Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νύχτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νύχτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιουνίου 2021

Νυχτερινό 6ο... (νύχτα βαθιά ή το τενεκεδάκι)

Κι είναι κάτι στιγμές που η απεγνωσμένη ανάγκη να γίνουν εικόνα οι σκέψεις που κλωθογυρίζουν μέσα σου νικά τις όποιες αναστολές περί ματαιότητας και την κούραση και τη θλίψη και το χρόνο που μετρά αντίστροφα και την νύχτα που κάλυψε εδώ και ώρες με το πέπλο της το βουνό (κι εδώ και μήνες την ψυχή σου...), ακόμη και τα βίτσια του χαλασμένου πλέον υπολογιστή με την επίμονη μπλε οθόνη.... 

Κι αν ρωτήσεις "ποιά εικόνα ονειρεύτηκες με τόσο πάθος να ζωγραφίσεις"; Αλίμονο, είναι τόσο ταπεινή! Ένα μοναχά παλιό και ξεχασμένο κονσερβοκούτι κάποιου άγιου γέροντα, κατά τον φίλο μου τον άγιο Παϊσιο, μοναδικό σκεύος στο καλύβι του για να βράσει το λιγοστό κολατσιό του και να πιει νερό. Πόσο ζήλεψα τη λευτεριά του! Τόσο πολύ που σκέφτηκα να αδειάσω κι εγώ το "καλύβι" μου απ'τα πολλά μπας κι οσφρηστώ για μια στιγμή, έστω και φευγαλέα, το άρωμά της! Και τότε συνέλαβα πόσα πολλά άχρηστα με κρατούσαν στη γη δεμένη, αναίτια, χωρίς να το αποζητώ, από μια, θαρρείς αρρωστημένη ασυνείδητη συνήθεια των σημερινών ανθρώπων, και βάραιναν τόσο δυσβάσταχτα τα φτερά μου. Τελειωμό δεν έχει το ξεσκαρτάρισμα... και πώς ύστερα να ξεσκαρτάρεις την ψυχή όταν δυσκολεύεσαι να ξεσκαρτάρεις ακόμη και τέσσερα ντουβάρια;

Κι έτσι ξεκίνησα την προσπάθεια να απεγκλωβιστώ, εστιάζοντας στο ποθούμενο, το παλιό κονσερβοκούτι, μοναδικό σκεύος μιας γαλήνιας ψυχής που είχε κερδίσει τη λευτεριά της! Τούτη την περιβόητη λευτεριά που άλλοι τη διαφημίζουν με τελάληδες στην αγορά, άλλοι την ανταλλάσσουν με τρύπιες χρυσές δεκάρες, κι άπαντες την εκπορνεύουν και την εξευτελίζουν, νταβατζήδες μιας κοινωνίας που, ενώ παραδόθηκε αμαχητί στη σήψη, βάλθηκε αυθαίρετα κι επιθετικά να βαφτίζει κάθε διαστροφή της ευλογία....

