Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποκριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποκριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη- Γ. Βιζυηνού

 


"Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη": 

Ένα πολύτιμο κείμενο του Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896) το οποίο μας διασώζει ένα ξεχωριστό έθιμο που λάμβανε χώρα τις μέρες της Αποκριάς σε χωριά της Ανατολικής Θράκης κι είχε τις ρίζες του στην απώτατη αρχαιότητα... 

Η πένα του Βιζυηνού, όπως πάντα, ιδιαίτερη και μοναδική! 


































 (* Ολόκληρο το κείμενο - έχω παραλείψει αρκετές εισαγωγικές σελίδες- από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης: Γ.Μ. Βιζυηνός, "Στους δρόμους της λογιοσύνης" - κείμενα γνώσης, θεωρίας και κριτικής


Υ.Γ. Για τους ελάχιστους που πιθανώς θα ενδιαφέρονταν για παραπάνω πληροφορίες σχετικά με το έθιμο τούτο, μια παλαιότερη ανάρτησή μου εδώ: καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς.. με υλικό από τον σπουδαίο λαογράφο της Θράκης Πολύδωρο Παπαχριστοδούλου.  

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Της Τσικνοπέμπτης η δωρά... στον ουρανό ανεβαίνει!


"Στην κυριολεξία "αποκριά" σημαίνει το σταμάτημα της κρεωφαγίας (όπως και το λατινικό Καρναβάλι (carnem levare ή carnis levamem) και το Κυπριακό "Σήκωσες", που σημαίνουν να σηκώσουμε το κρέας από το τραπέζι). Αυτό θα γίνει, με το κλείσιμο της εβδομάδας το βράδυ της Κυριακής. Όλη τη βδομάδα αυτή η κρεωφαγία είναι στο αποκορύφωμά της, ιδιαίτερα το βράδυ της Πέμπτης, που γίνονται οι πρώτες οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις και απαραίτητα τσικνίζεται και τσιγαρίζεται το κρέας και τα μεζεδάκια του σφαχτού για να αρχίσει το διαρκές γλέντι.
Η απαραίτητη αυτή ερεθιστική κουζίνα της Τσικνοπέφτης (που τη διαφημίζουν τώρα και οι ταβέρνες των εξωσπιτικών συγκεντρώσεων) έχει κι άλλες σημασίες, εκτός απ'τη γαστρονομική και εναρκτική: Αποβλέπει σε μία υπαρξιακή παρουσία του κάθε σπιτιού, που θα δώσει ένα "παρόν" λειτουργίας και ζωής, τόσο στην όλη κοινότητα ή γειτονιά (οικογενειακό γόητρο, στοιχειωδών δυνατοτήτων) όσο και στα υποτιθέμενα "κακά πνεύματα" (πολέμια της υγείας και της παραγωγής), που μπορεί να επιβουλεύονται την οικογένεια ή να τη θεωρήσουν φτωχή και ευάλωτη. Αυτό δεν είναι ίσως άσχετο με την απαραίτητη κνίσα των αρχαίων κρεατινών θυσιών, που έπρεπε να φτάσει -για ένα αντίδοτο- ως την αίσθηση των θεών.
Σήμερα, η Αποκριά και το Καρναβάλι έχουν χάσει την ετυμολογική έννοιά τους και σημαίνουν γενικότερα τη χρονική περίοδο των μεταμφιέσεων, του γλεντιού και των ελευθεριοτήτων, πριν απ'τη Σαρακοστή. Μασκαρέματα, χοροί, τραγούδια και σάτιρα ήταν παλιότερα δημιουργήματα και χαρές του λαού της υπαίθρου, αυθόρμητες και "ποιητικές". Τώρα τα πήρε στα χέρια της η "πολιτιστική"... Άρπυια και τα έκαμε "φεστιβάλ" αναπαραστάσεων, που νοθεύουν τις παραδοσιακές εμπνεύσεις."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)
~.~

"Αλλά η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέφτη. Είναι η ημέρα που καθένας, και ο πιο φτωχός, "θα τσικνώσει τη γωνιά του", όπως λένε ' κάτι θα ψήσει στη φωτιά κι η τσίκνα απ'το ψημένο κρέας, χοιρινό ή άλλο, θα μοσχοβολήσει τον αέρα. Εκείνο το βράδυ, όπως και το Σάββατο βράδυ και την Κυριακή της Κρεατινής, οι συγγενείς τρώγουν όλοι μαζί. Κάθε οικογένεια ή μαγειρεύει σπίτι της κι έπειτα πηγαίνουν όλοι οι συγγενείς και τρώγουν στο ίδιο σπίτι, ή μαγειρεύουν σ'ένα σπίτι όλοι. Άμα φάγουν και πιουν, γίνονται μασκαράδες, χορεύουν και τραγουδούν. Και σαν μια οικογένεια, μαστόροι και καλφάδες διασκεδάζουν με τον ίδιο τρόπο την Τσικνοπέφτη στην Ήπειρο ' στο τραπέζι μάλιστα, που οι μαστόροι την ημέρα αυτή κάνουν στους μαθητές τους, μαστόροι και μαθητές θεωρούνται ίσοι."
(Γ.Α.Μέγα, "Ήθη και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)
 ~.~

