Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρηγοράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρηγοράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο Γενάρης, οι Μοίρες και το κυνηγητό της Τύχης...

"Ένας πατέρα κεφαλή,

δώδεκα γιοι ποδάρια
και κάθε γιος στη ράχη του
έχει τριάντα κόρες.
Καθε βραδύ πεθαίνει η μια
ταχιά γεννιέται η άλλη..."

Νέα χρονιά, νέος μήνας...

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Ο Γενάρης είναι ο πιο ψυχρός και πιο βροχερός μήνας του Χειμώνα. Με το έμπα του, ξεσκίζει τα πέλαγα και σωριάζει στα βουνά αμέτρητα χιόνια. Τα κρύα του κρυσταλλώνουν τις λιθαρόβρυσες κι οι αγέρηδές του μουγκρίζουν στις στέγες των σπιτιών, σα λαβωμένα θηρία. Κανένας άλλος μήνας δεν θυμώνει τόσο πολύ όσο ο Γενάρης. Λες κι έχει προηγούμενα με τους ανθρώπους και τα ζωντανά της φύσης.
Το παγερό του χνώτο σε φτάνει, όπου κι αν βρίσκεσαι, και σε περονιάζει ως το κόκαλο. Οι άνθρωποι ντύνονται σαν τα κρεμμύδια και τις μακρές του βραδιές κάθονται ανάγυρα στα παραγώνια και σοφίζονται ένα σωρό παραμύθια κι ιστορίες. Κουβεντιάζουν ολάκερες ώρες και παίρνουν σβάρνα όλες τις πτυχές της ζωής. Και τί δε λένε! Αρχίζουν απ'τον πέρα μαχαλά και φτάνουν ως τον δώθε. Πώς να μεσιάσουν τούτες οι νύχτες! Γι'αυτό από μερικές θ'ακούσεις να λένε πως: "Οι γεναριάτικες νύχτες, για να περάσουν, θέλουν συντροφιά και κουβέντα."


Τσαρούχης, "Γενάρης"
Την πρώτη μέρα του Γενάρη οι άνθρωποι γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου και τον Άη-Βασίλη. Τον κατάκοπο κι ασπρομάλλη Γέροντα, που φέρνει, από μακριά, τα δώρα στα αθώα παιδιά και σκορπάει καινούρια όνειρα και νιόφαντες ελπίδες στις σκέψεις και στις καρδιές των μεγάλων ανθρώπων. Η αρχιμέρα αυτή τούτο το μήνα, με τη διπλή γιορτή, πανηγυρίζεται, απ' άκρη σ' άκρη, με ιδιαίτερη χαρά και σπάνια ξεφαντώματα.
Ο λαός μας την πρώτη μέρα του Γενάρη τη θέλει συννεφιασμένη και κρυερή "για να μην μπορέσει να λιάσει η αρκούδα τ'αρκουδόπουλά της", γιατί τό'χει σε κακό. Οι ξώμαχοί μας πιστεύουν πως άμα τα λιάσει, η χρονιά δε θα πάει καλά. Θα φέρει πολλά ανάποδα.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα με το θαμποχάραμα. [...]
Μόλις τελειώσουν το τραγούδισμα τα παιδιά, οι νοικοκυρές τα φιλεύουν νομίσματα και γλυκά κι εκείνα φεύγουν χαρούμενα γι' άλλα σπίτια και γι' άλλες γειτονιές.
Ιδιαίτερο χαρακτήρα γιορτασμού παίρνει η αλλαγή της χρονιάς, στα χειμαδιοκόνακα. Η Πρωτοχρονιά για τους τσελιγκάδες, γι' αυτούς τους ανθρώπους των βουνών μας, έχει μεγάλη σημασία και θεωρείται ξεχωριστή μέρα μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Απ' την παραμονή, κιολας, της αρχιμηνιάς αρχίζουν οι προετοιμασίες και τ'αναστατώματα στα τσελιγκάτα. [...]
Σύνταχα της Πρωτοχρονιάς, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγγαδίσια νερά γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουνε μέσα στο θαμποσκόταδο, χορεύοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ' τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε ' "θα μας πάει καλά η χρονιά και τα πράγματά μας θα προκόψουν".
Αν, όμως, τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. Πιστεύουν πως η χρονιά θά'ναι κακιά κι ανάποδη. Πως θα φέρει πολλά παιδέματα, κακοπάθειες και πεθαμούς.
Την αρχιχρονιά, αυτός που θά'ρθει στα κονάκια, εύχονται όλοι τους νά'χει καλό ποδαρικό. Πρωτομπαίνοντας δε μέσα στο καλύβι τους, πρεπει να πατήσει με το δεξί του πόδι, για το καλό του χρόνου. Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν, μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά. "Θηλ'κά", θα τ'ακούσεις απ'τον τσοπάνη.
Για τον ίδιο σκοπό, πάλι, ταϊζουν τα γιδοπρόβατά τους και φακή την ημέρα αυτή. Μ'όλα αυτά οι τσοπάνηδες πιστεύουν πως φέρνουν γούρι στα μαντριά τους κι αυγατίζουν τα κοπάδια τους.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς κι ο πιο ανάποδος μπιστικός μπαίνοντας στο μαντρί του, θα κάνει το σταυρό του και θα σιγοειπεί και μιαν ευχή: "Καλή χρονιά με το κοπάδι μου και μ'όλο το βιος μου". [...]"




