Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειμώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χειμώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Ο προστάτης και θαυματουργός Άγιος Σάββας και τα Νικολοβάρβαρα (παραδόσεις κι έθιμα)

Πλήθος τα έθιμα κι οι παραδόσεις των ημερών του Δεκέμβρη, αλλά κι ιδιαιτέρως του τριημέρου Αγίας Βαρβάρας (βλ.: Η Αγια-Βαρβάρα, η ευλογιά, το μέλι και τα τρίστρατα!), Αγίου Σάββα και Αγίου Νικολάου (βλ.: Θαλασσινέ μου Άη Νικόλα.. και Του Αϊ Νικόλα, των ναυτικών και του χιονιού ), του λεγόμενου από τον λαό μας: "Νικολοβάρβαρα"(βλ.: Νικολοβάρβαρα!). Και καθόλου τυχαίο που όλες οι παροιμίες στις οποίες αναφέρονται οι παραπάνω άγιοι συνδέονται με την έναρξη του χειμώνα και της κακοκαιρίας:

"Αγιά Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απλοήθη:
Μαζώχτε ξύλα κι άχερα και σύρτε και στο μύλο
τι Άγιο Νικόλας έρχεται τα χιόνια φορτωμένος!"

Αναφέρει σχετικά κι ο λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος στο έργο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας" (εκδόσεις: Δωδώνη):
"Την άλλη μέρα απ'τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας, είναι η γιορτή του Αγίου Σάββα στις 5 του Δεκέμβρη και την επόμενη μέρα η γιορτή του Αγίου Νικολάου στις 6 του μήνα. Γι'αυτό ο λαός μας λέει πως:
"Αη-Βαρβάρα γέννησε Σάββα κι Αη-Νικόλα",
κι ακόμα
"Αγιά Βαρβάρα μίλησε και Σάββας απεκρίθη κι ο Άη-Νικόλας έφτασε με χιόνια φορτωμένος"
ή
"η Αη-Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Αη-Σάββας σαβανώνει κι ο Άη-Νικόλας παραχώνει."
Και τις τρεις αυτές γιορτές, πού'ρχονται με τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, ο λαός μας τις λέει μ'ένα όνομα: "Νικολοβάρβαρα".
"Μπρος πίσω τα Νικολοβάρβαρα, πέφτουν χιόνια Τάρταρα",
λένε οι ξωμάχοι μας. Τα Τάρταρα έχουν εδώ μεν τη χάρη της παρήχησης, αλλά ο λαός μας έβαλε αυτή τη λέξη (Τάρταρα) για να δώσει πιότερη έμφαση στο παγερό κρύο του Δεκέμβρη."


Ενώ ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα Δ', Δημώδεις παροιμίαι περί των μηνών") διασώζει και τις παρακάτω σχετικές παροιμίες:
Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα, προς οπίσω είν' ο χειμώνας,
καθώς "ο ανώτατος βαθμός ψύχους παρατηρείται συνήθως ημέρας τινάς προ ή μετά τα Χριστούγεννα και κατά την εορτή του αγίου Νικολάου." Και:
"Τ'άη Νικολοβάρβαρα κάνει νερά και χιόνια.
Και άλλως:
Τ'άη Νικολοβάρβαρα οι τοίχοι ιδρώνουν,
μα στα Φωτοκάλαντρα αποξυλώνουν. "
όπου Φωτοκάλαντρα θεωρείται φυσικά το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων.

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Ο παροιμιακός και γνωμικός λόγος στο παραδοσιακό Πήλιο", Εργαστήριο λόγου και πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας):
"Αϊ- Σάββας σαβανών'
Αϊ- Νικόλας παραχών'
κι Αϊ- Σπυρίδουνας ξιχών'
Ο καιρός δηλ. την περίοδο τούτων των γιορτών στο πρώτο δωδεκαήμερο του Δεκεμβρίου έχει θεαματικές αλλαγές που δείχνουν πως ο χειμώνας έφτασε. Έτσι, όπως συχνά παρατηρείται της Αγίας Βαρβάρας, έχουμε ξαφνικό αγρίεμα του καιρού, την επαύριο, του Αγίου Σάββα, το χιόνι καλύπτει σαν σάβανο τη γη και την τρίτη μέρα του Αγίου Νικολάου τα πάντα έχουν καταχωστεί κάτω απ'τα πολά χιόνια, τα οποία καλύπτουν τη γη συνήθως μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα. (12 Δεκεμβρίου)"


Ενώ, ο έτερος λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη) προσθέτει:
"Από παρετυμολογία του ονόματός του, ο άγιος Σάββας γίνεται και άγιος νεκρολατρευτικός (σαβανώνει). Γνωρίζουμε το λογοπαίγνιο:
Αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει
Άι Σάββας σαβανώνει.
που λέγεται για το χιόνι του χειμώνα ή για τον πιθανό θάνατο από κρύωμα (άι Νικόλας παραχώνει). Τον θεωρούνε όμως άγιο του θανάτου, που μπορεί να μας διαφυλάξει ή να μας δώσει καλύτερη θέση μετά θάνατον.
Μια Λεσβειακή παράδοση σημειώνει:
"Τον άγιο Σάββα πρέπει να τον παρακαλούμε να μας γλυτώσει στον άλλον κόσμο. Αυτός θα βαστά το δίχτυ, μπροστά στον πύρινο ποταμό που πάει στην Κόλαση. Με το δίχτυ του (αν θέλει) σε γλυτώνει και δεν φεύγεις με τους κολασμένους."(Παν. Νικήτα, "Το Λεσβειακό Μηνολόγιο")
Από την ίδια νεκρολατρική ιδιότητα του αγίου φαίνεται ότι προέρχεται και το έθιμο της γιορτής του, να μαγειρεύουν φάβα με κρεμμύδια και να τη μοιράζουν, μαζί με μελίπηκτα, στους συγγενείς. Γι'αυτό λένε και στιχουργικά:
Τ'άι Σάββα τρώμε φάβα.
Ευχάριστο πάντως γεύμα για τη χειμωνιάτικη μέρα και τη σαρακοστή της."

Ο Άγιος Σάββας και οι θεοσεβείς γονείς του


Πάρα πολύ ενδιαφέρονται είναι όσα αναφέρει ο σπουδαίος σύγχρονος λαογράφος μας Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο πόνημά του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"- Έθιμα στον κύκλο του χρόνου, εκδόσεις Καρμάνωρ):

"Μπορεί ο παροιμιακός λόγος να εκφράζει την πίστη στη μορφή του αγαπημένου γέροντα ιεράρχη ("του Αγίου Νικολάου πού 'ν' της γης και του πελάου"), ωστόσο το διήμερο 5 και 6 Δεκεμβρίου (Σάββα και Νικολάου επισκόπου Μύρων) είναι αφιερωμένο κυριολεκτικά στη γη. Προστάτης της στερεάς ο Σάββας, προστάτης της θάλασσα ο Νικόλαος. Είναι οι δύο άγιοι που διασώζουν τους κινδυνεύοντες και γι' αυτό είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Βέβαια, ο Σάββας δεν τιμάται στην Κρήτη με την ένταση που παρατηρούμε σε μαρτυρίες από άλλες περιοχές, όπως είναι η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Στην Κρήτη όμως, ο Σάββας είναι ο άγιος που προστατεύει από φυσικές καταστροφές κι ιδιαίτερα από σεισμούς. Οι ασκητικές μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε από την νοτιοκεντρική Κρήτη αποκαλύπτουν ένα άγνωστο όσο και εντυπωσιακό λατρευτικό σκηνικό. Οι ερημίτες που είχαν αποχωρήσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη δεκαετία του 1920, μετά την εφαρμογή του νέου ημερολογίου ήξεραν πως " Άγιος Σάββας στερεώνει τον κόσμο" και μετά από κάθε σεισμική δόνηση εκτός απ'τις γνωστές λιτανείες κατέφευγαν στο φαράγγι του Αγίου Σάββα όπου βρίσκεται ο ναός του (ένα παλιό ασκηταριό), για ολονύκτιες παρακλήσεις. Άλλοι έζωναν τον ναό του και άλλοι κρεμούσαν στην εικόνα του τάματα στα οποία εικονίζονταν σπίτια παρακαλώντας για την προστασία τους. 
Φαίνεται πως η ίδια πίστη υπήρχε και στη Σητεία. Η Ειρ.Παπαδάκη μαρτυρεί πως ο Άγιος Σάββας είναι "προστάτης για τσι σεισμούς" και προσθέτει τη λαϊκή φράση: "Η γης σαββάσει (τρέμει). Ρήμα απρόσωπον που σημαίνει ταράσσω, τρέμω." Δεν γνωρίζω αν η σύνδεση του Σάββα με τους σεισμούς οφείλεται σε παρετυμολογία του ονόματός του. Εξάλλου η λέξη σαββάζω είναι σπάνια. Δεδομένου, όμως, ότι θεωρείται προστάτης από κάθε λογής φυσικό φαινόμενο (κατακλυσμούς, κατακρημνίσεις πετρωμάτων κ.α.) πρέπει να αναζητηθεί η αρχή αυτής της δοξασίας σε κάποιες άλλες, άγνωστες σήμερα, παραμέτρους της λαϊκής λατρείας. Οι παλιοί ασκητές της περιοχής θεωρούσαν πως " για χατήρι του Σάββα και μερικών άλλων ασκητών στέκει ακόμα ο Θεός τον κόσμο". Η φράση αυτή σε συνδυασμό με το γενικότερο λατρευτικό πλαίσιο, αποτελεί μία ένδειξη για τη σχέση του Αγίου με τη στερεότητα του κόσμου, σύμφωνα με παλαιότερες λαϊκές δοξασίες.

