Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Η κυρά Σαρακοστή, οι κούνιες κι άλλα έθιμα των ημερών...




Με στόμα ανύπαρκτο -λόγω της νηστείας- με τα χέρια σταυρωμένα -λόγω της προσευχής- και με ποδαράκια επτά -να συμβολίζουν τις επτά βδομάδες απ'τις Απόκριες μέχρι την Ανάσταση- η κυρά Σαρακοστή υπήρξε, τρόπον τινά, η"βασίλισσα" του νηστίσιμου Σαραντάμερου (ουσιαστικά πενηνταήμερου όμως) που ξεκινά την Καθαρά Δευτέρα. Επικράτησε η συμβολική ονομασία Σαρακοστή, σε αναλογία με το σαρανταήμερο που νήστεψε ο Χριστός στην έρημο μετά τη βάφτισή του, όμως, καθώς συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν και η νηστεία της Μεγαλοβδομάδας, οι μέρες πλησιάζουν τις πενήντα.
Ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει πως κάποτε "τις τρεις πρώτες μέρες η νηστεία ήταν απόλυτη. Ούτε ψωμί ούτε νερό! Συνήθως γυναίκες, νέες και γριές, τηρούν το "τριήμερο" και αυτές τις τιμούν με το να τους παραθέτουν την Καθαρά Δευτέρα τραπέζι με ειδικά φαγητά (καρυδόπιτα, σούπα με φασόλια και πετιμέζι) και με την προσφορά δώρων (μαντίλια, μαξιλαρόπανα, κτλ)." Ο Φίλιππος Βρετάκος, όμως, ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") παραθέτει και μια διευκρινιστική φράση του Δ.Καμπούρογλου ("Ιστορία των Αθηνών"), πως "μόνον σαν εβουτούσε ο ήλιος έτρωγαν λιγάκι ψωμάκι με νερό, όσα για ζωή".
Συνεχίζει ο Γεώργιος Μέγας "άλλοτε, που έλειπαν τα ημερολόγια και ήθελαν να έχουν κάποια αντίληψη του χρόνου στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, οι άνθρωποι του λαού είχαν βρει ένα εύκολο μέσο' παρίσταναν τη Σαρακοστή εικονικά σαν Καλόγρια.



Έπαιρναν μια κόλλα χαρτί κι εσχεδίαζαν με το ψαλίδι μια γυναίκα. Η κυρά Σαρακοστή δεν έχει στόμα, γιατί είναι όλο νηστεία' τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια, τις 7 εβδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο κόβουμε κι ένα πόδι. Το τελευταίο πόδι το κόβουμε το Μεγάλο Σάββατο, το βάζουμε μέσα σ'ένα ξερό σύκο ή καρύδι κι όποιος το βρει του φέρνει γούρι! (Χίος)
Στον Πόντο:
παίρνουν μια πατάτα ψημένη ή ένα κρεμμύδι, μπήγουν επάνω ακτινοειδώς 7 φτερά κότας, το δένουν από το ταβάνι και κρέμεται όλη τη Σαρακοστή. Μια μια βδομάδα που περνάει, βγάζουν από ένα φτερό. Λέγεται "κουκουράς" και είναι το φόβητρο των μικρών."
Άλλοτε, πάλι, κι αλλού, την κυρά Σαρακοστή την πλάθαν με ζυμάρι, γι'αυτό και μας έχει διασωθεί το τραγουδάκι:
Την Κυρά Σαρακοστή
που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν
με αλεύρι και νερό!
Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι της σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό!
Και μετρούσαν τις ημέρες
με τα πόδια της τα εφτά
κόβαν ένα τη βδομάδα,
μέχρι να ρθει η Πασχαλιά!

