Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαράλαμπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαράλαμπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Μικρό οδοιπορικό...

Ένα πασπάλι μοναχά... Ίσα να λευκοντυθεί το τοπίο, αχνά, μ'ένα αραχνοΰφαντο, εύθραυστο νυφικό κι οι νιφάδες σκόρπιες, ασύνταχτες, θαρρείς αποπροσανατολισμένες, να γυροφέρνουν φλερτάροντας με τις διαθέσεις του αγέρα. Έτσι ξημέρωσε χτές... Μετά από κείνα τα ποτάμια βροχής που ξεπλύναν τις σκόνες και τις αμαρτίες μας, μετά από κείνους τους τρελούς αγέρηδες που σκορπίσαν κλωνάρια και ξεχασμένα υπάρχοντα καταγής... Κι ακολούθησε μια παγωνιά που τό'φτιαξε κριτσανιστό να ραγίζει σε κάθε πάτημα στην πέτρα του καλντεριμιού. Δεν πήγα πουθενά... Μοναχά στο μπακάλικο.

Σήμερα μου κακοφάνηκε και ξεκίνησα να περπατώ προς τα ψηλά να το συναπαντήσω. 

Αναζητώντας την ανάσα της κίνησης και καμιά ζωγραφιά να μου τραβήξει τη σκέψη και τη ματιά.

Όσο ανηφόριζα, το χιόνι πιο πυκνό στο τοπίο. Ξάφνου, έστριψα στο μονοπάτι, με πόθο ν'αντικρύσω το μικρό ξωκλήσι μου χιονοσκεπασμένο. Ο ήλιος ήδη μαλάκωνε το παγωμένο λευκό πέπλο κι ο σχιστόλιθος δάκρυζε στα κρυφά για όλα τα ανομολόγητα...


Έλυσα την πορτοκαλιά κορδέλα, έσκυψα να διαβώ και χαιρέτησα την εικόνα του. Πόσο γλυκός κι όμορφος μου φάνηκε εκεί. Λες και δεν την είχα ξαναδεί! Ποιός τον ζωγράφισε; Ποιός σκάλισε τόσο "παιδικά" το όνομά του; Πόσο παράξενο... σαν να ξανασυστηνόμαστε μετά από τόσα χρόνια...


Ένα μικρό μεταλλικό τάμα, πρασινισμένο από την υγρασία, πεσμένο παραδίπλα. Το σήκωσα. Ποιός ξέρει τί προσευχές έκρυβε φυλαγμένες; 

Το βλέμμα μου καρφώθηκε στις χαρακιές της παλιάς ξύλινης πόρτας. Λες και καθρέφτιζε τις πληγές αιώνων. Σαρακοφαγωμένη εδώ κι εκεί να θυμίζει θαρρείς το σαράκι που μαραίνει τη γενιά μας...


Έριξα μια τελευταία ματιά στα βιαστικά -έτσι κι αλλιώς σήμερα βάδιζα λιγουλάκι σα μετέωρη κι υπνωτισμένη- και στράφηκα προς στην έξοδο. Ένα κατώφλι χαμηλό, ίσα με το μπόι ενός παιδιού, να σου σιγοψιθυρίζει πως στο κατώφλι του Θεού πλησιάζουν μοναχά οι ταπεινοί...


Ανηφόρισα, μέχρι να μπορέσει ν'απλωθεί όλο το βλέμμα μου στη θάλασσα... Μια θάλασσα που ο εκθαμβωτικός ήλιος της χάριζε ξανά το διάφανο φόρεμά της! Ν' αποκοπεί από τη γη και τα χρώματα κι όλους εμάς που μπουσουλάμε άχαρα στο βυθό της και να ενωθεί με τα ουράνια...


Ακολούθησα τα χνάρια της γάτας με τη ματιά και μου φάνηκαν πάνω στη στέγη σαν όμορφη ζωγραφιά. Ίσως γιατί αποτύπωναν μια, έστω, φευγαλέα εικόνα ελευθερίας που, δυστυχώς, δεν αντικρύζω σχεδόν πουθενά πια...

Καλό ξημέρωμα άνθρωποι!

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Ο Άγιος Χαράλαμπος που κυνηγούσε τον Χάρο...