[...] Ένα μικρό μοναστηριακό ξωκλήσι που χτιστηκε το 1884 απ'το μοναχό Μελέτιο Τζιριτάκη στην όχθη της λίμνης του Πρέβελη. Μια λεπτομέρεια από το ιστορικό αυτού του ναού είναι πιθανόν να αποτελεί και την άκρη του νήματος και να μας οδηγήσει στην αρχή της λατρευτική ιστορίας του Αγίου στην Κρήτη: Ο Μελέτιος είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Παιστίνη. Πιθανότατα, επηρεασμένος απ'τη φήμη του μεγάλου Μοναστηριού του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων, επέστρεψε στην Κρήτη με την απόφαση να χτίσει ναό αφιερωμένο στον άγιο-ασκητή. Βρήκε λοιπόν, προσφορότερη την κατάφυτη από ενδημικούς φοίνικες παραλία του Πρέβελη. Ας θυμηθούμε ότι χιλιάδες προσκυνητές του Αγίου Σάββα επιδιώκουν να πάρουν ένα χουρμά ή ένα κομματάκι από φύλλο του ιερού δένδρου το οποίο θεωρείται ελιξήριο γονιμότητας.[...]

Εκτός από προστάτης των σεισμών, ο άγιος φαίνεται πως εθεωρείτο και προστάτης των αιχμαλώτων. Οι παραδόσεις που ακούγονται στην περιοχή θέλουν τον Σάββα ελευθερωτή και πρόθυμο να σπεύσει για να διαρρήξει τα δεσμά των ανθρώπων που είχαν στερηθεί της ελευθερίας τους. Οι οικογένειες που αναζητούσαν δικούς τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν εξαφανιστεί σε περιόδους ανωμαλιών προσέτρεχαν στην εκκλησία της Τρυπητής με τάματα, προσευχές και νυχτερινές λειτουργίες. [...] ακόμη και σήμερα ο Άγιος Σάββας της Τρυπητής είναι αποδέκτης ευχαριστηρίων άρτων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων πριν από τρεις γενιές: 
"Οι Τούρκοι είχαν πιάσει αιχμάλωτο το χωριανό μας τον Σπετσωτομανώλη κι αυτός ετάχτηκε στον Άγιο Σάββα στην Τρυπητή να τονε λευτερώσει και να πηγαίνει άρτους στη χάρη του ίσαμε να ζει. Ο Άγιος τον ελευθέρωσε και πράγματι έκανε κάθε χρόνο άρτους και, ίσαμε που ζούσε, επήγαινε κάθε χρόνο στο μοναστήρι. Όταν πόθανε συνεχίσανε τα παιδιά του να κάνουν αρτοπλασίες. Τώρα συνεχίζει ένας απόγονός του, ο Μανώλης ο Μακρυγιαννάκης"."
Του Αγίου Σάββα, λοιπόν, σήμερα, του "ενδιάμεσου" Αγίου του τριημέρου, καθώς:
"Νικολίτσι, Βαρβαρίτσι,
Σάββα τ'ήθελες στη μέση;"

Ιερά Λαύρα Αγίου Σάββα  στους Αγίους Τόπους


Ο Άγιος τούτος, εκ της Καππαδοκίας, υπήρξε μεγάλος ασκητής του 5ου αιώνα. Ιδιαιτέρως εγκρατής και ταπεινός, έλαβε πλήθος χαρισμάτων ώστε να θεωρείται θαυματουργός και να τιμάται ιδιαίτερα από το λαό μας (κι όχι μόνο) η μνήμη του. Έγινε μοναχός σε ηλικία μόλις οκτώ ετών και η παράδοση αναφέρει ότι σε εφηβική ηλικία, ενώ εργαζόταν στον κήπο και του ήρθε μια έντονη όρεξη να γευτεί ένα λαχταριστό μήλο, μόλις το έκοψε από το δένδρο και συνειδητοποίησε το μέγεθος και την ένταση της επιθυμίας του, το θεώρησε ως γαστριμαργία (ως πάθος για την ηδονή δηλαδή), ώστε τελικά όχι μόνον δεν το έφαγε, αλλά δεν ξανάβαλε ποτέ στο στόμα του τούτο τον καρπό κατά τη διάρκεια της ζωής του, για να κατατροπώσει έτσι τον πειρασμό της ενδόμυχης επιθυμίας του: 
"Ωραίος ἦν εἰς ὅρασιν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν
θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδὰμ,
αὐτοῦ προτιμήσαντος τοῦ νοητοῦ κάλλους
τὸ τῆς σαρκίνοις ὀφθαμοῖς φανὲν τερπνόν
και τῶν πνευματικῶν ἅπολαύσεων 
τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς τιμιωτέραν θεμένου,
δι' οὗ καὶ ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν
μὴ τοίνυν ἀπονεύσω τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας 
ψυχικῷ τινι νυσταγμῷ βαρηθεὶς 
ὥσπερ γὰρ πάσης καρποφορίας προηγεῖται ἄνθος,
 οὕτως ἡ ἐγκράτεια πάσης προηγεῖται ἀγαθοεργίας"
(Ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ τῆς Ἰνδίκτου)

Ιερά Λαύρα Αγίου Σάββα στους Αγίους Τόπους

Από τα σημαντικότερα μοναστήρια της ιουδαϊκής ερήμου είναι η Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της οποίας η πρώτη εκκλησία (που ήταν σπήλαιο) εγκαινιάστηκε από τον ίδιο κι αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί, στο ανδρικό μοναστήρι του Αγίου Σάββα, φυλάσσονται και τα θαυματουργά λείψανά του. Καθώς θεωρείται θαυματουργός και προστάτης των ασθενών κι ιδιαιτέρως, στις μέρες μας, των καρκινοπαθών, οι μοναχοί μοιράζουν αγίασμα και λαδάκι για να σταυρωθούν όσοι πάσχουν. Επιπλέον, στην αυλή της μονής υπάρχει μια φοινικιά που, σύμφωνα με την παράδοση, φύτεψε ο ίδιος ο Άγιος Σάββας και τα φύλλα της θεωρούνται κατάλληλα για τα προβλήματα γονιμότητας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες. 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Ελιές και λιοπερίβολα στο βουνό των Κενταύρων...