Αναφέρει ακόμη ο Μέγας"Τη Σαρακοστή επικρατούν και διάφορες συνήθειεςκοινωνικής μάλλον μορφής, όπως η διανομή ειδικών φαγητών σε γείτονες και παιδιά, το τραγούδημα των ξένων, οι κούνιες, κτλ. Π.χ. στη Σινώπη συνηθίζεται το"ξινοφάι": ρεβίθια, φασόλια, κάστανα, σταφίδες, βράζονται πολύ, μαζί με πληγούρι ή κουρκούτι, ζάχαρη και πετιμέζι μελωμένο κι έπειτα τσιγαρίζονται με κρεμμύδι και λάδι. Το μοίραζαν τη Μεγάλη Σαρακοστή σ'όλη τη γειτονιά για ψυχκιό. ΣτηνΑμοργό, μόλις μπει η Σαρακοστή ζυμώνουν και κάνουν ανθρωπάκια με μύτη, με στόμα, με μάτια και τα δίνουν στα παιδιά' αυτοί είναι οι Λάζαροι."
Παρατηρούμε πως έθιμα, όπως τούτα τα λαζαράκια, αλλά και οι λαζαρίνες, που εξακολουθούν να επιζούν σήμερα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το Σάββατο του Λαζάρου, παλαιότερα λάμβαναν χώρα και καθ'όλη την περίοδο της Σαρακοστής. Ο Μέγας αναφέρει ακόμη: "Στα Βέντζια της Δ.Μακεδονίας από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι του Λαζάρου τα κορίτσια τραγουδούν το Λάζαρο. Μόλις εμφανιστεί ξένος στο χωριό, όλα τα κορίτσια, μικρά και μεγάλα, τον επισκέπτονται στο σπίτι όπου κόνεψε και τον τραγουδούν (τραγούδια της ξενιτιάς, εγκωμιαστικά, κλπ). Στην Κάρπαθοόλες τις Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι των Βαϊων και τη γιορτή του Ευαγγελισμού
οι κόρες κάνουν κούνια σε κάποιο ευρύχωρο σπίτι και τραγουδούν τα "καλημεριστά", ήτοι δίστιχα εγκωμιαστικά των νέων, που ανεβαίνουν στην κούνια ή των ξενιτεμένων. Συγχρόνως οι προκαθήμενοι νέοι και νέαι παίζουν ένα παιγνίδι, το "στρόπο"' δηλαδή με μίαν χονδρήν μανδήλαν συνεστραμμένην ένας νέος κτυπά μίαν νέαν της αρεσκείας του όπου τύχη, έως ου αύτη στέρξη και ανοίξη το χέρι της και δεχθή εις την παλάμην τρία ισχυρά κτυπήματα. Η κόρη με την σειράν της κάμνει το ίδιον εις όποιον νέον θέλει, ιδία όποιον συμπαθεί. ("Σύμμεικτα Καρπάθου")
Συχνές είναι τη Μεγάλη Σαρακοστή οι ολονυχτίες, οι αγρυπνίες στις εκκλησίες. Για τις αγρυπνίες αυτές τα παλιότερα χρόνια οι κάτοικοι ξυπνούσαν από τον"Τουμπακάρη", που τριγύριζε στους δρόμους χτυπώντας τα τύμπανα. Ως ανταμοιβή έπαιρνε το Πάσχα κουλούρια, αυγά και τυρί. (Σκύρος)."
Μας πληροφορεί ο Βρετάκος"Εκάστην Τετάρτη και Παρακευή της Μεγάλης Σαρακοστής γίνεται λειτουργία, η οποία λέγεται των "Προηγιασμένων" ή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, λέγεται δε ούτω διότι έχουν προηγιασθή τα δώρα από την λειτουργίαν του Σαββάτου ή της Κυριακής. Κατά τας ημέρας αυτάς των Προηγιασμένων, όσοι εκ των Χριστιανών επιθυμούν, δύναται να κοινωνήσουν."Σήμερα, σε μας τουλάχιστον τούτο γίνεται πλέον μια Τετάρτη ή Παρασκευή και όχι καθ'όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής.
Όσο "ως προς το διατί επεβλήθη η νηστεία", ο Βρετάκος αναφέρει και την άποψη κάποιων που "υποστηρίζουν ότι επεβλήθη δια λόγους υγιεινής και όχι θρησκευτικούς προς αποτοξίνωσιν του ανθρωπίνου οργανισμού. Εις την επίρρωσιν της γνώμης των αυτής λέγουν: Η νηστεία ωρίσθη εις τοιούτον χρόνον εκάστης εποχής του έτους, ώστε τα φαγητά από τα οποία απέχει κατ'αυτήν ο άνθρωπος να δύναται να αντικαταστήση αυτά δι' άλλων τοιούτων της εποχής της νηστείας."
Ακόμη καταγράφει πως: "Ο λαός όταν θέλη να χαρακτηρίση μίαν γυναίκα ως υψηλήν και αδύνατην, λέγει περί αυτής: "είναι σαν μακρυά Σαρακοστή ή Σαρακοστιανή" (κατ'αντίθεσιν προς την Πασχαλινήν, που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της). Είς την Μεσσηνίαν έχουν την παροιμίαν "Από μπρος Σαρακοστή κι από πίσω Πασχαλιά" όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν μίαν γυναίκα ότι είναι άσχημη μεν, αλλά με πλούσια μαλλιά. Παρόμοιαν παροιμίαν είχον και οι Βυζαντινοί"Από μπρος Τεσσαρακοστή και όπισθεν Πάσχα". "
Φυσικά, εκτός όλων τούτων, κατά τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ψάλλονται οι "Χαιρετισμοί της Παναγιάς" (την τελευταία δε, ολόκληρος ο "Ακάθιστος Ύμνος"), ενώ το πρώτο Σάββατο, των Αγίων Θεοδώρων, θεωρείται κι αυτό "Ψυχοσάββατο".

Καλή Σαρακοστή! 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Ο έρωτας κι η σουσουράδα!



Κι εκεί, ανάμεσα στους κομπογιάννους, νά'σου και μια σουσουράδα! Κουνιστή και λυγιστή, ναζιάρα, με τη λεπτή ουρίτσα της να πηγαίνει πέρα-δώθε, καθώς αναζητάει στον παγωμένο δρόμο και στο χιόνι, λίγο τροφή. Τούτη, με δυσκόλεψε περισσότερο. Πιο τσαπερδόνα, πιο επιφυλακτική, πέταξε ψηλά με το που τη σημάδεψα με το φακό! Αλλά περίμενα, και ξανάρθε. Και την επόμενη μέρα ξεθάρρεψε λίγο περισσότερο, καθώς πήρε πρέφα το στέκι με τα ψίχουλα.


