Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Του Άη Γιαννιού η κουκόφαβα (2)


Του Άη Γιαννιού του Προδρόμου σήμερα, και χθες τον τιμήσαμε μ'εσπερινό και αρτοκλασία στο μικρό πανέμορφο ξωκλήσι του. Φυσικά, "διαβάστηκε" κι η παραδοσιακή κουκόφαβα που είχαν ετοιμάσει οληνυχτίς οι γυναίκες του χωριού για να μοιραστεί στον κόσμο. Θυμήθηκα τότε στο pathfinder μια από τις πρώτες εγγραφές που είχα κάνει για τα έθιμα του Άη Γιαννιού, για την παρασκευή της φάβας, αλλά και για την ιδιαίτερη ιδιότητα που του προσέδιδε ο λαός, εκείνη του θεραπευτή για όσους πάσχουν από θέρμη και πυρετό! Και τις "λυπήθηκα" όλες τούτες τις αναρτήσεις πού'χα κάνει χρόνια πριν στο παθ κι όταν έκλεισε και τις μετέφερα εδώ ψιλοχάθηκαν στη λήθη. (Αν και, μεταξύ μας, τις βλέπω συχνά αντεγραμμένες κάτα γράμμα σε άλλες ιστοσελίδες, χωρίς καμιά αναφορά πηγής...) Και μιας και την νοστάλγησα, για όποιον ενδιαφέρεται για του Άη Γιαννιού τις παραδόσεις, ο σύνδεσμος εκείνης της ανάρτησης του 2008 (την οποία, μάλιστα, την είχα μεταφέρει από τότε, κάνοντας κάποιες δοκιμές σε τούτη την πλατφόρμα), εδώ:


Χρόνια πολλά!

Υ.Γ. Εντελώς άσχετο: Να δω εγώ πως με το νέο blogger θα κάνω αναρτήσεις που ο υπολογιστής είναι "αρχαίος" και τα windows xp (οπότε και πάσχει στο θέμα ενημερώσεων) και δε μου εμφανίζει τίποτα στη σύνθεση κειμένου, ένα κενό ταμπλώ που όσο και να πληκτρολογείς παραμένει κενό... Έχει κανείς καμιά φαεινή ιδέα;

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Καλή Παναγιά!

"...Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα, «τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μού λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων  που δίνουν νόημα σε μια εποχή..."
(Τάσος Λειβαδίτης, "Ο αδελφός Ιησούς")


"Καταμπροστά στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί "της Παναγιάς τα Ράχτα". Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει τη χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγριοκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκιοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε τον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. [...] Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν κι ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούφες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκιοι τους κουνιούνται με την αναλαμπή στ'ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται...."

"Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!..."
(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Θεόφιλος)

"Το ξωκλήσι δεν είναι να πες τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ' αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεκτονική σ'όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια. Περνπούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο-Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγιάς τα ράχτα. Γλίτωσέ μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πριμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι'αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τ'όσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο. Έχει  ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. έχει ακόμα κι ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας...."

"...Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άνεμος της Παναγιάς")



"...Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πολέμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν'αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στροαγγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησιάς. Κοίταζε με έγνοια μέσα απ'το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελεαιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ'αμέτρητα άστρα. Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα-Λιάς..."

"... Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα, κανένας δεν την άκουσε.
Τα σκυλιά δεν γαβγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτησαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σα μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ’ τ’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Σήμερα φύτρωσαν στον κάμπο χρυσά κρινάκια, κι οι βοσκοί που τα βρήκαν γονάτισαν και προσευχήθηκαν.
Αλήθεια, ένας γέρος βρήκε το φως του, κι ένας παράλυτος περπάτησε, και τώρα μες στα μάτια τους, που ‘χαν κλάψει πολύ κι είχαν κοιτάξει κατάματα τη νύχτα, άνθησε μια μικρούλα μυγδαλιά.
Και το ίδιο βράδυ ο ύπνος τους γίνηκε μια φωλιά χελιδονιών χτισμένη στη μασκάλη της παλιάς καμπάνας..." 
(Γιάννης Ρίτσος, "Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού")

(Παναγιά Γοργόνα- Σκάλα Συκαμινιάς Λέσβου)

"... Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο.[...] Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί με΄σα είχε τα σύνεργά του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα.... Ήταν την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τού'διναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. [...] Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντσας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργά του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ'όνομά του, απόμεινε ακόμα ακόμα αυτή πάνω απ'όλα, μια παράξενη ζωγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον οίχο της μικρής εκκλησιάς. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη απ'τον αγέρα και τ'αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ'όλο τον κόσμο της Χριστιανοσύνης. Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε απ'τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχροινό, ψηλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνιο, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ'αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι όπως όλα τα κονίσματα. Μόνο που τα μάτια της είναι πράσινα και υπερφυσικά πλατιά. ¨ομως απ'τη μέση και πέρα είναι ψάρι με γαλάζια λέπια και στα χέρια της βαστά ένα καράβι από τη μια κι απ'την άλλη ένα τρικράνι σαν κι αυτό που κρατά στο χέρι ο αρχαίος θεός της θάλασσας, ο Ποσειδώνας, έτσι όπως τον ζουγραφίζουν στα κάδρα και στα βιβλία του σκολειού. Σαν πρωτόδαν τούτη τη ζουγραφιά οι ψαράδες κι οι χωριανοί στάθηκαν και τη θαμαζαν, ωστόσω καθόλου δεν τους παραξενοφάνηκε. Οι γυναίκες που ανέβηκαν να προσκυνήσουν, της έκαμαν τις μετάνοιες τους, τη θέμιασαν σαν όλα τα κονίσματα. Τό'πανε "η Παναγιά η Γοργόνα", και σήμερα έτσι το λένε, κι από τότες πήρε τ'όνομα κι η εκκλησιά και το πόρτο...."

"... Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.
Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της."
(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο»)

(Παναγιά Βρεφοκρατούσα- Αγιά Σοφιά)

"... Της Παναγιάς τα ράχτα βαστούν τη μάχη αφόντας στάθηκε ο κόσμος. Είναι γεμάτα από τις παλιές λαβωματιές, είναι σημαδεμένα από τις χτυπιές. Η πέτρα σφουγγάριασε από την άρμη, ο παραδαρμός του νερού γούφιασε τα βασανισμένα στερνά της. Τα κύματα βγαίνουν από τη θολούρα της καταχνιάς μουλωχτά, πυργώνουν ψηλά σα δράκοι, κατεβαίνουν με φοβερή τάξη τα πολεμικά τους φουσάτα. Όσο σιμώνουν τεντώνουν μπροστά φουσκωμένα στέρνα, παρδαλά σαν τις τίγρεσσας. Πίσω ανεμίζουν στον αγέρα αφρισμένη χήτη. Φρουμάζουν κι έρχονται ψυχωμένα από τιτανικήν οργή. Στο τέλος παίρνουν φόρα, αναπηδούν χουγιάζοντας, πέφτουν κατάστηθα πάνω στο βράχο της Παναγιάς. [...] Όλη την ώρα που βαστά η μπαλαισιά, της Παναγιάς τα ράχτα τρέμουν συθέμελα, ως τις σκοτεινές ρίζες τους. Μυστικές χορδές από σκληρό μέταλλο δονιούνται και ηχούν μέσα τους. Όμως δεν πισωπλατίζουν πατημασιά. Ο βράχος στηλώνει μέσα στα μαύρα βάθη τα πετρένια πόδια του, καπνίζει σύγκορμος από θυμό. [...] Όσο πιο βαριά τον δέρνει η ανεμική, τόσο πιο θεριακομένα πυργώνει τα στέρνα του κατά πάνω της. Ξέρει πως πίσω απ'τις φαρδιές πλάτες του διαφεντεύει του κόσμου τα ψαροκάικα, τις τράτες και τα λαφριά τρεχαντήρια. [...] Το δαιμόνιο της φουρτούνας ξαπολιέται ξεχαλίνωτο μέσα στην νύχτα, σφυρίζει με τα δάχτυλα από κάθε μεριά, πάνω στα άλμπουρα, μέσα στις καμινάδες. Καβαλικεύει και τη σιδερένια καμάρα που κρατά το καμπανάκι της Παναγιάς, κρεμιέται απ'το σιδερένιο γλωσσίδι κι αρχίζει να χτυπά άταχτα, να χτυπά ξεφρενιασμένα. Ακούν οι ψαράδες τ'άγριο καμπάνισμα μέσα στον ύπνο τους, τ'ακούν ως εκεί πάνω στο βουνό κι οι Μουριανοί. Ανοίγουν οι ναυτικοί κάτ'από το πάπλωμα ανήσυχο μάτι και βλαστημούν. Οι γυναίκες αφουγκράζουνται, σηκώνουνται χωρίς θόρυβο απ'το στρώμα. Τυλίγουνται, θεμιάζουν τα κονίσματα και σταυροκοπιούνται: "Η Παναγιά η Γοργόνα ν'αποσκεπάζει τον κόσμο."..."
(Στρατή Μυριβήλη, "Η Παναγιά η Γοργόνα")

(Φώτη Κόντογλου- Έκφρασις, τ.Β')


Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

τα σταφύλια της Αγια- Σωτήρας....

- Για πού το βάλατε, βόλτα;
- Πάμε στο ξωκλήσι του Σωτήρος...
- Α, ναι, είναι της Αγια-Σωτήρας...





Παραμονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, λοιπόν, κινήσαμε για το ξωκλήσι της "Αγια-Σωτήρας", όπως το λεν εδώ. Είναι ένα μικρό απομακρυσμένο απ'το χωριό ξωκλήσι, ριζωμένο κοντά στα χωράφια με τα μήλα, τρυπωμένο κάτω από τις καστανιές... Κι επειδή ο δρόμος παραμένει λίγο κακοτράχαλος κι αρκετοί αφήνουν τις "κούρσες" στη διασταύρωση για να συνεχίσουν καροτσάδα στ'αγροτικά, μου θύμισε κάτι ξεχασμένες εποχές που -καθώς τ'αυτοκίνητα λιγοστά- στριμωχνόμαστε με γέλια στις καρότσες για να πάμε στο πανηγύρι του γειτονικού χωριού...




Αναφέρει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") πως "κατά τα Ευαγγέλια ο Ιησούς προ του πάθους του μετεμορφώθη λαμπρώς ενώπιον των μαθητών του [...] και εις ανάμνησιν του θαύματος άγεται η εορτή της "Μεταμορφώσεως του Σωτήρος" εις τας 6 Αυγούστου. Πολλοί πιστεύουν ότι την νύκτα της παραμονής της μεταμορφώσεως ανοίγουν οι ουρανοί και αγρυπνούν, δια να ιδούν το άγιο φως, διότι τό'χουν "σε καλό". Επίσης, κατ'άλλην συνήθεια, προσκομίζονται στην εκκλησία από πιστών γεωργών εντός δίσκων "αι απαρχαί" των σταφυλών και σύκων, δηλαδή τα πρώτα σταφύλια και σύκα που έχουν μαζεύσει, και τοποθετούνται προ του εικονίσματος του Σωτήρος, αφού δε τα ευλογήσει ο ιερεύς και ευχηθή "πλουσίαν εσοδείαν" διανέμονται εις το εκκλησίασμα."




