Ένα πασπάλι μοναχά... Ίσα να λευκοντυθεί το τοπίο, αχνά, μ'ένα αραχνοΰφαντο, εύθραυστο νυφικό κι οι νιφάδες σκόρπιες, ασύνταχτες, θαρρείς αποπροσανατολισμένες, να γυροφέρνουν φλερτάροντας με τις διαθέσεις του αγέρα. Έτσι ξημέρωσε χτές... Μετά από κείνα τα ποτάμια βροχής που ξεπλύναν τις σκόνες και τις αμαρτίες μας, μετά από κείνους τους τρελούς αγέρηδες που σκορπίσαν κλωνάρια και ξεχασμένα υπάρχοντα καταγής... Κι ακολούθησε μια παγωνιά που τό'φτιαξε κριτσανιστό να ραγίζει σε κάθε πάτημα στην πέτρα του καλντεριμιού. Δεν πήγα πουθενά... Μοναχά στο μπακάλικο.
Σήμερα μου κακοφάνηκε και ξεκίνησα να περπατώ προς τα ψηλά να το συναπαντήσω.
Αναζητώντας την ανάσα της κίνησης και καμιά ζωγραφιά να μου τραβήξει τη σκέψη και τη ματιά.
Όσο ανηφόριζα, το χιόνι πιο πυκνό στο τοπίο. Ξάφνου, έστριψα στο μονοπάτι, με πόθο ν'αντικρύσω το μικρό ξωκλήσι μου χιονοσκεπασμένο. Ο ήλιος ήδη μαλάκωνε το παγωμένο λευκό πέπλο κι ο σχιστόλιθος δάκρυζε στα κρυφά για όλα τα ανομολόγητα...
Έλυσα την πορτοκαλιά κορδέλα, έσκυψα να διαβώ και χαιρέτησα την εικόνα του. Πόσο γλυκός κι όμορφος μου φάνηκε εκεί. Λες και δεν την είχα ξαναδεί! Ποιός τον ζωγράφισε; Ποιός σκάλισε τόσο "παιδικά" το όνομά του; Πόσο παράξενο... σαν να ξανασυστηνόμαστε μετά από τόσα χρόνια...
Ένα μικρό μεταλλικό τάμα, πρασινισμένο από την υγρασία, πεσμένο παραδίπλα. Το σήκωσα. Ποιός ξέρει τί προσευχές έκρυβε φυλαγμένες;
Το βλέμμα μου καρφώθηκε στις χαρακιές της παλιάς ξύλινης πόρτας. Λες και καθρέφτιζε τις πληγές αιώνων. Σαρακοφαγωμένη εδώ κι εκεί να θυμίζει θαρρείς το σαράκι που μαραίνει τη γενιά μας...
Έριξα μια τελευταία ματιά στα βιαστικά -έτσι κι αλλιώς σήμερα βάδιζα λιγουλάκι σα μετέωρη κι υπνωτισμένη- και στράφηκα προς στην έξοδο. Ένα κατώφλι χαμηλό, ίσα με το μπόι ενός παιδιού, να σου σιγοψιθυρίζει πως στο κατώφλι του Θεού πλησιάζουν μοναχά οι ταπεινοί...










