Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριπτόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριπτόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αλωνάρης... (καθώς διαβαίνουμε τον Ιούλιο)

Πάει και ο Ιούνιος, ο Θεριστής... "Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις!" λέει ο λαός."Σπέρνεις ανέμους, θα θερίσεις θύελλες!" Ενίοτε, βέβαια, μια χαρά σπέρνεις τους σπόρους σου, αλλά το χωράφι είναι γεμάτο κρυμμένα ζιζάνια κι ο αγώνας δρόμου για να τα ξεπατώσεις σε εξαντλεί, οι καιρικές συνθήκες είναι κι αυτές εναντίον σου, ο φθονερός γείτονας σε σαμποτάρει (*) και έτσι βρίσκεσαι με μια συγκομιδή χειρότερη κι από θύελλα! Και μπήκαμε στον Αλωνάρη, στην καρδιά του καλοκαιριού, όπου το θερμόμετρο ανεβαίνει κι ήρθε η ώρα να διαχωριστούν "δια της τριβής" οι σπόροι των δημητριακών "από του περιβλήματος", κοινώς να κάνεις ένα καλό ξεδιάλεγμα και, με κόπο πάντα φυσικά, να συγκεντρώσεις τον όσο πολύτιμο καρπό και να πετάξεις όλα τ'άχρηστα. Ακόμη κι αν ο καρπός είναι ελάχιστος, καλύτερα να μείνεις νηστικός και να τον φυλάξεις για την επόμενη σπορά, καθώς η Περσεφόνη θα έχει ήδη κατηφορίσει στα παλάτια του Άδη.
Κι αν το γνωμικό "προστάζει":"το Μάη πίνε το νερό, το Θεριστή το ξύδι, τον Αλωνάρη το κρασί να γίνεις παλληκάρι", αφού το μπουγέλωμα το φάγαμε και ξύδι μπόλικο μας τρατάρανε, μένει να δούμε αν θα γίνουμε παλικάρια!


(*) Σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Την πρώτη ημέρα του αλωνισμού συνηθίζετο εις πολλά μέρη της Ελλάδος να αφήνουν οι αγρόται εις την μέσην του αλωνιού όρθιον ένα δεμάτι σίτου, την τελευταίαν δε ημέραν αυτού να σταυρώνουν τον σωρόν του σίτου με το πτύον (φτυάρι) ή τον λιχνιστήρα, πέριξ δε του σταυρού να χαράσσουν ένα κύκλον, επειδή επίστευον ότι έτσι ασφαλίζουν τους καρπούς από την βασκανίαν ή από κάθε άλλην κακήν επήρειαν." Κατόπιν, καρφώναν το φτυάρι ή το λιχνιστήρα στο μέσο του σωρού και τελούσαν "καταχύσματα", δηλαδή λαμβάναν καρπό απ'το σωρό και τον έριχναν στο φτυάρι ή στο λιχνιστήρα κι ευχόντουσαν "και του χρόνου" να μπήξουν το φτυάρι τους στο σωρό του σίτου. Αυτή η διαδικασία, γινόταν από την αρχαιότητα, καθώς, όπως τονίζει κι ο Ν.Γ.Πολίτης ("Λαογραφία", Γ') αναφέρεται ήδη από το Θεόκριτο (για περιοχή της νήσου Κω) στα "Ειδύλλιά" του:
"Άραγε μας κεράσατε τέτοιο ποτό, ω Νύμφες,
στης Αλωίδας Δήμητρας πλάι εις το βωμό της;
Ας μπήξω πάλι στο σωρό ένα μεγάλο φτυάρι
κι αυτή γελώντας να κρατεί στάχυα και ανεμώνες."
("Θαλύσια"στ.154-7, απόδοση Ν.Νικολάου)