Λίγα λεπτά πριν περάσει η γιορτή του, είπα να προλάβω να τον τιμήσω μ'ένα κείμενο του Κρητικού λαογραφου μας Νίκου Ψιλάκη, που διάβασα σήμερα... Έτσι κι αλλιώς, εγώ έχω ξαναγράψει για τον φίλο μου τον Αη Χαραλάμπη παλιότερα:
...για το μικρό ταπεινό του ξωκλήσι και τα συναισθήματα που το χρωματίζαν στα μάτια μου...έντεκα χρόνια πριν!!! Αλλά και πιο μετά, για έθιμα και παραδόσεις που σχετίζονταν με τη γιορτή του:

Όπως και να το κάνουμε, τού'χω μιαν αδυναμία... Ίσως που σ' Άγιο Χαράλαμπο βαφτίστηκα από έναν νονό που λάτρευα κι έχασα πολύ νωρίς, ίσως που το προαύλιό του υπήρξε η πρώτη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, ίσως και που το μικρό του ξωκλήσι, εδώ, πάντα καταφέρνει να με συγκινεί... Ευτυχώς, φέτος, ο καιρός δε μας χάλασε το χατήρι και δεν απόμεινε μόνος και ξεχασμένος...



"Ο ΑΓΑΘΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
ΚΙ ΕΠΑΙΡΝΕ ΣΤΟ ΚΑΤΟΠΙ ΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΘΑΝΑΤΟ!"

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ 
Πηγή: Karmanor.gr

"Έτσι τον φαντάζονταν οι παλιότεροι τον Άγιο Χαραλάμπη. Γέρο, με κάτασπρα γένια, καλοστεκούμενο. Στο χέρι του κρατούσε μια βέργα γερή, όχι για ν' ακουμπά μα για να κυνηγά την πανούκλα.
Κάθε βράδυ, τα ίδια. Την ώρα που νύχτωνε φανερωνόταν εκείνο το "ειδεχθές γύναιον" των γραφών, μια καμπουριασμένη γριά, κακάσκημη, με νύχια σουβλερά, με δόντια σουβλερά, με μάτια που σπίθιζαν. Κι αλλοίμονο στο σπιτικό που θα διάλεγε να χτυπήσει την πόρτα του! Σαν τα θερισμένα στάχυα έπεφταν οι άνθρωποι κι αφανίζονταν. Ρήμαζαν πόλεις και χωριά, δεν προλάβαιναν οι παπάδες να θάφτουν.
Άλλοι πάλι λέγανε πως η πανούκλα ήταν τυφλή. Γυρνούσε τους δρόμους, σκουντουφλούσε, σκόνταφτε εδώ κι εκεί, δεν ήξερε μήτε ποιον ακουμπούσε μήτε σε ποια πόρτα σταματούσε.
Είδαν κι απόειδαν οι άνθρωποι, γύρισαν τον κόσμο και γύρεψαν γιατρικά. Τίποτα! Μέχρι που ανακάλυψαν τον ψαρογένη τον Χαραλάμπη. "Διώκτης απηνής" της πανούκλας ο γέρος!
Από τα όψιμα χρόνια της Βενετιάς άρχισαν να χτίζουν εκκλησιές και εικονοστάσια στα χωριά και στις πόλεις. Διάλεγαν πάντα τόπους έβγορους, για να μπορεί να κοιτάζει τριγύρω, σε μονοπάτια και δρόμους, σαν τους καλούς βιγλάτορες που δεν αφήνουν τον οχτρό να πατήσει τους τόπους τους. Άλλοι διάλεγαν τις εμπασιές των χωριών κι έχτιζαν τις εκκλησιές λίγο πριν από τα πρώτα σπίτια. Για να μπροσταρεύει ο γέρο-Χαραλάμπης το κακό και να μην το αφήνει να διαβαίνει.
Κι αν δεν υπήρχαν δρόμοι, κι ήταν οι τόποι τους αποκομμένοι από τη στεριά, έχτιζαν τα εικονοστάσια στις θαλασσινές εμπασιές. Να, όπως έκαμαν οι Σφακιανοί που έφραξαν ένα θαλασσόσπηλιο και τον έκαμαν ναό του Άη Χαραλάμπη. Γιατί εκεί, στα αποκομμένα Σφακιά, η πανούκλα ερχόταν από τη θάλασσα. Με γαλέρες και άλλα πλεούμενα. Όπως έκαμαν κι οι Βενετσιάνοι του Χάνδακα. Που έχτισαν έναν περίλαμπρο ναό κοντά στο λιμάνι και τον αφιέρωσαν στο δικό τους Χαραλάμπη, τον Άη Ρόκκο, εκείνον διάλεξαν οι Καθολικοί για προστάτη τους από τη νόσο τη λοιμική. Λίγο μετά έχτισαν κι οι ορθόδοξοι της ίδιας πόλης ένα καινούργιο κλίτος στον Άη Μαθιό, εγκάρσιο μα πανέμορφο.