"Μέχρι και τα μισά του 20ου αιώνα και, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι Απόκριες αποτελούσαν περίοδο επιβεβαίωσης και τόνωσης των συγγενικών δεσμών. Παλιότερα το τελευταίο δεκαπενθήμερο (και σε μεταγενέστερες εποχές το τελευταίο δεκαήμερο) χαρακτηριζόταν από τις επαναλαμβανόμενες συνάξεις συγγενικών ομάδων, τις συνεστιάσεις και τη συμμετοχή σε ευωχικές εκδηλώσεις. [...] Ο κυρίρχος ρόλος των συγγενικών δεσμών εκφραζόταν μέσα από μία μεγάλη σειρά εθίμων και ιεραρχήσεων. [...] Το κρασί λειτουργούσε κατά τις ημέρες αυτές ως σύμβολο της κοινής καταγωγής, του κοινού αίματος, αφού η σχέση ανάμεσα στο κρασί και στο αίμα όχι μόνον είναι έκδηλη, αλλά ενισχύεται και από τη συμβολική μετουσίωση τουοίνου σε αίμα του Χριστού στην εκκλησία. [...]
Η Τσικνοπέμπτη αποτελεί το ουσιαστικό χρονικό ορόσημο από το οποίο αρχίζει η αποκριάτικη ευωχία. Είναι η Πέμπτη της "κρέτινης" εβδομάδας και [...] από αυτήν ξεκινούσαν οι επαναλαμβανόμενες οικογενειακές συνεστιάσεις. [...] Η συνήθως στερημένη αγροτοκτηνοτροφικήγ οικογένεια φρόντιζε να υπάρχουν "του Αβραάμ και Ισαάκ τα καλά", καλομαγειρεμένα και φροντισμένα. Σε περιοχές όπου υπήρχε το έθιμο να σφάζονται χοίροι την παραμονή ή το πρωί της Τσικνοπέμπτης, το τηγανισμένο συκώτι αποτελούσε εθιμικό φαγητό, όπως και άλλα παρασκευάσματα, συνήθως κρέας με βρούβες, που αφθονούν αυτή την εποχή. Το υποχρεωτικό κατά την παράδοση "τσίκνισμα" των φαγητών, όμως, δεν αφορούσε μόνο στο οφτό κρέας αλλά και στις πίτες. Αν έκανε κάποιος μια βόλτα στα κρητικά χωριά μέχρι και τη δεκαετία του 1960, εκτός απ'τις ομάδες των μασκαράδων, θα ξαφνιαζόταν απ'τη μυρωδιά της τηγανισμένης τυρόπιτας, στις κατά τόπους εντυπωσιακές και ευρηματικές εκδοχές της. 
Στις παραδοσιακές κοινωνίες της Κρήτης τη θεωρούσαν πολύ σημαντική ημέρα και οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ως χρέος τους τη διανομή φαγητού σε όσους είχαν ανάγκη. Η συνήθεια αυτή ξεκινά απ'τη συναίρεση του χρόνου (παρελθόν-παρόν), μια και η συνεστίαση ξεκινούσε απ'την ενθύμιση των προγόνων: "Καλώς εσμίξαμε κι εφέτος κι ο Θεός να συγχωρέσει τσ' αποθαμένους μας." 
Ακόμη και το κοινό τραπέζι διατηρούσε τα βασικά στοιχεία ενός μνημοσύνου. Σήκωναν τα ποτήρια "στη μακαρία ντως", θυμίαζαν το φαγητό και μοίραζαν ένα ή περισσότερα πιάτα σε φτωχές οικογένειες. Η πανελλήνια σχεδόν συνήθεια διανομής φαγητού ήταν περίπου τελετουργική στην Κρήτη. Ακόμη κι αν η οικογένεια- αποδέκτης του φαγητού δεν είχε ανάγκη, όφειλε να το δεχτεί με ευχαρίστηση, αφού γνώριζε ότι δινόταν για συγχώρηση των απόντων μελών της οικογένειας που το πρόσφερε. Φαίνεται πως υπήρχε παλαιότερα και η συνήθεια της ανταλλαγής των φαγητών, δηλαδή η οικογένεια που προσέφερε γινόταν ταυτόχρονα και αποδέκτης. Σε γενικές γραμμές και σε πολλά χωριά, το έθιμο διανομής φαγητού είχε προσλάβει καθολικό χαρακτήρα. Όλοι έδιναν σε όλους και έπαιρναν από όλους σε ένα σκηνικό έμπρακτης συγχώρεσης και ενότητας:
"Την Τσικνοπέμπτη ανοίγαμε τσι κουρούπες απού 'χαμε στο χώμα χωσμένες με την ξινομυτζήθρα. Κάνανε πίτες όλα τα σπίτια. Λένε πως πρέπει να δίνεις εκείνη τη μέρα στους φτωχούς. Και επειδή όλοι είναι περίπου το ίδιο και κανείς δε θέλει να τον νομίζουν φτωχό, δίνανε ο ένας στον άλλο. Όλα τα σπίτια μοίραζαν πίτες αναμεταξύ τους. Αν κοίταζες το απόγευμα στους δρόμους του χωριού θα έβλεπες μόνο γυναίκες να κουβαλούν πιάτα με μυζηθρόπιτες." (Γιάννης Σταματάκης, Καπετανιανά)
Μια πανελλήνια παροιμία που διασώζεται σε πολλές παραλλαγές δείχνει τη βαθύτερη σημασία του εθίμου:
"Της Τσικνοπέμπτης η δωρά και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρα της Λαμπρής, στον ουρανό ανεβαίνει."
Στην Κρήτη: 
"Της Τσικνοπέμπτης το Σταυρί και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρας της Λαμπρής εις τσ' ουρανούς εβρέθη."
"Τση Τσικνοπέφτης το μιστό και τση Μεγάλης Πέφτης
και του Μεγάλου Σάββατου στον ουρανό εβρέθη."
(μιστό= η αγαθοεργία, η ανιδιοτελής προσφορά, η ευεργεσία)
Η λειτουργία της εθιμικής δωρεάς, λοιπόν, ανάγεται στα νεκρικά έθιμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στη βάση του αρχικού πυρήνα, αλλά και των μεταγενεστέρων επιβιώσεων, υπήρχε η ανάγκη του "συγχωρεμού". Οι ψυχές των νεκρών είναι παρούσες και μπορούν να απολαύσουν μία πράξη που γίνεται ειδικά σε αυτές. Εκείνος που έπαιρνε ένα πιάτο με φαγητό απαντούσε αμέσως με την ευχή του μνημοσύνου: "Ο Θεός να τως-ε συγχωρέσει". "
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
~.~