Γράφει κι ο Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών") για "της τύχης το κυνηγητό":
""Ο λαός πλάθει μες στα όνειρά του κόσμους καλύτερους από τούτον τον πεζό, όπου ζει και βασανίζεται" (Γιάννης Βλαχογιάννης)
Πλάθει και ποθεί και κυνηγάει τους κόσμους αυτούς μ'όποιον τρόπο μπορέσει. Όσο κι αν βλέπει να περνούν τα χρόνια του "ίδια πάντα κι απαράλλαχτα", όσο κι αν αναγκάζεται να ομολογεί πως "κάθε πέρσι και καλύτερα", κρατάει πάντα τις ελπίδες του γερές για τα μελλοντικά και κυνηγάει το καλύτερο και περιμένει... [...]
Ο λαός -χρόνια τώρα με την παράδοση και τη λαχτάρα- έχει μάθει καλά τα τερτίπια του κυνηγητού της Τύχης, τα μυστικά για το κάλεσμα και τη φιλία της. Κι αν δεν το καταφέρει να τη φέρει κοντά του από μονάχη της, βάνει σ'ενέργεια άλλους τρόπους μαγικούς, που την κάνουν, λέει, θέλοντας και μη να του χαρίσει, έστω και για μια χρονιά, την ευτυχία. [...]

Πώς να περάσω Ανατολή, πώς να περάσω Δύση,
να πά' να βρω την Τύχη μου να με παρηγορήσει;
Σηκώνει τα παιδιά της απ'τα χαράματα η νοικοκυρά, τα πλένει, τα φρεσκαλλάζει, τα καμαρώνει παστρικά και ροδοκόκκινα' νά'ναι καλά, να ξυπνάνε έτσι χαρούμενα και γερά όλον τον χρόνο. Βάζει το γιο του ο πατέρας να δουλέψει από πρωί την τέχνη του, ν'ανοίξει ένα βιβλίο, να διαβάσει λίγο' να γίνει προκομμένος μέσα στη χρονιά, όχι τεμπέλης κι άπραγος δίχως γνώση. Ο κάθε νοικοκύρης σήμερα, έχει δεν έχει, θα βάλει όλα του τα δυνατά να τα βολέψει πλουσιοπάροχα, να φάνε τα παιδιά του και τα ζώα άφθονα κι αρχοντικά. Χαρούμενοι όλοι τους μπρος στα αγαθά τους, πρέπει να περάσουν τούτην την "χρονιάρα" μέρα ευχαριστημένοι. Δεν πρέπει να γκρινιάζουν, δεν πρέπει να πικραθούν, δεν πρέπει να πεινάσουν. Να μη μελετήσουν καν τις λέξεις τις κακές -φτώχεια, κρύο, φυλακή, ξυπολισιά, ψύλλοι, περονόσπορος, χτικιό, θανατικό- που όλον τον χρόνο τους βασανίζουν. Σήμερα, μελετάνε μόνο το καλό. Ποιός ξέρει! Μπορεί η Τύχη να ξεγελαστεί και να το πάρει απόφαση, πως μπήκε πια στο σπίτι τους η γειάκαι η καλοπέραση.[...]
-"Κι εσύ κορίτσι, που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιον άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά απ' τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Και σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψέ τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά, και στάσου εκεί, την ώρα τα μεσάνυχτα, και πες:
Ω Γενάρη, καλαντάρη, και καλά καλαντισμένε,
εκεί στις Άκριες που θα πας, κι εκεί που θα γυρίσεις
εκεί 'ναι οι Μοίρες των Μοιρών και η δική μου Μοίρα'
αν είναι πλούσια και καλή, πες της να'ρθεί να μ'εύρει,
αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να'ρθεί να μ'εύρει.
Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο, και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες."
Ο Ιανουάριος, ο πρώτος μήνας του έτους, οφείλει το όνομά του στη θεότητα των Ρωμαίων Ιανό.