Κοίταζαν οι παλιοί την εικόνα του γέρο Χαραλάμπη και γαλήνευαν οι ψυχές τους. Γαλήνιο ήταν το βλέμμα του γέρου, καλοσυνάτο. Ήξεραν, όμως, πως εκείνος ο ήρεμος γέρος δεν καταλάγιαζε. Μόλις έβλεπε τον οχτρό του να κοντοσιμώνει, αντάριαζε κι αγρίευε. Ήταν τότε που κατέβαινε από τις εικόνες, άφηνε πίσω τους τα χρώματα και τις ψιμυθιές των ζγουράφων, έπαιρνε τους δρόμους κι αλλοίμονο στο θανατικό, κι αλλοίμονο στην Πανώγλα την πίβουλη! Όποιος έτυχε να τον δει εκείνες τις ώρες είχε να διηγάται για χρόνια. Ανέμιζαν τα μαλλιά και τα γένια του σαν τη θάλασσα την αφρισμένη, ανέμιζαν τα ράσα του, έτρεχε σαν τον άνεμο στα σοκάκια.
Κάθε χωριό είχε και τον Χαραλάμπη του! Κι αν δεν μπορούσαν να χτίσουν εκκλησιά, έβαζαν τους ζγουράφους κι έφτιαχναν εικόνες. Κάθε τέμπλο και μια εικόνα του Γέροντα. Τον ιστορούσαν όμορφο, καθισμένο σε θρόνο. Και στο ειλητάρι του έγραφαν λόγια σαν και τούτα που διάβασα κάποτε στο μοναστήρι του Πρέβελη, στην εικόνα του Άη Χαραλάμπη, βέβαια:
ΔΟΣ ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΗΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΤΟΙΣ ΕΧΟΥΣΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ
ΑΠΑΛΛΑΓΗΝ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ
Και για να 'ναι πιο σίγουροι οι ζγουράφοι του παλιού καιρού ιστορούσαν στην εικόνα το μέγα κατόρθωμα του Αγίου: Τον έβαζαν να τσαλαπατά μια δολερή μορφή, ένα "γύναιον πονηρόν", με νύχια μακριά, μαύρη σαν το κατράμι. Στέναζε η γριά κάτω από τα πόδια του αγαθού γέροντα, χτυπιόταν, μα δεν μπορούσε να φύγει. Όσο έμενε εκεί πατημένη, τόσο ησύχαζαν οι άνθρωποι. Το θανατικό δεν χτυπούσε τις πόρτες τους!
Νίκος Ψιλάκης, 10 του Φλεβάρη του 2016.
Χρόνια πολλά στους φίλους που γιορτάζουν, τους Χαραλάμπηδες!

* Στη φωτογραφία: Ο σπηλαιώδης ναός του Αγίου Χαραλάμπη στα Σφακιά."

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο.. (2)

Έγραφα εδώ ("εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο...") τρία χρόνια πριν, τέτοια μέρα...


Φέτος, λοιπόν, ο ήλιος χαμογέλασε στο σπιτικό του Άη Χαραλάμπη! Φέτος, δε χωρούσε δικαιολογία! Ο καιρός σαν να γαλήνεψε, το ενοχλητικό τσουρόβροχο σταμάτησε, η ατμόσφαιρα γλύκανε.. Και το μικρό ξωκλήσι ετοιμάστηκε, επιτέλους, να υποδεχτεί τις λιγοστές ανθρώπινες ανασαμιές που το είχαν ακόμη στη θύμισή τους.. Φτωχικά, όπως πάντα, στο τέλος του χειμώνα, με λιγοστά ανθάκια, τσουρουφλισμένα απ'τον αγέρα, να στολίζουν την εικόνα του.. Αλλά η θύρα του ανοιχτή, το χαμηλό κατώφλι χαμογελαστό, τα κεράκια στριμωγμένα να στραφταλίζουν τις σχεδόν ενωμένες φλόγες τους.. Ο άρτος, το κρασί, το λάδι και το στάρι εκεί, να ευλογηθούν, να μοιραστούν στο κοινό "συμπόσιο" των λιγοστών...


