Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρασί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρασί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρη συνέχεια...



Άρωμα μούστου και σταφυλιών... η αυλή ζαχαρωμένη... τα χέρια μελωμένα... λεκάνες, κλούβες, σακούλες, σύνεργα παλιακά... κούραση ολημερίς... και κει που σουρούπωνε για τα καλά, εσύ να ρωτάς ξαφνικά "πού τα πας όλα τούτα;"
Τά'λεγα; Δεν τά'λεγα; Δύσκολος μήνας ο Σεπτέμβρης και μήνας συγκομιδής... Και τί καρπούς θα συλλέξεις όταν τόσους μήνες φυτρώνουν πίκρες κι αγωνίες και ταραχές; Δεν τά'λεγα; Να περάσει κι αυτός ο μήνας! Έλα, όμως, που δεν πρόλαβε να περάσει, δεν πρόλαβα καν ν'ανοίξω το ρημαδόστομά μου...
Τέλος πάντων, όπως και νά'χει, τα σταφύλια μπήκαν στο βαρέλι. Σταφύλια πίστεψα και βρήκα. Όχι πολλά. Τόσα όσα να τα καταφέρουμε, απλά να τα καταφέρουμε! Τις μισές ρώγες τις πέταξα, τις μισές τις ξεδιάλεξα για πάτημα. Κι εκεί που κοντεύαμε, μείνανε όλα καραμελωμένα και τρέχαμε στα επείγοντα! Τρεις τα χαράματα ήμουν πίσω να ξεπλύνω, να πλύνω -αμαρτίες και ζάχαρες- ν'αναπιάσω κείνο το προζυμι του Σταυρού, να κοπανήσω ένα τσίπουρο, να λουστώ, μια τσάντα με τα χρειαζούμενα για να φύγω ξανά... Και πάλι καλά...
Είναι παράξενο τί σκέφτεται κανείς τέτοιες στιγμές, όταν μονάχος οδηγεί, πάει-έρχεται, μαύρα μεσάνυχτα, αχάραγα χαράματα, άυπνος, φορτισμένος, σαστισμένος... Και μέσα σ'όλα τούτα να ξεφυτρώνουν τα σταφύλια, τα σταφύλια που δεν πρόλαβαν να πατηθούν! Ανοίγουνε κουτάκια αναμνήσεων, ξεχύνονται έξω επαναλήψεις ξεχασμένες, εικόνες παλιοκαιρισμένες που, όμως, αντανακλούν το ίδιο τούτο συναίσθημα. Τόσα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει: εγώ κι εσύ, οι δυο μας... ο εαυτός μου κι εγώ...τριγύρω κανείς... εκεί, κόλλησα ξαφνικά εικοσιτέσσερα χρόνια πίσω! Τί φουρτούνα να κρύβει τόση ψυχραιμία και πόσες άραγε αθόρυβες κραυγές τόση μοναξιά; Τότε ήμουν παιδί, τώρα όμως;
Να περάσει τούτος ο μήνας, να περάσει κι ο επόμενος... Ο μούστος βράζει, σαν τη δική μου ψυχή. Βράζει και μεταμορφώνεται. Ας βγει γλυκόπιοτο το κρασί, γιατί έτσι και ξυδιάσει, δε γιατρεύεται. Πόσο θα κρατήσει ακόμη; Δυο βδομάδες; Μετά θα σφραγιστεί... άλλη πάλη και τούτη... απόκρυφη, ήσυχη, σκοτεινή... μέχρι να καθαρίσει, διάφανο σαν το γυαλί... κι ύστερα πάλι το νου σου να το μεταγγίσεις, στο πρώτο κατακάθι που φανεί...
Πόσο κουρασμένη νιώθω αυτή τη στιγμή... πόσο πολύ...
Σεπτέμβρης... άστατος, απρόβλεπτος, διπολικός! Κρυάδιασε απότομα στο βουνό των Κενταύρων, κείνων των μέθυσων κι άγριων πλασμάτων, κείνων των γεννημάτων της νεφέλης... μα και βουνό του Χείρωνα, εκείνου του σοφού δασκάλου και θεραπευτή... Σκορπισμένη στ' άκρα, ψάχνω τα μονοπάτια του...

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρης...