Κοντά μεσάνυχτα... Κλείνεις κατάκοπη τα μάτια και πάλι τις βλέπεις μπροστά σου... ελιές, παντού σκορπισμένες ελιές και συ να πασχίζεις να τις μαζέψεις όσο πιο γρήγορα, να προχωρήσεις παρακάτω, προτού σαπίσει ο πεσμένος καρπός στα λασπωμένα χώματα, προτού ξεφορτώσουν κι άλλες τα δέντρα στη γη απ'το δριμύ αγέρα. Να τις προλάβουμε με τα πανιά... Μα όπου να γυρίσεις το βλέμμα σου πεσμένες ελιές, στρώμα πολύχρωμο καταγής. Κατά πού να κάνεις; "Απελπισία" μουρμουρίζει εκείνος.
Από δυο ευρώ ξεκίνησε το λάδι. Το πρώτο, το παρθένο, το ίσαμε 3-4 χαράκια. Απ'τις "γκρεμιστές", ακόμη πράσινες οι περισσότερες. Τώρα τα χαράκια έγιναν βαθμοί κι η "πεσιά" σωρός, τώρα η τιμή ζήτημα να ξεπερνά το ευρώ. Πόσες κλούβες μπορείς να συγκεντρώσεις απ'τα χώματα, απ'το πυκνό χορτάρι και τα φρέσκα αγκαθερά "βάτια" που ξεβλαστάρωσαν ξανά; Πού νά'ναι κι "αθάμνευτα"... Και τί θα πληρωθείς; Κι έχεις και τ'αγριογούρουνα κάθε βράδυ να γλεντοκοπάνε και να τις ανακατεύουν παντού αντάμα με πέτρες και κοπριές απ'τ'άλογα. Τί να ξεδιαλέξεις;
"Ο Πασχάλης τις παράτησε. Δε βγαίνει. Δουλεύει αλλού, μεροκάματο. Κι ο Αργύρης. Στρώνει από πάνω μοναχά και μαζώνει όσες κρατήθηκαν στα δέντρα. Εγώ τις λυπάμαι. Και σάμπως τί άλλο έχω να κάνω; Να τις παρατήσω έτσι;..." ξαναμουρμουρίζει. Κι έτσι απομένουμε μέχρι ο ήλιος ν'αποτραβηχτεί στα πέρα δώματα πολεμώντας να νικήσουμε το χρόνο που κανείς ποτέ του δεν νίκησε...
Κτήματα δυσπρόσιτα τα πιο πολλά, στο βουνό των Κενταύρων, να παλεύεις να σταθείς, να μην κατρακυλήσεις παρέα με τον κουβά, και να μην ξέρεις αν πιότερο αγωνιάς μην τσακιστείς ή μην ξανασκορπίσουν εκείνες και πρέπει σκυμμένη στα τέσσερα να τις ξαναμαζεύεις! Κρύο, παγωνιά, τα δάκτυλα να μουδιάζουν, η ραχοκοκκαλιά να πονά και τα γόνατα να μαγκώνουν απ'το πολύ ζόρι. Είχε πολύ "μαξούλι" φέτος, μπόλικη σοδειά, αλλά διαρκώς καινούριες αρρώστιες ξεφυτρώνουν. Σαν να μην έφτανε ο "δάκος", η μύγα που τις τρυπά, φάνηκε και το "γλοιοσπόριο" που τις έριξε όλες κάτω, προτού προλάβουν καν να μαυρίσουν. Και μέσα σ'όλα τούτα να κατρακυλά κι η τιμή του λαδιού απ'τους εμπόρους..
Είναι κτήματα πάνω στους δρόμους, μα είναι πολλά που δεν τα φτάνει το αυτοκίνητο ή σαν και τούτο το τελευταίο που πηγαίνουμε που θέλει πρώτα να κατεβείς παραλιακά κι από κει να παλέψεις ν'ανεβείς τον κακοτράχαλο μακρύ χωματόδρομο που πιάνει το "περιβόλι" απ'τη μια και την άλλη μεριά. Αλλά για να βγάλεις κλούβες και τσουβάλια απ'τις "σούρες" και τα "γκρεμίδια" εκειδά θες και κάποιο ζωντανό να σου τα κουβαλήσει.
"Θα κατεβάσεις τ'άλογο εσύ να πάρω σήμερα τ'αυτοκίνητο να τα φορτώσω;"



Μόλις πού'χε ξημερώσει και πήγα να πάρω τ'άλογο. Έχει μονοπάτι απ'το χωριό που βγάζει κάτω στα παραλιακά. Προς τα χαμηλά είναι και το κτήμα. Φασκιωμένη από πάνω μέχρι κάτω για την παγωνιά αποχαιρετούσα τα τελευταία σπίτια του χωριού, κρατώντας απ'την τριχιά το νυσταγμένο άλογο που βαριεστημένο και χαλαρό γλιστρούσε στον κατήφορο του "καλντεριμιού" κι αγνάντευα προς τα χαμηλά τα λιόδεντρα που ξεπρόβαλαν.  Μοναχά κάτι πουλιά ακούγονταν να τσουρτσουρίζουν στις φυλλωσιές και κανένας αετός να φωνάζει από ψηλά. Το σκυλί έτρεχε δώθε-κείθε, τάχα για να τα κυνηγήσει, γεμάτο ενθουσιασμό. Παραπέρα μικρές γουρνίτσες από νερό είχαν κρυσταλλώσει μες στην νύχτα και κριτσανούσαν καθώς τις πατούσαμε. Περάσαμε τη γέφυρα με το ποτάμι και προχωρήσαμε χωρίς ν'απαντήσουμε ψυχή. Μονάχα πιο χαμηλά ακούστηκε ένας μοναχικός που μόλις είχε στρώσει τα δίχτυα μες στο μονοπάτι κι ετοιμαζόταν να βαρέσει με το καλάμι. Παρκαρισμένα δυο άλογα λίγο πιο μπροστά. Άκουσε τα πατήματά μας, δίχως να μας δει. "Εεεεε Γιώργη! Περνάς;" ακούστηκε. Ύστερα γύρισε και είδε εμένα μ'έκλπηξη: "Εσύ είσαι Όλγα με τ'άλογο; Καλημέρα!" "Καλημέρα! Πήγε να πάρει τ'αυτοκίνητο να φορτώσει." "Περνάς;" "Πώς δεν περνώ; Περνώ."
Έφτασα στο σταυροδρόμι κι έψαχνα δέντρο χωρίς χαμηλά κλαριά να δέσω τ'άλογο να μην πάρει σβάρνα το σαμάρι. Εκείνο πάλι έψαχνε λαίμαργα που είχε το πιο πυκνό και νόστιμο χορτάρι να μασουλήσει. Πώς να του χαλάσεις το χατήρι; Όλα έπρεπε να ταχτοποιηθούν. Φώναξα το σκύλο να κατηφορήσουμε παρέα στο περιβόλι, παλεύοντας από τη μια να μη γλιστρίσω κι από την άλλη να μην πατήσω τις φρεσκοπεσμένες ελιές...
Άναψα ένα τσιγάρο, καθώς δε θ'ακουγα τη γκρίνια κανενός, να πάρω μια τζούρα κουράγιο για τις αμέτρητες ώρες ταλαιπωρίας που θ'ακολουθήσουν και να προσαρμοστώ στο σκηνικό.  Ο σκύλος, δίπλα μου, να με κοιτάζει παρακλητικά με τον νου του στον μόλις ανοιγμένο σάκο. Τον κέρασα ένα μεζέ και πετάχτηκα πάνω για να ξεκινήσω... Γέλασα μονάχη μου και σιωπηλά με τους λογισμούς μου:"Σκέτα λαογραφικά σύμμεικτα είσαι βρε κορίτσι! Τί κάθεσαι και ψάχνεις να καταγράφεις από δω κι από κει; Εσένανε θά'πρεπε να καταγράφεις!"  



Όση γαλήνη σε κυκλώνει στον κατήφορο, τόσος πόνος στην ανηφοριά! Σουρούπωνε, το κρύο ακόμη πιο τσουχτερό να σε διαπερνά παντού στα πονεμένα μέλη και το κορμί κατάκοπο. Κι όσο κοντοζυγώνεις στο χωριό, ο κοφτός μακρύς ανήφορος να σου σταματά την ανάσα. "Λίγο ακόμη και φτάσαμε... Πότε θα τελειώσουν οι ρημαδιασμένες;!" Κοκκαλωμένος απ'το "παταγούδι", από το ζόρι να ιδρωκοπάς...
Τ'άλογο στάθηκε στη γούρνα της πηγής να ξεδιψάσει. Πλατανόφυλλα την είχαν φράξει. Τά'κανα πέρα απαλά μην ανακατευτούν τα χώματα και γίνει σκέτη θολούρα. Ύστερα τό 'συρα κατά το στάβλο του, να το ξεσαμαρώσω, να του δώσω μια μπουκιά ψωμί που τού'χα φυλαγμένο και να συνεχίσω τον ανήφορο για το δικό μου σπιτικό...


Κατηφορίζαμε και πάλι το μονοπάτι. Οι ίδιες εικόνες των τελευταίων ημερών. Τριγύρω κτήματα, άλλα παρατημένα στο έλεος της άγριας φύσης, άλλα νοικοκυρεμένα να καθρεφτίζουν την επιμονή κι υπομονή του ανθρώπου που ακόμη στέκεται με ευλάβεια μπροστά στον καρπό που τον ανέθρεψε, άλλα φροντισμένα μεν, όμως με τον καρπό να κατρακυλά υφαίνοντας στρωσίδι πλουμιστό στη μάνα γη και την απελπισία να έχει πλέον κερδίσει τη μάχη. Θυμήθηκα κείνο το ζεύγος των παλιακών ηλικιωμένων, των εναπομείναντων, που καβάλα στα γαιδουράκια τους κανένα μήνα πριν, όταν ο καιρός δεν είχε αγριέψει τόσο, διαβαίναν από κει που μαζεύαμε. Άραγε πόσες να πρόλαβαν; Είμαστε "Οι τελευταίοι των Μοϊκανών"- ο τίτλος ξεπήδησε στον νου μου...