"Μια φορά ήτανε ένας σουλτάνος, γνωστικός και καλός, που αγαπούσε σαν πατέρας τον κόσμο πούχε στην εξουσία του. Είχε κι έναν βεζίρη, σοφόν άνθρωπο, αστρολόγο, και δεν έκανε τίποτα ο σουλτάνος δίχως να πάρει τη γνώμη του.
Μια μέρα, λέγει ο βεζίρης στον σουλτάνο: «Πολυχρονεμένε σουλτάνε, σε δυο-τρεις μήνες ο Αλλάχ θα βρέξει ένα τρελλό νερό, και πρέπει να το γνωρίζεις, για να κάνεις το χρέος σου από τώρα». «Και τι είν’ αυτό το τρελλό νερό, βεζίρ εφέντη;» τον ρώτησε ο σουλτάνος. «Αυτό το νερό, αποκρίθηκε ο βεζίρης, λέγεται τρελλό νερό, επειδής όποιος το πιεί, ή άνθρωπος ή ζωντανό, θα τρελλαίνεται και θα κάνει πράματα παλαβά κι ανάποδα απ’ ό,τι δείχνει στον άνθρωπο η φρονιμάδα που τούδωσε ο Θεός, κι έτσι θα πέσει στον κόσμο μεγάλη ταραχή και δυστυχία. Κι εμείς, οι άρχοντές του, δεν θα μπορέσουμε πια να τον κυβερνήσουμε, γιατί μηδέ ο Αλλάχ δεν μπορεί να κυβερνήσει τρελλούς ανθρώπους». «Το λοιπόν, τι θα κάνουμε, βεζίρ εφέντη;». «Είναι ανάγκη, πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, να μαζέψουμε από τώρα από τούτο το καλό νερό που πίνουμε, και να το φυλάξουμε, για να πίνουμε εμείς οι άρχοντες, ώστε να μην τρελλαθούμε κι εμείς μαζί με τους άλλους, και να τους κυβερνούμε καλά και με δικαιοσύνη, αφού ο Αλλάχ τους κρέμασε στο λαιμό μας, και θα δώσουμε απολογία για τη ζωή τους». Ο σουλτάνος το παραδέχθηκε, και πρόσταξε να μαζέψουνε καλό νερό στις στέρνες του παλατιού.
Στον διορισμένον καιρό, που είπε ο βεζίρης, έβρεξε αληθινά ένα νερό τρελλό και πίνοντάς το, τρελλαθήκανε άνθρωποι και ζωντανά, και βγήκανε από τα φρένα τους και τα βλέπανε όλα ανάποδα, το καλό το λέγανε κακό, το γνωστικό το λέγανε τρελλό, το τρελλό το λέγανε σωστό, το δίκιο άδικο, το άδικο δίκιο.
Ο σουλτάνος κι ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό, κι έτσι είχανε σωστά τα φρένα τους, και κυβερνούσανε δίκαια και γνωστικά τον τρελλό κόσμο.
Μα ο κόσμος, ενώ αγαπούσε πρωτύτερα τον σουλτάνο και τον βεζίρη, τώρα, με το στριμμένο μυαλό του, ένοιωθε το δίκιο για άδικο, και φώναζε καταπάνω τους, πώς γινήκανε άδικοι και κακούργοι.
Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, περνούσε ο καιρός, κι ο κόσμος ολοένα αγρίευε καταπάνω στον σουλτάνο.
Τότε βλέποντας ο σουλτάνος πως θα τον σκοτώνανε, φώναξε μια μέρα τον βεζίρη και του λέγει: «Βεζίρ-εφέντη, βλέπω πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μ’ αυτούς τους παλαβούς και στο τέλος θα μας σκοτώσουνε. Το λοιπόν, ή πρέπει να περιμένουμε ένα τέτοιο τέλος, κυβερνώντας τους δίκαια και καλά, ή να πιούμε κι εμείς από το τρελλό νερό, για να γίνουμε τρελλοί σαν κι αυτούς, και μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ο Αλλάχ θα μας συγχωρέσει που θα χαθεί η αλήθεια, μ’ αυτό που θα κάνουμε».
Έτσι κ’ έγινε. Ο σουλτάνος κι ο βεζίρης ήπιανε από το νερό και τρελλαθήκανε, και κάνανε κακουργήματα και παράλογα πράγματα, μα ο λαός τους δόξαζε και τους πολυχρόνιζε και τους έλεγε πατεράδες του και φύλακες της δικαιοσύνης και της αλήθειας.
Άραγε, εμείς που δεν ήπιαμε το τρελλό νερό που έχουνε πιεί οι σημερινοί άνθρωποι, και γι’ αυτό μας έχουνε για τρελλούς, άραγε θα βαστάξουμε, ή θα πιούμε κι εμείς στο τέλος, να τρελλαθούμε, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε με τους άλλους τρελλούς, μέσα σε τούτο το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»;"  -
Φώτης Κόντογλου "Μυστικά Άνθη"

Περασμένα μεσάνυχτα κι αγναντεύω το σκοτάδι. Η πνιγηρή ζέστη που δένει τόσο με τη πνιγηρή ατμόσφαιρα που αναδύεται από παντού, δε σου δίνει και πολλά περιθώρια να δραπετεύσεις. Μοναχά τούτο το κονσερβοκούτι τριβελίζει στη σκέψη μου σα μυστική διέξοδος. Ναι, διέξοδος προς το ξαλάφρωμα και τη λευτεριά -κορόιδευε εσύ, δε θα πειραχτώ! μοναχά θα ευχόμουν τόσο να μπορούσες κι εσύ να καταλάβεις...- προς το λυτρωμό από την ρημάδα την ανάγκη που πολλαπλασιάζεται, ίδια Λερναία Ύδρα, όσο την τροφοδοτείς, αλλά κι ακόμη περισσότερο προς το λυτρωμό από το φόβο που στοιχειώνει όλες τούτες τις πλαστές ανάγκες.... 

Με τα σημερινά κοσμικά κριτήρια ο γέροντας τούτος θα χαρακτηριζόταν λοξός ή θεόχαζος, με τα θρησκευτικά ίσως άγιος αναχωρητής... εγώ απλά απόψε βλέπω μοναχά τη λευτεριά που κέρδισε με τούτο το κονσερβοκούτι, όσα πάθη κι αν κουβαλούσε η ψυχή του. Τη λευτεριά που χάνω κι ίσως θα μπορούσα παλεύοντας να αξιωθώ να ψηλαφίσω κι εγώ. Μέσα σε τούτη την νύχτα να ρουφήξω μιαν ανασαιμιά της! Εξάλλου η λευτεριά ποτέ δε χαρίζεται, ούτε εξαγοράζεται, ούτε τιμολογείται -μην ακούς τους περίφημους πλασιέ και τελάληδες της εποχής! Ανήκει σε κείνες τις έννοιες τις ανώτερες, τις νοητές, που χλευάζουν οι "προοδευτικοί" τεχνοκράτες μας, γιατί δε χωράει και δε στέκεται στον πάγκο του μπακάλη, στην οθόνη του υπολογιστή ή στο μικροσκόπιο να τη δουν και να την μετρήσουνε. Γιατί γεννάει ήρωες, και τούτοι δεν κατοικούν στα θλιβερά τεφτέρια τους κι είναι πολύ μεγάλοι για να στριμωχτούν στη χλωμή ζωγραφιά του όποιου μυαλού τους. Είναι όμως τόσο ταπεινή που, χωράει, αν κι εσύ την αποζητήσεις, ακόμη και σ'ένα σκουριασμένο τενεκεδάκι. Έστω και σα νυχτερινή σκέψη δική μου, σα μικρή ελπίδα, σαν κάποιος πρωτόγνωρος τρόπος σωτηρίας ή διαφυγής....



Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Μονοπάτια στο χιόνι (Νυχτερινό 5ο...)


Το βραδάκι, καθώς συνόδευα την Γρου στην αποθηκούλα της, ψιλοεκστασιάστηκα με τη γύρω ατμόσφαιρα! Είναι αυτό το μαγικό του χιονιού που φωτίζει την νύχτα, κι όταν μάλιστα δεν το 'χει τσιγκουνευτεί ο ουρανός! Κι είναι και τούτοι οι σκαφτοί διάδρομοι, να φανερώνουν γη σ'ένα λευκό τοπίο...  "Ώρα για Νυχτερινό" σκέφτηκα σαν να 'λεγα: "Καιρός για έμπνευση" και, αφού ταχτοποίησα το γατί ξαναβγήκα στα παγωμένα μονοπάτια με τη φωτογραφική μηχανή!


Έλα, όμως, που τούτη η ρούχλα κι η βαριεστημάρα που μ'έπιασε σήμερα, όλο έστηνε εμπόδια: "Κάτσε, να φάμε πρώτα κατιτίς...", κι ύστερα "Νωρίς είναι ακόμη... τα Νυχτερινά μου εξάλλου πάντοτε μεταμεσονύχτια είναι..." κι έπειτα "Ποιός σηκώνεται από τον καναπέ με την ξυλόσομπα να χουρχουρίζει δίπλα του για να πάει στο γραφείο ν'αρχίσει το νταραβέρι με τον πανάρχαιο υπολογιστή; Καλύτερα να πάρω στο χέρι το βιβλίο..." Και πέρασαν τα μεσάνυχτα για τα καλά, και με μισή καρδιά βρέθηκα τελικά μπροστά στην οθόνη μπας και με ξανασυνεπάρει η έμπνευση της στιγμής, χωρίς καν να έχω αποφασίσει αν θα γράψω κάτι ή δε θα γράψω!
Όσο το σκέφτομαι, ξέρω τί μου φταίει... Ήταν πολύ σύντομη η διαδρομή. Τόσο σύντομη που διέκοψε τις σκέψεις μου εν τη γενέσει. Τις άφησε μετέωρες στη θαλπωρή του ξύλου που σιγόκαιγε να σβαρνίζονται νωχελικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Κι άντε από κει να ξαναπιάσεις μετά το νήμα που θα σε φέρει στις εικόνες της κατάλευκης παγωνιάς! Μα, δεν πρόλαβα καν να νιώσω το κρύο! Μοναχά μου μείναν οι φωτογραφίες στο μυαλό. Οι διάδρομοι στο λευκό τοπίο, τ'ανοιχτά μονοπάτια που κουτάλιζαν το κάτασπρο στρώμα σαντιγύς, εκείνο το χέρι το παιδικό που μ'ένα κέρμα έξυσε τους ασβεστωμένους τοίχους κι από κάτω φανερώνονταν παλιές ζωγραφιές... Όπως και να το κάνεις, ήταν εντυπωσιακό!


Αγριεμένος ο χιονιάς τούτη τη φορά! Καμιά σχέση με τις Γαλήνιες Νιφάδες του Γενάρη. Φάνηκε με το ξημέρωμα προχθές το πρωί κι οι διαθέσεις του μαρτυρούσαν ολοκάθαρα τη συνέχεια. Ο αγέρας λυσσομανούσε απειλητικά, βούιζε και βρυχόταν και σου ξεσκέπαζε μονομιάς το κεφάλι, ριπές χιονιού μαστίγωναν το πρόσωπο να μη βλέπεις ούτε να προχωρήσεις μπροστά, ο ουρανός βαρύς, σκοτεινός κι ανταριασμένος, και τα φώτα της ανθρώπινης τεχνολογίας να παραδέρνουν με το μάνιασμα της φύσης και ν'αναβοσβήνουν κάθε πέντε λεπτά! Ευτυχώς, σε κανα δίωρο, το ρεύμα κόπηκε οριστικά, οπότε γλιτώσαμε τουλάχιστον από την αγωνία: "Ποιά συσκευή δε θα αντέξει και θα καεί!" κι από το καίριο διπλό δίλημμα: "Να βγάλω το ψυγείο από την πρίζα ή να μην το βγάλω; Να ξαναβάλω το ψυγείο στην πρίζα ή να μην το ξαναβάλω;" και απομείναμε με το ρητορικό: "Υπάρχει περίπτωση να φτιάξουν τη βλάβη με αυτή τη θεομηνία;"... Οπότε, συνεχίσαμε αναπόσπαστοι τις εργασίες μας. Κι αποφασίζοντας να μαγειρέψω, αντί, η καλή σου, να προσαρμοστώ στα δεδομένα και στις δυνατότητες της αγαπητής ξυλόσομπας με το φουρνάκι, εγώ επέμενα να εκτελέσω τη συνταγή που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό (πάντα έτσι προκύπτουν οι συνταγές μου -εμπνεύσεις γαρ) η οποία προϋπόθετε τσιγάρισμα! Έτσι μπόρεσα να απασχοληθώ αρκετές ώρες, περιμένοντας να βράσει το νερό, αλλά και ξεκαπνίζοντας το ντουμάνι που -αναμενόμενα- προέκυψε από τις φαεινές ιδέες μου κι επιπλέον γκρινιάζοντας για αυτές... (Πάλι καλά που το φαγητό ήταν απολαυστικότατο!)
Το σούρουπο είδαμε ξανά το φως το αληθινόν, αλλά άμεσα επανήλθαμε στο πρωινό δίλημμα! Κάθε τόσο άρχιζαν τα φωτορυθμικά! Το δίλημμα, άρχισε να εμπλουτίζεται και να γίνεται πιο αγωνιώδες: "Να βγάλω τον καταψύκτη από την πρίζα ή να τον αφήσω μέχρι να ξανακοπεί; Γιατί δεν βλέπω γιατρειά.. Κι αν ξεπαγώσουν και πάνε χαμένα τόσα τρόφιμα (και, μάλιστα, βιολογικά και του κήπου μου!);". Τελικά έβγαλα το ψυγείο κι άφησα τον καταψύκτη. Και φυσικά, μετά τα μεσάνυχτα το ρεύμα ξανακόπηκε! Τώρα πια, όλο το χωριό ήτανε στο σκοτάδι...