Η σουσουράδα, λοιπόν - απ'το σεισ-ουράδα, σεισ-ούρα, καθώς σείει την ουρά της- που χάρισε τ'όνομά της σε κάθε "πεταχτή" γυναίκα! Επισημότερα και πιο καθαρευουσιάνικα λεγόταν -πώς αλλιώς;- σεισοπυγίς, από το σείω και το πυγή = γλουτοί, οπίσθια (εξ ου κι η γνωστότατη πυγο-λαμπίδα). Αλλά αναφέρεται και ως σεισ-ούρα και ως κωλο-σούσα! Είχε, δεν είχε, με το πολύ το κούνημα της έμεινε το παρατσούκλι! Και σαν να μην έφτανε αυτό, με τις τσαχπινιές της θεώρησαν πως έρρεπε προς τον έρωτα και την αφιερώσανε στην Αφροδίτη. Κι έτσι βρήκε μεγάλους μπελάδες από κάτι μάγισσες που ανακατεύονταν με ερωτικά μαντζούνια και από απελπισμένες γυναίκες που κυνηγούσαν τους άντρες τους! Αλλά ας τα πάρουμε απ'την αρχή:

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι την ονοματίζανε και "ίυγξ" (ίσως πριν καθιερωθεί επισήμως το παρατσούκλι της!), εκ του ιύζω= κραυγάζω, φωνάζω δυνατά. Ένας μύθος, λοιπόν, έλεγε ότι η Ίυγξ ήταν κορούλα του Πανός και της Ηχούς (ή κατ' άλλους της Πειθούς) και θεράπαινα (υπηρέτρια) της Ιούς, της κόρης του Ινάχου. Τούτη η Ίυγξ, λοιπόν, καθώς ήταν εμπειρότατη στα ερωτικά γιατροσόφια, χρησιμοποίησε τα μαγικά της για να προσελκύσει το Δία προς την Ιώ. Ε, μόλις το πήρε πρέφα η Ήρα, έξαλλη από τη ζήλια της, τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο πτηνό! Έτσι της καημένης της σουσουράδας, δεν της φτάνει που της έμεινε τ'όνομα απ'τα κουνήματά της, κληρονόμησε και τη φήμη της ερωτομάγισσας απ'την πρότερη ζωή της. Οπότε, αφορμή βρήκαν κάτι "φαρμακεύτρες" αργότερα να τη χρησιμοποιήσουνε στα κόλπα τους, δένοντάς την την κακομοίρα στο μαγικό τροχό που περιστρέφονταν καθώς λέγαν τα ξόρκια τους! Γι'αυτό καλά λένε, "κάλλιο να σου βγει το μάτι, παρά τ'όνομα"!

Επομένως, ίυγξ κατέληξε να σημαίνει μεταφορικά "θέλγητρον, πανδήποτέ τι εφελκυστικόν' ακατάσχετος επιθυμία, σφοδρά έφεσις", αλλά και ο ίδιος "ο μαγικός τροχός επί τον οποίον περιεστρέφετο δεδεμένη η ίυγξ" (Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Ανθίμου Γαζή).

Βεβαίως-βεβαίως, με τόσες ταλαιπωρίες, δε μπορούσε παρά να γίνει και διάσημη. Έτσι, ο Θεόκριτος (3ος αι.π.Χ.) στα περίφημα "Ειδύλλιά" του και, συγκεκριμένα, στις "Φαρμακεύτριες" την αναφέρει επανειλημμένως:



"Θέστυλι, πουν' οι δάφνες μου και που τα μαγικά μου; 
Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη, 
αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι. 
Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη,

ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε, 
ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα. 
Ώ! δίχως άλλο ο Έρωτας κι η πονηρή Αφροδίτη 
θα του σηκώσαν το μυαλό κι έπιασεν άλλη αγάπη. 
Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα 
και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει.

Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια. 
Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε· 
στα μάγια πρίν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα 
και την Εκάτη πούρχεται μεσ' απ' της γης τα σπλάχνα 
και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οί σκύλλοι. 
Ώ! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη,

συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος 
και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης, 
κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια 
μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης.

Φέρε τον, σουσoυράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι!"

(απόδοση: Ι.Πολέμη)


Αλλά την σουσουράδα -καθώς ο πλούτος της γλώσσας μας είναι αστείρευτος- την αποκαλούσαν και "κίγκλο", ενώ κιγκλίζω σημαίνει "κινώ, σαλεύω τι εδώ κι εκεί δίκην κίγκλου, ως ο κίγκλος την ουρά του" ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου). Και, μάλιστα, κυκλοφορούσε και σχετική παροιμία "κίγκλου πτωχότερος", για κάποιον ιδιαίτερα φτωχό γιατί θεωρούσαν ότι ο κίγκλος δεν είχε δική του φωλιά.