Ήθελα να σου πω, πως κι αν πια δυστυχώς δεν πολυπιστεύω πως θα δούμε άλλη βελτίωση και πως τα "υποδέλοιπα" μάλλον θα μου κατσικωθούν για μια ζωή, θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη, ένα πρόσθετο μήνα περιθώριο και για λόγους ψυχολογικούς φυσικά -να κρατηθώ στο αισιόδοξο, σάμπως ποιά άλλη εναλλακτική έχω;- και για να περάσει για τα καλά κι ο Σεπτέμβρης -περίεργος μήνας δύσκολος, να δω πως θα κυλήσουν τα πράγματα, πως θα εξελιχθεί το μέσα μου, το έξω μου, το εντός και το επί τα αυτά... Κι ύστερα ξέρω πως θα με ρώτησεις γιατί νά'ναι περίεργος ο Σεπτέμβρης και πώς τον ξεχωρίζω έτσι μέσα απ'το σωρό. Κι επειδή σου κόβει σ'όλα τα επίπεδα, και φυσικά και "μεταφυσικά" και σ'αυτή τη διάσταση και στην άλλη και στην παράλλη, θα ρισκάρω την απάντηση κι ας είσαι επιστήμονας, γιατί κάπου μέσα σου θα το καταλάβεις. Όχι απόλυτα, αλλά όσο χρειάζεται. Όσο δηλαδή το καταλαβαίνω κι εγώ που σ'άλλονε να μ'άκουγα να τα έλεγα θα φοβόμουν πως ξεφουρνίζω σωρό ασυναρτησίες και πως θα τον πιάνανε στην καλύτερη τα γέλια, αν δεν με κοιτούσε και παράξενα σαν νά'μουνα κομματάκι λοξή!
Είναι που ταυτίζομαι, βλέπεις, με τη φύση όσο περνούν τα χρόνια -ή, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- κι όπως και να το κάνεις τούτοι οι μήνες της μετάβασης, σαν τον Μάρτη της άνοιξης έτσι και τον Σεπτέμβρη του φθινοπωριού, την ταλαιπωρούν. Έτσι κι εμένα. Με το έμπα της άνοιξης κοιλοπονά... δεν είναι κι εύκολο να ετοιμάζεσαι να γεννοβολάς πλάση ολάκερη χωρίς σταματημό! Να μην ξεχνάς ούτε κείνο το τοσοδούλικο κρινάκι στην άκρη του γκρεμού! Όλα να τα φέρεις στο φως, όλα τα τα προκάμεις, με τη σειρά τους, με τα χρώματα και τ'αρώματά τους, με τους φίλους και τους εχθρούς τους, τους τόσους όσους χρειάζονται ώστε να προλάβουν όλα τους ν'ανασάνουν, ν'αντικρύσουν το χαμόγελο του ήλιου του άνακτα έστω για μια φορά και να παραδόσουν τη σκυτάλη στα επόμενα και στα διπλανά τους. Απ'την ανάστροφη κι ο Σεπτέμβρης! Μεταβατική περίοδος, βλέπεις, κι αυτή. Δεν είναι σαν το χειμώνα που ησυχάζει, λαγοκοιμάται και κλωσσάει, μερόνυχτα ατέρμονα, τη σπορά. Κι αν λένε πως η Δήμητρα το χειμώνα στεναχωριέται που ο Πλούτωνας της άρπαξε τη θυγατέρα και στέκεται θλιμμένη και μουτρωμένη, πεισμώνει και γίνεται στείρα και μελαγχολική, είναι που της κακοφαίνεται που χάθηκαν έξαφνα τα παιδιάστικα γέλια του καλοκαιριού και που όλη τούτη τη φούρια της την εαρινή και τα βάσανά της να τα κοσμήσει όλα καθώς πρέπει και γιορτινά δεν τα υπολόγισε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου και τα παράχωσε σιγά-σιγά και λιγουλάκι στα μουλωχτά μέσα της, στη μήτρα της τη σεβαστή και την αρχέγονη, να βρει τη δύναμη να τα επωάσει ξανά, να στήσει το γκρίζο καμβά, να βουτήξει τ'ακροδάχτυλα στο πέπλο της Ίριδας και να τα χρωματίσει και πάλι από την αρχή. Είναι τούτη η μελαγχολία του χειμώνα όπως όταν κοιτάζεις ώρες το λευκό χαρτί κι οι λέξεις που ζητάς χάνονται και δε φανερώνονται... Σαν τις ακτίδες του ήλιου που κρύβονται πίσω από τα φουσκωτά σύννεφα. Αλλά γνωρίζεις πως είναι εκεί κι ώσπου να προβάλει η ανοιξη, θα φανούν κι αυτές. Για αυτό σου λέω, το χειμώνα η Δήμητρα ησυχάζει, φυλάει μέσα στη μήτρα τη θυγατέρα της και προσμένει πότε θα της φανερωθεί. Δεν είναι τότε που τα βάζει με θεούς κι ανθρώπους κι αναζητά απελπισμένη σ'όλη την πλάση να τη ματαβρεί. Λάθος το καταλάβαμε. Τέλη Σεπτέμβρη της την άρπαξε ο Χθόνιος θεός, τέλη Σεπτέμβρη που μεστώνουνε τα ρόδια. Δεν το θυμάσαι πως της πρόσφερε ζουμερό καρπό ροδιάς για να την ξεγελάσει και να την παρασύρει στα δώματά του; Πότε άλλοτε λοιπόν; Για αυτό σου λέω, άσε να περάσει και τούτος ο μήνας κι εκείνος που τον ακολουθεί για σιγουριά, και βλέπουμε... Είναι περίεργος μήνας και δύσκολος.
Άσε που τούτο το μήνα, άντε και τον επόμενο -τώρα που γίνηκαν όλα αχταρμάς- θα μαζέψουμε τη σοδειά μας. Μήνας καρποσυλλογής! Όλα κείνα που γεννοβολούσε η πλάση την άνοιξη, όλα τα τρυφερά βλαστάρια τα εαρινά, τώρα θα δώσουν τον καρπό, τον στέρεο καρπό. Όχι τον τρυφερό κι εφήμερα αναλώσιμο του καλοκαιριού, αλλά κείνον της υπομονής που μαθαίνει σιγά-σιγά να προστατεύεται, που φτιάχνει μέρα με τη μέρα του καλοκαιριού την πανοπλία του για να προλάβει να μεστώσει για τα καλά ώστε να επιβιώσει για όλο το χειμώνα. Δε βλέπεις τα καρύδια; Πράσινη χλαμύδα που σε ξεγελά κι από κάτω κέλυφος σκληρό στο χρώμα της γης, μήτρα σκληρή, και παραμέσα ο καρπός - λευκό, κάτασπρο γάλα που παίρνει σχήμα και μορφή αργά, όλες κείνες τις μέρες του καλοκαιριού που εσύ χαμογελάς και γεύεσαι τα τρυφερά ροδάκινα, μέχρι να δυναμώσει, να ψηθεί, να βγει στο φως στέρεο, κι άμα φροντίσεις σωστά, να μείνει ατόφιο όλο το χειμώνα που ακολουθεί, να σε στυλώνει.
Περίεργος μήνας ο Σεπτέμβρης. Κι όλα τούτα πρέπει να τα προλάβω. Να είναι όλα έτοιμα, ταχτοποιημένα για το χειμώνα που έρχεται. Κι εγώ μαζί! Είναι εκείνη η ταύτιση με τη φύση, που λέγαμε... Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Ακόμη συλλέγω καρπούς. Ρόδια, καρύδια, κυδώνια και ξινόμηλα... Τα ξύλα για τη φωτιά τα βόλεψα. Στεγνά -ιδρώσαν όλους τούτους τους μήνες- στοιβιασμένα, προφυλαγμένα από τη βροχή και το χιονιά, να μπορώ ν'ανάψω τη φλόγα. Με τους καρπούς δεν ξεμπέρδεψα ακόμη. Κάποιοι βιάζονται, κάποιοι καθυστερούν, άλλοι προέκυψαν τζούφιοι και βγαίνω στη γύρα ξανά! Άσε να περάσει ένας μήνας ακόμη και βλέπουμε. Να ξεσοδέψω. Για να μπορέσω να δω πως θα πορευτώ. Τί θα κρατώ στα χέρια μου...
Είναι και το άλλο, μην ξεχνάς. Δύσκολη τούτη η άνοιξη, περισσότερο από άλλες. Κι όταν είναι δύσκολα τότε που ανθίζει η πλάση, θέλεις νά'ναι εύκολα τώρα που ξεψυχά; Μη γελιόμαστε. Θέλει προσοχή. Φύτρωσαν και τόσα αγκάθια στο χωράφι φέτος αντάμα με τα εαρινά αγριολούλουδα, κι αν τώρα ο καιρός τα αποκοίμισε και μοιάζουν και τούτα αποκαμωμένα, ράθυμα κι όχι τόσο επιθετικά, εγώ πρέπει να βρω τρόπο να τα ξεπατώσω! Πριν φύγει το φθινόπωρο, πριν γίνουν τα ξερά βλαστάρια τους λίπασμα ξανά στη γη. Τροφή για την επόμενη άνοιξη. Κι αυγατέψουν και θεριέψουν και μου στερήσουν τα χρώματα για άλλη μια φορά... Πολύ δύσκολος μήνας και παράξενος, σου λέω...
Και μέσα σ'όλα τούτα κρασί δεν έφτιαξα. Κοιτάζω την κληματαριά. Στραβή χρονιά και για κείνη. Καρποί λιγοστοί, ταλαιπωρημένοι, ρώγες λαμπερές μπερδεμένες με τζούφιες κι άρρωστες. Και εγώ ζητώ από τούτες τις ρώγες να κάνω καλό κρασί! Με πέντε χούφτες κακομοιριασμένα τσαμπιά ακόμη πιστεύω πως κρασί θα φτιάξω και φέτος! Κι ας μην έχει ούτε η γειτονιά! Κι ας μη δέχομαι ούτε τα αγοραστά, των εμπόρων, παρά μονάχα τούτα τα ντόπια, γνώριμα νταμάρια, χωρίς φάρμακα θαυματουργά κι επίφοβα κι ας κουβαλούν και ρώγες άρρωστες. Τούτες τουλάχιστον φαίνονται, τις βλέπω μπροστά μου. Θα τις ξηλώσω μια-μια. Εγώ που δεν έχω καμιά υπομονή, αποχτώ. Εδώ απέχτησα μ'άλλα κι άλλα. Πιο δύσκολα, πιο επώδυνα, πιο τρομακτικά... Ακόμη πιστεύω πως θα βρω. Βλέπεις τρέλα που με δέρνει; Θα μου πεις, εδώ ελπίζω πως θα νικήσω άλλα κι άλλα, ξέρεις εσύ. Αυτό κι αν είναι τρέλα...
Λοιπόν, θα ξετρυπώσω κάπου. Θα ζαλικωθώ σαν το γομάρι στα "καλντρίμια" και θα τα συγκεντρώσω εδώ. Και ρώγα-ρώγα θα ξεδιαλέξω μόνο τις λαμπρές.  Ώρες ατελείωτες... Και θα μπούνε στο βαρέλι. Μαζί με το ευλογημένο τσαμπί απ'του Σωτήρος. Και θα πάρουν βράση. Πρωί και βράδυ θα τις ακούω να σιγομιλούν, να μουρμουρίζουν. Θα τις ανακατώνω με το ξύλο κι αυτές θα μου τραγουδούν. Σειρήνες του Σεπτέμβρη κι αυτές, τί νομίζεις;  Είναι η στιγμή που το ερωτεύομαι, όταν μουστώνω και το ακούω καθώς βράζει να σιγοτραγουδά... Κι όσο περνούν οι μέρες το τραγούδι θα λιγοστεύει, θα καταπαύει. Το φως της λαμπάδας μες στο βαρέλι δε θα σβήνει πια, θα αρχίσει να "γαλαζιάζει" που μού'πε κείνος ο παππούς και τόσο μ'άρεσε! Κι ύστερα θα μένει ολόφωτο, πύρινη φλόγα αναμμένη. Άλλο οξυγόνο δεν αποζητά πια. Ο βρασμός κόπασε, ο μούστος μεταμορφώθηκε. Τώρα θέλει να ησυχάσει, να κοιμηθεί. Να σφαγιστεί και να απομείνει στη δροσιά του φθινοπωριού να ξεδιαλύνει σιγά-σιγά από όσα το βαραίνουν και το εμφανίζουν θολό, να περισυλλέξει τ'αρώματα που ζητά και να καθαριστεί, να διαφανέψει, για να στάξει ύστερα, αργά-αργά, όσο μια χοντρή κλωστή, όσο ένα υφάδι, διαυγές και λαμπερό μες στο γυαλί...
Πόση ομορφιά τούτη η διαδικασία... Για να ευφραίνει, όλη τη χρονιά, τις ταλαίπωρες και δέσμιες ψυχές μας... να τις ελευθερώνει... να δραπετεύουν κι αυτές απ'το κορμί.. Μήνας του Διόνυσου ο Σεπτέμβρης, πώς να μην είναι διαφορετικός; Του φθινοπώρου, της Περσεφόνης και της Μάνας Γης που την χάνει και την αποζητά. Των καρπών και της ζύμωσης του κρασιού. Μήνας του Σταυρού -Σταυρωτή τον ονόμαζε κάποτε ο λαός μας- τότε που πιάνουν -καθόλου τυχαία κι αυτό- οι παλιακές νοικοκυρές το καινούριο προζύμι της χρονιάς με το βασιλικό της εκκλησίας... Ένατος στη σειρά αλλά φαντάζει πρώτος για τα σχολεία, την εκκλησιαστική χρονιά και κάποτε και για τους αγρότες. Κι όμως έβδομος ορισμένος αρχικά, όπως μαρτυράει και το όνομά του: από το σεπτό επτά με τη δασεία, το σεβαστό, το ιερό σε κάποια "γράμματα", τότε που λογίζαμε πρωτοχρονιάτικο το Μάρτη, τον πρώτο της άνοιξης, τον αφιερωμένο στο θεό του πολέμου Mars ή Άρη, του πολεμοχαρή και καταστροφικού θεού, πού'χε γιους κι ακόλουθους πιστούς στη μάχη το Φόβο και το Δείμο (τρόμο)... Περίεργο... Με το έμπα του Μάρτη ξεκίνησε, θυμάσαι;... Ακόμα πιο περίεργο... κόρη του υπήρξε και η Αρμονία... Τούτη που ολάκερη η πλάση αποζητά... Τούτη που ο μύθος έπλασε μάνα της μάνας του Διονύσου...
Είδες πόσα πολλά αναλογούνε στο Σεπτέμβρη; Πολύτιμος μήνας. Ξεχωριστός. Μήνας που τα πράσινα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλιά, κι η μέρα πιο λιγοστή απ' την νύχτα... Παράξενος μήνας, δύσκολος... Άσε, λοιπόν, να δούμε λίγο ακόμη...