Κι ύστερα προχωρούσα κι αναρωτιόμουνα... Πόσοι θ'απομείνουν κι ως πότε να παλεύουν σε τούτα τα δύσκολα "περιβόλια"; Να τα "θαμνεύουν", να τα "ξεβατεύουν", να τα κλαδεύουνε και να καίνε σε μεγάλους σωρούς τα κλωνιά, να κόβουν τα χορτάρια του τόσο γόνιμου βουνού, ν'ανοίγουν γούρνες ποτιστικές και να παλεύουν με τ'αγριογούρουνα που "σαρίζουν" τις πεζούλες κι ανακατεύουν και κάνουν τις πλαγιές αδιάβατες; Να ψεκάζουν για κάθε καινούρια αρρώστια που φαίνεται, να "γκρεμίζουν" τον καρπό με τα γερά τους πονεμένα μπράτσα και τον αυχένα μαγκωμένο ολημερίς στα ψηλά, να μαζεύουν ώρες ατελείωτες σκυφτοί και διπλωμένοι στα δυο στα κατσάβραχα την "πεσιά", να φορτώνουν σακιά ασήκωτα τα σαμαρωμένα ζωντανά τους, να κουβαλάνε στα χέρια κλούβες ξέχειλες, να παλεύουν με την παγωνιά, τον άνεμο, την ξαφνική βροχή και το χιονιά να κουβαλούν δίχτυα και ραβδιά και μηχανήματα και βυτία και τόσα σύνεργα στις δυσπρόσιτες πλαγιές των Κενταύρων; Και πόσο μάλλον για να πάρουν μοναχά μια δραχμή που δεν επαρκεί για τ'αναγκαία... Πόσοι απομείναν; Πόσοι αντέχουν πια; Πόσοι μπορούν, στις μαλθακές μέρες μας, να ελέγχουν τόσο το κορμί τους; Και πόσοι θα απομείνουν για να συνεχίσουν;... Να ενώνουν τις ανασαιμιές τους με την ανάσα του βουνού... να παλεύουν να περισώσουν τον ευλογημένο καρπό απ'τη θλίψη της εγκατάλειψης και να νικήσουν τους πόνους του θνητού ευατού τους... να μπορούν ν'αφουγκράζονται τους ήχους της Πλάσης ανάμεσα στους λογισμούς τους και να δίνουν ακόμη ζωή στα μονοπάτια του Χείρωνα...;


Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Ξημέρωσε μια πανέμορφη, ηλιόλουστη μέρα κι εγώ πάλευα με τον πανόπτη Άργο και τον Αργειφόντη: Αν είναι Αργοφονιάς, αν φανερώνει ή φονεύει, αν είν' λευκός, λαμπρός και καθαρός, αθώος ή ένοχος, αν είναι ο λόγος ο σαφής και των θεών ο αγγελιαφόρος. Οπότε πήρε η μπάλα και τον Άργο, όχι του Οδυσσέα τον πιστό, αλλά κείνον τον άλλον με το κορμί γεμάτο μάτια σαν κορδωμένο παγώνι, τον οξυδερκή φύλακα, το τέρας το τρομακτικό που άλλοι άνθρωπο τον βλέπανε κι άλλοι κουτάβι και που, σαν να μην έφταναν αυτά σου τσαμπουνάει κι ο Ευστάθιος κάτι πως κάποιος κάπου κάποτε τον έβλεπε σαν φίδι, και φιδοκτόνο τον Ερμή, σαν το μεγάλο αδέρφι του, τον άνακτα Απόλλωνα.


Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!


Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!


Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!


Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:

"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.:  Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι" 
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
Ως κι ο Πίνδαρος στους Ύμνους του σε μνημόνευσε:
"ἴϋγγι δ' ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν"
(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
Και σαν να μην έφταναν αυτά, εφόσον απασχόλησες ακόμη και τις μάγισσες, τ'όνομά σου συνδέθηκε και μ'άλλη έννοια:
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις, 
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")

Αχ σουσουράδα μου καημένη, είδες λοιπόν τί σου σκαρώνουν οι άνθρωποι για να σκεπάσουν τα δικά τους στραβά; Σ'είδαν με κουνιστή ουρά και για να ξορκίσουν τα πάθη τους, τους δώσαν το όνομά σου! Κι ύστερα τα πάθη τους προκαλούσαν καημούς και λαχτάρες και δώσαν και σε τούτα πάλι το δικό σου όνομα! Σ'αλλάξανε όνομα; Και πάλι σ'είπανε γυναίκα κουνιστή! 
Ευτυχώς, λοιπόν, που τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με πουλιά! Αλλιώς, αλίμονο και τί άλλο στραβό και κάκιστο θά'χανε κοτσάρει στ'όνομά σου, μια τέτοια φαύλη εποχή που οι λέξεις χάσανε το νόημά τους, που οι έννοιες στρεβλώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν, που οι "ταμπέλες" στοχοποιούν κάθε κελάρυσμα κι ο κάθε φελός της κοινωνίας έχει τη δύναμη το παραμιλητό του να το κάνει αξία και αρχή! Αλίμονο...Μη σκιάζεσαι, μικρή μου σουσουράδα... Η φύση σε προίκισε με μικρά φτερά, να πεταρίζεις στο γαλάζιο ουρανό και να κρύβεις την ομορφιά σου στα ολάνθιστα κλαρούδια του χειμωνανθού. Είσαι ελεύθερη να πετάς ψηλά, μακριά από τις ανάκατες λέξεις μας, είσαι λεύτερη να προστατεύεις την ομορφάδα σου απ'την ασκήμια του κόσμου... Κι αν έχεις φόβο τις τουφεκιές, και πάλι μη σκιάζεσαι μικρή μου σουσουράδα, ούτε τούτες είναι ικανές να λερώσουνε τη μικρή παιχνιδιάρα ψυχούλα σου... 
Αλίμονο σε μας...



Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..

Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...


Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...

Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει... 

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Νιφάδες γαλήνης...

Ξημέρωσε και φανερώθηκε μια εξωτική, σπάνια ομορφιά... Το βουνό των Κενταύρων ντυμένο στα κατάλευκα... Θα μου πεις, πρώτη φορά είναι; Δεν είναι πρώτη, θ'αποκριθώ, μα μονάχα τούτη τη φορά ήτανε αλλιώς...


 Ήτανε το χιόνι τόσο όσο, τουλάχιστον στο δικό μας χωριό. Τόσο όσο, ώστε να καλύψει τα πάντα, χωρίς όμως να τα εξαφανίσει κάτω απ'το πέπλο του, τόσο όσο, ώστε όλα νά'ναι ντυμένα στα λευκά, αλλά να διακρίνεται και το κορμάκι τους, τόσο όσο, ώστε να κλείσει δρόμους και μονοπάτια, αλλά χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία... Και κάτι ακόμη, πολύ πιο μαγικό... Μόλις ξημέρωσε, ο χιονιάς είχε κοπάσει, λίγες νιφάδες διάσπαρτες κυκλοφορούσαν νωχελικά, αλλά το τοπίο μπροστά μου είχε παραμείνει άθικτο, θαρρείς και σταμάτησε ο χρόνος! Τα κλωνάρια λυγισμένα ασφυκτικά από το βάρος σα γονατισμένα σε κρυφή προσευχή, ν'αντέξουν, έχοντας φτάσει στο κρίσιμο όριο της ελαστικότητας... Τα γυμνά κλαδιά με τη μπαμπακούλα στρωμένη πάνω τους σαν να επρόκειτο για υπερμεγέθεις κόκκους άχνης ζάχαρης μετέωρους σε μιαν ευθεία νοητή που μέναν ανέγγιχτοι από την όποια ανασαιμιά του τόπου... Ακόμη και τ'άχαρα καλώδια κρυφτήκανε σ'ένα κάτασπρο κουκούλι που τό'βλεπες μ'απορία να σχίζει τον ορίζοντα στα δυό! Κάθε ασχήμια κρύφτηκε, ό,τι παράταιρο με το βουνό κατάφερε να συνταιριάξει και, επιπλέον, ήτανε όλα εικόνα μιας στιγμής, μιας στιγμής που πήρε από το χωροχρονικό σύμπαν παράταση κι είχε διάρκεια όσο οι πρώτες πρωινές ώρες. Τίποτα δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του!