Ακόμη, αναφέρει ο Φίλιππος Βρετάκος, πως οι σχολιαστές βεβαιώνουν ότι το έθιμο τούτο ήταν παλαιότατο, ανάγοντες την πρώτη αρχή αυτού εις τον Τριπτόλεμο."Ειώθασι γαρ εκτρίψαντες τους καρπούς και σωρούς ποιήσαντες το πτύον πήσσει" και"Όταν δε λικμώνται και σωρεύωσι τον πυρόν (το σίτο), κατά μέσον πηγνύουσι το πτύον (φτυάρι) και την θρινάκην (το γεωργικό εργαλείο προς λίκνιση του σίτου, το λιχνιστήρα) κατέθεντοΤην δε αιτίαν είχον εκ Τριπτολέμου." (Σχολ.Θεοκρ.Ζ, 155-156). "Εν Κω παρέμεινεν η συνήθεια αύτη μέχρι και σήμερον."
Και προσθέτει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):"Χαρακτηριστικό είναι στην περίπτωση αυτή το προσκύνημα του σιταριού, που βρίσκουμε στ'αλωνιστικά έθιμα των Κρητικών του Λασιθίου. Εκεί:
"άμα 'πολιχνίσουνε τον καρπό, τόνε σταίνουνε σωρό. Του κάνουνε ένα σταυρό στη μέση και κατόπιν ένα στεφάνι [κύκλο] γύρω γύρω. Ύστερα καρφώνουνε την παλάμη στη μέση στο σταυρό με το χέρι της , κι είναι η χούφτα [το πλατύ μέρος] επάνω. Κάνουνε ύστερα τρεις μετάνοιες και πιάνουνε μια χαχαλιά καρπό, τον προσκυνούνε και ύστερα τόνε χύνουνε πάνω από την παλάμη. Ξανακάνουνε τρεις μετάνοιες κι αρχίζουνε να σακιάζουνε τον καρπό."
Η περιγραφή όσων τελούνται στο τέλος του αλωνισμού στα χωριά της Εύβοιας (που μας διέσωσε ο Γ.Δροσίνης (1)) είναι απήχηση των Θαλυσίων (2)της αρχαίας γιορτής για τη συγκομιδή των καρπών. Στις Γούβες της Ευβοίας, λέγει, αφού βάλουν το "λιώμα" σε ένα μακρουλό και ψηλό σωρό, που λέγεται "λαμνί",
η οικοδέσποινα κρατούσα λάγηνον προσφέρει ύδωρ είς ένα έκαστον, ίνα νιφθεί, κι εκείνος νιπτόμενος ραντίζει το γέννημα και το αλώνιον κύκλω, ευχόμενος και του χρόνου! Εν τέλει δ' η οικοδέσποινα πλαγίως κρατούσα την λάγηνον, δρομαίως περιτρέχει τον σωρόν, χωρίς να πέση ουδέ σταγών ύδατος κατά γης, ευχομένη και αυτή να γίνει του χρόνου τόσος ο σωρός, όσος είναι ο κύκλος, τον οποίον έκαμε.
Με το νίψιμο των χεριών όσων περευρίσκονται στον αλωνισμό και με τον ραντισμό της σοδειάς με νερό, καθώς και με την εικονική διαγραφή μεγάλου κύκλου γύρω από τον σωρό, και τη σοδειά ασφαλίζουν από την επίδραση του κακού, αλλά και την καλή χρονιοά για τον ερχόμενο χρόνο προμαντεύουν. Με τις ίδιες προφυλάξεις γίνεται στο τέλος "το μέτρημα και το σήκωμα του σωρού". [...]

Τέλος ως έκφραση ευχαριστιών και θυσία προς το πνεύμα της βλάστησης πρέπει να θεωρηθεί προσφορά του πρώτου ψωμιού της συγκομιδής, προσφορά που απευθύνεται είτε στη νύμφη του νερού είτε στον ξένοιαστο τζίτζικα. Ιδού οι σχετικές ειδήσεις. Στα Τοπόλια της Δυτικής Κρήτης
άμα θερίζουν, από τον πρώτο καρπό που θα ζυμώσουν κάνουν ένα κουλούρι και το πάνε στη βρύση και το κρεμούν στην κουτσουνάρα [κρουνό] της βρύσης, που τρέχει το νερό, για να τρέξουνε ετσά τα καλά και στο σπίτι. Όποιος πάει πρώτος να γεμίσει παίρνει το κουλούρι.
Η ίδια συνήθεια συναντάται και στον Δρυμό της Μακεδονίας. Στο Σαμόκοβο της Ανατ.Θράκης:
την πρώτη πίτα, που ζυμώνουν από το νέο ψωμί, τη λένε τζιτζιροκούλικο, γιατί ανήκει στο τζίτζιρα, που τραγουδεί, κατά την λαϊκήν δοξασίαν:
Θερίσετ' αλωνίσετε,
δεματοκουβανήσετε
κι εγώ το κουλικάκι μου
θέλω να μου το δώσετε.
Στη Λακκοβίκια της Μακεδονίας το:
τζιτζιρόκλικο το φέρουν αι γυναίκες εις την βρύσιν ή εις φρέαρ. Εκεί δε, αφ' ου το βρέξουν με νερόν της βρύσης, το διανέμουν εις τους παρατυχόντας, οι οποίοι εύχονται τα βέλτιστα."