Ξημέρωσε με τα ανεμοσούρια νά'χουν σκεπάσει τα πάντα. Όσους διαδρόμους είχα ανοίξει, είχανε σκεπαστεί ξανά. Ούτε πατημασιά γάτας δε φαινόταν... Αλλού το χιόνι έφτανε το μισό μέτρο, αλλού τους εξήντα πόντους, αλλού αρκετά περισσότερο! Καταπού βόλευε τον αγέρα να το παραχώσει! το σήκωνε από δω, τό'φερνε από κει... Θερμοκρασίες, ευτυχώς, γύρω στο μηδέν κι έτσι παντού παρέμενε ζηλευτό κι αφράτο. Βγήκα ξανά με το φτύαρι! Κι ύστερα αποφάσισα ν'ανεβώ στην πλατεία, να ξεχιονίσω το αυτοκίνητο που θά'χε καταντήσει παγωμένη τούρτα χιονιού. Ψυχή δεν είχε περάσει από το καλντερίμι κι ας κόντευε έντεκα. Απάτητα, παρθένα όλα... Βούλιαζα και, καθώς το χιόνι ξεπερνούσε τις γαλότσες μου, νιφάδες παγωνιάς τρυπώναν μέσα... Ο χιονιάς, όμως, είχε αρχίσει να κοπάζει. Τελικά, μετά το ξεχιόνισμα, κατέληξα παγωμένη στην πλατεία του χωριού να στοιβάζω τσιπουράκια! Αναμένοντας το φως... και με πλήρη πληροφόρηση για τους πυλώνες και τα πλατάνια που γκρεμίστηκαν! Αυτά είναι! Κόπηκε το ρεύμα και μαζεύτηκε -έστω λίγος- κόσμος μέσα στο χιονιά! Όπως τις παλιές καλές εποχές, που δε λουφάζαν όλοι στα σπιτικά τους, μπροστά σε οθόνες κι οθονίτσες και πίναμε και κανένα τσίπουρο έτσι στ'απρογραμμάτιστα...


Σκαλιστά μονοπάτια... Να, τώρα μού'ρθε στο νου: Σα γλυπτά που λαξεψε το ταπεινό φτυάρι και το πονεμένο μπράτσο στο χιονιά... Απλά, σεμνά, σιωπηλά γλυπτά.. Τα σημάδια μιας πορείας μέσα στην απέραντη φύση... τα βήματά μας... τ'αποτυπώματά μας... οι διακλαδώσεις κι οι διάδρομοι... εδώ εγώ, εσύ εκεί...
Μοναχά για ν'ανοίξει ο δρόμος, να μη σταματήσεις να περπατάς, να μη βουλιάξεις... να βγαίνει η ανάσα λιγότερο ζόρικη..
Φεγγοβολάει τριγύρω η πλάση στο σκοτάδι και εσύ χαράσσεις διαδρομές...


Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινό 4ο... ("Κλωστή από βελούδο")

(στη Μάνια...)