Μα λες, κι ο αγέρας έχασε και την ελάχιστη πνοή του, κι οι νιφάδες παρέμεναν σχεδόν μετέωρες εκεί που τις τοποθέτησε ο καλλιτέχνης της ζωγραφιάς... Λες κι η θερμοκρασία δεν ταλαντεύτηκε ούτε τόσο δα... τίποτα δεν έλιωσε, τίποτα δεν πάγωσε, όλα μείναν αφράτα, φρέσκα και λαχταριστά! Τα κλωνάρια της πικροδάφνης καμπουριασμένα στην πιο αγωνιώδη μορφή τους...κι όμως δεν κουνιόντουσαν για ώρες, ούτε να κάνουν πως τινάσσονται προς τα πάνω καθώς θά'παιρνε τον κατήφορο μια φούχτα από το λευκό φορτίο, ούτε να σπάζουν στα όρια της απαντοχής... καθηλωμένα εκεί, να τα παρατηρείς και μάταια να αναμένεις τη συνέχεια... Ε, ήταν εντυπωσιακό!


Ανηφόρισα στο καλντερίμι με το φτυάρι αρωγό, όχι πως ήτανε δύσβατα -γύρω στους 25-30 πόντους χιόνι πατιέται και παλεύεται- αλλά καθώς τα μετεωρολογικά κραυγάζανε για νέα επιδείνωση και παγετό, καλό θα'ταν να καθαρίζαμε κανένα διάδρομο προληπτικά κι ύστερα ο καημένος ο Πορφύρης μου γιατί να πνιγεί στα κρύσταλλα ή να χαθεί κάτω απ'το νέο κύμα χιονιά; Τώρα που ήταν αφράτο να τον ξαλάφρωνα, να μην νιώθω κι εγώ αποκλεισμένη. Άσε που τά'ξερα και τα περίμενα από άλλες φορές...κοντά ένα μέτρο χιόνι, παγωμένο και στουμπισμένο τού'κλεινε τη δίοδο προς την κεντρική οδό. Μια τα εκχιονιστικά που σπρώχναν αναγκαστικά το χιόνι δεξιά κι αριστερά, μια κάτι βλαμμένοι που ξεχιονίζουν τα δικά τους οχήματα και για ευκολία πετούν το χιόνι στη μούρη του διπλανού, το σκηνικό ήταν γνώριμο.


Με αυτά και με τα άλλα, καθυστέρησα! Θα πεις και μια κουβέντα με κάποιον γνωστό, θα σου δανειστεί κι ο άλλος το φτυάρι παραδίπλα, θα επιστρέψεις με τα δάχτυλα τον ποδιών να ετοιμάζονται να βγάλουν χιονίστρες γιατί οι γαλότσες χάσκανε από πάνω και χωρέσαν ουκ ολίγο παγωμένο χιόνι όπως φτυάριζες, θα βάλεις πενήντα ζευγάρια κάλτσες δίπλα στην ξυλόσομπα μπας κι επανέλθει η αίσθηση, θα πάρεις τη φωτογραφική μηχανή να κινήσεις πάλι τον ανήφορο και θα συνειδητοποιήσεις ότι, μετά από όλα αυτά, ο χρόνος άρχισε να κυλάει κανονικά και, πέρα από τις πατημασιές των ανθρώπων αρχίσανε να ξαναφαίνονται στον ορίζοντα τα πλαστικά καλώδια σε σημεία-σημεία, λες και το ζαχαρωμένο κουκούλι τους το τσιμπολόγησαν πεινασμένα πουλιά, κανα-δυο κλωνάρια αποφορτίστηκαν και τινάχτηκαν προς τον ουρανό, και το αφράτο πασπάλι από τα γυμνά κλαρούδια των πλατάνων μόλις στόλισε το κεφάλι σου καθώς ετοιμαζόσουν να το απαθανατίσεις!
Παρ'όλα αυτά, όση ομορφιά παρέμενε πρόλαβα, όσο πρόλαβα, με το φακό να την αιχμαλωτίσω! Πριν αρχίσει να χάνεται από τα ψηλά, πριν αρχίσει να γκριζάρει και να λερώνεται στα χαμηλά...


Άσπρισε το βουνό των Κενταύρων... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, εξάγνισε τον τόπο μας... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, φώτισε την γκρίζα μας πορεία... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, μας θύμισε όσα ξεχάσαμε...


Είχε κέφια ο Θεός σήμερα το ξημέρωμα στο βουνό του Χείρωνα. Ζωγράφισε με χοντρές πινελιές ένα τοπίο μαγικό! Χειμώνιασε το σκηνικό... γλυκά κι όμορφα... χωρίς τρελούς αγέρηδες και τσουχτερή παγωνιά, αλλά ήσυχα, ράθυμα, αργά, γαληνεμένα... Μάλλον αυτό είναι τελικά που μου έκανε τόση εντύπωση, τούτο είναι λοιπόν που πασχίζω να περιγράψω, τούτη η παράξενη κι απρόσμενη ομορφιά μιας ιδιότροπης γαλήνης που κάνει τον χρόνο να σταματά!...



Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

άρωμα ελιάς...

Είναι κάτι στιγμές που το ζοριλίκι συναγωνίζεται με την ομορφιά, η σωματική κόπωση συναναστρέφεται την ψυχική γαλήνη κι η πονεμένη μέση πάει πακέτο με το χαμόγελο της ευεξίας! Μπορεί να μην είναι και μονάχα στιγμές, αλλά μέρες ολάκερες....


Θυμάμαι, σαν σε όνειρο, τον πατέρα μου που μού'λεγε σαν ήμουν παιδί -όταν μεγάλωσα τον έχασα..- πως τον συμβούλευε ο δικός του πατέρας: "Όποια δουλειά θες διάλεξε να κάνεις, φτάνει να είσαι ο καλύτερος σ'αυτήν. Θες να γίνεις τσαγκάρης; Νά'σαι όμως ο καλύτερος." Εγώ, ίσως, θα το τροποποιούσα λιγάκι στο πιο ρομαντικό, αν και το τελικό νόημα δε χάνεται... "φτάνει να αγαπάς αυτό που κάνεις..." Τότε, συνήθως, γίνεσαι και καλός σ'αυτό. Το κάνεις με μεράκι... Αλλά, ακόμη περισσότερο, αισθάνεσαι ο ίδιος καλά!
Η επαφή με τη φύση, τουλάχιστον εμένα, όχι μόνο με αναζωογονεί, αλλά χτίζει και τις ισορροπίες μου. Και μιλώ για την ουσιαστική επαφή... εκείνη είναι πού'χει την τόση δύναμη. Να νιώσεις την προσφορά της γης, να γευτείς την διαδικασία. Όπως, ν'αναστήσεις με τα χέρια σου ένα δέντρο, να θαυμάσεις τους ανθούς του, να σκαλίσεις τις ρίζες του, να οσφρανθείς τ'αρώματά του, να απολαύσεις τα δώρα του, να γνωρίσεις τα μυστικά του... Γι'αυτό και τόσα χρόνια πια ζω στο χωριό...


Κι είναι τόση η ποικιλομορφία της φύσης, που δύσκολα θα βαρεθείς... Άλλη χάρη έχει το βουνό με τις κρυμμένες μανιτάρες του, τη μυρωδιά του ξύλου και, πιο χαμηλά, τα κόκκινα χαμόγελα που πλημμυρίζουν κάθε φθινόπωρο τα χωράφια με τις μηλιές, άλλη ο κήπος με τα ζαρζαβατικά και τα σποράκια που σκάνε διστακτικά και ξεπροβάλλουν μέσα απ'το χώμα μέχρι να γίνουν θεριά φυτά που θα σε γεμίσουν χίλια καλούδια, άλλη τ'αμπέλια κι οι κληματαριές που προσμένεις να φουκώσουν τα ματάκια τους να πετάξουν τον αραχνοϋφαντο ανθό τους να ωριμάσει και να γίνει ολάκερο τσαμπί κι ύστερα μοσχοβολιστό κρασάκι κι άλλη τα λιόδεντρα με το ασημιό τους φύλλωμα, με τις άγριες ανεμώνες πινελιές τριγύρω τους και τον πολύτιμο καρπό που κάθε σπιτικό λαχταρά..


Με τις ελιές, λοιπόν, και την επίπονη συγκομιδή τους στο βουνό των Κενταύρων, στιγμές-στιγμές νιώθεις σαν νά'χουν γυρίσει τα χρόνια πίσω... Ειδικά σαν πας σε κανένα περιβόλι, δυσπρόσιτο από το δρόμο, καβάλα στ'άλογο ή στο περπατητό, μέσα από μονοπάτια καθώς ο ήλιος τεντώνεται αγουροξυπνημένος και ξεπροβάλλει κι ενώ τα πουλιά τιτιβίζουν στις φυλλωσιές κι η πρωινή πάχνη σου παγώνει την ανάσα...