Οι απαρχές (από + αρχή),
λοιπόν, "η προσφορά και θυσία των πρώτων καρπών"(λεξικό Δ.Δημητράκου), έθιμο ελληνικό αρχαιότατο και προχριστιανικό, συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, με την προσφορά των πρώτων σταφυλιών, με την προσφορά του άρτου απ'το πρώτο στάρι... ακόμη κι αν δεν αφορά την προσωπική παραγωγή του κάθε πιστού γεωργού, ακόμη κι αν δε ζυμώνεται πάντα απ'τα χέρια της πιστής νοικοκυράς... πάντως εξακολουθεί ως ευχαριστήρια αλλά και ευχετήρια προσφορά του ανθρώπου στο Θεό...
Ιδού κι ένα απόσπασμα του Αριστοτέλους περί "απαρχών":



Σε απόδοση Σ.Μαγγίνα: "Αι παλαιαί δηλαδή θυσίαι και αι πανηγυρικαί εορταστικαί συγκεντρώσεις, αι οποίαι συνώδευον αυτάς, φαίνεται ότι εγίνοντο μετά τη συγκομιδή διαφόρων καρπών, όπως η προσφορά των πρώτων καρπών ("απαρχαί")' διότι κατ' αυτάς τας περιστάσεις εύρισκον την ευκαιρίαν να αναπαύωνται."
Εξ άλλου, μην ξεχνάμε ότι η άμπελος κι ο οίνος κατέχουν και κατείχαν μια ιδαίτερη θέση και στη χριστιανική και στην προχριστιανική θρησκεία μας. Η εκκλησία ευλογεί ιδιαιτέρως την στάφυλο που δίδει τον οίνο, τον οίνο της Θείας Μεταλήψεως (άρτος και οίνος, "σώμα" και "αίμα" του Χριστού), για αυτό κι ο παπάς μας πιστεύει πως τα σταφύλια της σημερινής προσφοράς πρέπει κανονικά νά'ναι κόκκινα κι όχι λευκά. Δεν ξέρω τι γίνεται στις μεγάλεις πόλεις, πάντως εμείς στα χωριά μας εξακολουθούμε να ευλογούμε τα πρώτα σταφύλια κι οι πιστοί σήμερα να παίρνουν μαζί με το αντίδωρο κι από λίγες 'υλογημένες ρώγες.



Γράφει ο Παναγιώτης Ι.Σκαλτσής, επίκουρος καθηγητής Α.Π.Θ. (http://proskynitis.blogspot.gr/2012/08/blog-post_8246.html), μεταξύ άλλων: "[...] Είναι σαφές, λοιπόν, οτι η Εκκλησία κατά παλαιά συνήθεια ευλογούσε πάντοτε τον τρύγο και τα σταφύλια, όπως άκριβως έκανε και με τις άλλες απαρχές και τα πρωτογεννήματα. Υπάρχει μάλιστα και κανόνας που επιβάλλει την ευλογία του σίτου και της σταφύλης, πριν αυτά αναλωθούν από τους πιστούς. Συνέχεια αυτής της παράδοσης είναι ακριβώς και η ευλογία των σταφυλιών κατά την 6η Αυγούστου, εορτή της Μεταμορφώσεως. Διασώζεται μάλιστα και ειδική ευχή, η οποία στα χειρογραφα μαρτυρείται από το 10ο αιώνα, με διάφορους τίτλους, όπως «Ευχή του σταφυλιού», «Ευχή εις μετάληψιν σταφυλης», «Ευχή επί σταφυλης και πάσης οπώρας», «Ευλογία αμπέλου και σταφυλης».[...]
Σε μεταγενέστερα χειρόγραφα μαρτυρείται και άλλη «Ευχή εις απαρχας σταφύλης και σύκων της στ' του Αυγούστου μηνός εν τη εορτή της Μεταμορφώσεως», η οποία αναφέρεται στην ευλογία μόνο της σταφύλης και με σαφή πάλι αναφορά στην πνευματική ελευθερία που εγγυώνται ο Χριστός και η ευχαριστιακή ζωή. Δεν είναι πάντως σαφές από πότε η ευλογία των σταφυλιών, αρχαία όντως παράδοση, συνδέθηκε με την εορτή της Μεταμορφώσεως. [...]
Η ευλογία των σταφυλιών κατά τη Μεταμόρφωση κατανοείται, επίσης, και μέσα απο τις θεολογικές, ανθρωπολογικές και κοσμολογικέες διαστάσεις της εορτής αυτής. Ο Κύριος[...] είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αλλά και ο κυρίαρχος των εσχάτων. Αύτος είναι η άμπελος «εν ουρανοίς μεν έχουσα την ρίζαν, επί γης δε τα κλήματα, άμπελος κλαδευομένη το σώμα, αλλ' ου την ρίζαν, άμπελος μετά τρίτην ημέραν του κλαδευθήναι βλαστάνουσα τον βότρυν της αναστάσεως». Είναι φυσικό, λοιπόν, με τη Μεταμόρφωση του Κυρίου να φωτίζεται και να δοξάζεται ολόκληρος ο κόσμος. [...] ο καρπός αυτός της αμπέλου μας δίδει το κρασί, που ο Χριστός ευλόγησε στην Κανά, για να τονίσει την εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά και μας το παρέδωσε στο Μυστικό Δείπνο ως το στοιχείο εκείνο, που μαζί με το Ψωμί, την ώρα της θείας Λειτουργίας αφθαρτοποιούνται χαρισματικά, μεταποιούμενα σε Κυριακό «σώμα και αίμα», θεία Ευχαριστία. Εκτός τούτων, η ευλογία των σταφυλιών τονίζει και την ανάγκη της συνεχούς πνευματικής καρποφορίας και μεταμορφωτικής πορείας του ανθρώπου, καθόσον «οι τω υψει των αρετών διαπρέψαντες, και της ενθέου δόξης αξιωθήσονται»."