"Είσαι σα μια κλωστή από βελούδο..." μού'λεγε ο τσοπάνης μου κι όπως τον κοίταξα απορημένα τη σχημάτισε με τα δυο χέρια του... "Είναι γερές αυτές, ξέρεις. Αν κάποιος την τραβήξει απότομα θα κοπεί και θα ματώσει" είπε και τίναξε παραστατικά το δάχτυλό του... "Θέλει κανείς σιγά-σιγά να την τραβήξει, απαλά... να έτσι..." συνέχιζε να μου δείχνει καθώς παρακολουθούσα τις παλάμες του να τραβολογούν, μια έτσι, μια αλλιώς, την αόρατη βελούδινη κλωστή... 
Παρόλο που κατά βάθος καταλάβαινα τί πάσχιζε να μου πει, δε μπόρεσα να μην το ξεφουρνίσω: "Ποιός θα ματώσει; Αυτός ή εγώ;" "Εσύ!", απάντησε σαν νά'ταν κάτι αυτονόητο. Και νάσου περασμένα μεσάνυχτα να μου τριβελίζει το μυαλό μια βελούδινη κλωστή και ν'αναρωτιέμαι πως μπορεί νά'μαι και κλωστή και να ματώνω και να μη ματώνει το δάκτυλο εκείνου που πασχίζει να τη σπάσει! Θα μου πεις, άλλο ήθελε να πει ο ποιητής... Εκείνος εστίαζε στη μέθοδο κι εγώ στις σταγονίτσες αίμα πού'σταζε, εικόνα που ζωγραφίστηκε μεμιάς μπροστά μου καθώς η αόρατη κλωστή χαράκωνε εκείνο το δάχτυλο. Όχι πολύ, ίσα για να μη σ'αφήσει να κάνεις τη δουλειά σου! Γι'αυτό και πάντα τό'λεγα, κι ας ήμουν καλή στα λογοτεχνικά, αυτές οι αναλύσεις ποιημάτων στο σχολείο, μέγα λάθος! Ποτέ δεν ξέρεις τί θέλει να πει ο ποιητής, ο καθένας πάντα βλέπει τα δικά του.. Εδώ μπορεί να μην ξέρεις άλλα κι άλλα, ούτε τί θες ο ίδιος να πεις, στον ποιητή που τα καμουφλάρει και με το νόμο -ποιητική αδεία- θα βρεις άκρη; Κι αν ρε δάσκαλε είχε άλλο κατά νου, πώς εσύ μας σερβίρεις για δικό του αποκλειστικά εκείνο που η δική σου ψυχή αντιλαμβάνεται ή, ακόμη χειρότερα, κείνο που οι "επίσημοι" κριτικοί κατοχύρωσαν ως "ειδήμονες" στην "αδιαμφισβήτητη" φιλολογική τους ανάλυση για να το παπαγαλίζουν εξακολουθητικά, γενεές γενεών μαθητούδια και καθηγητάδες; Κάπως έτσι στα δεκαεφτά μου αποφάσισα για πρώτη φορά στη μαθητική μου καριέρα να σηκώσω χέρι στην τάξη. Ήθελα έντονα να διαμαρτυρηθώ, καθώς μου βάζαν, αυθαίρετα, άλλα στο νου του "Καραγάτση μου" και για τη σκέψη του ήταν μακριά νυχτωμένοι! Μια ολάκερη τάξη γύρισε και με κοίταξε με απορία για το γεγονός κι εγώ τότε μίλησα για τη δικιά μου βελούδινη κλωστή που είχαν υφάνει περίτεχνα τα εφηβικά μου εκείνα διαβάσματα...
Έτσι, λοιπόν, μετά από τρία εικοσπενταράκια -που προηγήθηκαν της κλωστής- και ύστερα από ένα καφεδάκι -που της έκανε συντροφιά- και μια τελευταία βότκα -που ακολούθησε καθώς επέστρεψα στο χωριό μου- βρέθηκα ξημερώματα να κάθομαι να συλλογιέμαι τη "βελούδινη κλωστή" του τσοπάνη μου. (Ναι, σήμερα το βουρλόκοψα, μετά από μέρες, και μη με ρωτήσει κανείς τί σημαίνει τούτη λέξη, γιατί και τούτη τη διαβάζεις καταπώς θες! Ο τσοπάνης μου πάντως την συνδυάζει με την κρασοκατάνυξη. "Λάθος με μαθαίνεις τις λέξεις! Δεν είναι το πιώμα το "βουρλόκωμα"!", πήγα να του βάλω χέρι! "Τί λες καλέ; Και τί είναι δηλαδή;" "Να... στα χαμένα... να κλωθογυρίζεις και να μην κάνεις τίποτα της προκοπής όλη μέρα." "Ε, ναι! Τί σου λέω εγώ; Γιατί, μπορείς να κάνεις τίποτα μετά από ένα γερό πιώμα;"απάντησε, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης.)
Ξεκουνήθηκα, λοιπόν, σήμερα να βγω, παρ'όλο πού'μαι στις κλειστές μου, γιατί ήξερα τί αναποδιά θα μ'έπιανε αν μας κατσικώνονταν τα χιόνια τα σιβηρικά και πολικά κι αγιοβασιλιάτικα -που, μέρες τώρα, μας διαλαλούν οι τρομολάγνοι ότι καταφθάνουν- χωρίς να έχω κάνει μια γύρα στα λημέρια μου! Εμ έτσι κι αισθανθώ εγκλωβισμό, τότε θέλω ν'αλωνίσω τον κόσμο όλον...
Κι έτσι γύρισα νυσταλέα και κατεψυγμένη στο σπιτάκι μου λίγο πριν τα μεσάνυχτα κι άραξα στον καναπέ μήπως ξαναβρώ τη θερμοκρασία μου, καμαρώνοντας τη σόμπα που ντουμάνιαζε απέναντι, καθώς οι φλόγες τυλίγανε το τεράστιο κουτσουμπάνι που μόλις κατόρθωσα μετά βίας να στριμώξω μέσα, το οποίο και ευθύνεται πλήρως, μαζί με τα συντρόφια του, για τις αλλεπάλληλές μου τενοντίτιδες! "Θα χιονίσει;" "Δε θα χιονίσει;". Θα μας "πιάσει" ή θα μας "προσπεράσει"; Όλη μέρα συζητούσαν για αυτά τα χιόνια, σαν να επρόκειτο για τους βαρβάρους του αλεξανδρινού... Το απογευματάκι σκόρπισε κάτι νιφάδες -"Να, σας τά'λεγα εγώ!"- κι ύστερα πάλι ξαστεριά. Αγέρας τρελός και ψύχος δριμύ να τσουρουφλάει. "Βρε, μπας και τη γλιτώσουμε;", οι μαγαζάτορες που τρέμουν τις ακυρώσεις με το φόβο του χιονιά για τρίτη συνεχόμενη Πρωτοχρονιά ."Στις δώδεκα τη νύχτα έρχεται..." τους έλεγε με σιγουριά ο τσοπάνης μου γελώντας. "Δική σου πρόγνωση ή τα μίντια;" τον πείραξα για κείνη την άλλη φορά: "Εγώ θα ερωτευτώ με τον καινούριο χρόνο! Το 2017, λέει, όποιος ερωτευτεί δε θα χωρίσει." "Σώπα! Και ποιός το λέει αυτό;" "Να μωρέ... αυτά... τα... πώς τα λένε;... Τα... μίντια!"