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Τρύγος και μουσταλευρώματα!

Φέτος το καλοκαίρι, η κληματαριά της αυλής μας εξέπληξε πολύ ευχαριστά! Ποτέ δεν την είχα δει περισσότερο φορτωμένη τσαμπιά -μωρέ ποιά είναι πιότερα, τα τσαμπιά ή τα φύλλα;- ρώγες λαχταριστές, υγιέστατες, χαμογελαστές, να κρύβουν τον ουρανό απ'το σμίξιμό τους και αργά-αργά ν'αρχίζουν να ροδοκοκκινίζουν ντροπαλά στο άγγιγμα του ήλιου.... Κι ούτε ψεκάσματα δεν είχε χρειαστεί το καημένο, πέρα από λίγη γαλαζόπετρα στις αρχές, καθώς "ο φόβος φυλάει τα έρ'μα"... Όποιος περνούσε, λοιπόν, απ'την αυλή, τα θαύμαζε "μωρέ μπράβο σταφύλια!" και τόσο τα καμαρώναμε που, δεν άντεξα, κρέμασα και δυο σκορδάκια ανάμεσά τους για το "κακό το μάτι". Μοναχά μια λαχτάρα μας έκανε... Τότε με τις πολλές τις ζέστες -τις πάρα πολλές, γιατί από πολλές χορτάσαμε όλο το καλοκαίρι!- όταν ξαφνικά είδαμε τα φυλλαράκια της να γέρνουν και να μαζώνονται σαν κάτι να τους είχε ρουφήξει τη δύναμη. "Μπας και θέλει νερό;", που το αποφεύγαμε. Μπα... κι έτσι που άρχισα να τα παρατηρώ, διέκρινα κάτι μικροσκοπικά -σαν ψύλλους στο μέγεθος να πω- μαμουνάκια να την περπατούν. Κι αν ρώτησα περισσότερο ειδήμονες κρασοσταφυλάδες τις περιοχής δεν τα γνώριζαν. Πράσινα, σαν λιλιπούτειες ακριδούλες, ίσα που διακρίνονταν, να εξαπλώνονται με τρελό ρυθμό σ'όλα τα κληματόφυλλα. Ευτυχώς, τα τσαμπιά απείρακτα. Ψάχνω και 'γω στο διαδίκτυο μήπωςβγάλω καμιά άκρη, νά'τα, τα πέτυχα "τζιτζικάκια" να τα ονοματίζουν. Και βλέπω ένα κατεβατό χημικών για την καταπολέμησή τους! Εκεί τσίνισα... Μπας και να δοκιμάσω το παραδοσιακό πλέον σαπουνόνερο; Ρίχνω μια σταγόνα σαπούνι για τα πιάτα σ'ένα λίτρο νερό και ψεκάζω λίγα φυλλαράκια. Τα τζιτζικάκια τεζάρανε στο λεπτό. Ε, ένα ψεκασμός αρκούσε κι ο εχθρός εξολοθρέφτηκε. Οι δικές μας απώλειες, μονάχα από αισθητικής απόψεως, κάτι κληματόφυλλα λιγουλάκι ταλαιπωρημένοι πολεμιστές... Τα τσαμπιά όμως ακμαία συνεχίσαν το φλερτάκι τους με τον ήλιο και στα πιο πονηρά, που ξετρυπώναν επίμονα τις ακτίδες του, πήραν να κοκκινίζουν τα μάγουλά τους!