(1):

(2): Θαλύσια:"ιερά, εκ του θάλλω (= βλασταίνω, ανθίζω), θυσία ευχαριστήριος δια το θέρος, προσφορά των απαρχών της γεωργίας, γινομένη κατ'αρχάς εις πάντας τους θεούς (μετέπειτα δε εις μόνην την Δήμητρα, πρβλ Θεοκρ.Ειδ.7,3)" ("Ομηρικό Λεξικό"Πανταζίδη)


ή, σε απόδοση Ι.Πολυλά:
"Ότι η χρυσόθρονη Άρτεμις πληγή τους είχε στείλει 
ότι απαρχές του θερισμού δεν πρόσφερεν εκείνης
ο Οινεύς' κι εχαίροντο οι θεοί την εκατόμβην όλοι,
αλλ'όχι η κόρη του Διός...."

Ενώ, στην πορεία της ιστορίας, οι απαρχές των σιτηρών προσφέρονταν στη θεά Δήμητρα, οπως καταγράφει κι ο Θεόκριτος:
"Γιορτάζαν τα Θαλύσια, τη Δήμητρα τιμώντας..."
"Πάμε για τα Θαλύσια από το δρόμο τούτο'
Εκεί τραπέζι κάνουνε οι δυο μας οι φίλοι,
την ευτυχία αρχίζοντας, για το πολύ το μέτρο,
που η πεπλοφόρα Δήμητρα έδωσε στη σοδειά τους."
(Θεοκρίτου, "Θαλύσια"απόδοση: Ν.Νικολάου)

Επανερχόμαστε στον Ιούλιο, που εκτός από "Αλωνάρης" ή "Αλωνιστής" είναι και"Χορτοθέρης" ή "Χορτοκόπος" αλλά και "Γυαλιστής" ή "Γυαλινός" (με παρετυμολογία του γυαλίζω= ωριμάζω, επειδή κατ' αυτόν αρχίζουν να γυαλίζουν οι ρώγες των σταφυλιών και να ωριμάζουν τα φρούτα), καθώς και "Χασκόμηνας" ή"Φουσκόμηνας", επειδή ωριμάζουν τα σύκα. Ο Ιούλης λέγεται και "Αϊλιάς" λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία, αλλά και "Αϊκήρυκος""Αγιαμαρίνα" κι "Αη-Μιλιανός" λόγω των εορτών των ομώνυμων αγίων στο διάβα του. Κάποιοι, μάλιστα, στα ορεινά, τον λένε και "Θεριστή" σαν τον Ιούνη, γιατί εκεί συχνά εξακολουθεί ο θερισμός, λόγω των διαφορετικών καιρικών συνθηκών. (Μες στο μήνα τούτο, μεταξύ άλλων, γιορτάζει ο Άη Λιάς, η  Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Παντελεήμονας, οι Άγιοι Ανάργυροι, η Αγία Κυριακή, ο Άη Προκόπης, η Αγία Μαρίνα....)

Οι βροχές τούτο το μήνα είναι σπανιότατες, αλλά αν συμβούν μπορεί να αποβούν και καταστροφικές, γι'αυτό ο λαός λέει:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποντισμένο τόπο"
(σημ. Βρετάκου: ποντισμένος= ο επάρατος, ο δυστυχής)
ή και:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο." 
Ακόμη λέγεται:
"Τον Αλωνάρη δούλευε καλόν Χειμώνα νά'χεις!",
αλλά και
"Χιόνισε μες στο Γενάρη, νά οι χαρές του Αλωνάρη!"
"Που μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη." 
Την επίσημη ονομασία του τη δώσαν προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, ενώ, στο περίπου, αντιστοιχούσε με το μήνα Εκατομβαιώνα των αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος ονομαζόταν έτσι διότι κατ'αυτόν τελούνταν τα "Εκατόμβαια", θυσία δηλαδή εκατό βοών, προς τιμήν του "ηλιακού" Απόλλωνα.
Καλό μας μήνα!

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..