Κι όπως πάλευα να ζεσταθώ και να ξεδιαλύνω τη βελούδινη κλωστή μου, το άκουσα. Σκληρό, σπυρωτό κροτάλιζε στα μεταλλικά τραπεζάκια. Άνοιξα να δω. "Θα το στρώσει άραγε αυτό;" Ξαναχώθηκα στη ζεστασιά μου. Λίγο μετά ξαναγύρισα να κρυφοκοιτάξω. "Να που το στρώνει τελικά..." Γέλασα, πού'κανε πάλι το δικό του, δίχως να μας λογαριάσει! Καλωσόρισες! Οι δυο πολύχρωμες αγγλιές χορεύαν πασπαλισμένες μ'άχνη ζάχαρη κι η μικρή αυλή μού'μοιαζε χαρούμενη και γιορτινή έτσι ντυμένη στα λευκά. Βγήκα τουρτουρίζοντας και ξεκάλτσωτη να φωτογραφίσω. Κι ύστερα, ξαναθυμήθηκα την βελούδινη κλωστή... Μα, τώρα που το σκέφτομαι, "υπάρχουν άραγε κλωστές από βελούδο;"...

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Νυχτερινό 3ο...


Πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα και γυρνάς σπίτι... μέρα κοπιαστική.. ούτε στιγμή ανάπαυσης.. κι ύστερα μια έξοδος στο χαλαρό κι όμορφο... κι ενώ θα ετοιμαζόσουν να οριζοντιωθείς ακαριαία, να... σε πιάνει πως δεν..., να... ζητάς συντροφιά στην αυλή... κι ένα λικεράκι βύσσινο... και γιατί όχι;.. πόσο καιρό έχεις να την αφουγκραστείς νύχτα; Όσο για το λικεράκι.. κοντεύεις να ξεχάσεις τη γεύση του...πώς το θυμήθηκες τώρα; Και τί περίεργο, μες στο σκοτάδι μοιάζουν τα λουλούδια νά'χουν πολλαπλασιαστεί -κι έτσι είναι, άλλο αν τα συνήθισες πολλά μοναχά στο φως της μέρας... Μια γλυκιά θαλπωρή, άλλο αν δεν έχει τη δύναμη να εισχωρήσει βαθύτερα.. Με περικύκλωσαν τα τσαμπιά κι αντίκρυ οι φασολιές σκαρφαλώνουν στην πέτρα, του Γιαννάκη οι φασολιές και των παραμυθιών...

Θεωρητικά θά'ταν ώρα απολογισμού, αλλά ποιός έχει τα κουράγια; Εξάλλου προς τί; Ίσως θες και να τον αποφύγεις έτσι που γίναν τα πράγματα και βαδίζουν μονάχα χωρίς να ρωτούν πώς και γιατί.. Είναι κι αυτό μια εμπειρία... καλώς ή κακώς θα δείξει... αποποιείσαι την ευθύνη υποτίθεται.. αλλά αφού εσύ είσαι που θα υποστείς τις όποιες συνέπειες, σε ποιόν να δώσεις λογαριασμό;

Γλυκόξινο το λικεράκι.. τελικά μια χαρά δένει με την ψυχολογία τις βραδιάς.. Εξάλλου εκατό συν ένας ψυχίατροι σε κυκλώσαν σήμερα και γελάσαμε η παρέα με το σκηνικό κι ας αποδείχτηκαν μονάχα εφτά (πάντα συν ένας!).

Τα τριζόνια συναυλία αρμονική... η βραδιά ζεστή, πολύ ζεστή, ούτε η ρεματιά δεν της αντιστέκεται... μοναχά ένα σκυλί να γαυγίζει επίμονα, να ταράζει τις χορδές, τα νεύρα.. ευτυχώς κάποια στιγμή σταμάτησε.. Ο Μορφέας σου χτυπά την πλάτη, γέρνουν τα βλέφαρά σου κι εσύ επιμένεις, ξανά και ξανά, να προσπαθείς να κρατήσεις ακίνητη για δευτερόλεπτα τη μηχανή να φωτογραφίσεις τούτα τα φύλλα που σου θυμίζουν λαγουδάκι... το φλας, βλέπεις, σκοτώνει το θέατρο σκιών της νύχτας και ο λαγός τρυπώνει στο δάσος και χάνεται...


Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Νυχτερινό 2ο...

Είναι όμορφο τελικά να χτυπά το τηλέφωνο λίγο πριν τα μεσάνυχτα, εκεί που έχεις ψιλοαποφασίσει πως "θα τη βγάλεις σπίτι απόψε χαλαρά" κι ένα βεραντάκι -είναι η ρημάδα η εικόνα που έπλασες προτού καν προλάβεις ν'αφουγκραστείς τη λέξη- να σου κάνει την ανατροπή, να ντύνεσαι σε δευτερόλεπτα και να μαρσάρεις για το διπλανό χωριό βιαστικά, μην τυχόν και δεν προλάβεις... Να προλάβεις τί; Ένα βεραντάκι με μια καραφίτσα τσίπουρο και δυο-τρεις φίλους.. τί καλύτερο;
Είναι περίεργο να ζεις σ'ένα παραμύθι... πόσο μάλλον να πρωταγωνιστείς. Κι ένα μεγάλο μπέρδεμα πότε η αυταπάτη γίνεται ένα με την πραγματικότητα και πότε ανηλεώς διαχωρίζονται! Κι όμως επιμένεις κι όπου σε βγάλει.. θά'ταν όλα τόσο ανιαρά χωρίς αυτό και, για νά'μαι κι απόλυτα ειλικρινής, το "τίποτα" που απέμεινε ως παρακαταθήκη της τελευταίας χρονιάς δεν παλεύεται χωρίς το παραμύθι του!
Βασιλιάδες και δράκοι παρελαύνουν καθημερινά κι εσύ χρωστάς στον εαυτό σου να τους αντιμετωπίσεις -έχεις τουλάχιστον αυτό το άλλοθι- κι όπως και νά'χει δεν είναι εύκολα τα πράγματα για μια πριγκιποπούλα ξενομερίτισσα, χωρίς σύμμαχο την καλή νεράιδα νονά, να περιδιαβαίνει με την άμαξα, που ώρες-ώρες φαντάζει σαν ευάλωτη κολοκύθα, σ'ολάνθιστα λιβάδια με κρυμμένα ναρκοπέδια! Τούτο το μοσχοβόλημα σε παρασύρει - θες δε θες- κι ονειρεύεσαι κι είναι στιγμές που ξεχνάς τί καραδοκεί, αλλά -γαμώ την τύχη σου!- κείνες είναι μοναχά οι στιγμές που αγάπησες!
Κι ύστερα πάλι πίσω ν'αναλογίζεσαι και να διαλογίζεσαι και μοναχή σου ν'αναρωτιέσαι... Πλάκα-πλάκα έχει και το ενδιαφέρον του να σ'εντυπωσιάζει ο ίδιος σου ο εαυτός με τις υπερβάσεις του, αλλά είναι φορές που κι η ίδια σου η στάση σε διχάζει.
Όσο ζει, λοιπόν, κανείς, όντως μαθαίνει! Ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Θέλει, μονάχα, λιγάκι τόλμη και ντομπροσύνη. Λίγο μαγκιά. Αλλιώς περιπλέκεσαι σε άλλου είδους παραμύθια, που δεν έχουν καμία σχέση με το δικό μου, κι αποπνέουν πεθαμένο σκώρο και ναφθαλίνη, μιζέρια κι εγωπαθή κακομοιριά... Σαν τους "αγαπημένους" δράκους μου που δε σταμάτησαν να με κυνηγούν, που εξακολουθούν να φυτοζωούν σαν τα παρασιτικά φυτά, χωρίς όμως καν να χαρίζουν τριγύρω τους ένα, έστω ασήμαντο λουλούδι, παρά μονάχα κιτρινισμένο δηλητήριο. Τί χαζό και τί γελοίο συνάμα! Όταν μπορεί να υπάρξει τόση ομορφιά, ακόμα και σ'ένα μικρό βεραντάκι, να αναλώνονται σε τόσα εξευτελιστικά τερτίπια και να παρελαύνουν σαν κορδωμένες πομφόλυγες! Ώρες-ώρες θέλω τόσο να γελάσω! Και γελώ! Κι έχει πλάκα που αρχίσαν κι άλλοι να γελάνε παρέα μου! Μα είναι ξεκαρδιστικό το θέαμα.. Εξάλλου το πρόβλημα είναι αλλού.. αλλά χρειάζεται μάτια αετού για να εστιάσεις κι όχι βατοκρυμμένου χαμελαίοντα που νομίζει πως αλλάζοντας χρώμα γίνεται και άνθρωπος...
Κι επανέρχομαι στο βεραντάκι... Όμορφη νύχτα απόψε, γλυκιά.. μετά από πολύ καιρό. Ζέστανε.. Και τα χαμόγελα ζεστά. Τί παραπάνω; Η δράκαινα και τα δρακάκια κρυμμένα στη δρακοσπηλιά τους και τριγύρω μόνο χαμόγελα ζεστά.. Βραδιά για βασιλόπουλα και βασιλοπούλες απόψε. Κι αν κάτι δεν πήγε καλά, θα πάει αύριο... (αχ, αν ήξερες..).. μη στεναχωριέσαι... εξάλλου, πώς αλλιώς θα συνεχίσει το παραμύθι;

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Νυχτερινό...