Ο Άγιος Χαράλαμπος, λοιπόν, με το μαρτυρικό θάνατο και το λαμπερό όνομα, σχετίζεται με πλήθος εθίμων οι ρίζες των οποίων φτάνουν στην αρχαιότητα.. Είχα αναφέρει, τότε, πως θεωρείται ο προστάτης της πανώλης (αλλά και, γενικότερα, των επιδημιών), που θέριζε κόσμο και κοσμάκη κάποιες εποχές.. Κατέγραφε ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):

" Κυρίως του αφιερώνουν, κάθε χρόνο ή κάθε 3 ή 4 χρόνια, μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι, που κατασκευάζεται, με ολότελα μαγικό τρόπο, από μονομερίτικο πανί. Γυναίκες και κορίτσια του χωριού μαζεύονται νύχτα σ'ένα σπίτι και εκεί ξεκουκκίζουν βαμβάκι, γνέθουν και υφαίνουν ' το πανί που με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται μονόμερα, με πολλές μαγικές διατυπώσεις, έχει εξαιρετική μαγική δύναμη. Όπως φαίνεται, με μονομερίτικο πανί κατασκευάστηκε κάποτε, σε καιρό επιδημίας, πουκάμισο, από το οποίο θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ύστερα το πέταξαν και μαζί πετάχτηκε και η ασθένεια και σώθηκε το χωριό. Από τότε θα παρέμεινε η συνήθεια ν'αφιερώνεται ένα τέτοιο πουκάμισο στον άγιο Χαράλαμπο, που θεωρείται διώκτης της Πανώλης."

Ο Νικόλαος Πολίτης, ο έτερος μεγάλος μας λαογράφος, αναφέρει σχετικά στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Γ'":



Και δε μπορώ, εδώ, να μην κάνω μια παρένθεση και να παραθέσω τούτη τη γλαφυρογραμμένη ναξιώτικη παράδοση που αναφέρεται στην παραπάνω υποσημείωση (Νικολάου Πολίτου, "Παραδόσεις") σχετικά με το μονομερήτικο πουκάμισο. Διαβάζεται σαν παραμύθι απ'τα παλιά...:




Κι επανερχόμαστε στον Άη Χαραλάμπη μας..

Ο Γεώργιος Μέγας αναφέρει ακόμη ότι ο άγιος τούτος "λατρεύεται από τους βοσκούς και γενικά τους κτηνοτρόφους" και πως στην Πυλία "τον άγιο Χαράλαμπο τον φυλάνε οι τσοπάνηδες για το φίδι", ενώ στο Κατσιδόνι της Κρήτης "τον λειτουργά όποιος τα ζώα του δεν επηγαίνουν καλά και τάσσεται να του τα θεραπεύσει".

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, έθιμο που σχετίζεται με τον άγιο Χαράλαμπο κι έχει τις ρίζες του βαθιά στην αρχαιότητα, είναι το πανηγύρι με τη δημοτική θυσία ταύρου στην αγία Παρασκευή της Λέσβου, κοινώς "το κουρμπάνι".. Κουρμπάνια γίνονταν με αφορμή την εορτή αρκετών αγίων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Θράκης, και η όλη διαδικασία δεν περιοριζόταν, σαφώς, στη σφαγή ενός ζώου, αλλά αποτελούσε θυσία την οποία ακολουθούσε κοινό συμπόσιο με συμμετοχή-κοινωνία όλης της κοινότητας. Το συγκεκριμένο έθιμο καταγράφει χαρακτηριστικά ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):



Τέλος, ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") μας πληροφορεί πως: "Οικογένειαι που είχον ανύπαντρα κορίτσια, επήγαιναν εις την Εκκλησίαν προσφοράς και ήναπτον "άσπρες λαμπάδες", δια να βοηθήση ο Άγιος να υπανδρευθούν εντός του έτους.".