Θέλεις ήταν πολλά, θέλεις είναι κι όψιμη η ποικιλία, αργήσανε πάντως να γλυκάνουνε. Κι εμείς δεν τα βιαστήκαμε- ποιός ο λόγος; Εξάλλου, παλιά εδώ, αργούσε ο τρύγος... σήμερα που όλα γίνονται με βιασύνη, τα μαζεύουν νωρίτερα... Φέτος, μας βοήθησε κι ο καιρός... αυτό το καλοκαίρι που δε λέει να τελειώσει... δεν είχαμε απανωτές βροχές να τα φοβηθούμε!


Μια καλή πρωία, λοιπόν, πριν δέκα μέρες, τα μαζέψαμε. Μαζέψαμε και κάτι λίγα, γειτονικά, που δεν τα θέλανε, τα στίψαμε παραδοσιακά -εντάξει, μη φανταστεί κανείς πατητήρι και χοροπήδημα... "ημίπαραδοσιακά", να πω, χωρίς μηχάνημα δηλαδή (εξάλλου δεν ηταν και τόσο πολλά), με πάτημα μέσα σε χοντρές σακούλες και με στίψιμο στο χέρι στον κουβά...- και τα βάλαμε στο βαρελάκι μας! 14 βαθμοί, παρακαλώ, ο μούστος! Συνετέλεσε πολύ σ'αυτό μια κλούβα γειτονικά πού'χαν σταφιδιάσει, ολότελα ζαχαρωμένα. Αφού απορρίψαμε όλες τις προτάσεις διαφόρων -δε θα βράσουν, ρίξτε νερό, ρίξτε λεμόν-τουζού, ρίξτε λεμονάκι στιμμένο- και το μόνο που κάναμε είναι να προσθέσουμε μισό κουβά ξινούτσικα που είχαμε αφήσει κατά μέρος, περιμέναμε δυο μερούλες και τά'δαμε επιτέλους να βράζουν κανονικότατα! Ε, είναι πάντως κομματάκι συγκινητικό, ν'ανοίγεις το βαρέλι, να τα πατάς με το μουστωτήρι, και να τα ακούς να σιγουμουρμουρίζουν το τραγούδι τους... το τραγούδι της ζύμωσης, το τραγούδι της μεταμόρφωσής τους από σταφύλια σε οίνο...


Ναι, ναι.. το ομολογώ... μετά τρελού πόνου ψυχής, τράβηξα τρία λίτρα μούστο -τί γλυκόπιοτος, ο άτιμος!- για να φτιάξω μουσταλευριά! Ε, ναι, ως λάτρης του ντόπιου οίνου, τό'κλαιγα το κρασάκι που "χαραμιζόταν" -δεν έχουμε και ποσότητα να βγει και πολύ- αλλά, ήθελα να το κάνω κι αυτό! Γιατί τόσα χρόνια δεν έτυχε νά'χω στα χέρια μου μούστο δικό μου, να κάνω όλη τούτη τη διαδικασία. Και για να την χαρώ, προσκάλεσα μια γειτόνισσα να μου την δείξει με το δικό της τρόπο, παρ'όλο που μπορούσα και στο διαδίκτυο να βρω πληροφορίες σχετικές... αλλά δεν θά'χε την ίδια χάρη...


Καταρχάς, λοιπόν, κόβουμε το μούστο με στάχτη. Στάχτη από ξύλα, καθαρή.. Ρίχνουμε στην κατσαρόλα το μούστο και για κάθε λίτρο του κι από μια μικρή χουφτίτσα στάχτη κοσκινισμένη και το αφήνουμε να βράσει. Αφαιρούμε τυχόν αφρούς, κι αφού καθαρίσει το μείγμα έτσι, τ'αφήνουμε να κατασταλάξει, να "ηρεμήσει". Όσο περισσότερες ώρες, τόσο καλύτερα θα κατακάτσει το ίζημα της στάχτης. Εμείς μπορεί να συντομέψαμε αρκετά τη διαδικασία λόγω συνθηκών (έβαλα και τη ζεστή κατσαρόλα μέσα σε μια λεκάνη με παγωμένο νερό, για λίγη επιτάχυνση), αλλά ίσως το καλύτερο είναι να το αφήσεις μια νύχτα να ηρεμήσει.


Εν συνεχεία, παίρνουμε ένα κομμάτι ύφασμα -κατά προτίμηση μια παλιά μαξιλαροθήκη- τη στερεώνουμε σ'ένα σουρωτήρι και το στραγγάμε από κει. Αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει δυο-τρεις φορές και καλό είναι, ενδιάμεσα, να το αφήνουμε και πάλι για λίγη ώρα να ηρεμήσει.


Κι έχουμε έτοιμο τον καθαρό μας μούστο!

Και πάμε στη μουσταλευριά... Η γειτόνισσα κρατάει τις αναλογίες για τέσσερις κούπες μούστο, μια κούπα αλεύρι. Κι άλλες γυναίκες που ρώτησα απ'τα χωριά μας το ίδιο μου είπαν. Για άλλους, όμως, μια τέτοια αναλογία φαίνεται υπερβολική σε αλεύρι. Ίσως η φίλη μας η Vita (Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου) νά'χει δίκιο που προτείνει μια αναλογία έξι προς ένα (φαντάζομαι θα την δοκιμάσω αν έχω την ευκαιρία να ξαναφτιάξω μόνη μου). Το σίγουρο είναι ότι όσο περισσότερο μούστο έχει, σε σχέση με το αλεύρι, τόσο περισσότερο βράσιμο θέλει για να δέσει. Και λογικό είναι, να γίνεται πιο νόστιμη έτσι. Πάντως κι η δική μας νοστιμότατη έγινε, δε μπορώ να πω!

Υλικά πρόσθετα εδώ δε χρησιμοποιούνε ("για να μη μπερδευτεί η νοστιμιά του μούστου", όπως μού'πανε), πέρα απ'το τριμμένο καρυδάκι και την κανέλα που βάζουμε για γαρνίρισμα.

Μούστος, λοιπόν, και αλευράκι σε δράση!


Ζεσταίνουμε λιγάκι στη φωτιά το μούστο μας. Ύστερα παίρνουμε λίγο από αυτό για να διαλύσουμε το αλευράκι με τη βοήθεια ενός τρυπητού και μια ξύλινης κουτάλας. Τα αναμειγνύουμε ξανά και βάζουμε το μείγμα μας να βράσει.


