Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιατρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιατρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός- Ταξιδεύοντας μέσα στον πόνο...

 "Από την παιδική μου ήδη ηλικία, ήμουν παθιασμένος με την ζωγραφική. Τελείωσα ταυτόχρονα τις γυμνασιακές σπουδές μου στο κολλέγιο και τις καλλιτεχνικές στη σχολή Τεχνών του Κιέβου όπου εκδηλώθηκαν τα χαρίσματά μου. Η κλίση μου στη ζωγραφική ήταν τόσο φανερή, ώστε αποφάσισα να εισαχθώ στη σχολή Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης. Όμως, κοντά στις εξετάσεις εισαγωγής με κυρίευσε η αμφιβολία: Αυτός ήταν ο δρόμος που έπρεπε να διαλέξω; Ύστερα από σύντομο δισταγμό, συμπέρανα ότι δεν είχα το δικαίωμα να κάνω αυτό που με ευχαριστούσε, αλλά ότι όφειλα να αφιερωθώ σε κείνο που θα βοηθούσε να ανακουφιστούν οι άνθρωποι από τα βάσανά τους. Από την Ακαδημία έστειλα στη μητέρα μου ένα τηλεγράφημα να της αναγγείλω την απόφασή μου να εισαχθώ στην ιατρική σχολή. [...]

Μετά την απονομή των διπλωμάτων, οι συνάδελφοί μου με ρώτησαν τί σκόπευα να κάνω. Όταν τους απάντησα ότι θα ήθελα να είμαι γιατρός σε ζέμστβο (μονάδα τοπικής αυτοδιοίκησης), γούρλωσαν τα μάτια λέγοντας: "Εσείς, επαρχιακός γιατρός; Εσείς είστε άνθρωπος επιστήμων εκ φύσεως."

Θίχτηκα που δε με καταλάβαιναν. Είχα σπουδάσει, πράγματι, ιατρική με μόνο σκοπό να γίνω επαρχιακός γιατρός, γιατρός των μουζίκων, για να συντρέχω τους φτωχούς ανθρώπους. [...]"



"Δεν είχαν απομείνει λοιπόν, παρά ένας νοσοκόμος στο νοσοκομείο και επιπλέον μια νοσοκόμα από το Κρασνογιαρσκ που είχε φτάσει μαζί μου: Ήταν νεαρή κοπέλα που μόλις είχε αποφοιτήσει από τη σχολή νοσοκόμων και που ανησυχούσε στη σκέψη ότι θα εργαζόταν στο πλευρό ενός καθηγητή. Με αυτούς τους δύο βοηθούς έκανα σημαντικές εγχειρίσεις, όπως: εκτομή άνω γνάθου, λαπαροτομές, γυναικολογικές επεμβάσεις και μεγάλο αριθμό επεμβάσεων στα μάτια. [...]

Με είχαν προειδοποιήσει ότι ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου του Τουρουχάνσκ ήταν μεγάλος εχθρός της θρησκείας. Την απεχθανόταν. Αυτό πάντως δεν τον εμπόδισε να φωνάξει τον Θεό για να σωθεί, όταν η μικρή του βάρκα βρέθηκε μέσα σε τρομερή θύελλα στον Γιενισέι. Αφού το ζήτησε, με κάλεσαν στην GPU όπου με ειδοποίησαν με επίσημη απαγόρευση να μην ευλογώ τους αρρώστους στο νοσοκομείο, να μην κηρύττω στο μοναστήρι και να μην πηγαίνω εκεί πάνω σε έλκηθρο καλυμμένο από τάπητες. Απάντησα ότι το επισκοπικό μου καθήκον με εμποδίζει να αρνηθώ να δίνω ευλογία. Πρότεινα στον πρόεδρο να έρθει αυτό ο ίδιος και να κολλήσει πάνω στην πόρτα του νοσοκομείου μια ειδοποίηση που να απαγορεύει στους χωρικούς να ζητούν την ευλογία μου- πράγμα που όντως δε μπόρεσε να κάνει. Του πρότεινα επίσης να απαγορεύσει στους χωρικούς να θέτουν στη διάθεσή μου ένα έλκηθρο καλυμμένο με τάπητα- πράγμα ακόμα πιο δύσκολο για αυτόν. 