"Διπρόσωπος θεός της Ιταλίας. Είναι ο θεός κάθε αρχής, και στις
ρωμαϊκές προσευχές αναφερόταν πρώτος [...] Δεύτερη ιδιότητα του Ιανού ήταν του φρουρού και του προστάτη των δημόσιων εσόδων και εξόδων. Για αυτό και τα ιερά του βρίσκονταν κοντά στις πύλες και σ'όλες τις διασταυρώσεις. [...] Το περίεργο είναι πως ο Ιανουάριος ήταν αρχικά ο ενδέκατος μήνας του ρωμαϊκού έτους και μόνο αργότερα έγινε ο πρώτος." (από το "Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Λάμψα)

Γράφει για το Γενάρη κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "...όνομα που έδωσαν στον Ιανουάριο προς τιμήν του θεού Janus, που ήτο θεός της ειρήνης και του πολέμου." Ο βασιλιάς Νουμάς (715-672π.Χ.) "προς τιμήν του Ιανού ανήγειρεν είς την αγοράν της Ρώμης ναόν, ο οποίος εσυμβόλιζε την αρχήν και το τέλος της βλαστήσεως και είχε τας πύλας του εν καιρώ μεν πολέμου ανοικτάς, εν καιρώ δε ειρήνης κλειστάς. Επί του ναού ο Νουμάς ετοποθέτησε και άγαλμα του θεού Ιανού, όπου παρίστατο διπρόσωπος, και το μεν ένα πρόσωπον έβλεπε προς Ανατολάς, το δ'άλλο προς Δυσμάς." Όσο για την αντιστοιχία του με το Αττικό ημερολόγιο, ο Ιανουάριος, πάνω-κάτω, αντιστοιχούσε με τον αρχαίο μήνα "Γαμηλιών" κατά τον οποίο γίνονταν και οι περισσότεροι γάμοι. Κι όσο για τις δημώδεις ονομασίες του ο Βρετάκος μας πληροφορεί πως λέγεται "Γενάρης, αλλά και εσφαλμένα Γεννάρης εκ παρετυμολογίας προς το "γέννα", Μεσοχείμωνος, Κρυαρίτης (επειδή κατ'αυτόν δυναμώνει το κρύο), Κλαδευτής (διότι είναι κατάλληλος δια την κλάδευσιν μήνας), Καλαντάρης ή Καλεντέρης, Τρανός, Μέγας μήνας ή Μεγαλομηνάς(κατ'αντίθεσιν προς τον Φεβρουάριον που λέγεται Μικρός ή Κουτσός)."


Ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες") μας δίνει κι άλλες λαϊκές ονομασίες του απ'την Κρήτη, όπως "Κατσουλομήνας, γιατί τότε οι γάτες οργιάζουν, Χειμωνιάρης, γιατί ο χειμώνας έχει μπει για τα καλά, Γεννολοήτης, γιατί τότε γεννοβολάνε τα κοπάδια". Σύμφωνα με τις ονομασίες αυτές, είναι κι οι περισσότερες παροιμίες που αφορούν το Γενάρη:
Γενάρη μήνα κλάδευγε, φεγγάρι μην ξετάζεις.
Το Γενάρη κόψε κλήμα και φεγγάρι μη γυρέψεις. 
Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θά'ν' τον Αλωνάρη.
Χιόνιασ' έβρεξε ο Γενάρης, ούλοι οι μύλοι μας αλέθουν.
Χειμωνιάτικη η Γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
Χαράς τα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βρεχούμενη, τ'αμπάρια γεμισμένα. 
Το Γενάρη το ζευγάρι, διάβολος θε να το πάρει.
(επειδή κατά το Γενάρη η αροτρίωση είναι παράκαιρη κι ανώφελη) 
Ο Γενάρης κι αν γεννά του καλοκαιριού μηνά.
Ο Γενάρης κι αν γεννάται, του Καλοκαιριού θυμάται.
(αφορούν τις Αλκυωνίδες μέρες) 
Κόψε ξύλο το Γενάρη και μην καρτερείς φεγγάρι.
Γενάρη, Καλαντάρη, τα κορίτσια σου πού τά'χεις στα θολόσταχτα κρυμμένα;
Ο λαγός και το περδίκι κι ο κακός ο νοικοκύρης τον Γενάρη χαίρονται. 
Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.
(για τη διατροφή) 
Όποιος θε να βαμβακώσει, το Γενάρη θε να οργώσει.
(ειδικά για το βαμβάκι) 
Αδελφέ Μιχάλη, τώρα το Γενάρη, οι δυο ένας γίνονται κι ο μοναχός κουβάρι.
(επειδή το ψύχος είναι δριμύ.)
Στσοι δεκαεφτά του Γεναριού, είν' κερά τ' Αγιαντωνιού. Τοτεσές κερά μαντόνα, είν' η φούρια του χειμώνα