"Η Πέμπτη της δευτέρας εβδομάδος της Κρεατινής, των Απόκρεων λέγεται Τσικνοπέμπτη και κατά πατροπαράδοτον έθιμο, κατ' αυτήν κάθε οικογένεια εύπορος ή πτωχή ψήνει εις την φωτιάν κρέας [...] του οποίου η "τσίκνα" * ευωδιάζει και μοσχομυρίζει τον αέρα της περιοχής [...] Εις το περιοδικόν "Λαογραφία", Τ.ΣΤ, σ.256, ο Χ. Κορύλλος γράφει: "Τσικνοπέφτη παρ'ημίν καλείται η Πέμπτη της απολυτής λεγομένης εβδομάδος των Απόκρεων. Καλείται δε ούτως, ως Πέμπτη της τσίκνας διότι την ημέραν εκείνην συνήθως σκοτώνουν [...] τα θρεφτάρια, τους οικόσιτους χοίρους. Επειδή δε ως ως επί το πολύ το κρέας αυτό τρώγεται εψημένον επί των ανθράκων ή επί σχάρας ή εις οβελίσκους και ψημένος αναδίδει τσίκναν, ωνομάσθη εκ τούτου η ημέρα Τσικνοπέφτη."
Παλαιότερον συνηθίζετο το βράδυ της "Τσικνοπέφτης" ως και το Σάββατον και την Κυριακήν της Κρεατινής, κάθε οικογένεια να πηγαίνει με τα φαγητά της μετημφιεσμένη εις το σπίτι άλλης οικογενείας, συγγενικής ή φιλικής, δια να διασκεδάσουν από κοινού και να συσφίγξουν έτσι και τους μεταξύ των δεσμούς. [...] Μετά το φαγητόν οι εορτασταί ήρχιζαν την διασκέδασιν και το γλέντι και με τα τραγούδια των τους χορούς, τα σκώμματα και τα αλληλοπειράγματα διήρχοντο την βραδιά των σκορπίζοντες το γέλιο, την χαράν και την ευθυμίαν."
* Ο Όμηρος λέγει:"κνίση δ'οὐρανόν ἵκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῶ" (Α317), ήτοι ονομάζει την "τσίκναν" "κνίσαν".
(Φίλιππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")
~.~

"Κυρίως οι αποκριές με τις μεταμφιέσεις και τους χορούς άρχιζαν από την Τσικνοπέμπτη και μετά. Έτσι την ημέρα ετοίμαζαν τις κολοκυθόπιττες και τα φαγητά για το τραπέζι [...] Μαζεύονταν δε σε ένα σπίτι όλο σχεδόν το σόι και μετά το φαγητό άρχιζαν το χορό στον οποίο κυριαρχούσαν τα παλιά ωραία αποκριάτικα που τα χόρευαν μονότονα και κάθε τόσο χτυπούσαν τα πόδια στο πάτωμα, όταν επαναλάμβαναν τον στίχο, τον οποίο έλεγε ο πρώτος του χορού. Από την Τσικνοπέμπτη άρχιζαν να βγαίνουν και οι "μτσούνες', οι μασκαράδες δηλαδή, που ήταν κυρίως παιδιά τα οποία φορούσαν παλιά ρούχα και βάζαν στα πρόσωπά τους μαντήλια, ενώ κρεμούσαν κρεμμύδια, κουδούνια, κλπ [...] Βγαίνανε τα βράδια και επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού..."
(π.Κωνσταντίνου Καλλιανού, "Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια", έκδοση πολιτιστικού συλλόγου Νέου Κλήματος)
~.~

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Χάσκα και φωτιές!