Πολλή "πεσιά" φέτος μετά τους αέρηδες και μετά το χιονιά... Κι είναι να απορεί κανείς, που ακόμη και σε τούτο τον αιώνα για το απαραίτητο λαδάκι, όλες οι ελιές, που δεν τις πρόλαβαν να τις γκρεμίσουν μες στα δίχτυα, μαζεύονται μια-μια από κάτω... μια-μια οι καλές, ξεδιαλέγοντάς τις απ'τις σάπιες για να γεμίσουνε οι κλούβες να πάνε στο λιοτρίβι...Σκυμμένος στα τέσσερα κι άντε πάμε παραπάνω. Στα ανηφορικά πρανή και στους γκρεμούς του βουνού των Κενταύρων. Και το βράδυ τ'αγριογούρουνα ν'ανακατεύουν τα χώματα και να κρύβουν στη γη την πολύτιμη σοδειά... Μια-μια και στο διάλεγμα οι "γκρεμιστές", πριν τις τσουρουφλήσει ο βαρύς χειμώνας, για να μπουν στην αλμύρα μοναχά οι γερές, όσες δεν είναι χτυπημένες απ'το δάκο που θα γίνει σκουλήκι. Άραγε την έχει την εικόνα αυτή, πως έχουν διαλεχτεί μια-μια, με το μάτι γαρίδα από πάνω μη και ξεφύγει το σημαδάκι, εκείνος που θα τις αγοράσει αύριο απ'τα μαγαζιά; Άσε που οι κόκκινες κι οι πράσινες μπαίνουνε χώρια... Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Να τους έχουν επιβάλλει τέτοιο πληκτικό διαχωρισμό στο εμπόριο. Εγώ πάντα καμάρωνα τα χρώματα στις γυάλες μου...πράσινες κόκκινες, μαύρες, όλες αντάμα σε μια χρωματική πανδαισία!


Είναι σημεία που καθώς τεντώνεις το κορμί να το ξεπιάσεις, αντικρίζεις τον ορίζοντα... σημεία που το βλέμμα σου φτάνει ως τη θάλασσα, ως τον βαθυγάλανο Παγασητικό. Κι η σκέψη σου ταξιδεύει ακόμη πιο πέρα, χωρίς να συναντά πουθενά τον βαμμένο τοίχο ενός ορθογώνιου γραφείου. Κι αφέντης σου, μοναχά ο Θεός... Τα συμπεράσματα κι η επιλογή του καθενός...
Κι όταν σταματάς να πάρεις μιαν ανάσα μ'ένα κύπελλο καφέ στο χέρι, η πλάση σαν να σου χαμογελά...
Κι αν παίζει και κανένας καλός μεζές, σ'αυτοσχέδια ψησταριά στα λιόφυλλα, μ'ένα σφηνάκι τσίπουρο για ζεστασιά... εκεί τα χαμόγελα γίνονται περισσότερα...


Ίσως κι ένα καλό τραγούδι στο ράδιο, νά'χεις να σιγομουρμουρίζεις, παρέα με τα πουλιά...


Άντε, και του χρόνου νά'μαστε καλά!

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Χειμωνανθοί που χαμογελούν...

Με το έμπα του Χειμώνα, που λες, θαρρείς κι η φύση αποκοιμιέται σαν υπερήλικας γέροντας, χορτασμένος απ'τα άνθη και τους καρπούς της ζωής, που θέλησε πια να ξαποστάσει... Ο Πλούτωνας κράτησε στα κρυφά υπόγεια παλάτια του την Περσεφόνη κι η Γη Μητέρα την αναζητά, αλλά δε θα την εύρει, προτού φανεί η Άνοιξη. Τότε απ'τη χαρά της τα φωλιασμένα σπόρια στα χώματά της θα δώσουν μπόι, τα έρημα κλαράκια θα πετάξουν πρασινωπά πέταλα και μπούκια, τ'αγριολούλουδα θα προβάλουν να χαμογελάσουν πλατιά στο βασιλιά Ήλιο που επέστρεψε απ'το ταξίδι του στη μυστική χώρα των Υπερβορείων κι ο Πλούτωνας θ'απομείνει μονάχος με τα φαντάσματα μέχρι να ξαναγυρίσει ο τροχός, μέχρι ο αέναος κύκλος ν'ανταμώσει στην τροχιά του το γερο-Δεκέμβρη.



Κι απομένει για συντροφιά μας τούτες τις άγονες μέρες και κρυερές ο τρελο-Διόνυσος με τον οίνο να ζεσταίνει τις καρδιές μας, τα κούτσουρα - απομεινάρια της πρότερης ζωής- να θερμαίνουν τα σπιτικά μας κι ένα άσπρο πέπλο νυφιάτικο να στολίζει το βλέμμα μας και να επικυρώνει τους γάμους της Κόρης στον Κάτω Κόσμο.



Κι όμως, καθώς οι σταγόνες κρυσταλλώνουν στο διάβα τους για τη Γη, κάποιοι μικροί επαναστάτες ξυπνούν και σηκώνοντας μπαϊράκι δικό τους, ξέχωρο κι ανατρεπτικό, παλεύουν να διαλαλήσουν την ομορφιά της δημιουργίας, πως τίποτα δεν έχει χαθεί, πως η Άνοιξη θα κοντοφτάσει... Λιλιπούτειοι άγρυπνοι φύλακες της ζωής σε μια φύση ναρκωμένη, διαλέγουν την εξαίρεση που γεννάει ο κανόνας, εγείρουν το μνημονικό και χρωματίζουν με τις δικές τους πινελιές το μεγαλείο της Υπέρβασης... Όλα τούτα, μοναχά αν κοντοσταθείς και δεν απαξιώσεις να τους ρίξεις μια αδελφική ματιά, ακόμα και σ'αυτή τη ρημάδα την εποχή που η πληροφορία προσπερνά τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος τις στιγμές της ζωής του...



Χρόνια τώρα, θρησκείες παλιές, θρησκείες καινούριες του ίδιου Δημιουργού, σε τούτα τα χώματα, αγκάλιασαν κάθε τι αειθαλλές, κάθε τι που προβάλει τα κλωνάρια του θάλλοντα με επιμονή, σ'όλο τούτο τον κύκλο της σπείρας του Χρόνου. Θαύμασε ο άνθρωπος τη λεβεντιά τους και ένιωσε πως τ'αγάπησαν κι οι ίδιοι οι θεοί, σαν τη Δάφνη, την νύμφη που ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας και στόλισε με τα κλωνάρια της το ιερό του, τη Δάφνη που διάλεξε κι η Ορθοδοξία για να υποδεχτεί το Χριστό την Κυριακή των Βαϊων. Θαύμασε ο άνθρωπος το λιόπουρνο με τον κόκκινο καρπό που επιμένει να ωριμάζει μες στο καταχείμωνο και το έμπασε στο σπίτι του σα σύμβολο δύναμης κι αθανασίας για να υποδεχτεί την καινούρια χρονιά με το ευνοϊκότερο τρόπο.



Αγάπησε το έλατο που δε σκιάζεται από χιόνια και παγετούς και διακόσμησε τα φουντωτά κλαρούδια του μ'ό,τι λαμπρό και φωτεινό έκρυβε στις κασέλες του νου του. Όσο για την περίφημη τροφοδότρα ελιά, που αν κι ως θηλυκιά πιο ευαίσθητη στο τσουχτερό κρύο, επιμένει να κρατεί τ'ασημιά της φύλλα στα κλαριά όλο τον χειμώνα και να προσφέρει τον καρπό της απλόχερα στον τόπο μας, πολυτιμότερο όλων, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, αυτή κι αν την έχρισε βασίλισσα ο άνθρωπος κι ο παλιός κι ο καινούριος κι ο ερχόμενος...



Χαμογελούν οι χειμωνανθοί.... Μια ντροπαλή ρόδινη καμέλια έγειρε τον πρώτο ανθό της μες στο χιόνι...



Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό των Κενταύρων. Μετά το χιόνι, η παγωνιά. Κι όμως κάποια λουλούδια μισοκρυμμένα ξεγελούν τον Πλούτωνα!



Ξεπρόβαλαν μήπως καθησυχάσουν τη Γη Μητέρα που δε σταμάτησε ν'αναζητά την απαχθείσα Κόρης της...



Του Άη-Γιαννιού σήμερα... Χρόνια πολλά απ'το λευκοντυμένο βουνό του σοφού Χείρωνα...

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Άγιος Ανδρέας ο "Τρυποτηγανάς", οι τηγανίτες κι οι απαρχές του λαδιού!