Ανακατεύουμε διαρκώς κι έχουμε το νου μας να χαμηλώσουμε τη φωτιά μόλις πάρει βράσει για να μην καταλήξουμε σε ατυχήματα! Η διαδικασία αυτή κρατάει κανένα μισάωρο (εξαρτάται κι απ'την αναλογία μούστου κι αλευριού).


Το πότε θά'ναι έτοιμη, το αντιλαμβανόμαστε από την υφή της που έχει δέσει και τις χαρακτηριστικές φουσκαλίτσες στην κατσαρόλα.


Η Βαγγελιώ, είναι πιο κατατοπιστική σ'αυτό, οπότε όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ρίξει και μια ματιά στην πολύ όμορφη εγγραφή της, εδώ: Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου 


Τη σερβίρουμε σε πιατάκια ή μπωλάκια, πασπαλίζουμε με τριμμένα καρύδια και κανέλα και... απολαμβάνουμε!


Αυτά περί μουσταλευριάς... Τώρα αναμένουμε το κρασάκι μας! Φτού του, φτού του, ελπίζω ν'ανταποκριθεί στις προσδοκίες μας!

Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε!:

Μούστος: εκ του λατινικού vinum mustum= κρασί νέο

Ελληνιστί: γλεύκος, όπου, κατά το Μεγάλο Ετυμολογικόν (Etymologicon Magnum):

Γλεύκος: Το από της ληνού απόσταγμα αυτομάτως καταρρέον από της σταφυλής. Εστί δε τούτο γλυκύτατον και λιπαρώτατον. Και:

Γλυκύς: Παρά το γλεύκος, ο εστίν ο νεωστί αποστάζων εκ της ληνού οίνος.

Κοινώς, μούστος και γλύκα ένα πράγμα... από τη γλύκα του μούστου έχουμε και τον γλυκύ! 

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)

Ο Γενάρης μας εγκαταλείπει σιγά-σιγά, κοντοζυγώνει ο Κουτσοφλέβαρος κι από αύριο μπαίνουμε στη δεύτερη βδομάδα του Τριωδίου...

"Φτάνοντας ο Φλεβάρης", γράφει ο λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), "κουβαλάει στους άρχοντες των βουνών μας κι ένα σωρό χαρές. Τους τρανεύει τη νοσταλγία τους, τους χαρίζει παρηγοριά με τα ηλιόγελά του και τους φέρνει πιο κοντά στο βλαχοξεκίνημα για τα καλοκαιριάτικα λημέρια, τους ανοίγει το Τριώδιο με το γιόρτασμα των τριών εβδομάδων και τους οδηγεί ολόισια στην εβδομάδα της Προφανής, της Κρεατινής με την Τσικνοπέμπτη και στην εβδομάδα της Τυρηνής, που θα την ακούσεις και "μακαρωνού", απ'το στόμα του λαού μας. Την Κρεατινή, από μερικούς τσοπάνηδες, θα την ακούσεις και "συγκόκκαλη". Αυτός ο μήνας πάλι, καθώς διαβαίνει μέρα με τη μέρα και μαζεύει ο καιρός, φέρνει και τις τελευταίες Αποκριές με την Καθαρή Δευτέρα ή Καθαροδευτέρα."


Σημειώνει ο έτερος λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "Οι Απόκριες, όπως παντού, είναι και στην Ελλάδα περίοδος ευθυμίας και διασκεδάσεων. Πριν μπει στο πέλαγος της Μεγάλης Σαρακοστής, ο χριστιανός, που θα νηστεύει και θα πενθήσει εφτά ολόκληρες εβδομάδες -ούτε γάμοι, ούτε χοροί και πανηγύρια γίνονται, ούτε φορούν κοσμήματα οι γυναίκες στο διάστημα αυτό- αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει, να κάνει κάθε είδους τρέλα. Για αυτό άλλοτε η αρχή του Τρωδίου αναγγελλόταν είτε με πυροβολισμούς είτε με το δημόσιο τελάλη είτε με τα τύμπανα. Π.χ. στην Ύδρα,
"η αποκριά μπαίνει με τα ταμπούρλα' την ημέρα του αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου) αρχίζουνε και βαράνε τα ταμπούρλα σ'όλες τις γειτονιές και γίνεται ένας μεγάλος αλαλαγμός".
Στη Λάστα της Γορτυνίας, ένας φώναζε δυνατά, ότι πλησιάζουν οι απόκριες και
"όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν'αγοράσει".
Γιατί αποκριά και φαγοπότι και πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η προμήθεια του σφαχτού. Κάθε σπίτι τώρα πρέπει να ματώσει, δηλαδή κάτι να σφάξει. Σφάζουν κυρίως γουρούνι και σε πολλούς τόπους, όπως στην Πελοπόννησο, εξετάζουν τα σπλάχνα του (σπλήνα, χολή, καρδιά) και βγάζουν από αυτά μαντεύματα για το μέλλον."

Συμπληρώνει ο Βασίλης Λαμνάτος, "Απόκριες για τους ξωμάχους μας, αλλά πιο πολύ για τους τσοπάνηδες και τους τσελιγκάδες μας, θα ειπεί άφθονο φαγοπότι και τρικούβερτο ξεφάντωμα. Θα ειπεί σωστό πανηγύρι, πού'χει μεταβατικό κυρίως χαρακτήρα, γιατί απ'τη χειμωνιάτικη περίοδο, οι πραματολόοι κι όλοι μας, μπαίνουμε στην ανοιξιάτικη. "

Η πρώτη βδομάδα των Αποκριών, ξεκινάει την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή του Ασώτου. Τούτη η βδομάδα "όταν αρχίζουν και σφάζουν τους χοίρους που έχουν και θρέφουν για το σκοπό αυτό, λέγεται Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή, όπως είπαμε, σε παλιότερα χρόνια κάποιος από ένα μέρος ψηλό προφωνούσε, δηλαδή διαλαλούσε, ότι αρχίζουν οι απόκριες. Βυζαντινή παροιμία λέγει: προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακίν σου πώλησον, την εορτή διάβασον, δηλαδή παραγγέλει στο φτωχό να εξοικονομήσει τ'απαιτούμενα χρήματα, πουλώντας στην ανάγκη το σακάκι του, για να περάσει κι αυτός τη γιορτή. Μια όμως νεότερη παροιμία, ναξιακή, συνιστά κάτι απλούστερο: προφωνεύγω σε, φτωχέ, κι αν δεν έχεις ν'αγοράσεις, κλέψε. Οπωσδήποτε δηλαδή πρέπει και ο πιο φτωχός να κάνει αποκριά, να φάγει κρέας. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμολητή ή απολυτή, επειδή "τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο"." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Την πρώτη βδομάδα της Αποκριάς επιτρέπεται κάθε μέρα η κατάλυση κρέατος, χωρίς να εξαιρούνται ούτε η Τετάρτη και η Παρασκευή. Η δεύτερη εβδομάδα, η λεγόμενη Κρεατινή -από την Κυριακή του Ασώτου μέχρι την Κυριακή της Απόκρεω ή Κρεωφάγου- είναι κι η τελευταία εβδομάδα προ της Αναστάσεως κατά την οποία, σύμφωνα με το ελληνορθόδοξο τυπικό, επιτρέπεται η βρώση κρέατος πλην των νηστειών Τετάρτης και Παρασκευής.  Αυτή η εβδομάδα περιλαμβάνη και την Τσικνοπέμπτη. Κατά την τελευταία εβδομάδα που λήγει την Κυριακή της Τυρινής (παραμονή της Καθαράς Δευτέρας) επιτρέπεται η κατανάλωση πάντων των τροφών πλην κρέατος. Λέγεται, μάλιστα, Τυρινή (βλ. και νεότερη ανάρτηση: Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου) επειδή κατά τη διάρκεια αυτής καταλύονται κυρίως τα τυροκομικά, μέχρι, μάλιστα, εξαντλήσεώς τους, αφού αμέσως μετά ακολουθεί η αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής. Είναι κι η τελευταία βδομάδα των Απόκρεω, η οποία και γιορτάζεται περισσότερο από όλες, με γλέντια και ξεφαντώματα, μασκαρέματα και καρναβάλια. Αναρίθμητα είναι τα έθιμα της εβδομάδας αυτής, κι ιδιαίτερα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, που οι ρίζες τους χάνονται πίσω στους αιώνες, τότε ακόμη που αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζαν προς τιμήν του θεού Διονύσου...