Έχω σπάσει το κεφάλι μου να θυμηθώ που πρωτοδιάβασα για τη "χάσκα"! Αδυνατώ... Κι ας έχω ανοίξει γύρω μου ένα σωρό λαογραφικά βιβλία... Κάπου αλλού ήτανε.. Τό'χε πάρει το μάτι μου σαν αναφορά σ'ένα ξεχασμένο έθιμο κάπου βορειοελλαδίτικα.. Θυμάμαι πολύ καλά, όμως, πόση εντύπωση μού'κανε, δυο-τρία χρόνια πριν, όταν πήρε τ'αυτί μου σε μια κουβεντούλα "Θυμάσαι εκείνες τις απόκριες τί γέλιο κάναμε με τη χάσκα, όταν είχαμε μαζευτεί....". Πετάχτηκα πάνω! "Κάνετε χάσκα την αποκριά;!" "Κάνουμε!" "Ακόμη;!" "Ε,να, πέρσι δεν κάναμε...Πότε ήταν; Έχουμε λίγα χρόνια που δεν κάναμε.." "Φέτος θα κάνουμε;!" ρώτησα όλο αγωνία... "Να κάνουμε, γιατί να μην κάνουμε;" Το καταχάρηκα, λοιπόν, που βρήκα ζωντανό -έστω σε λίγους- το έθιμο τούτο το ξεχασμένο και, επιπλέον, όχι από μια "φολκλορική" αναβίωση, αλλά από φυσική συνέχεια και μάλιστα στα χωριά μας!


Το έθιμο τούτο συναντάται στον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και λαμβάνει χώρα την Κυριακή της Τυρινής κατά το τελευταίο αρτύσιμο γεύμα της αποκριάς. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο συνήθως κατέχει το αυγό (που μερικές φορές, όμως, δίνει τη θέση του στον νηστίσιμο χαλβά), καθώς είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να καταναλωθεί πριν τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής και μέχρι τη μέρα της Ανάστασης, όπου και πάλι θα ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο χαρμόσυνο δείπνο που ακολουθεί! Με άλλα λόγια, με αυγό βουλώνουμε το στόμα μας καθώς κλείνει το Τριώδιο και ξεκινάει η Σαρακοστή, με αυγό το ξεβουλώνουμε μετά την Ανάσταση!


Ένα βρασμένο καλά και καθαρισμένο αυγό δένεται από μια κλωστή απ'το ταβάνι του σπιτιού, πάνω απ'το τραπέζι όπου έχει μαζευτεί η οικογένεια και κάποιος αναλαμβάνει να ταλαντώσει το σκοινί, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να το γραπώσουν με το στόμα! Σε κάποιες παραλλαγές κρεμιέται κι από τον πλάστη με τον οποίο ζυμώνουν οι γυναίκες -ή κάποιο άλλο μακρύ ξύλο- που ένας αναλαμβάνει να το κρατάει και να το κουνά, σαν καλάμι του ψαρέματος, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν με το στόμα να το πιάσουν.


"Τέλος οι μασκαράδες μαζεύονταν στα συγγενικά ή φιλικά τους σπίτια, γλεντούσαν κι έπαιζαν ένα παιχνίδι τη "Χάσκα". Κρεμούσαν με μια κλωστή, απ'το ταβάνι, ένα αυγό. Αυτό το γύριζαν γύρω-γύρω, και χωρίς τη βοήθεια των χεριών, προσπαθούσαν να πιάσουν με το στόμα τους το αυγό. Όποιος κατόρθωνε να το πιάσει ήταν ο κερδισμένος." ("Κοντά στις ρίζες μας", Λαογραφικά Μαγνησίας, Μαθητ.Κοινότ. Στ2 τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου, 1984)

Σημειώνει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας", τεύχος 3ον:





Την ίδια μέρα μάλιστα, το αυγό, πρωταγωνιστούσε και σε ένα είδος πυρομαντείας:



Η Κυριακή της Τυροφάγου αποτελεί στο τέλος της τρίτης βδομάδας των Απόκρεω, της μεταβατικής βδομάδας προς την νηστεία της Σαρακοστής όπου εθιμικά δεν καταναλώνεται πλέον κρέας, αλλά μονάχα τα προϊόντα των ζωικών οργανισμών, όπως το τυρί, το γάλα και το αυγό.

"Πάει ου κριάτους πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη bεριφανιά
ου σκόρδους κι ου κρουμύδους!",

μας διασώζει το παλιό στιχάκι ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός στα λαογραφικά του Κλήματος Σκοπέλου ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια").

Τα έθιμα της ημέρας, πέρα από τις καθιερωμένες μασκαράτες, ήταν πάρα πολλά. Σημαντικό εξ αυτών οι συμβολικότατες "φωτιές", όπως και κατά την παραμονή της γεννήσεως του Άη-Γιαννιού, αλλά και κατά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Βέβαια, ακόμα και σήμερα έχουμε την παραδοσιακή καύση του Καρνάβαλου. Αλλά ας δούμε και μερικά ακόμη σχετικά στοιχεία από τα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας" του Μέγα:



Καλή Αποκριά!!!