Αναφέρει ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμανωρ): "Σε περιοχές των Χανίων η προσφορά των πρώτων σταφυλιών προσλαμβάνει ευρύτερες τελετουργικές προεκτάσεις. Στην Αγιά Κυδωνίας συνηθίζουν να πηγαίνουν τα σταφύλια αποβραδίς, να μένουν όλη τη νύχτα στο ναό και το πρωί να ευλογούνται και να μοιράζονται. Στον Κρουσώνα "την ημέρα του Χριστού πάμε απ'τα αμπέλια και κόβουμε σταφύλια και τα φέρνουμε στην εκκλησία μαζί με βασιλικούς και τα ευλογάει ο παπάς. Στο τέλος παίρνουμε αντίδωρο, ένα τσαμπί σταφύλι κι ένα βασιλικό. Τρως μερικές ρώγες και τ'άλλο το ρίχνεις στο βαρέλι για το καλό." (*Αικατερινίδης 2005:35). Σε όλο σχεδόν το Μαλεβίζι υπάρχει η συνήθεια να βάζουν το σταφύλι των απαρχών στα κρασοβάρελα. Το κρασί αποκτά την ευλογία της ίδιας της εκκλησίας.Ακόμη και σήμερα μπορεί να δει κανείς στην ευλογία των καρπών της αμπέλου τη διαδικασία και τις κινήσεις που απαιτούνται όταν δοκιμάζει κανείς το πρωτο φρούτο της συγκεκριμένης χρονιάς. Παίρνει το φρούτο με τα δάκτυλα του δεξιού χεριού, σηκώνει το χέρι ψηλά και το κατεβάζει ώστε να σχηματίζει ένα υποτυπώδη κύκλο στο κεφάλι προσπαθώντας να βάλει το φρούτο στο στόμα από την αριστερή πλευρά, από το αριστερό μέρος του στόματος. Κι αλίμονο σ'όποιον δε μπορέσει να το δοκιμάσει, σ'όποιον το χέρι του δε λυγίζει αρκετά ή για διάφορους λόγους δε μπορεί να το φάει. Το έχουν για κακό παρατήρημα..."

"Είναι μέρα χαρούμενη, γράφει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Τα καλοκαιρινά"), που επιτρέπει και τη διακοπή της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, με ψάρι και σκορδαλιά. [...] Από παρετυμολογία (αλλά και κυριολεξία) προς το Σωτήρα, ο λαός έφτιαξε τη λέξη "σωτηρεύω", δηλ. σώζω ή συντηρώ και, είτε εφαρμόζει πρακτικές θεραπευτικές ενέργειες (μαζεύει βότανα, εκκλησιάζει τους αρρώστους του), είτε φροντίζει να εξασφαλίσει τα ρούχα του για το χειμώνα που πλησιάζει:
"Του Σωτήρος, σωτήρευε τα ρούχα σου".
Από την ημέρα αυτή, που είναι και κάποιο προμήνυμα φθινοπώρου, παρατηρούν ότι φεύγουν οι αποδημιτικοί πελαργοί. Αργότερα θα φύγουν και τα χελιδόνια:
"Του Σωτήρος τα λελέκια, του Σταυρού τα χελιδόνια!"
Σημειώνουμε ότι και της Μεταμορφώσεως συνήθως οπι εκκλησιές και τα μοναστήρια χτίζονται σε ψηλώματα, γιατί η παρουσία του χριστού, την ημέρα αυτή, είναι ηλιακή."

Τέλος, ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), μας πληροφορεί πως "οι τσοπάνηδες θεωρούν την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ιδανική για τσοκάνισμα ή μουνούχισμα των ζωντανών. Παλιότερα, μάλιστα, το ξέταζαν. Για να βελάξει ζωντανό απ'το βάσανο αυτό στο μαντρί έπρεπε νά'ναι ανήμερα της γιορτής."

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

το μικρό ξωκλήσι στα μονοπάτια των Κενταύρων..

(για το Θοδωρή που τα διάβηκε κι ένιωσε την ανασαιμιά τους...) 


Στο βουνό των Κενταύρων.. στα μονοπάτια που διάβανε ο Χείρωνας κι ίσως ακόμα να τριγυρίζει στα κρυφά κι ο καλπασμός του να φανερώνεται σε κείνους που η ψυχή τους δεν ξέχασε ν'αφουγκράζεται την πλάση.. εκεί, λοιπόν, σε μια κρημνώδη και δύσβατη γωνιά, στέκει μοναχό το μικρούλι ξωκλήσι του Ταξιάρχη.. Λίγοι το γνωρίζουν, ελάχιστοι τολμούν να το επισκεφτούν.. αλλά, κάθε χρόνο, παραμονή της γιορτής του, κατά το σούρουπο της 5ης Σεπτεμβρίου, ξεκλειδώνει η μανταλωμένη θύρα του κι υποδέχεται εκείνους τους λιγοστούς που προσέρχονται να ζεστάνουν τα ραγισμένα ντουβάρια του μ'ένα κεράκι, να θαυμάσουν το μεγαλείο της απαράμιλλης φύσης, να καταθέσουν έναν ψίθυρο προσευχής.. 