Ωστόσο, δεν υπέφεραν για πολύ τη σταθερότητά μου. [...] Ο τοπικός αρχηγός της GPU με υποδέχτηκε με πολύ κακία. μου είπε πως εφόσον δε συμμορφωνόμουν προς τις απαιτήσεις της εκτελεστικής επιτροπής έπρεπε να φύγω αμέσως μακριά από το Τουρουχάνσκ. Μου έδιναν μισή ώρα να ετοιμάσω τις αποσκευές μου. Ρώτησα μόνον ήσυχα:

"Πού με στέλνουν;"

"Στην άκρη του Παγωμένου Ωκεανού.", μου απάντησαν με τόνο εριστικό. [...]"


"Από εκεί μεταφέρθηκα στη Μόσχα μέσα σε ένα άλλο βαγόνι με κελιά και η πορεία συνεχίστηκε μέχρι την πόλη του Κότλας. Μέσα στο βαγόνι υπήρχαν τόσες ψείρες, ώστε βράδυ-πρωί έβγαζα όλα μου τα εσώρουχα. Καθημερινά, έβρισα καμιά εκατοντάδα από δαύτες, κάποιες από τις οποίες ανήκαν σε ένα είδος που ποτέ άλλοτε δεν ξαναείχα δει: μεγάλες και μαύρες. Δεν παίρναμε για τροφή παρά ένα κομμάτι ψωμί και μια ωμή ρέγκα για δύο. Δεν τα έτρωγα. [...]

Ακριβώς πριν τη μεταφορά μου ξέσπασε επιδημία εξανθηματικού τύφου. Οι κάτοικοι του Κοτλάς μου διηγήθηκαν ότι την προηγούμενη χρονιά ο τύφος είχε ενσκήψει υπό διαφορετικές μορφές καθώς  επίσης επιδημίες όλων των παιδικών μολυσματικών ασθενειών. Εκείνη την εποχή, τρομερό πράγμα, άνοιγαν κάθε μέρα στη Μακάριχα μια μεγάλη τάφρο όπου μέσα της έθαβαν κάπου εβδομήντα πτώματα.

Δε χειρούργησα παρά για πολύ λίγο στο νοσοκομείο του Κότλας. Σε λίγο μου κατέστη γνωστό ότι έπρεπε να πάω στο Αρχαγγέλσκ με το ατμόπλοιο. [...]"


"Μου πρότειναν να χειρουργώ σε ένα νοσοκομείο μετακινούμενο. Είδα εκεί γυναίκες που δεν είχαν χειρουργηθεί καλά, από καρκίνο του μαστικού αδένα. Για αυτό όταν μια ασθενής από αυτές ήρθε να με συμβουλευτεί, δεν την έστειλα στο νοσοκομείο, αλλά αποφάσισα να την φροντίσω σαν εξωτερική ασθενή. Της έκαμα μια επέμβαση πολύ ριζική. Όταν τον έμαθαν οι γιατροί του νοσοκομείου πήγαν αμέσως να κάνουν παράπονα για μένα...[...]

Έχοντας έρθει το Σάββατο, λίγο πριν την αγρυπνία στο σπίτι του μητροπολίτη, πήγα στη μεγάλη εκκλησία του μοναστηριού με μία τελείως μέτρια διάθεση. Ένας ιερομόναχος ιερουργούσε, εγώ ήμουν όρθιος μέσα στο Ιερό Βήμα. Μόλις πριν την ανάγνωση του Ευαγγελίου του Όρθρου αισθάνθηκα κάτι ακατανόητο, μία συγκίνηση που γρήγορα μεγάλωσε και μου έγινε τρομερά δυνατή όταν άκουσα την ανάγνωση. Ήταν στο όγδοο Εωθινό, τα λόγια που απεύθυνε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός στον Απόστολο Πέτρο: Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; Βόσκε τὰ ἀρνία μου..."[Ιω.κδ15] Δέχτηκα αυτές τις λέξεις με πολλή συγκίνηση και πολύ φόβο σαν να μην απευθύνονταν στον Πέτρο, αλλά σε μένα προσωπικά.[...]"