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

μωμόεροι και ρουγκατζιάρια (πανάρχαια δρώμενα του Δωδεκαήμερου)

"Στη Β.Ελλάδα, τον Πόντο και αλλού γίνονται την Πρωτοχρονιά, όπως και τα Χριστούγεννα και την ημέρα των Φώτων, και αγυρμοί ενηλίκων, οι οποίοι μεταμφιέζονται είτε σε ζώα (καμήλα, αρκούδα, λύκο, τράγο, κ.λ.π.) είτε σε διάφορα πρόσωπα (γαμπρό και νύφη, μπάμπω, αράπη, χαχάμη, γιατρό, καπετάνιο, αρκουδιάρη, κ.λ.π.).
Οι όμιλοι των μεταμφιεσμένων δίνουν στο ύπαιθρο και διάφορες παραστάσεις, που έχουν κάποτε δραματικό-θεατρικό χαρακτήρα. Αναφέρω όσα τελούν, απ'την Πρώτη του χρόνου μέχρι τα Θεοφάνεια στον Πόντο οι λεγόμενοι μωμόεροι. Ο πρωταγωνιστής, που ακούει στο όνομα Ουζεϊν-Αλής απάγει μία νέα και την μεταφέρει στο σπίτι ενός χωρικού. Ο πατέρας της νέας, που παρουσιάζεται "κωδωνοφόρος και με μεγάλο πρόσωπο", βρίσκει το κρησφύγετο, ορμά σ'αυτό και σκοτώνει τον Αλή. Η κόρη θρηνεί πάνω απ'τον άντρα που αγάπησε, γιατί της φέρθηκε με καλοσύνη, και ο πατέρας μετανοεί και προσκαλεί γιατρό, που μ'ένα μαγικό χόρτο ανασταίνει τον σκοτωμένο. Ακολουθεί γάμος αυτού με την κόρη και χορός με πρώτο τραγούδι "αρχή κάλαντα και αρχή χρόνου" κ.λ.π..
Τέτοιου είδους παραστάσεις, δηλαδή φόνος του γαμπρού και ανάστασή του, γάμος, γέννηση παιδιού και χοροί με βωμολοχίες και άσεμνες κινήσεις, γίνονται, όπως είδαμε στη Θράκη κατά την έναρξη της σποράς των δημητριακών και επαναλαμβάνονται την άνοιξη (Αποκριές και Πρωτομαγιά). Ανήκουν στις μιμικές πράξεις που αποβλέπουν, σύμφωνα με τη λεγόμενη συμπαθητική μαγεία, στην πρόκληση της γονιμοποιού ενέργειας της φύσης, στην προαγωγή της βλάστησης και στην καρποφορία."
(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") [* βλέπε και: καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..].


Στην ιστοσελίδα "Άμαστρις" (http://amastris-piperdim.blogspot.com/2010/01/blog-post_05.html) παρατίθεται ένα σχετικό κείμενο του 1927, του Δημοσθένους Οικονομίδη από το "Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος":

"Τη νύχτα της παραμονής του νέου χρόνου μετά το δείπνο, ενώ από την μία παιδιά από διάφορες συνοικίες των πόλεων, των κωμοπόλεων ή και από τα χωριά, γυρίζοντας με φανάρια επισκέπτονταν συγγενικές ή γνωστές οικογένειες και χτυπώντας τις πόρτες των σπιτιών ψάλλανε μπροστά στην πόρτα τα συνηθισμένα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: «Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κλπ.», από την άλλη νεαροί και άνδρες μεταμφιεσμένοι και με μάσκες στα πρόσωπά τους, έρχονταν κατά ομάδες στα σπίτια συγγενών, γειτόνων ή και στενών φίλων και εκεί προξενούσαν ευθυμία και ασυγκράτητα γέλια στους παρισταμένους με κάθε είδους κωμικές παραστάσεις, με φράσεις, με αστείους ή και κοροϊδευτικούς διαλόγους, με μιμητικές ή αλλόκοτες κινήσεις του σώματος. Ακόμα και με χορό που συνοδευόταν από το τραγούδι του Κιόρογλου και με λύρα και νταούλι ή ζουρνά. Και όταν έλειπαν τα μουσικά αυτά όργανα, με τον κρότο ξύλινων κουταλιών, τα οποία καθώς ακουμπούσαν μεταξύ τους από το κυρτό μέρος, κρατημένα όρθια από την λαβή τους με το αριστερό χέρι του παίκτη, έκαναν ρυθμικό κρότο, κάθε φορά που η λαβή του άλλου κουταλιού που κρατιόταν στο αριστερό χέρι κατέβαινε και ανέβαινε ανάμεσά τους, σύμφωνα με τον χρόνο του τραγουδιού..."



Επίσης, στα "Αντέτια Δωδεκαημέρου" η Αργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου, μας πληροφορεί: "Στον Πόντο οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου λέγονταν "Μωμοέρια" (Μωμό-γέροι). Τα "Μωμοέρια" αποτελούνταν από ομάδα κωμικών προσώπων (ο Βασιλέας, ο Καζάκον-υπασπιστής-, η νύφε, ο γιατρόν, ο διάβολον, ο γέρον, η γραία, ο άρκον, ο Αρναούτς με ευζωνικά) που έπαιζαν κωμικές σκηνές.
Στην Τραπεζούντα έπαιρναν χρώμα εθνικό με το σπαθοφόρο, φουστανελλοφόρο επικεφαλής κάθε ομάδας. Έκαναν περιοδείες, εορταστική επίδειξη με ερανισμούς αλλά και ποντιακή πάλη μεταξύ τους οι ομάδες με σκοπό τη μαγική συμπαράσταση στην αιώνια πάλη των φυσικών στοιχείων, ώσπου να δώσουν στον άνθρωπο τη σχετική ευημερία της χρονιάς. Επικράτηση των καλών πνευμάτων πάνω στη βλάστηση και στην προσεχή ετοιμασία της σοδειάς."