Η παράδοση λέει, πως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ένα βράδυ, ίσως και τούτο της παρομονής του εορτασμού του Ταξιάρχη, ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος κι όλοι οι χωρικοί πεταχτήκαν στα παραθύρια τους! Τότε μια εκτυφλωτική λάμψη φάνηκε στους βράχους κι ήτανε λέει ο αρχάγγελος Μιχαήλ που, καβάλα στο άλογό του, με τη ρομφαία άνοιξε το στενό μονοπάτι στον ψηλό κατακόρυφο βράχο!


Όταν την άλλη μέρα πήγανε να δούνε τι συνέβη μες στην άγρια νύχτα, ανακαλύψανε την εικόνα του μες σ'ένα άνοιγμα στο βράχο.


Εκεί, λοιπόν, φτιάξανε ένα προσκυνητάρι κι αργότερα χτίστηκε το μικρό πέτρινο εκκλησάκι..


Ακόμη φαίνονται τα ίχνη από τα πέταλα του αλόγου του, πάνω στο πέτρινο κακοτράχαλο μονοπάτι.. ακόμα δείχνουν τις τρύπες απ'το μπαστούνι του που ανοίχτηκαν πάνω στο λίθινο στενό..


Κάτω από το ξωκλήσι του Ταξιάρχη είναι κρυμμένη κι η σπηλιά.. η σπηλιά του Κενταύρου.. η σπηλιά του Χείρωνα.. Στα μονοπάτια των Κενταύρων.. στα απόκρημνα βράχια τα ζωσμένα από την πλούσια βλάστηση του Πηλίου, περπατήσαμε χθες το απόγευμα για την εσπερινή αρτοκλασία, φορτωμένοι με άρτο, στάρι πολύσπορο, οίνο και ελαιόλαδο.. Σ'ένα τοπίο απόμερο κι ειδυλλιακό.. μαγικό θα'λεγα.. λίγα μέτρα πέρα από τις ράγες του Μουντζούρη και την περίφημη γέφυρα..


Κάποτε, μού'πε μια γυναίκα, από τις λίγες που δεν τά'χουνε σβήσει όλα από τη μνήμη, το τοπίο εκεί ήτανε πιο γυμνό, με πράσινο λιγοστό.. Λίγα πλατάνια μοναχά και τα αγριολούλουδα της άνοιξης να κεντάνε την πέτρα.. Έτσι το θυμότανε μικρή.. Κι έλεγε ο πατέρας της για μια χρονιά, πίσω στις αρχές του περασμένου αιώνα, το 1902, που ένα παιδί καθώς κρατούσε το στάρι στο ένα χέρι και στο άλλο το πρόσφορο, και στεκόταν δίπλα στο ξωκλήσι, δίπλα στο γκρεμό, το είδανε οι χωριανοί να πέφτει.. Το παιδί δε σκοτώθηκε.. Ύστερα από λίγα λεπτά, τό'δανε να ξανανεβαίνει την ανηφοριά, κρατώντας ακόμη στο χέρι το στάρι και το πρόσφορο..


Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Στο ξωκλήσι του Σωτήρος..



Προχωρώντας στον κακοτράχαλο χωματόδρομο, η πλούσια βλάστηση σκιάζει την ανάσα σου, το άγριο πράσινο δροσίζει το ηλιοκαμμένο κορμί.. Ύστερα τα χωράφια με τις μηλιές ' οι κιτρινοπράσινοι καρποί να βαραίνουν γλυκά τα κλαδιά τους αρχίζοντας σιγά-σιγά, στο ένα τους μόλις μάγουλο, να παίρνουν ροδιές αποχρώσεις, σαν εκείνα τα χλωμά ντροπαλά παιδιά που τα συγκίνησε κάποια απόκρυφη, σιωπηλή μελωδία.. Κρυμμένο κάτω απο καστανιές και πυκνά, αναμαλλιασμένα δέντρα, ταπεινό και απόμερο, φωλιάζει το μικρό ξωκλήσι του Σωτήρος.. Ντουβάρια πέτρινα, παλιακά και καιροφαγωμένα, προφυλαγμένα από τη ντόπια γκρίζα σχιστόπλακα, φιλοξενούν τούτο τον πανέμορφο φτωχικό ναό.



Μαζεύτηκε κόσμος πολύς απόψε για την αρτοκλασία. Τα αναμμένα κεριά σμίξανε ασφυκτικά στα μικρά στρογγυλεμένα μανουάλια, οι ψαλμωδίες κι οι προσευχές ζέσταναν την υγρή πέτρα της εκκλησιάς, ο περίβολος πλημμύρισε ανθρώπινες ανάσες.. Αύριο είναι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, και το ξεχασμένο ξωκλήσι καθαρίστηκε και ντύθηκε στα γιορτινά του, απλά και λιτά, όπως αρμόζει στη αυθεντική του ομορφιά...




Γράφει ο Γ.Α.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "Η πίστη ότι τη νύχτα της 5ης προς την 6η Αυγούστου ανοίγουν οι ουρανοί, κάνει πολλούς να αγρυπνούν, για να δουν το άγιο φως. Τό'χουν σε καλό. Συνηθίζουν εξάλλου στις 6 Αυγούστου να φέρνουν στην εκκλησία τα πρώτα σταφύλια για ευχολόγηση και να τα μοιράζουν στους εκκλησιαζόμενους. Την ημέρα αυτή προσφέρονται στο ναό του Σωτήρος και τα πρώτα ελαιόλαδα."

Υ.Γ.  Βλέπε και νεότερη ανάρτησηΤα σταφύλια της Αγια-Σωτήρας

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Η Θεοσκέπαστη

του Ηλία Βενέζη...