Μας ταξιδεύει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") με την όμορφη γραφή του..: "Γι'αυτό τέτοιες μέρες Αποκριάς, ιδιαίτερα εδώ στα κονάκια των τσελιγκάδων, έχεις να ιδείς πολλές ετοιμασίες και να νιώσεις αμέτρητες κι ανείπωτες χαρές. Απ'άκρη, σ'άκρη σ'όλα τα βλαχοκονάκια ετοιμάζονται, από βλαχούλες και βλάχισσες, λογής-λογής φαγητά: Γαλατόπιτες, τραχανόπιτες, τυρόπιτες, κοτόπουλα ψητά στη γάστρα, αρνιά καπαμά, τυριά, ένα σωρό καλόγευστα και πεντανόστιμα φαγητά.
Όλα αυτά γίνονται τ'απόγευμα ανήμερα της Αποκριάς...Αυτή τη μέρα δε γιορτάζουν ποτέ ξέχωρα μόνα τους τα τσοπανοκάλυβα. Σμίγουν δυο, τρία, τέσσερα μαζί, ανάλογα κι αποκριεύουν αγαπημένα και όμορφα. [...]
Τις Μεγάλες Αποκριές, ετσιδά, όπως λένε οι τσελιγκάδες τις Απόκριες της Μεγάλης Σαρακοστής για να τις ξεχωρίζουν απ'τις Μικρές Αποκριές του Σαρανταήμερου, ανοίγουν και το φυλαχτάρι. Κι αυτό είναι ανέρωτο κρασί, ιδιαίτερα φτιαγμένο, που το φυλάνε σε ξεχωριστό βαρέλι για τ'αποκριάτικο τραπέζι.
Αυτό το κρασί από δαύτους, θα τ'ακούσεις και αποκριάτικο κρασί. Ακόμα θα το πάρει τ'αυτί σου και "μαντρίσιο". Τό'χουν, δηλαδή, για το μαντρί, για τους τσοπάνους μαθές και για τους περαστικούς αυτής της μέρας. Τούτο εδώ το πιόμα είναι σπάνιο σε γεύση' αγνοκράσι δυνατό και καλόπιοτο. Το βάζεις στο στόμα σου και μυρίζει άρωμα. Γι'αυτό το κρασί οι τσελιγκάδες λένε πως τραγουδάει μοναχό του, πως λέει πολλά κι ωραία τραγούδια:
Αγγέλω μ' κραίν' η μάνα σου
δεν ξέρω τι σε θέλει.
Σε θέλ' Αγγέλω μ' για νερό
να πας στα παλικάρια.
Τα παλικάρια κι αν διψούν
στη βρύσ' να παν' να πιούνε
κι εγώ θα πάω για κέντισμα
με τ'άλλα τα κορίτσια."

Τούτο το κρασί, το φυλαχτάρι που αναφέρει ο Βασίλης Λαμνάτος, που το κρατούσαν φυλαγμένο και κλειστό σε χωριστό βαρέλι, για να το πρωτοανοίξουν την επίσημη αυτή μέρα της Αποκριάς, μού'φερε στο νου τα Πιθοίγια, την τελετή του ανοίγματος των πίθων του νέου οίνου, που λάμβανε χώρα στην αρχαία Ελλάδα κατά την ενδεκάτη μέρα του μηνός Ανθεστηριώνος κατά τον εορτασμό των Ανθεστηρίων (που συνέπεφταν, πάνω-κάτω με τη δική μας περίοδο της Αποκριάς) προς τιμήν του θεού Διονύσου...


("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου)


Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

του Άη-Γιώργη του φτωχού, του Μεθυστή, του Σποριάρη..

Σήμερα (3 Νοεμβρίου), ο λαός μας γιορτάζει τον   Άη-Γιώργη τον "μικρό" ή τον "φτωχό", όπως τον ονομάτισε, για να τον διακρίνει από τον Άη-Γιώργη, το "μεγάλο", τον Τροπαιοφόρο που την άνοιξη τον τιμά και τον πανηγυρίζει όλη η Ελλάδα. Ουσιαστικά, όμως, τη σημερινή ημέρα η εκκλησία μας μνημονεύει την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου. Τούτος, λοιπόν, ο Αη-Γιώργης, ο "μικρός", κατέληξε και ξεχασμένος, πλέον καθώς επικρατεί η γιορτή του Απριλίου. Κι όμως, ο λαός μας είχε βρει και για αυτόν θέση στο γιορτάσι του, τότε που τις ημέρες τις χρωματίζανε κάθε λογής έθιμα και εποχιακές ασχολίες! Τον βάφτισε, λοιπόν, "Σποριάρη", μιας και σε πολλές περιοχές της χώρας μας γίνεται η σπορά τη μέρα της γιορτής του, αλλά και "Μεθυστή", καθώς σε κάποια μέρη του τόπου μας ανοίγουν τα βαρέλια με το καινούριο κρασί αυτή τη μέρα.


Αναφέρει ο λαογράφος μας, Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Ορόσημο για τα καινούρια κρασιά, πιο βιαστικό κι επίσημο, είναι, όπως είδαμε, ο άι-Δημήτρης. Όπου όμως υπάρχει εκκλησιά του άι-Γιώργη, προτιμούν αυτόν για τα κρασιά τους, πολύ περισσότερο όταν τον γιορτάζουν και τον Νοέμβρη. Π.χ. στην Κρήτη:

Πάντα τσι τρεις του Νοεμπριού και τσ' εικοστρείς τ' Απρίλη, πανηγυράκι γίνεται στ' Άι-Γιωργιού τη χάρη...