Σήμερα (3 Νοεμβρίου), ο λαός μας γιορτάζει τον   Άη-Γιώργη τον "μικρό" ή τον "φτωχό", όπως τον ονομάτισε, για να τον διακρίνει από τον Άη-Γιώργη, το "μεγάλο", τον Τροπαιοφόρο που την άνοιξη τον τιμά και τον πανηγυρίζει όλη η Ελλάδα. Ουσιαστικά, όμως, τη σημερινή ημέρα η εκκλησία μας μνημονεύει την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου. Τούτος, λοιπόν, ο Αη-Γιώργης, ο "μικρός", κατέληξε και ξεχασμένος, πλέον καθώς επικρατεί η γιορτή του Απριλίου. Κι όμως, ο λαός μας είχε βρει και για αυτόν θέση στο γιορτάσι του, τότε που τις ημέρες τις χρωματίζανε κάθε λογής έθιμα και εποχιακές ασχολίες! Τον βάφτισε, λοιπόν, "Σποριάρη", μιας και σε πολλές περιοχές της χώρας μας γίνεται η σπορά τη μέρα της γιορτής του, αλλά και "Μεθυστή", καθώς σε κάποια μέρη του τόπου μας ανοίγουν τα βαρέλια με το καινούριο κρασί αυτή τη μέρα.


Αναφέρει ο λαογράφος μας, Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Ορόσημο για τα καινούρια κρασιά, πιο βιαστικό κι επίσημο, είναι, όπως είδαμε, ο άι-Δημήτρης. Όπου όμως υπάρχει εκκλησιά του άι-Γιώργη, προτιμούν αυτόν για τα κρασιά τους, πολύ περισσότερο όταν τον γιορτάζουν και τον Νοέμβρη. Π.χ. στην Κρήτη:

Πάντα τσι τρεις του Νοεμπριού και τσ' εικοστρείς τ' Απρίλη, πανηγυράκι γίνεται στ' Άι-Γιωργιού τη χάρη...

Ο καιρός στην Κρήτη είναι "καλός" και τον Νοέμβρη. Γι' αυτό και στα ξωκλήσια της του άι-Γιώργη (όπως π.χ. κοντά στο Ρέθυμνο) οι πανηγυριστές παίρνουν μαζί τους μπότσηδες ή νταμιτζάνες, με "νιο κρασί" και καλοπίνουν. (Α.Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης, Ρέθυμνο 1954)

Πιο τελετουργικά τα πράγματα στη Δωδεκάνησο. Σε περιγραφή του, από το χωριό Σπώα Καρπάθου, ο τώρα Πρωτοπρεσβύτερος στην ελληνική Αγία Τριάδα του Μόντρεαλ (Καναδά), Κωνσταντίνος Χαλκιάς, γράφει για το 1975: Μεταξύ των πολλών εθίμων, των διατηρηθέντων μέχρι σήμερον εις το χωριό μας, είναι και το άνοιγμα των κρασιών κατά την ημέραν αυτήν (3 Νοεμβρ.). Διό και ονομάζεται η ημέρα: τ' Άι-Γιωργιού του Μεθυστή... Είναι εξόχως λαμπρόν, αλλά και λίαν συγκινητικόν το θέαμα, καθ' ην στιγμήν καταφθάνουν εις την Τάβλαν (στο πανηγυρικό τραπέζι, με το άφθονο κρέας και τα φαγητά για όλους τους πανηγυριστές, από τον Δεσπότη και τους επισήμους, ως τους άγνωστους ξένους και τον παραμικρό χωριανό) αι γυναίκες του χωριού μας, με τις λαϋνες, τους μαστραπάδες και τις τσότρες, γεμάτες από κρασί, που πήραν από τα κιούπια και τα πανωπίθια (μεγάλα πιθάρια), που άνοιξαν για την εορτήν του αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού μας. Όλοι ανεξεραίτως οι προσκυνηταί είναι υποχρεωμένοι να γευθούν τα κεράσματα των γυναικών όλων, που, τα ευλογημένα, υπερβαίνουν πολλάκις τα 40-50! Άκεφος ή αμέθυστος, την ημέραν αυτήν, δεν είναι δυνατόν να μείνει κανείς εις τα Σπώα... (βλ.Νισυριακά Χρονικά-εκδ. Εταιρίας Νισυριακών Μελετών, τομ.5, Αθ.1976)"


Αλλά, όπως είπαμε, τούτος ο Άη-Γιώργης, εκτός από Μεθυστής, είναι και Σποριάρης. Έτσι, κάποιες συνήθειες της μέρας της εορτής του αποβλέπουν στην αφθονία της καρποφορίας. Καταγράφει ο γνωστός λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), σχετικά:

"Στη Λάρδο της Ρόδου, για παράδειγμα,

οι γεωργοί βάλουν σε μια σκάφη το σπόρο και ανάφτουν τρία κεριά. Μέσα στο σπόρο ανακατεύουν διαφόρους καρπούς και λίγο σιτάρι, που το είχαν φυλαγμένο στο σακουλάκι της περασμένης αρχιχρονιάς. Από τη σκάφη αυτή βάλλουν λίγο σπόρο στο δισάκι και μαζί ένα ρόδι, που θα το φάγουν σαν 'ποσπείρουν. (Αν.Βρόντης, Λαογρ.ΙΑ', ΙΒ' 1934, 1938-48)).