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο..

Μετά από κείνη τη στροφή του δρόμου, στο δεξί μας χέρι, είναι χτισμένο το μικρό και ταπεινό σπιτικό του.. Διακριτικό, ντυμένο στα χρώματα της γης και της πέτρας, λιλιπούτειο και σχεδόν ξεχασμένο, ανάμεσα σε γέρικα πλατάνια και πυκνές φυλλωσιές, δεν το παρατηρούσε το μάτι του τυχαίου περαστικού. Ακόμη κι εκείνοι που γνώριζαν την ύπαρξή του, το αγνοούσαν πια, προσπερνούσαν αδιάφορα κι αφηρημένα, χωρίς καν να ρίξουν ένα βλέμμα χαιρετισμού..

Κάθε χρόνο, περίμενε υπομονετικά κι αδιαμαρτύρητα τη μέρα της γιορτής του. Τότε που θα βρίσκονταν δυο χέρια πρόθυμα να το σουλουπώσουν από τους πεσμένους σοβάδες και τις ακαθαρσίες από τα τρωκτικά, τότε που θα ζεσταίνονταν τα παγωμένα ντουβάρια του από ανθρώπων ανάσες, τότε που θα ξόρκιζαν τη μοναξιά του οι προσευχές, οι ψίθυροι και κάποια χαμηλόφωνα χαχανητά.

Κι όμως τα χρόνια περνούσαν και δεν ερχόταν η μέρα τούτη. Κι εκείνο απορούσε και συνέχιζε να περιμένει, αδιαμαρτύρητα κι υπομονετικά, μήπως το θυμηθούν την επόμενη χρονιά.Ποιός να του εξηγήσει πως η θύμηση έχει να κάνει με τη βροχή και το κρύο; Ποιός να του εξηγήσει ότι το γιορτάζανε σε άλλο, δανεικό σπιτικό; Πως το δικό του ήταν πολύ μικρό για να τους προστατεύσει από τη βροχή... πολύ κρύο για να τους ζεστάνει τα παγωμένα δάχτυλα... Εκείνο ζέσταινε μόνο ψυχές.. Αλλά, εκείνοι προτιμούσαν τα ζεσταμένα δάχτυλα.. Κι έτσι, κανείς πια δε θυμόταν να περάσει από κει, να σπρώξει τη βαριά ξύλινη πόρτα και να αφήσει απλά μια καλησπέρα...


Του Αγίου Χαραλάμπου σήμερα...

Σύμφωνα με το λαογράφο μας, Γ.Α.Μέγα, ο άγιος τούτος λατρεύεται από τους βοσκούς κι από τους κτηνοτρόφους, αλλά παράλληλα θεωρείται και προστάτης από την πανώλη. Στην Αγία Παρασκευή Λέσβου, γινόταν πανηγύρι που συνοδευόταν από τη δημοτική θυσία ταύρου (κουρμπάνι) και κατέληγε σε αγώνα ιπποδρομίας που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως "μαγεία" για το καλό των αλόγων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον και το απόσπασμα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγα) σχετικά με τις παραδόσεις που τον φέρουν ως άγιο "καταδιώκτη" της πανώλης: " Κυρίως του αφιερώνουν, κάθε χρόνο ή κάθε 3 ή 4 χρόνια, μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι, που κατασκευάζεται, με ολότελα μαγικό τρόπο, από μονομερίτικο πανί. Γυναίκες και κορίτσια του χωριού μαζεύονται νύχτα σ'ένα σπίτι και εκεί ξεκουκκίζουν βαμβάκι, γνέθουν και υφαίνουν ' το πανί που με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται μονόμερα, με πολλές μαγικές διατυπώσεις, έχει εξαιρετική μαγική δύναμη. Όπως φαίνεται, με μονομερίτικο πανί κατασκευάστηκε κάποτε, σε καιρό επιδημίας, πουκάμισο, από το οποίο θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ύστερα το πέταξαν και μαζί πετάχτηκε και η ασθένεια και σώθηκε το χωριό. Από τότε θα παρέμεινε η συνήθεια ν'αφιερώνεται ένα τέτοιο πουκάμισο στον άγιο Χαράλαμπο, που θεωρείται διώκτης της Πανώλης."