Ο καιρός στην Κρήτη είναι "καλός" και τον Νοέμβρη. Γι' αυτό και στα ξωκλήσια της του άι-Γιώργη (όπως π.χ. κοντά στο Ρέθυμνο) οι πανηγυριστές παίρνουν μαζί τους μπότσηδες ή νταμιτζάνες, με "νιο κρασί" και καλοπίνουν. (Α.Χατζηγάκη, Εκκλησίες της Κρήτης, Ρέθυμνο 1954)

Πιο τελετουργικά τα πράγματα στη Δωδεκάνησο. Σε περιγραφή του, από το χωριό Σπώα Καρπάθου, ο τώρα Πρωτοπρεσβύτερος στην ελληνική Αγία Τριάδα του Μόντρεαλ (Καναδά), Κωνσταντίνος Χαλκιάς, γράφει για το 1975: Μεταξύ των πολλών εθίμων, των διατηρηθέντων μέχρι σήμερον εις το χωριό μας, είναι και το άνοιγμα των κρασιών κατά την ημέραν αυτήν (3 Νοεμβρ.). Διό και ονομάζεται η ημέρα: τ' Άι-Γιωργιού του Μεθυστή... Είναι εξόχως λαμπρόν, αλλά και λίαν συγκινητικόν το θέαμα, καθ' ην στιγμήν καταφθάνουν εις την Τάβλαν (στο πανηγυρικό τραπέζι, με το άφθονο κρέας και τα φαγητά για όλους τους πανηγυριστές, από τον Δεσπότη και τους επισήμους, ως τους άγνωστους ξένους και τον παραμικρό χωριανό) αι γυναίκες του χωριού μας, με τις λαϋνες, τους μαστραπάδες και τις τσότρες, γεμάτες από κρασί, που πήραν από τα κιούπια και τα πανωπίθια (μεγάλα πιθάρια), που άνοιξαν για την εορτήν του αγίου Γεωργίου, πολιούχου του χωριού μας. Όλοι ανεξεραίτως οι προσκυνηταί είναι υποχρεωμένοι να γευθούν τα κεράσματα των γυναικών όλων, που, τα ευλογημένα, υπερβαίνουν πολλάκις τα 40-50! Άκεφος ή αμέθυστος, την ημέραν αυτήν, δεν είναι δυνατόν να μείνει κανείς εις τα Σπώα... (βλ.Νισυριακά Χρονικά-εκδ. Εταιρίας Νισυριακών Μελετών, τομ.5, Αθ.1976)"


Αλλά, όπως είπαμε, τούτος ο Άη-Γιώργης, εκτός από Μεθυστής, είναι και Σποριάρης. Έτσι, κάποιες συνήθειες της μέρας της εορτής του αποβλέπουν στην αφθονία της καρποφορίας. Καταγράφει ο γνωστός λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), σχετικά:

"Στη Λάρδο της Ρόδου, για παράδειγμα,

οι γεωργοί βάλουν σε μια σκάφη το σπόρο και ανάφτουν τρία κεριά. Μέσα στο σπόρο ανακατεύουν διαφόρους καρπούς και λίγο σιτάρι, που το είχαν φυλαγμένο στο σακουλάκι της περασμένης αρχιχρονιάς. Από τη σκάφη αυτή βάλλουν λίγο σπόρο στο δισάκι και μαζί ένα ρόδι, που θα το φάγουν σαν 'ποσπείρουν. (Αν.Βρόντης, Λαογρ.ΙΑ', ΙΒ' 1934, 1938-48)).

Ιδιαίτερα το ρόδι, ως σύμβολο της αφθονίας, δεν λείπει από τη σποροσακούλα του γεωργού. Στην Επίδαυρο την ημέρα που θα σπείρουν

βαίνουν μέσα στο σακί το σπόρο (που βλογήθηκε του Σταυρού στην εκκλησία), ένα ρόιδο αλάκερο και το πρωί πρωί για να μην κάμουν κακό απάντημα, πάνε στο χωράφι. Ζεύουν τα βόδια και, πριν αρχινήσουν το σπόρο, παίρνουν το ρόιδο και το βαράν απάνω στο ενί (υνί) του αλετριού, ανακατεύουν κάμποσα σπειριά ρόιδο με τον σπόρο στην ποδιά τους, και τον πετάνε λέγοντας Καλά μπερκέτια! Άμα ρίξουνε μια σποριά, δηλαδή ένα στρέμμα, κάθουνται και τρώνε τ'άλλο ρόιδο κι ευκείωνται.(Ευαγγελίδης, Λαογρ.Γ', 1911)

Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας

όταν πρωταρχίσουν να σπείρουν, βάζουνε μεσ' στο σπόρο καρύδια, ρώγες από σταφύλι κι ένα ρόιδο. Τα σπέρνουν μαζί με το σπόρο χάμω στη γη και λένε: Να γένει το γέννημα γλυκύ σαν το σταφύλι, τσουπωτό σαν το ρόιδο και αφράτο και άσπρο σαν το καρύδι.(Επετηρίς Βουρβούρων 1939) "


Και, προσθέτει, ο Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"):

"Όσο για το "Σποριάρη" άγιο Γεώργιο, τον έχουν ευλογητή (και ενθυμητή) της σποράς τους όλοι οι Δωδεκανήσιοι, και οι (νοτιότεροι) Κύπριοι.

"Μεταχριστιανικόν Τριπτόλεμον" ονομάζει τον Νοεμβριανό Άι-Γιώργη, ο παλιός Ρόδιος λαογράφος Αναστάσιος Βρόντης. Σκορπίζει, λέει, κι αυτός στους κόλπους της γης τα δώρα της Δήμητρας. Την ημέρα της γιορτής του οι Ρόδιοι χωρικοί βγαίνουν για σπορά:

Από το πρωί, νυχάτα, σηκώνεται κάθε νοικοκυρά και θυμιάζοντας (λιβανίζοντας) βάλλει τον σπόρο του σιταριού στο δισάκι, που χρησιμοποιούν οι γεωργοί στη σπορά. Μαζί με τον σπόρο βάλλουν ένα σκόρδο, κρομμύδι, καρύδι.... σησάμι, κι ακόμα ένα ρόδι, που το τρώγουν οι γεωργοί σαν αποσπείρουν, λέγοντας: "Όσα κλωνιά, τόσα κιλά (χωρητικότητας)". Στην εκκλησία, εκείνη την ημέρα, πηγαίνουν πεντάρτι (αρτοκλασία με 5 άρτους) που το φτιάχνουν με κοινόν έρανον σταριού (οι γειτόνισσες).

Και κάτι που προσέχουν ομοιοπαθητικά: Ίσαμε ν'αποσπείρουν, πολλοί από τους γεωργούς δεν ξυρίζουνται.

Στην Κύπρο, τ'άι-Γιωργιού του Σπόρου, εκτός από το ξεκίνημα της σποράς οργανώνουν ζωοπανήγυρη, την ημέρα αυτή, (κοντά στη Λάρνακα) και παρακαλούν τον άγιο να βρέξει για τα οργώματα και για το χορτάρι - τροφή των ζωντανών τους. (Κυπριακά χρονικά, τομ.4)."


* Και, μιας και αναφέρθηκε ο Τριπτόλεμος, ας τον θυμηθούμε κι αυτόν.. ας προστρέξουμε λίγο στην πολύτιμη ελληνική μυθολογία μας που πολλά πλούτη κρύβει.. Αναφέρει το "Λεξικόν των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κυρίων ονομάτων" υπό Νικολάου Λωρέντη (1837):









Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

αγιοδημητριάτικα, το νιό κρασί κι η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης..


"Άη-Δημητράκη, μικρό καλοκαιράκι", λέει ο λαός, φέτος όμως διαψεύτηκε, καθώς βροχές και καταιγίδες καλωσόρισαν τούτη την ημέρα της εορτής του!