" [...] `Αξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!

Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".

`Ακουσαν τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν. "

Ηλίας Βενέζης


Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας (3)


του Θ. Πετσάλη-Διομήδη

(Βλέπε και:
Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας 1
Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας (2)
 )

Και για το Γιωτάκι, που μου ζήτησε κι άλλα αποσπάσματα...:

"Ξέρει να τους μιλάει βαθιά στην ψυχή ο πάτερ-Αγάπιος τα Σαββατόβραδα το καλοκαίρι. Μα ύστερα; Τις αποδέλοιπες τις μέρες; Όταν χτυπάει το σήμαντρο και δεν το ακούει κανείς; Το χειμώνα; Όταν τα χιόνια φέρνουν τη νέκρα στη γης και κανένας δε βολεί το Σαββατόβραδο ν'ανέβει;
Πάλι και τότες το χτυπάει, δίχως αναμελιά, το σήμαντρό του ο πάτερ-Αγάπιος, το ίδιο πάντα. Μα ο χτύπος σβήνει παρευτύς, θαρρείς και πάγωσε γλιστρώντας απάνω στα χιόνια. Για τούτο, το χειμώνα είναι ακόμα πιο μουντός, ακόμα πιο βαρύς ο χτύπος, αφού δε βρίσκει απόκριση σε κανενός την ψυχή."
[...]
"Με τα βούνευρα, με τα χαντζάρια, με τις βρισιές, οι γιαννίτσαροι αποδιώχνουνε τους Περαχωρίτες. Κανένας-δυό λαβωθήκανε τότες καθώς τους σπρώχνανε να κάνουν πέρα.
Ύστερα, εκεί που στεκόταν πάντοτε και κήρυχνε ο πάτερ-Νικόδημος κάτω από το κυπαρίσσι, δίχως να του λύσουνε τα χέρια, του περάσανε το βρόχο στο λαιμό. Εκείνος ήταν σοβαρός. Μόνο το μάτι του γυάλιζε αγριεμένο.
...
Την άλλη νύχτα, κρυφά, τρεις Περαχωρίτες και μια Περαχωρίτισσα, η Ρόδω η Γιούσουρη, ξεκρέμασαν το άγιο λείψανο, του πλύνανε το πρόσωπο και τα χέρια με ξύδι, το μύραναν και το θάψανε στη ρίζα του κυπαρισσιού, στα ίδια τα χώματα όπου ήταν θαμμένος τα παλιά τα χρόνια ο Γιαννάκης της Ζωής.
Από πάνω απ'το μνημούρι στήσανε ένα σταυρό σανιδένιο, και στο σταυρό χαράξανε το όνομα: "Πάτερ-Νικόδημος", απλά, γιατί το παρανόμι του κανένας δεν τό'μαθε ποτές. Και μια μερομηνία: 1667."
[...]
"Απάνω-κάτω εκείνο τον καιρό αρχίσαν οι Περαχωρίτες ν'ανεβαίνουν πιο συχνά στην Αγιά-Τριάδα. Το ξωκλήσι φύλαγε κάποιο μυστικό, μυστικό βγαλμένο απ'την ψυχή του τόπου. Λες κι όσοι παλιοί πεθάνανε ίσαμε τώρα, παππούληδες και παραπαππούδες, δεν πήγανε ολότελα στα χαμένα.
Πλανιέται εκεί μες στο ερημοκλήσι και γύρω-τριγύρω στον ίσκιο του κυπαρρισιού, κάτι σαν ένας αέρας, μιαν οσμή, ένας ανασασμός που σου μιλάει στην καρδιά, στα πιο βαθιά της καρδιάς, και σε δένει μαγικά με τον τόπο, με τις θύμησες, με τις προγονικές λαχτάρες, με τ'αγιάτρευτα βάσανα, με όλα εκείνα που σε στυλώνουνε ωσάν ρίζες, σε τούτο τον κόσμο.
Εκεί ολόγυρα και μέσα στο ξωκλήσι βρίσκουν οι Περαχωρίτες πιο αληθινά, πιο ζωντανά, τα μυστικά τα διανέματα των παλιών στους σημερνούς, και γι'αυτό οι σημερνοί φέρνουνε τα παιδιά τους, τους αυριανούς, τα βάζουνε να προσκυνήσουν.
Κανένας δεν εδιαλογίστηκε πολύ ξεκάθαρα το πως και το γιατί, μα ο ο πόνος ο τόσος γύρεψε ένα αντίδοτο κι η τυραννισμένη ψυχή του ραγιά, ανασκαλεύοντας για φως, στάθηκε τα περασμένα τα καλά και κρεμάστηκε από κείνα.
Έρχονται οι χωριανοί για το σεργιάνι συχνά-πυκνά, ανηφορίζοντας αγάλι-αγάλι ως το ξωκλήσι, κι αφού ασπαστούνε τα εικονίσματα, βγαίνουν στον καθάριο αέρα και κάθονται κατάχαμα στα θυμάρια, τα σκίνα, τις σμυρτιές, τις ρίγανες και τις κάπαρες.
Τούτο το ακούμπισμα στη γης χύνει μέσα στο αίμα τους σαν ένα μπάλσαμο και σα μια χαρά και σα μια δύναμη καινούρια.
-Να σου μένει το χώμα που πατάς, το χώμα που σε σηκώνει. Όσο σου μένει αυτό το καλό, θα βρεις που να στυλώσεις το κορμί σου, θα βαστιέται η ψυχή σου γερή.
Έτσι θαρρείς πως μιλάει κάποια απόκρυφη φωνή."