Οι μωμόγεροι, λοιπόν, έθιμο πανάρχαιο, με σαφείς ρίζες στη λατρεία του Διονύσου (κάπως έτσι, άλλωστε, δεν ξεκίνησε και το θέατρο, οι τραγ-ωδίες...;) αλλά και στο μύθο της Περσεφόνης που άρπαξε ο Πλούτωνας (καθώς ένα από τα κλασικά του δρώμενα αναπαριστά μια ανάλογη σκηνή όπως θα δούμε) θα μπορούσαν να συνδεθούν ετυμολογικά από τη μίμηση (μίμος) μέχρι και με το θεό Μώμο που, όπως αναφέρει το "Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου" ήταν:
"Θεός των αρχαίων, υιός του Ύπνου και την Νυκτός, προσωποιών την χλεύην και την κατάκρισιν. Κατά την μυθολογίαν, έσκασε διότι δεν κατόρθωσε να εύρει κάποιαν ατέλειαν εις την Αφροδίτην. Παρίστατο φέρων ράβδον η οποία άνω κατέληγεν εις εικόνα γυναικός. Κατά τον μύθον κατέκρινε τον Ήφαιστον, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο, διότι δεν κατασκεύασε παράθυρα εις το στήθος ώστε να βλέπει ο κόσμος τί διανοείται και αν ψεύδεται ή λέγη την αλήθεια."
Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα του Λουκιανού, στο έργο του "Περί ορχήσεως" ,79, που μας μεταφέρει στον 2ο αιώνα π.Χ. και εστιάζει επίσης στην περιοχή του Πόντου:
"Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνηθίζεται και εκτιμάται προπάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είναι σατυρική, τόσον έχει υποδουλώσει τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ορισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχούμενους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται δια τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά δια τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα." (απόδοση Ιωάννου Κονδυλάκη).


Η ρίζα, λοιπόν, μπορεί νά'ναι διονυσιακή και πανάρχαιη, αλλά σαφώς επηρεάστηκε, όπως ήταν φυσικό, από την παρέλευση των τόσων ιστορικών γεγονότων. Έτσι, πολύ συχνά, ο αυτοσχέδιος θίασος εμπλουτίζεται με καινούρια πρόσωπα, με νέες μιμητικές αναπαραστάσεις, όπως, για παράδειγμα, αντλώντας στοιχεία από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

"Ειδικότερα στον Άγιο Μάρκο την πρώτη Ιανουαρίου, ο θίασος των Μωμόγερων, που αποτελείται από χορευτές, ηθοποιούς και οργανοπαίχτες, γυρίζει στο χωριό και δίνει παραστάσεις στους δρόμους. Την πομπή οδηγεί, συνήθως, ένα έφηβο αγόρι που κρατά έναν άντρα μεταμφιεσμένο σε τράγο, στο λαιμό του οποίου κρέμεται μια σακούλα με αίμα (απ'τη σφαγή του τράγου). Όλη η πομπή ραντίζεται με το αίμα του τράγου και ξεκινάει η παράσταση, όπου οι "τράγοι" παλεύουν μεταξύ τους υπό την συνοδεία μουσικής. Ακολουθεί η μονομαχία δύο αντρών για χάρη μιας γυναίκας. Συγκεκριμένα, ένας γέρος παντρεύεται μια νέα, την οποία διεκδικεί ένας νεότερος άντρας' ο τελευταίος σκοτώνει το γέρο και κερδίζει τη γυναίκα' εκείνη, όμως, τον ανασταίνει με τη γενετήσια πράξη. Άλλο κεντρικό πρόσωπο του εθίμου είναι ο Τούρκος τιμαριούχος ή Αλογάς (ντερέμπεης), ο οποίος επιθυμεί τις γυναίκες των άλλων και τους σκοτώνει για να τις αποχτήσει. Ακολουθούν εικονική δική, όπου κατηγορείται ο φονιάς και διακωμωδείται η απονομή δικαιοσύνης, ιατρική γνωμάτευση και αρπαγή της νύφης από τους θεατές. Το δρώμενο κορυφώνεται με τον παράξενο χορό των μωμόγερων υπό τους ήχους οργάνων. " (Νομός Κιλκίς, εκδόσεις Δομή).