Τελευταία μέρα του Νοεμβρίου, ή "Αγ'Αντριά" όπως τον λεν, είναι του Αγίου Αντρέα, του επονομαζο μένου "Τρυποτηγανά", καθώς τη μέρα της γιορτής του συνηθίζανε να τηγανίζουν λαλαγγίτες ή λουκουμάδες και λέγαν πως όποια νοικοκυρά το αμελήσει τούτο το έθιμο θα της τρυπούσε ο άγιος το τηγάνι! Δεν είναι και παράξενο που η μέρα τούτη συνδυάστηκε με τηγανιτές λιχουδιές, καθώς είναι μέρα γιορτινή που πέφτει σε περίοδο νηστείας (βλ. Σφουγγάτε τα χειλούδια σας του Άη Φιλίππου διάβη..) και μάλιστα σε μια εποχή που βγαίνει το πρώτο λάδι της χρονιάς. Έτσι κι αλλιώς στα μέρη μας, με το πρώτο λάδι -όπως και με το τελευταίο- συνηθίζαν να φτιάχνουν λουκουμάδες και λαλαγγίτες για να γλυκαθούν και να το εγκαινιάσουν!


Πολύ σωστά σημειώνει ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμανωρ) πως "Όποιος αρκείται στην ανάγνωση των συναξαρικών πηγών ίσως να μην κατανοήσει ποτέ γιατί συνδέθηκε με τα τηγάνια και τις τηγανίτες ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού, ο ψαράς από τη Βησθαϊδά, που "όργωσε" τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διδάσκοντας το λόγο του Διδασκάλου του. Θα το κατανοήσει μόνον αν θυμηθεί τους ειδικούς διαιτολογικούς κανόνες που ισχύουν κατά τις περιόδους των τεσσαρακοστών (η εορτή του Αγίου Ανδρέα πέφτει μέσα στη σαρακοστή των Χριστουγέννων) και αν παράλληλα παρακολουθήσει τη ζωή των αγροτικών κοινωνιών του ελληνικού χώρου, που αυτήν την περίοδο καταπιάνονται με την (κοπιώδη) συλλογή του ελαιοκάρπου."
Και συνεχίζει: "....Στα τέλη του μήνα, όμως, έπρεπε να έχουν αλεστεί οι πρώτες ελιές και να έχει φτάσει στο κάθε σπιτικό το καινούριο λάδι. Το τηγάνισμα κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ανδρέα (ή την παραμονή) έπρεπε να γίνει με λάδι από την καινούρια σοδειά. Η χρησιμοποίηση του καινούριου ελαιολάδου ενσωμάτωνε μια ιδιαίτερη τελετουργία. Συχνά έχυναν το λάδι στο τηγάνι σταυρωτά λέγοντας μιαν ευχή, όπως "καλοκατάλυτο" ή "και του χρόνου". Πιθανότατα πρόκειται για απήχηση των απαρχών, της συνήθειας να μοιράζονται οι πρώτοι καρποί της σοδειάς ή να προσφέρονται στους θεούς.
Οι απαρχές του ελαίου είναι ένα από τα πιο συγκινητικά έθιμα των ελαιοπαραγωγγικών περιοχών. Στη Μεσαρά 
"το πρώτο λάδι της χρονιάς δεν πήγαινε στο σπίτι, αν δεν σταματούσε εκείνος που το μετέφερε στην εκκλησία και να ανάψει με αυτό καντήλια...". 
Στο Λάστρο Σητείας 
"από το πρώτο λάδι πήγαιναν οπωσδήποτε ένα μπουκάλι ή ένα μίστατο, ανάλογα με το τί μπορούσε ο καθένας, στην εκκλησία. Το μίστατο ήταν σταμνί με πλατύ στόμιο και έβαζε εφτά οκάδες λάδι. .....Με το πρώτο λάδι έπρεπε να ανάψουν και το καντήλι του κάθε σπιτικού στο εικονοστάσι."
Εκτός από τις προσφορές στη θεότητα, το έθιμο απαιτούσε "μοίρασμα" των αγαθών που είχε στείλει η θεία ευλογία. Και ως καταλληλότερη μέρα γι'αυτό θεωρήθηκε η 30η Νοεμβρίου:
"πάσαι αι οικοδέσποιναι αφ' εσπέρας της εορτής ταύτης, ή και την πρωϊαν κατασκευάζουν τηγανίτας ή μελομακαρόνες κτλ. Όστις δε δεν κάνει τοιούτους, τρυπά το τηγάνιόν του ο άγιος, όθεν και τρυποτηγανάς επικαλείται..."
"Του Άι Αντρέα όποια γυναίκα δεν ψήσει τηγανίτους θα τρυπήσει το τηγάνι..."
Στις περιοχές όπου παρασκεύαζαν τηγανίτες φρόντιζαν να προσφέρουν από ένα πιάτο σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια και, κυρίως, σε σπίτια που είχαν ανάγκη ή που δεν είχαν ελαιώνες. Η συνήθεια αυτή αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές απηχήσεις των εθιμικών απαρχών. Το ίδιο ακριβώς γίνεται σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου με το πρώτο ψωμί της χρονιάς....."

Αντίστοιχα καταγράφει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Στις καλομέρες του Νοέμβρη γίνεται και το μάζεμα των ελιών, που θα δώσουν το πρωτολάδι κι απ'αυτό θα στείλουν οι νοικοκυραίοι ένα μπουκάλι στην εκκλησιά για το άναμμα των καντηλιών και για την ευλογία του παπά. Με το πρωτολάδι οι νοικοκυρές θα φτιάξουν πάλι και τηγανίτες και γλυκά., συνήθως χαλβά, για να τα μοιράσουν στη γειτονιά και σ'αυτούς που δεν έχουν λάδι. Θα τους δώσουν κιόλας και λίγο σ'ένα μπουκάλι, για να φτιάξουν καμιά λαχανόπιτα, να φάνε και να ευχηθούν και "του χρόνου πιότερο" ή "και του χρόνου να μην το χαρούν τα κιούπια"."

Ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος ("Φθινοπωρινά"), μάλλον παραβλέπει το ρόλο της αγροτικής/ελαιοπαραγωγικής ζωής καθώς και της θρησκευτικής (σαρακοστή, νηστεία) σε τούτο το έθιμο και κάπως αόριστα αναφέρει πως "ίσως και στις δικές μας λουκουμάδες να κρύβεται κάποια μαγικοθρησκευτική (και εξευμενιστική) προφύλαξη για τη σπορά, με εκπρόσωπο τον άγιο Ανδρέα, που έλαχε να "κλείνει" την όλη φθινοπωρινή περίοδο." Και συνεχίζει γράφοντας πως "παραδίδεται, για τα παλαιότερα χρόνια των Πατρών, ότι συνήθιζαν να φτιάχνουν την παραμονή της γιορτής του αγίου Ανδρέα και "λαχανόπιτες", από τις οποίες έστελναν και στην εκκλησιά, για να μοιραστούν στους φτωχούς (Εξευμενιστικό κι αυτό και ίσως νεκρολατρευτικό έθιμο των "πλακούντων".)"  Προσωπικά πιστεύω πως κι αυτό το έθιμο στην Πάτρα έχει να κάνει και με την προσφορά των απαρχών του ελαίου, με το "μοίρασμα των αγαθών", κι ίσως κι ένα είδος "κοινής τράπεζας" (κάτι ανάλογο γίνεται ακόμη και στα "κουρμπάνια") που αφορά τον πρώτο καρπό σε μία περίοδο νηστείας που θα ήταν απαγορευτικό να μοιραστεί κάτι αρτύσιμο, οπότε η λαχανόπιτα (η οποία, παρεμπιπτόντως, φτιάχνεται από χόρτα τα οποία τέτοια εποχή ξεμυτίζουν στους αγρούς) ήταν το καταλληλότερο έδεσμα για την περίπτωση αυτή.
Ο Λουκάτος καταγράφει, επίσης, πως τη μέρα αυτή "Κάτι που θυμίζει τα πολυσπόρια της γιορτής των Εισοδίων (δηλ.της ίδιας αγροτικής περιόδου) είναι αυτό που γίνεται στην Ήπειρο, να βράζουν καλαμπόκι ("Αντριλούσια" ή "μπόλια") και να τα πηγαίνουν στην εκκλησιά να ευλογηθούν, ώστε ύστερα να τα μοιράσουν, για το καλό της χρονιάς, στον κόσμο. Στη Θράκη, έβραζαν επίσης, την ημέρα του αγ.Αντρέα, σιτάρι με ζάχαρη, σταφίδες κλπ.(δηλ.πανηγυρικά κόλλυβα) και τα μοίραζαν στον κόσμο. Στην Ακαρνανία έβραζαν (και βράζουν ακόμα) πραγματικά "πολυσπόρια", όπως της Παναγιάς, το ίδιο δε και στη Θεσσαλία, όπου τώρα τα λένε "Αντραλούσια". Όλα αυτά δείχνουν μαγικο-παραγωγικές ενέργειες της εποχής (τέλος σποράς, αναμονή της βλαστικής γονιμοποίησης)...." Ίσως τούτα τα πολυσπόρια να τα συνήθιζαν κυρίως σε μη ιδιαιτέρως ελαιοπαραγωγικές κοινωνίες, σε κοινωνίες που παρήγαγαν όσπρια και σιτηρά, καθώς ο Νοέμβριος είναι μήνας σποράς τούτων και ο Άγιος Αντρέας είχε τη φήμη, λόγω παρετυμολογίας του ονόματός του (Ανδρέας, ανδρείος, αντρειεύω)πως "αντρειεύει" το κρύο, την νύχτα (τη μεγαλώνει) και τα σπαρτά (τα μεγαλώνει, τ'αυξάνει). 
Αναφέρει ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") πως "Για να ενισχύσουν την αύξηση των σπαρτών και την καρποφορία, οι γεωργοί βράζουν, όπως και κατά τα Εισόδια της Θεοτόκου, πολυσπόρια (καλαμπόκι και στάρι μαζί) και "τα πάνε στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς' τό'χουν σε καλό, όπως λέγουν, να τα βλογήσει ο Θεός, να γίνουν περισσότερα παρέκεια. Τα μοιράζουν στα σπίτια, για ν'αντρειωθούν τα σπαρτά." (Ήπειρος)."