(Θ.Πετσάλης-Διομήδης, "Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας", εκδ.Εστίας)

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας (2)


του Θ.Πετσάλη-Διομήδη (αποσπάσματα)

(βλέπε και:
Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας (1)
και
Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας (3) )

"... Μήνες και βδομάδες καρτερούσαμε έτσι αναγώνια. Ώσπου πέρασε και του `Αι-Δημητριού. Περάσανε κι οι αποστερνές καλοκαιριές, κι ο κόσμος το συνήθισε, πως δε θά'ρθει ο Τούρκος. Σιγά-σιγά ξέχασε και να τους περιμένει κιόλα.

Κανένας δε μιλάει πια για τον Τούρκο. Κανένας δε χολοσκέι πια για το πάρσιμο της Πόλης. Όλοι κοιτάνε τώρα, πως θε να περάσει ετούτος ο κακός χειμώνας με τα ξεροβόρια και με τα χιόνια, που στοιβάζονται και σβήνουνε τον τόπο.

Έτσι που πλακώνει εδώ η βαρυχειμωνιά, αν δε συνάξουν οι περαχωρίτες από το καλοκαίρι θροφές και ξύλα για τη στια πεθαίνουνε της πείνας και του κρύου.

Νύχτες αξημέρωτες, μέρες δίχως φως, όλο βροχή και λάσπη. Περνάει σιγά, πολύ σιγά ο καιρός, γιατί είναι βαρύς, υγρός, κι είναι σα γέρος. Που να νοιαστεί ο κόσμος, για το τι γίνεται αλλού ή για το τι μπορεί να γίνει αύριο. Το παιδί ζητάει ψωμί κι η γριά στο παραγώνι θέλει κούτσουρα, να τα ρίξει στη φωτιά.

Κλεισμένοι οι χωριανοί μες στα χαμώγια, κλεισμένο το χωριό απ'τον άλλο κόσμο.

Πού να φανεί άνθρωπος από ξένον τόπο. Τα χιόνια στοιβάχτηκαν τρία ποδάρια αψηλά και στα βουνά χαθήκανε τα μονοπάτια. Πάει, απόμεινε στην ερημιά το Περαχώρι, βδομάδες και μήνες. Μηδέ κοτάει κανένας απ'το χωριό, να βγει λίγο παραέξω. Πες οι λύκοι που κατεβαίνουν πεινασμένοι απ'τις κορφές, πες οι ληστές που γδύνουνε όποιον λάχουνε μεσοστρατίς και του βουλούνε το μαχαίρι μεσόστηθα.

Αν δώσει κι έρθει κανένας στρατοκόπος πιο θαρρετός απ'τα γειτονοχώρια ή απ'το Καλονήσι με τη βάρκα, αψηφώντας το κύμα, κι αυτός ποτέ του δεν ξέρει τίποτα, τίποτα να το κοινολογήσει στο χωριό, γιατί κι αυτός κοιτάει, μόνο σκοπό το πως θα τα φέρει βόλτα να ζήσει τα παιδιά του, και γιατί κι αυτός από τόπο απομοναχεμένον ήρθε.

Αφού γιορτάσανε και του Χριστού έφτασε στο Περαχώρι περαστικός πραματευτής, αλλόκοτος άνθρωπος. Νέος ήτανε κι είχε γενιάδα, ψηλός ήτανε κι είχε στραβά κανιά. Μόλις εστάθηκε μπρος στου Λάζαρου του Μπούρα το καλύβι, στο έμπα του χωριού, έβαλε τις φωνές:

Βρε χωριανοί, το λησμονοβότανο γευτήκατε, για ήπιατε το νερό της Άρνας; Ακόμα δεν ετοιμαστήκατε, να τους καλοδεχτείτε τους άπιστους; Στο Αλυσοχώρι πλακώσαν τις προάλλες κάπου τριάντα μαχμούτηδες, και τώρα σαν πας εκεί, δε θα ματαδείς μηδέ Αλυσοχώρι, μηδέ Αλυσοχωρίτη!... Όλους τους ξεκάνανε κι απέ, για τα χαμώγια και τ'ανώγια, τα γκρεμίσανε, θαρρείς και σείστηκεν ο κόσμος. Πέτρες και πλίθες, χώματα, κεραμίδια, αποκαϊδια όλα και σκόνη.

Ωστόσο, οι Περαχωρίτες δεν τον πολυπιστέψανε, έτσι που μιλούσε σα τον λωλό. Κι όσο περνούσεν ο καιρός, τόσο το κάνανε παραμύθι, πως θέλ' έρθει καμιά φορά ο Τούρκος και στο Περαχώρι...."

(Θ.Πετσάλης-Διομήδης, "Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας", εκδ.Εστίας)

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας


του Θ.Πετσάλη-Διομήδη

"... Μια τέτοια νύχτα, κονταυγή, αφού έριξε το πρώτο χιόνι ώρες κι ώρες και σαβανώθηκε η γης όλη, στην Αγιά-Τριάδα απάνω, στο ξωκλήσι, στη ραχούλα, γίνηκε κατιτί παράξενο, που κανένας δεν το ξέρει ακόμα.

Απ'το πολύ το χιόνι, καθώς στοιβάχτηκε και βάραινε στα κεραμίδια, άκρη-άκρη τη στέγη, εκεί στο γείσωμα όπου είναι του κιρκινεζιού η φωλιά, λυγίσανε και σπάσανε, πολυκαιρισμένα και σαρακοφαγωμένα και σάπια, τα ξύλα κι ήρθανε κάτω καταγής ένα κομμάτι γείσο, με τα κεραμίδια και μ'ολάκερη τη φωλιά των κιρκινεζιών.