Ψαχούλευα με το χέρι μηχανικά, άφαντο το πακέτο... "Τ'άφησα στο αυτοκίνητο ή μπας και τό'καψα στη σόμπα νομίζοντάς το άδειο; Έτσι που ήμουν... Πώς τα θυμάμαι στην τσάντα μου;" Ήθελα να μη χάσω το τέλος της ταινίας, ήθελα και τη συντροφιά του τσιγάρου. Κι άντε να ντύνεσαι και να τρέχεις μες στα μαύρα σκοτάδια στην πλατεία μήπως τα βρεις στο αυτοκίνητο. Ούτε την ώρα δεν κοίταξα. Δεν είχα διάθεση να σιχτιρίσω ούτε το μυαλό μου το σκορπισμένο.
Ροζ πιτζαμούλα, ροζ αθλητικό -ποτέ μου να μην έχω φορέσει τόσα ροζ, ούτε παιδάκι!- κουκουλώθηκα στο παλτό και πήρα βιαστικά τον ανήφορο. Σαν ν'αγριεύτηκα λίγο- ώρες μικρές- αλλά μου πέρασε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μαθημένη... εγώ κι η σκιά μου.. χρόνια τώρα..Πολλά χρόνια είχε να μου φαντάξει η πλατεία έτσι μαγική. Από κείνο το φιλί; Ούτε τα σκυλιά δε γαυγίζαν. Μονάχα το νερό πού'τρεχε και τα βήματά μου συνομιλούσαν με το φεγγάρι. Ολόφωτο έστεκε, θαρρείς, ακριβώς πάνω μου. Άρπαξα το πακέτο με ανακούφιση. "Εδώ ήταν." Στάθηκα στη μέση της πλατείας μαγνητισμένη απ'την όμορφη νυχτιά. Έκανα πίσω, να κάτσω στο παγκάκι ν'ανάψω ένα τσιγάρο- κρίμα να μην το απολαύσω εδώ... "Ποιό παγκάκι;" αναρωτήθηκα αμέσως. Αφού ξυλώθηκε το παγκάκι όταν κόπηκε κι ο πλάτανος, ο παλιός. Κι όμως στο νου μου, για δευτερόλεπτα, φάνταζε η πλατεία των παιδικών χρόνων. "Κι εδώ δίπλα η βρύση...Μπροστά της χορεύαν στα πανηγύρια.."
Τώρα ένα σκασμένο πεζούλι στάθηκε το παγκάκι μου. Γύρω απ'τον πλάτανο κι αυτό, τον καινούριο. Ξεκολλήσαν οι πλάκες. Γιατί δεν τις κολλούν; Εκλογές έχουμε! Γιατί τίποτε καινούριο δεν κρατά; Όλα σαρίζονται; Οι παλιοί πώς τα φτιάχναν; Μα τί λέω! Κοίτα πως θέριεψε το πλατάνι.. προβάλλουν προς τα πάνω κι οι ρίζες του. Οι ρίζες του τινάζουν το πεζουλάκι.. δεν έχει νόημα να τις κολλήσουν. Άραγε οι παλιοί θα χτίζαν πεζουλάκι γύρω απ'τον πλάτανο, γεμισμένο με χώμα; Ή είχαν περισσότερο μυαλό; Περισσότερη επικοινωνία με τη φύση; Γι' αυτό είχαν βάλει το παγκάκι.. Μα τί σκέφτομαι! Είδες δύναμη οι ρίζες;! Οι ρίζες.. οι ρίζες μας... Στο νου μού'ρθε το σχολείο... οι ρίζες μας... οι βάσεις μας... Τί πήγε στραβά τελικά;
Κοίταξα μπροστά μου... Πόσα χρόνια σε τούτη την πλατεία.. Ένα όνειρο νά'χεις μια ζωή και να το βλέπεις να χάνεται. Όπως τα χρόνια. Πώς πέρασαν; Και τ'όνειρο έχει τόσο απομακρυνθεί. Να το προλαβαίνω ακόμη; Μοναχά που δεν είναι στο χέρι μου..Κι ο χρόνος τρέχει.. Ναι, ρε γαμώ το, αυτό με πονάει απ'όλα πιο πολύ..
Το τσιγάρο σώθηκε. Ένα σκυλί άρχισε να γαυγίζει μπάσα. Σηκώθηκα να φύγω. Αναλογιζόμενη τις ρίζες του πλατάνου. Γιατί άραγε; Τις ρίζες και το παγκάκι. Λες και το κλειδί είναι τρυπωμένο εκεί. Με τί θα επιλέξεις να περιβάλεις έναν πλάτανο. Τί θα διαλέξεις και τί θ'απομείνει ανάλογα με την επιλογή σου. Κάτι μου διαφεύγει πάλι... ξανά και ξανά..κι όμως το κλειδί είναι κάπου εκεί..