Ιδιαίτερα το ρόδι, ως σύμβολο της αφθονίας, δεν λείπει από τη σποροσακούλα του γεωργού. Στην Επίδαυρο την ημέρα που θα σπείρουν

βαίνουν μέσα στο σακί το σπόρο (που βλογήθηκε του Σταυρού στην εκκλησία), ένα ρόιδο αλάκερο και το πρωί πρωί για να μην κάμουν κακό απάντημα, πάνε στο χωράφι. Ζεύουν τα βόδια και, πριν αρχινήσουν το σπόρο, παίρνουν το ρόιδο και το βαράν απάνω στο ενί (υνί) του αλετριού, ανακατεύουν κάμποσα σπειριά ρόιδο με τον σπόρο στην ποδιά τους, και τον πετάνε λέγοντας Καλά μπερκέτια! Άμα ρίξουνε μια σποριά, δηλαδή ένα στρέμμα, κάθουνται και τρώνε τ'άλλο ρόιδο κι ευκείωνται.(Ευαγγελίδης, Λαογρ.Γ', 1911)

Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας

όταν πρωταρχίσουν να σπείρουν, βάζουνε μεσ' στο σπόρο καρύδια, ρώγες από σταφύλι κι ένα ρόιδο. Τα σπέρνουν μαζί με το σπόρο χάμω στη γη και λένε: Να γένει το γέννημα γλυκύ σαν το σταφύλι, τσουπωτό σαν το ρόιδο και αφράτο και άσπρο σαν το καρύδι.(Επετηρίς Βουρβούρων 1939) "


Και, προσθέτει, ο Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Όσο για το "Σποριάρη" άγιο Γεώργιο, τον έχουν ευλογητή (και ενθυμητή) της σποράς τους όλοι οι Δωδεκανήσιοι, και οι (νοτιότεροι) Κύπριοι.

"Μεταχριστιανικόν Τριπτόλεμον" ονομάζει τον Νοεμβριανό Άι-Γιώργη, ο παλιός Ρόδιος λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης. Σκορπίζει, λέει, κι αυτός στους κόλπους της γης τα δώρα της Δήμητρας. Την ημέρα της γιορτής του οι Ρόδιοι χωρικοί βγαίνουν για σπορά:

Από το πρωί, νυχάτα, σηκώνεται κάθε νοικοκυρά και θυμιάζοντας (λιβανίζοντας) βάλλει τον σπόρο του σιταριού στο δισάκι, που χρησιμοποιούν οι γεωργοί στη σπορά. Μαζί με τον σπόρο βάλλουν ένα σκόρδο, κρομμύδι, καρύδι.... σησάμι, κι ακόμα ένα ρόδι, που το τρώγουν οι γεωργοί σαν αποσπείρουν, λέγοντας: "Όσα κλωνιά, τόσα κιλά (χωρητικότητας)". Στην εκκλησία, εκείνη την ημέρα, πηγαίνουν πεντάρτι (αρτοκλασία με 5 άρτους) που το φτιάχνουν με κοινόν έρανον σταριού (οι γειτόνισσες).

Και κάτι που προσέχουν ομοιοπαθητικά: Ίσαμε ν'αποσπείρουν, πολλοί από τους γεωργούς δεν ξυρίζουνται.

Στην Κύπρο, τ'άι-Γιωργιού του Σπόρου, εκτός από το ξεκίνημα της σποράς οργανώνουν ζωοπανήγυρη, την ημέρα αυτή, (κοντά στη Λάρνακα) και παρακαλούν τον άγιο να βρέξει για τα οργώματα και για το χορτάρι - τροφή των ζωντανών τους. (Κυπριακά χρονικά, τομ.4)."


* Και, μιας και αναφέρθηκε ο Τριπτόλεμος, ας τον θυμηθούμε κι αυτόν.. ας προστρέξουμε λίγο στην πολύτιμη ελληνική μυθολογία μας που πολλά πλούτη κρύβει.. Αναφέρει το "Λεξικόν των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κυρίων ονομάτων" υπό Νικολάου Λωρέντη (1837):