Δεν είχε χαράξει ακόμα, μόνο που το σκοτάδι ξάσπριζε λίγο, πες από τη λαμπεράδα του χιονιού, πες από το πρώτο μήνυμα της αυγούλας.

Ξάφνου, μες στη νεκροσιγαλιά, κατρακυλάει η φωλιά με τα κεραμίδια και τα σαπιόξυλα και, πέφτοντας, σκουντουφλάει απάνω στην καμπάνα. Η καμπάνα σαν να βαριαστέναξε, όχι λυπητερά, μήτε και χαρούμενα, μα έτσι νοσταλγικά, θαρρείς κι ήταν ο καημός, που τόσον καιρό την είχανε στερήσει τη λαλιά της.

Κυλίστηκε χάμω η φωλιά, μέσα στα χιόνια. Τα κιρκινέζια φέρνουνε βόλτες ολόγυρα μες στο θαμποσκόταδο κράζοντας. Κι ο αχός της χτυπημένης καμπάνας φτεροκόπησε και πέταξε κι αλάργεψε πέρα από τη ράχη, ως στον κάμπο κάτω, κι ως το Περαχώρι, και πιο πέρα ακόμα, σα φωνή, σαν πρόσκληση, σα χαίρε, κι ύστερα έσβησε γοργά, αλαφρότερη κι από πνοή.

Και κανένας δεν την άκουσε."

(Θ.Πετσάλης-Διομήδης, "Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας", εκδ.Εστίας)

[βλέπε και:

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο..

Μετά από κείνη τη στροφή του δρόμου, στο δεξί μας χέρι, είναι χτισμένο το μικρό και ταπεινό σπιτικό του.. Διακριτικό, ντυμένο στα χρώματα της γης και της πέτρας, λιλιπούτειο και σχεδόν ξεχασμένο, ανάμεσα σε γέρικα πλατάνια και πυκνές φυλλωσιές, δεν το παρατηρούσε το μάτι του τυχαίου περαστικού. Ακόμη κι εκείνοι που γνώριζαν την ύπαρξή του, το αγνοούσαν πια, προσπερνούσαν αδιάφορα κι αφηρημένα, χωρίς καν να ρίξουν ένα βλέμμα χαιρετισμού..

Κάθε χρόνο, περίμενε υπομονετικά κι αδιαμαρτύρητα τη μέρα της γιορτής του. Τότε που θα βρίσκονταν δυο χέρια πρόθυμα να το σουλουπώσουν από τους πεσμένους σοβάδες και τις ακαθαρσίες από τα τρωκτικά, τότε που θα ζεσταίνονταν τα παγωμένα ντουβάρια του από ανθρώπων ανάσες, τότε που θα ξόρκιζαν τη μοναξιά του οι προσευχές, οι ψίθυροι και κάποια χαμηλόφωνα χαχανητά.

Κι όμως τα χρόνια περνούσαν και δεν ερχόταν η μέρα τούτη. Κι εκείνο απορούσε και συνέχιζε να περιμένει, αδιαμαρτύρητα κι υπομονετικά, μήπως το θυμηθούν την επόμενη χρονιά.Ποιός να του εξηγήσει πως η θύμηση έχει να κάνει με τη βροχή και το κρύο; Ποιός να του εξηγήσει ότι το γιορτάζανε σε άλλο, δανεικό σπιτικό; Πως το δικό του ήταν πολύ μικρό για να τους προστατεύσει από τη βροχή... πολύ κρύο για να τους ζεστάνει τα παγωμένα δάχτυλα... Εκείνο ζέσταινε μόνο ψυχές.. Αλλά, εκείνοι προτιμούσαν τα ζεσταμένα δάχτυλα.. Κι έτσι, κανείς πια δε θυμόταν να περάσει από κει, να σπρώξει τη βαριά ξύλινη πόρτα και να αφήσει απλά μια καλησπέρα...


Του Αγίου Χαραλάμπου σήμερα...

Σύμφωνα με το λαογράφο μας, Γ.Α.Μέγα, ο άγιος τούτος λατρεύεται από τους βοσκούς κι από τους κτηνοτρόφους, αλλά παράλληλα θεωρείται και προστάτης από την πανώλη. Στην Αγία Παρασκευή Λέσβου, γινόταν πανηγύρι που συνοδευόταν από τη δημοτική θυσία ταύρου (κουρμπάνι) και κατέληγε σε αγώνα ιπποδρομίας που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως "μαγεία" για το καλό των αλόγων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον και το απόσπασμα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγα) σχετικά με τις παραδόσεις που τον φέρουν ως άγιο "καταδιώκτη" της πανώλης: " Κυρίως του αφιερώνουν, κάθε χρόνο ή κάθε 3 ή 4 χρόνια, μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι, που κατασκευάζεται, με ολότελα μαγικό τρόπο, από μονομερίτικο πανί. Γυναίκες και κορίτσια του χωριού μαζεύονται νύχτα σ'ένα σπίτι και εκεί ξεκουκκίζουν βαμβάκι, γνέθουν και υφαίνουν ' το πανί που με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται μονόμερα, με πολλές μαγικές διατυπώσεις, έχει εξαιρετική μαγική δύναμη. Όπως φαίνεται, με μονομερίτικο πανί κατασκευάστηκε κάποτε, σε καιρό επιδημίας, πουκάμισο, από το οποίο θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ύστερα το πέταξαν και μαζί πετάχτηκε και η ασθένεια και σώθηκε το χωριό. Από τότε θα παρέμεινε η συνήθεια ν'αφιερώνεται ένα τέτοιο πουκάμισο στον άγιο Χαράλαμπο, που θεωρείται διώκτης της Πανώλης."