παγετού...

Τούτες οι λεμονιές, στεκόντουσαν δεξιά κι αριστερά από τα στρογγυλά σκαλάκια που οδηγούσαν στη βαριά ξύλινη θύρα του μικρού σπιτιού. Η μια, που βρίσκονταν απ'τα δεξιά, φλερτάριζε με τα κληματόφυλλα της κρεβατιάς, η δεύτερη, πιο μοναχική, συνομιλούσε μοναχά με το νεράκι που έτρεχε έξω από τον παλιό νεροχύτη και κυλούσε γουργουριστά μες στο αυλακάκι που βρισκόταν κάτω από τα ριζωμένα πόδια της.

Πόση χαρά έκανα, σαν παιδί, αλλά και μεγαλύτερη, όποτε ερχόμαστε κι έβρισκα φυτρωμένα στα κλωναράκια τους, ζουμερά μοσχοβολιστά κατακίτρινα λεμόνια! Τα λεμόνια από τις λεμονιές μας! Κι ήταν, μάλιστα, διαφορετικά! Η αριστερή γεννοβολούσε πιο συχνά, αλλά της δεξιάς ήταν τροφαντά και μεγαλόσχημα! Μικρούλι πολύ, το καλοκαιράκι, στεκόμουν με το λάστιχο από πάνω τους και μετρούσα μέχρι το πενήντα.. Έστι μού'χε πει η μάνα μου, για να σιγουρευτεί πως θα τις αφήσω καλοποτισμένες! Μού'μεινε η συνήθεια και, πολλές, φορές, ακόμη και τώρα, μετρώ από μέσα μου, καθώς ποτίζω τα φυτευμένα μου σε μεγάλους ντενεκέδες!

Όταν πριν μερικά χρόνια, πέρασε ο πιο βαρύς χειμώνας που έχω νιώσει τουλάχιστον εγώ, σε τούτο το χωριό, οι λεμονιές δεν τα κατάφεραν. Την πρώτη χρονιά τη γλίτωσαν τραυματισμένες. Τη δεύτερη χρονιά, με τα ατελείωτα χιόνια που συνόδεψε ο δριμύς παγετός, μας εγκατέλειψαν! Η μια ξεράθηκε ολοσχερώς, η δεύτερη κατάφερε να πετάξει ένα κλωναράκι νερατζιάς, καθώς φαίνεται ήτανε μπολιασμένη, που ακόμη όμως δε μας έχει φιλέψει με τα πρώτα του φρούτα.

Ζήτησα, λοιπόν, κι εγώ από το γείτονα, που είχε πολλές κι έτσι αρκετές επιβίωσαν, έστω και ταλιπωρημένες, να μου πιάσει από τις δικές του με μόσχευμα. Κι έτσι βρέθηκα ξανά με δυο μικρούτσικες λεμονιές, σε δυο μικρά, κατακκόκινα ντενεκέδια. Φέτος τροφαντέψανε αρκετά, αρχίσανε να ψηλώνουν και τα μικρά κλαράκια τους έγειραν από τους βαριούς φωτεινούς καρπούς... Κι έτσι, βρέθηκα ξανά με λεμόνια από τους ντενεκέδες, με λεμόνια από τον κηπάκο μου!


Τί σημαίνει, όμως, λεμόνι;

Την ονομασία αυτή την πήραμε ως αντιδάνειο από το ιταλικό/λατινικό limone, το οποίο, όμως, προέρχεται από το ελληνικό λειμών(=λειβάδι), όπου λειμώνιος= ο ανήκων εις λειμώνα, λειβάδι. Ο "λειμών", πάλι, έλκει την καταγωγή του από το ρήμα λείβω=ρέω, στάζω, αλλά και εκχέω (εξ ου και λιβάδι, λίμνη, λιμήν). Κοινώς, το λεμόνι είναι ο καρπός πλήρης χυμού! (πηγή πληροφοριών: Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου, "Ο εν τη λέξει λόγος" και "Έλλην Λόγος").

Αναφέρει το "Μέγα λεξικό όλης της ελληνικής γλώσσης" του Δημητράκου:




και το "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης" (1839) του Ανθίμου Γαζή :




Και πάμε παρακάτω, να δούμε και τη λέξη κίτρο, καθώς "Κιτρέα η λεμονέα" (Citrus limon) είναι και η επίσημη ονομασία του δέντρου, κίτρο το εσπεριδοειδές, παρεμφερές με το λεμόνι, citron στα γαλλικά το λεμόνι και κίτρινος, ο έχων το χρώμα του κίτρου...

("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης", Ανθίμου Γαζή)


("Petit Larousse", Paris 1920)

Παρακάτω, ένα απόσπασμα από τους περίφημους "Δειπνοσοφιστάς" του Αθηναίου (2ος-3ος μ.Χ. αι.), σε απόδοση Σταύρου Αλεξιάδου (εκδόσεις Πάπυρος):