Βέβαια, όπως σημειώνει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"), "Κατά το παλαιόν ημερολόγιον, μερικαί ημέραι προ και μετά του Αγίου Δημητρίου είναι εύδιοι, ανέφελοι, θεριναί και επικρατεί νηνεμία, παρουσιάζουν δε αποτόμως και αύξησιν της θερμοκρασίας και την εντύπωσιν ότι είναι ακόμη καλοκαιράκι και ο κόσμος αρχίζει να ελαφρώνει τα ενδύματα, δια των οποίων είχεν αρχίσει να ενδύεται με την πρώτην καιρικήν μεταβολήν προς το ψυχρότερον. Παλαιότερον οι Αθηναίοι χλευαστικώς έλεγαν "Τ'αγιού Δημητριού το γαϊδουροκαλόκαιρο", επειδή πολλάκις η ελάττωσις αυτή των ενδυμάτων απέβαινεν επικίνδυνος εις την υγείαν, και την ζωήν ακόμη, του ανθρώπου."

Πάντως, ουσιαστικά, από τη γιορτή του Άη Δημήτρη, θεωρείται ότι μπαίνουμε στο χειμώνα. "Άγιος Δημήτριος έρχεται τα χιόνια φορτωμένος", λένε στη Γορτυνία. Και συνεχίζει ο Φίλιππος Βρετάκος"Και πράγματι από τότε αρχίζουν αι πρώται ραγδαίαι βροχαί εις τα πεδινά και η πτώσις χιονών εις τα ορεινά, με αισθητήν πτώσιν και της θερμοκρασίας. Και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών ως αρχήν του χειμώνος έθετον την 26η Οκτωβρίου (Ν.Γ.Πολίτης, "Παραδόσεις" τ.Α, σ.232), διότι τότε συνέπιπτεν η δύσις των Πλειάδων (της Πούλιας), η οποία σήμερον γίνεται την 18ην Νοεμβρίου."


Ακόμη, "κατά πατροπαράδοτον έθιμον η εορτή του Αγίου Δημητρίου είναι κατ'εξοχήν εορτή των γεωργών και οι νομάδες και οι ποιμένες κατέρχονται εκ των ορεινών περιοχών εις τα χειμαδιά (βλέπε προηγ. εγγραφή: ξεχειμαδιό...), τελούνται δε και πολλοί γάμοι και δοκιμάζονται καθ'όλην τη χώραν τα νέα κρασιά, κατά πατροπαράδοτον έθιμον, διότι του Αγίου Δημητρίου συντελείται η ζύμωσις των κρασιών, διό και ακούγεται το άσμα:

"Τα πρωτοβρόχια πιάκανε και τα κρασιά μεθούνε".

Όταν ο καιρός όμως είναι ομιχλώδης, εις τινά μέρη δεν ανοίγουν νέον οίνον, δια να μη γίνη και αυτός, κατά μεταφοράν, θολός. Από το τέλος Οκτωβρίου, ως ελέχθη, αρχίζει η συγκομιδή των ελαιών, η οποία ενίοτε εις τινάς περιοχάς παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου."



Συμπληρώνει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"), " Σ'όλους σχεδόν τους πρώιμους οινοπαραγωγικούς τόπους (νοτιότερους και παράλιους) καλούν σήμερα στα σπίτια τον παπά (μετά τη λειτουργία) ν'αγιάσει τα βαρέλια, ρίχνοντας μέσα στο "κρασί" τους αγιασμό, από την απάνω τάπα. Θ'ανοίξει έπειτα εκείνος (ή ο νοικοκύρης) τον πείρο και θα πρωτοπιεί (ο παπάς) από το νιο κρασί, ευχόμενος "καλόπιοτο" "κι από χρόνου". Γινεται έτσι κι εκτιμητής του πρώτου κρασιού (πολύπειρος πια) ο παπάς και λέει την καλή γνώμη του ("Μωρέ νάμα είναι!"), που είναι πάντα ευπρόσδεκτη και σεβαστή.
Αν δεν καλεστεί ο παπάς υπάρχουν και έμμεσοι τρόποι ευλογίας του κρασιού στο σπίτι. Έχουμε περιγραφές από νησιά του Αιγαίου, ότι αποβραδίς τ' άι-Δημητριού, πριν αρχίσουν το δείπνο, πάνε όλοι της οικογένειας, με τα ποτήρια τους, γύρω στο βαρέλι. Σταυροκοπιέται ο νοικοκύρης κι ανοίγει την κάνουλα, γεμίζει, εύχεται, πρωτοπίνει και λέει τη γνώμη του. Οι άλλοι δέχονται, καλό ή κακό, το κρασί, βάζουν στα ποτήρια τους από λίγο και πάνε στο τραπέζι, να δειπνήσουν. [...]
Θείο δώρο το κρασάκι στον άνθρωπο, που κατά τις εποχές και τους τόπους, ο θεός που το δώριζε ονοματίζεται αλλιώς. Άνοιγαν πανηγυρικά τα κρασιά τους και στην αρχαία Ελλάδα, κατά τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων, με πάτρωνα συμπότη το Διόνυσο. [...]


Είχε μια ζεστασιά κοινωνικής αυτοσυγκέντρωσης κι ανθρώπινης ειρηνικής επαφής αυτή η γιορτή τ' αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, σε σχέση με την εκρητκτική ανοιξιάτικη γιορτή του άι Γιώργη, που σκόρπιζε στο ύπαιθρο τους ανθρώπους, μετακινούσε τις οικογένειες, και συχνότατα άνοιγε τους πολέμους. Ένα συγκριτικό Μακεδονίτικο τραγουδάκι, δείχνει τις διαφορές τους αυτές:

Οι δυο οι άγιοι μάλωναν, Αγιώργης κι Αιδημήτρης:
-Αγιώργη, 'Γιώργη φοβερέ και σκροποφαμελίτη,
εγώ (λέει ο Αιδημήτρης) μαζώνω φαμιλιές και συ μου τις σκορπίζεις'
μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
μαζώνω και τ'αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα!
-Εγώ (λέει τώρα ο Αγιώργης) φέρνω την άνοιξη και συ μου τη στεγνώνεις'
εγώ φέρνω τα πρόβατα και συ τα ξεδιαγμίζεις'
φέρνω και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.

Σε μια άλλη παραλλαγή, από την ίδια περιφέρεια (χωριό Κνίδη Γρεβενών) τον λόγο στο τραγούδι τον έχει μόνο ο αι-Δημήτρης, που συνεχίζει:

εγώ τρώω παχιά αρνιά (τον Οκτώβρη) και συ παλιοπροβάτες,
εγώ πίνω γλυκό κρασί (νέο) και συ νερό απ'τις μπάρες (γούδες),
εγώ κοιμούμ' σε πάπλωμα και συ στα στερναρίτσα (πετροχάλικα)."


Να μην ξεχνάμε, όμως, πως σαν σήμερα, ημέρα που τιμάται η μνήμη του αγίου Δημητρίου, μετά από σκληρούς αγώνες του λαού μας, απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη -της οποίας και ο άγιος τούτος είναι πολιούχος- από τον τουρκικό ζυγό..

Από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":