Ανάλογης φιλοσοφίας, βέβαια, είναι και τα έθιμα της "Μπάμπως" ή των "Αράπηδων", ή τα "Λιουγκατζάρια" της Θεσσαλίας, τα "Ραγκουτσάρια", καθώς και άλλα πολλά που λαμβάνουν χώρα σε χωριά κυρίως της Βορείου Ελλάδος, την ημέρα του Άη Γιαννιού (βλέπε: Ο Άη-Γιάννης των κουμπάρων, οι Προδρομίτες κι οι Μπαμπόγεροι!), των Φώτων, στις 8 Ιανουαρίου ή ακόμη και κατά ολόκληρο το πρώτο οχταήμερο της νέας χρονιάς ή όλο το Δωδεκαήμερο, τα έθιμα της αποκριάς (καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..) -όπως και, γενικότερα οι μεταμφιέσεις που συνηθίζονται εκείνες τις ημέρες-, αλλά ακόμη και τα πιο ανοιξιάτικα έθιμα του Μάη (Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...,Πρωτομαγιάτικα...).

Στη Φλώρινα, αντίστοιχο έθιμο με τους Μωμόερους είναι τα "Μπαμπάρια" που αναβιώνουν κάθε Πρωτοχρονιά: "Οι ρίζες του ανάγονται στην αρχαιότητα και συμβολίζει το ξύπνημα της γης και την καρποφορία. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός γάμου, στον οποίο η νύφη αποτελεί σύμβολο γονιμότητας και κινδυνεύει να απαχθεί. Τη φύλαξή της αναλαμβάνει μια ομάδα περίπου 15 ανδρών, οι οποίοι φορούν στολές και προσωπίδες από προβιές αρνιού και κουδούνια στη μέση τους. Η αμφίεσή τους είναι κωμική καθώς προκειμένου να "φοβερίσουν" τους "κακούς" φορούν φασόλια γίγαντες για δόντια. Άλλοι χαρακτήρες του δρώμενου είναι ο παππούς, η γριά Μπάμπω, ο παπάς με το θυμιατό, ο γιατρός και ο κουρελής ή καμπούρης. Η νύφη είναι ένας άντρας ντυμένος με τοπική νυφική ενδυμασία και κουδουνάκια αλόγου. Κάποια στιγμή ο γαμπρός πεθαίνει, αλλά σύντομα ανασταίνεται συμβολίζοντας το θάνατο της φύσης το χειμώνα και την ανάστασή της την άνοιξη. Όλη η πομπή, δηλαδή, τα Μπαμπάρια, μπαινοβγαίνουν στις αυλές των σπιτιών και οι νοικοκυράδες πρέπει να δώσουν το ένα δέκατο της σοδειάς τους σε κρασί, τσίπουρο και λουκάνικα." (Νομός Φλώρινας, εκδόσεις Δομή).

Ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο, Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα") μας ταξιδέυει στην παλιά Πρωτοχρονιά των Γρεβενών με τα παραπλήσια "ρουγκατσιάρια":
"Στα χωριά των Γρεβενών καθώς και στ'άλλα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας, που γινόταν το μεσημέρι, όλα τα μεγάλα κι' ανύπαντρα αγόρια του χωριού, καθώς και οι νιόπαντροι και πολλές φορές και οι μεγάλοι, που τόλεγε ακόμα η περδικούλα τους, συγκεντρώνοντας στο "κονάκι" ή σε κάποιο άλλο σπίτι του χωριού κι' εκεί έφτιαχναν τα "ρουγκατσιάρια", όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο κι' όπως το βρήκαν απ'τους παππούδες τους. Ύστερα, χορεύοντας και τραγουδώντας, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, για να σιασκεδάσουν τον κόσμο με τις αστείες τους παραστάσεις και για να μαζέψουν και άλλα "ζαϊρέδια", για το ομαδικό τους γλέντι, που θάκαναν το βράδυ.
Παλιότερα, τα καρναβάλια της αποκριάς ήταν άγνωστα στα χωριά. Τα μασκαρέματα και οι τέτοιου είδους εκδηλώσεις γίνονταν μονάχα την Πρωτοχρονιά ή τις άλλες μεγαλογιορτές του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων.
Τούτα τα μασκαρέματα, που γιορτάζονταν την ίδια εποχή, που γιορτάζονταν και τα "Διονύσια κατ'αγρούς" ή "Μικρά Διονύσια" απ'τους αρχαίους προγόνους μας, έχουν τη συνέχειά τους απ'την αρχαιότητα και δεν είναι α΄σχετα μ'αυτά.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζανε τα "Κατ'αγρούς Διονύσια" τον έκτο μήνα των Αθηναίων, τον Ποσειδεώνα, που ισοδυναμεί με το δικό μας Δεκέμβρη, χωρίς ν'αλλάξουν οι χρονολογίες από τότε.
Τότε ακριβώς, και μέσα στο μεσοχείμωνα, που οι Μαινάδες γιορτάζανε κι' αυτές το θεό Διόνυσο και τόριχναν στα λεγόμενα "διονυσιακά όργια" μέσα στα δάση και στις λαγγαδιές, τότε και οι αρχαίοι Έλληνες ανοίγανε τα καινούρια τους κρασιά (βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)) κι' ύστερα απ'τις θυσίες που έκαναν στο θεό Διόνυσο και στους άλλους Ολύμπιους θεούς τόριχναν στο γλέντι και στο φαγοπότι, για να καταλήξουν κι' αυτοί στο μεθύσι και στα διονυσιακά όργια.
Για να μη γνωρίζονται όμως απ'τους άλλους και για να μπορούν να λένε ό,τι θέλουν κι' ότι τους κατέβαινε στο κεφάλι, κρύβαν τα πρόσωπά τους με λογής-λογής μάσκες και κεφαλαριές ζώων με κέρατα και άρχιζαν τ' αστεία, τις ειρωνίες και τα πειράγματα, άλλοτε σατυρίζοντας διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις και άλλοτε ξεσκεπάζοντας διάφορα απλυτα της κοινωνίας και πράξεις και ενέργειες των διαφόρων κυβερνήσεων.
Έτσι, από κει ξεκίνησε αργότερα η κωμωδία, η τραγωδία και το θέατρο. [...]