"Σ'τσι τριάντα, τ'αγι'Αντριός
αντρειεύεται το κρύο."

"-Βλάχε μου, πότ' εκρύωσες;
-Αυτού κοντά τ'αγι'Αντριός, του γέρο Νικολάου!"

Εδώ, πάντως, στο βουνό των Κενταύρων, άρχισε να αντρειεύει το κρύο και καθώς από αύριο επισήμως θα υποδεχτούμε το χειμώνα... "Καλό χειμώνα" εύχομαι νά'χουμε, και φτιάξτε και καμιά τηγανίτα να γλυκαθείτε λίγο... κι η μέρα το ζητά κι οι πίκρες που μας ποτίζουν!

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

σκέψεις σαν το χιόνι...

Μας τό'φερε από δω, μας τό'φερε απο κει, χιόνια ακούγαμε, χιόνια δε βλέπαμε -πέρα από ένα μιζεριασμένο νερόπλυμα που μας πασπάλισε πριν λίγες μέρες- χειμώνας ήρθε, το καλοκαίρι δεν έφευγε.. ε, αφού μας πάγωσε για τα καλά, τη φάγαμε την ψυχρολουσία, κρυστάλλωσε το κοκκαλάκι μας, τρεμούλιασε η ψυχή μας -καλά, αυτό από άλλα κι άλλα γεγονότα- σήμερα αποφάσισε να έρθει μια άσπρη μέρα! Ε, αφού δε μπορούμε να τη ζήσουμε αλλιώς, ας τη ζήσουμε με την πλάση στα ολόλευκα ντυμένη, νυφούλα σε πρόβα νυφικού, μια ελπίδα για ένα αύριο χωρίς μαυρίλες και σκοτάδια..

Ανέβαινα κι εγώ το καλντερίμι για το "παζάρ'" (που λένε κι οι παλιοί), να πάρω καμιά προμήθεια για το γατολόι κι ύστερα στο περίπτερο για να μη χαρμανιάσουμε, τέτοιες μέρες.. Δεν πρόλαβα να προσπεράσω, "χέιιιιι, χέιιιι", μου φωνάζει ο κυρ-Βασίλης μέσα απ'το κουβούκλιο! Πάω προς τα κεί.. Ξεμανταλώνει το παραθυράκι. "Βγήκες βρε θηρίο;" "Καλημέρα, ωραία μέρα!" "Μας λυπήθηκε ο Θεός!" μου κάνει. Βγάζω το γυαλί, του ηλίου βεβαίως-βεβαίως, γελώντας "Έβαλα και το γυαλί κυρ-Βασίλη!" "Πρώτη είσαι, κούκλα!" μου χαμογελάει συνωμοτικά ο παππούς. Χαμογελώ κι εγώ.. Κι ακούω τα κλαρίνα να ανασταίνουν ψυχές, από το μικρό κασετοφωνάκι του. "Μια χαρά σε βρίσκω!" του λέω. Βγάζει ένα ποτήρι κονιάκ "Έλα, να σε κεράσω!" Πίνω μια γουλιά και με το χιόνι να ασπρίζει τα γκρίζο μου παλτό, στάθηκα εκεί, έξω απ'το ξύλινο περίπτερο, και πιάσαμε τις φιλοσοφίες...


Οι ρυθμοί σήμερα πιο χαλαροί, πιο φυσιολογικοί, πιο ανθρώπινοι.. μίλησε η φύση φαίνεται και το χωριό θυμήθηκε την ξεχασμένη του αρμονία... τότε που ο άνθρωπος πάλευε αλλιώς, σκληρά, να επιβιώσει, μα δεν ξεχνούσε να ζει... Και μού'ρχεται πάλι στο νου εκείνη η εγγραφή του Νίκου, με τον καφετζή στη Νίσυρο πού'στιβε με το πάσο του τα πορτοκάλια, τόσο που εμπνευστήκαν άρθρο, ειδικά για αυτόν, κι εδώ εμείς να στείβουμε σαν ξεσαλιασμένοι, γιατί οι κύριοι επισκέπτες μας, απαιτούν το καφεδάκι τους στο λεπτό! Και σκέφτομαι, πάλι, που πήρα τα βουνά και παράτησα την Αθήνα για να ζω σαν άνθρωπος και γεμίσαμε κι εδώ επισκέπτες που δεν έρχονται, όπως κραυγαλέα διατείνονται, για να απολαύσουν το τοπίο, την ηρεμία και τη φύση, αλλά μοναχά για να μας μεταδώσουν τους αρρωστημένους τους ρυθμούς, το ανεξέλεγκτο άγχος τους και τη δυστυχία της κενής από ουσία ζωής τους...Χτίζουνε βίλες με δωμάτια, άδεια, θλιβερά, άχρηστα, μα πλουσιοστολισμένα, κάνουν βαφτίσια με κέιτερινγκ, μπαλόνια και φανφάρες στην εκκλησίτσα του χωριού και αναζητούν καφέ με άρωμα μπανάνας στο καφενείο ("αχ... τόφου δεν έχετε;")... βιάζονται, βιάζονται, βιάζονται.. οι ντόπιοι δεν τους αρέσουν, τα πανηγύρια τους ενοχλούν, το χιόνι τους τρομάζει... μα, τί ήρθαν, επιτέλους, να κάνουν εδώ; Να μας φορτώσουν όλα αυτά, απ'τα οποία υποτίθεται πως θέλουν να ξεφύγουν;..Δε μας φτάνουν τ'άλλα προβλήματά μας...


Χαζεύω απ'το παράθυρο.. Ο Παγασητικός χάθηκε, έγινε ένα με το άσπρο φόντο του ουρανού.. Οι στέγες μου χαμογελούν, κατάλευκες τριγωνικές τουρτίτσες... Οι νιφάδες προσγειώνονται χορεύοντας στο ρυθμό του Βοριά... Μέσα φλόγες λαμπυρίζουν, η ξυλόσομπα φωτισμένη, η φωτιά στο τζάκι ράθυμα τυλίγει την ξεραμένη ελιά κι ένα κονιακάκι συντροφιά -ένεκα που το ζήλεψα απ'τον κυρ-Βασίλη...

Τις χίλες δυο σκοτούρες, τις έχει απωθήσει το μυαλό μου σε μια καταπακτή.. σφαλισμένες έστω για δυο στιγμές, για τρεις.. τώρα ταξιδεύει, παίζοντας με τις νιφάδες.. καρφώνεται το βλέμμα στο λευκό.. σα μικρό παιδί, χαζεύει το χιόνι σαν κάτι πρωτόγνωρο... εκστατικό... Ξημέρωσε μια μέρα άσπρη...


Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Πήλιο.. εικόνες του χειμώνα..








Και μην ξεχνάμε τις υπογραφές κατά του επίμαχου Χωροταξικού για τον Τουρισμό, που οδηγεί στην ανεξέλεγκτη τσιμεντοποίηση και τελειωτική ισοπέδωση του πανέμορφου τόπου μας:

Πληροφορίες: http://www.diktioaigaiou.gr/contents/draseis.php?kkid=78&kid=63&action=show&m1=4&lang=1

Υπογραφές: http://www.diktioaigaiou.gr/contents/chorotaxiko.php?lang=1