"Τελείως εξαντλημένος από την απεργία πείνας και τις αλυσιδωτές ανακρίσεις λιποθύμησα κι έπεσα πάνω στο λερωμένο και βρώμικο πάτωμα όταν μας έβγαλαν για να πάμε στην τουαλέτα. Χρειάστηκε να με μεταφέρουν στο κελί μου. Την άλλη μέρα με άδειασαν στο "μαύρο κοράκι" της GPU για την κεντρική φυλακή της περιοχής. Πέρασα εκεί οχτώ περίπου μήνες σε συνθήκες πολύ δύσκολες. [...]

Δε θυμάμαι πια για ποιό λόγο "προσγειώθηκα" στο νοσοκομείο της φυλακής. Εκεί, με τη βοήθεια του Θεού, είχα την ευκαιρία να σώσω τη ζωή ενός νεαρού κλεφτάκου που ήταν πολύ άρρωστος. Βλέποντας ότι ο καινούριος γιατρός της φυλακής δεν καταλάβαινε τίποτε από την ασθένεια του μικρού κλέφτη, τον εξέτασα ο ίδιος και εντόπισα ένα απόστημα στην σπλήνα του. [...]"



"Έφτασε το καλοκαίρι του 1941. Οι χιτλερικές ορδές, αφού τέλειωσαν με τις χώρες της Δύσης όρμησαν στο Σοβιετική Ένωση. Στο τέλος του Ιουλίου ο προϊστάμενος χειρουργός της περιοχής του Κρασνογιάρσκ αποβιβάστηκε στην Μπολσάγια Μοπύρτα. Με παρακάλεσε να ξαναπάρω μαζί του το αεροπλάνο για το Κρασνογιάρσκ όπου είχα διοριστεί προϊστάμενος χειρουργός του νοσοκομείου [...]

Οι τραυματίες, αξιωματικοί και στρατιώτες, με αγαπούσαν πολύ. Όταν το πρωί γυρνούσα τις αίθουσες οι πληγωμένοι με υποδέχονταν με χαρά. Κάποιοι ανάμεσά τους που τους είχα γιατρέψει από αποτυχημένες εγχειρίσεις (που είχαν γίνει) σε άλλα νοσοκομεία με χαιρετούσαν με τεντωμένα τα πόδια, κρεμασμένα πολύ ψηλά.[...]"

Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως, "Ταξιδεύοντας μέσα στον πόνο" (αυτοβιογραφικές αφηγήσεις), εκδόσεις: Εν πλω

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Φθινοπωρινές ανταύγειες στο βουνό... (Πήλιο)




Πάνω που επιτέλους σταμάτησε το ασταμάτητο τσουρόβροχο κι η παγωνιά, πάνω που επιτέλους έσβησε η μουρτζουφλιά τ'ουρανού κι ο ήλιος χαμογέλασε, πάνω που η πλάση φόρεσε τα χρυσοπορτοκαλιά κι ετοιμαζόμουν να χυμήξω στα χρώματά της και να παίξω -αλλά και να εργαστώ- στο μικρό μου Παράδεισο, ξυπνάω, μαύρα μεσάνυχτα, μ'έναν πόνο που δε βολεύεται πουθενά! Και καταλήγω να τρέχω στην πολιτεία για γιατρό- ειδικότητα που δεν είναι στις προτιμήσεις μου και αποφεύγω να επισκέπτομαι, πλην ελαχίστων συγκεκριμένων εξαιρέσεων. Έλα όμως που το χέρι, πέρα απ'τον πόνο, σαν να μην πήγαινε πάνω... και σίγουρα δεν πήγαινε δεξιά! Και τα χέρια μου είναι τα απόλυτα εργαλεία μου με ό,τι και να ασχολούμαι!