Κι ας έρθουμε, λοιπόν, στις ιδιότητες του λεμονιού.. Και, πριν περάσω στο Μπαζαίο, θα αναφέρω την προσωπική μου εμπειρία. Γιατί από όταν δοκίμασα να πίνω σκέτο χυμό λεμονιού, όποτε ένιωθα το πρώτο γαργάλημα ιού στο λαιμό μου, τουλάχιστον γλίτωσα από τις εξοντωτικές κρίσεις βήχα που με παρέλυαν όποτε άρπαζα καμιά ίωση. Γιατί πυρετοί και λοιπά μπορεί να μη με πιάνουν, αλλά έτσι και μου κατσικωθεί καν'νάς ιός, βήχω μέχρι τελικής πτώσεως! Δεν τη γλιτώνω! (Ένεκα και φουγάρο, ένεκα και μιας ευαισθησίας στην περιοχή). Ε, προς το παρόν (μη λέω μεγάλα λόγια και με ματιάσω!) το στυμμένο λεμονάκι κάθε τόσο στο λαιμό μου (ξινό, ξεξινό το πίνω), μόλις δω τα πρώτα σημάδια γαργαλήματος, έχει αποβεί σωτήριο! Όχι με μέλια και νερωμένο και σχετικά.. αυτό στην περιπτωσή μου, δεν έκανε και πολλά πράγματα.. σκέτο, ξινό, να τσούζει!

Και περνάμε στον Κώστα Μπαζαίο με τα βοτάνια του ("100 βότανα, 2000 θεραπείες" ο τίτλος):

"Λέγεται ότι η συμβουλή που έδινε στις ερωμένες του ο Καζανόβα, όταν εκείνες διαμαρτύρονταν για τον καρπό του έρωτά τους, ήταν να χρησιμοποιούν χυμό λεμονιού ως αντισυλληπτικό." (χμμ ναι, δεν κρατήθηκα να μην το βάλω κι αυτό το εισαγωγικό!) Ακόμη:

"Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Σοβιετικοί έδιναν στους στρατιώτες τους που μάχονταν μες στα χιόνια λεμόνι σε σκόνη για δυναμωτικό." [...]

"Όπως όλα τα εσπεριδοειδή, τα λεμόνια περιέχουν φλαβονοειδή που βοηθούν τον οργανισμό να καταπολεμήσει τους ιούς και να εξαλείψει αλλεργικές αντιδράσεις, λιμονίνη και τερπένες, ουσίες που ελέγχουν την παραγωγή χοληστερίνης και βάζουν σε κίνηση μια αλυσιδωτή αντίδραση που μπλοκάρει ορισμένα καρκινογόνα. Έχει δειχτεί ότι αποτρέπει την ανάπτυξη καρκινικών όγκων στα ζώα".

Κι επειδή αν κάτσω να τα αντιγράψω εδώ όλα δε θα τελειώσω ούτε αύριο την εγγραφή, περιληπτικά αναφέρω:

Το λεμόνι είναι το αποτελεσματικότερο αντισκορβουτικό φάρμακο με μεγάλη αντιμολυσματική ικανότητα. Είναι θαυμάσιο αντιβακτηριακό, απολυμαντικό, στυπτικό και αντισηπτικό. Ακόμη είναι διουρητικό (συνιστάται σε οξείς ρευματισμούς), βοηθάει την πέψη, καθαρίζει και αλκαλοποιεί το αίμα, κατεβάζει το δείκτη του διαβήτη, διαλύει τις πέτρες των νεφρών (όταν προέρχονται από ουρικό οξύ), κατευνάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα, εμποδίζει την αρτηριοσκλήρωση, τη θρόμβωση και τη συσσώρευση αλάτων στον οργανισμό, κατεβάζει τον πυρετό, κόβει τη δίψα, σταματάει την ευκοιλιότητα, σκοτώνει τα παράσιτα εντέρου, ανακουφίζει τις αιμορροϊδες(πλέονουμε με αφέψημα), κάνει καλό στον ίκτερο και, φυσικά, θεραπεύει κρυολογήματα, βήχα και πονόλαιμο.

Επιπλεόν προλαβαίνει τις δηλητηριάσεις, ιδιαίτερα από οστρακοειδή, και ενεργεί ως αντίδοτ, ενώ το αφέψημα των φύλλων λεμονιάς ανακουφίζει τους πόνους τις περιόδου.

Εξωτερικά, ο χυμός λεμονιού χρησιμοποιείται αποτελεσματικά σε εγκαύματα (από τον ήλιο), χιονίστρες, κάλους, ψωρίαση, πιτυρίδα και τριχόπτωση (στο ξέβγαλμα των μαλλιών), ρινορραγία, πονοκέφαλο (με τοπικές εντριβές), φακίδες (συχνά τις εξαλείφει αν τις τρίβουμε κάθε βράδυ με φέτες λεμονιού), ενώ καθαρίζει και λευκαίνει το δέρμα και κλείνει τους ανοιχτούς πόρους.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Κώστας Μπαζαίος:"Είναι γαλακτοφόρο, πολύτιμο για τις λεχώνες που θέλουν να θηλάσουν το μωρό τους (και δεν επιτρέπουν στους μαιευτήρες να τους δώσουν το χαπάκι, που δήθεν κόβει τους υστερόπονους, ενώ στην πραγματικότητα υποδουλώνει όλες τις μητέρες στις πολυεθνικές εταιρείες που πουλάνε τα ειδικά γάλατα για βρέφη- τα οποία δεν είναι ό,τι καλύτερο για την υγεία του παιδιού)." 

Αυτά για το πολύτιμο λεμονάκι που, ιδιαίτερα στις μέρες μας, που κυκλοφορούν και διάφορες γουρουνοϊώσεις και σχετικά περίεργα, νομίζω πως δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα οφέλη του, τα χαρίσματα με τα οποία το προίκισε η Μάνα Φύση ώστε να μας προστατεύει με όση, τέλος πάντων, δύναμη διαθέτει...