Στα χωριά της Καλαμπάκας τα ρουγκατζιάρια και λιουγκατζιάρια. Στα χωριά της Έδεσσας, ρουγκατσιάρους. Στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκηςρογκάτσια, όπως και σε πολλά χωριά της Καρδίτσας, ενώ εκεί τα λένε και ρουγκατσιάρια. Στη Φυτιά της Βέροιας και σ'άλλα χωριά τα λένε ρουγκανάδες. Στην Καστοριά ρουγκατσιάρια. Στη Σιάτιστα, μπουμπουσιάρια. Ίσως απ'το μπούφος (σκιάχτρο-φόβητρο). Στα χωριά των Βεντζίων, σαν κλαίγανε τα μικρά και θέλανε να τα κάνουν να ησυχάσουν τα φοβερίζανε λέγοντας: "Μην κλαις, γιατί θα σε φάει ο Μπούμπος". Στο Βέλβενδο των Σερβίων, αράπδις. Στην Νικήσιανη της Καβάλας, αραπκούς. Στα χωριά της Χαλκιδικής, καραβασλάδες. Στο Κάντσικο της Κόνιτσας μπαμπαϊούρδις. Στο Λειβάδι του Ολύμπου, μπαμπαλιούρδες. Στα χωριά των Τρικάλων καλκάντζαρους. Στο Ξυνό Νερό της Φλώρινας εσκιάρους και τζβογκάρους, δηλαδή μασκαράδες και κουδουνάδες. Στη Θράκη τζαμάλες και στο Αιγίνιο Τζαμαλάδες.
Όπως θα δούμε και παρακάτω, όλα τα σημεία μας λένε, πως με τα ρουγκατσιάρια δε γίνονταν, παρά μια αναπαράσταση κι' ένας συμβολισμός του θανάτου και της ζωής, της ανάστασης και του ξυπνήματος της φύσης από τη χειμωνιάτικη νάρκη, το διώξιμο του χειμώνα απ'το καλοκαίρι και το διώξιμο του παλιού απ'τον καινούριο χρόνο. [...]
Ο φαλλός, καθώς και οι προσωπίδες με τις κεφαλαριές και τα κέρατα των ζώων, όπως και οι συμβολικές παραστάσεις που θα ιδούμε παρακάτω, μας δυναμώνουν πιο πολύ ακόμα την πεποίθηση, πως το έθιμο τούτο είναι κατάλοιπο διονυσιακό και δεν έχει καμιά σχέση με τα Ρωμαϊκά Σατουρνάλια.
Ο Διόνυσος δεν είναι μόνο ο θεός του κρασιού και προστάτης των αμπελιών στους Έλληνες, μα και θεός που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.
Είναι ο "Δαίμων ο Ενιαυτός", που γεννιέται την άνοιξη, μεγαλώνει γοργά, γνωρίζει έναν ιερό γάμο και πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί του χρόνου.[...]



Ο θάνατος και η ανάσταση του Διόνυσου, δεν είναι, παρά ο συμβολισμός των δυο πρωταγωνιστών του Εποχικού δράματος.



Οι δυο αυτοί πρωταγωνιστές, όπως παρουσιάζονται στα ρουγκατσιάρια, είναι μασκαρεμένοι έτσι, που να δείχνουν την αντίθεσή τους στη δύναμη, στο κάλλος και στην ηλικία και να συναγωνίζονται στο ποιός θα παραμερίσει και θα εξαφανίσει τον άλλο. Άσχημος, καμπούρης, κουρελής και γερασμένος ο ένας..[...]...νέος, ωραίος, γεμάτος δύναμη και ζωτικότητα ο άλλος..[...]
Η Μπούλα-έτσι λέγανε την κοπέλα- σύμβολο της βλάστησης και της νέας ζωής, είναι το τρίτο πρόσωπο του διονυσιακού θιάσου, που όλο και ερωτοτροπεί με το νεαρό φουστανελλοφόρο κι όλο θέλει να ξεφύγει απ'την επιρροή και την επίβλεψη του ρουγκατσιάρη , μα δε μπορεί. [...]







Τότε τα παιδιά που κρατούσαν τις ντραγατσίκες και τους τρουβάδες, έπαιρναν το ζαϊρέ απ'το κανίσκι κι' όλοι μαζί τραγουδούσαν:
Σε τούτο σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει σαν τον Έλυμπο, σαν τ'άγριο περιστέρι,
να ζήσει χρόνους ικατό και να τους απεράσει.
Στο τέλος τους αποχαιρετούσαν και πήγαιναν σ'άλλο σπίτι τραγουδώντας:
Έχετε γεια, έχετε γεια, και τώρα και του χρόνου!"