Ορθοπαιδικό -δόξα τω Θεώ- δεν είχα (ή, τέλος πάντων, απέφευγα να έχω) χρειαστεί και δεν ήξερα που να πάω. Τελικά ρώτησα και διστακτικά κατέληξα κάπου. Κι όσο περίμενα στο ιατρείο -περιέργως ο πόνος είχε μειωθεί- όλο και μετάνιωνα που ξεκουνήθηκα να πάω. Μπαίνω μέσα. "Τί έχουμε εδώ;" ."Μπορεί και να μην έχω τίποτα... αλλά επειδή είμαι σκυλί στον πόνο και ξύπνησα μες στη νύχτα με μια σφαγή..." Παίρνει το χέρι, το γυρνάει -όσο πάει- από δω.. το γυρνάει -όσο πάει- από κει... δαγκώνομαι... κρακ-κρουκ... "Δεν τον ακους τον τένοντα;" Πιάνει και το αριστερό... "Κι αυτό έτοιμο είναι... το ακούς πως κάνει;Τί κάνεις με τα χέρια σου; Αντρικές δουλειές;" ."Ε..όσο νά'ναι τά'χω ταλαιπωρήσει." Τενοντίτιδα λοιπόν στο ώμο(εμένα πονούσε όλος ο βραχίονας) και "απόλυτη ακινησία"! "Θα πας να πάρεις κι ένα "φάκελο" από το φαρμακείο να το κρεμάσεις μέσα." "Σοβαρολογείτε τώρα;" "Και θα κοιμάσαι και μ'αυτόν." Υπέροχα! Κι άντε και χάπια αντιφλεγμονώδη και "να σου γράψω και κανένα λοναρίντ". "Τέτοιο καταπέλτη; Αποκλείεται! Εγώ μόνο ντεπόν παίρνω.". "Εδώ σε άλλους κάνουμε ενέσεις με κορτιζόνη.." "Ούτε να το σκέφτεστε!"



Ρεζουμέ: Κατέληξα τις καλοκαιρινότερες μέρες του φθινοπώρου (μεταξύ μας, αφύσικα καλοκαιρινές) με το χέρι δεμένο, τα νεύρα τσατάλια και πακετάκι μια κωλοϊωση με τη μύξα που δε σταματά και το σπαστικό βήχα πιστό σύντροφο να τη συνοδεύει ... να παρατήσω όλες τις εργασίες μου στη μέση και να μη μου επιτρέπεται ούτε καν να γράψω για να εκτονωθώ, ούτε καν τη φωτογραφική να κρατώ στο χέρι! (για ύπνο, δεν το συζητώ, αλλά αυτό είναι το τελευταίο!)



Χθες λοιπόν, ξανακατέβηκα να βγάλω μια ακτινογραφία και να με ξαναδεί. Ν'αρχίσω να κάνω τις ασκησούλες που μου έδειξε για να μη μείνει μαγκωμένο το χέρι και θέλει φυσιοθερεπεία. Επιτέλους! "Εγώ να ξέρετε αυτόν τον φάκελο δεν το μπορώ. Και γιατί πρέπει νά'ναι έτσι γωνία κρεμασμένο το χέρι; Άμα το βγάζω και το κινώ από τον αγκώνα και κάτω;" "Τέλος πάντων. Να προσέχεις να μένει το μπράτσο στον κορμό.." "Ε, φυσικά... Τότε μπορώ να κλαδέψω και τις τριανταφυλλιές μου;"συνέχισα τη σκέψη μου η καλή σου. Ε, δεν άντεξε άλλο ο γιατρός, απήυδησε! Κοίταξε το ταβάνι και μονολόγησε: "Ε, τί να της πω τώρα; Τί να της πω;!"



Πάντως έχει κουράγιο να θέλει να με ξαναδεί σε πέντε μέρες και -μεταξύ μας- με ρώτησε και πώς να κλαδέψει τις δικές του τριανταφυλλιές!



Οπότε χθες ξεκίνησα τις ασκησούλες μου και το χεράκι (φτου-φτου) πάει καλά, τόσο που σήμερα τις εμπλούτισα και με άλλες δικές μου (μπας και ξεμπερδεύουμε μιαν ώρα αρχίτερα!) και το απογευματάκι, δεν κρατήθηκα, κρέμασα χέρι και φωτογραφική στο λαιμό (τελικά ο αυχένας θα την πατήσει!) και πήρα σβάρνα τα μονοπάτια...



Μοναχά που ο ήλιος κατηφόριζε ταχέως προς τας εσπέρας και δεν πολυπρόλαβα να θαυμάσω τις κιτρινοπορτοκαλιές ανταύγειες του βουνού να λούζονται φως και να μαρμαρυγούν κάτω απ'τις ακτίδες του... Κάτι γωνίτσες μόνο τσάκωσα που φεγγοβολούσαν ακόμη...