Καλό μήνα, καλή χρονιά!

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια...

"Τ' Άι Προκόπη η δουλειά σου νά'ναι λιγοστή
αν θέλεις να προκόψεις
και
"Καρπός αλωνισμένος τ' Άι Προκόπη δεν προκόβγει!" 
λένε οι Κρητικοί, αλλά, όπως μας πληροφορεί ο Μ.Γρηγοράκης ("Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες"), "μπορεί τ' Άι Προκόπη να μην προκόβγουν οι δουλειές, προκόβγουν όμως τα κηπευτικά τη μέρα της γιορτής του, γιατί τα ευλογεί κι η σοδειά θα πάει καλά:
"Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια κι η Αγιά Μαρίνα σύκα
κι Αϊ Λιάς κόβγει σταφύλια με καλάθια και μαντήλια"" 
 
"κι ο Άϊ-Λιάς τα σταφυλάκια μες στα βεργοπανεράκια", όπως λεν στο Μεσολόγγι.) Από την άλλη, όμως, όπως προτρέπει κι η πρώτη παροιμία, "αντίθετα από τις αργίες των άλλων μικρογιορτών, σήμερα επιβάλλεται λιγοστή εργασία, για προκοπή της κάθε δουλειάς", καθώς "το όνομα του αγίου αυτού ο ελληνικός λαός το έχει συμβολικό για την προκοπή, όπως το έχει κι η Εκκλησία, που το επικαλείται στις ευχές του γάμου, για να ευλογήσει τους νεόνυμφους". (Δ.Λουκάτος, "Τα καλοκαιρινά"). Επιπλέον, "κι οι στείρες γυναίκες επικαλούνται τον άγιο για να τεκνοποιήσουν."
 
Του Αγίου Προκοπίου, λοιπόν, σήμερα... άντε και καλή προκοπή!

Υ.Γ. Μιας, όμως και αναφερθήκαμε στα αγγούρια και, μιας και σαφέστατα είναι η εποχή τους όπως προδίδει κι η λαϊκή παροιμία και, μιας και ακόμη και μεταφορικά θεωρώ ότι είναι επίκαιρα όσο ποτέ (βλέπε: "Τα βρήκαμε αγγούρια!" , "Εδώ είναι το αγγούρι!" κ.α. χειρότερα...), ε, ας αναφερθούμε λιγάκι σ'αυτό τον δροσερόν εποχιακό μας καρπό που αναπτύσσεται ταχύτητα, τόσο ώστε να λέμε "πότε φύτρωσε τ'αγγούρι, πότε μάκρυνε η ουρά του!".




Αγγούρι εκ του αγγούριον, υποκοριστικό του άγουρος εκ του αρχαίου άωρος (α στερητικό + ώρα). Ίσως γιατί τρώγεται άγουρο (πριν σποριάσει) και τραγανό, σε σχέση με το πρώτο ξαδερφάκι του το πεπόνι (εκ του πέπων = ώριμος), που το γευόμαστε ώριμο και μελωμένο.
Αποτελεί το καρπό του "πέπονος του ημέρου". Κολοκύθια, αγγούρια, πεπόνια, μια οικογένεια εξάλλου. Μας πληροφορεί σχετικά ο Π.Γ. Γεννάδιος στο πολύτιμο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του, πως "Μετά τον Θεόφραστον [372-287/5 π.Χ.] το όνομα Σίκυος πέπων ή απλώς Πέπων επικράτησε δια το" κοινό πεπόνι, ενώ "Σίκυος ή Σικύς ελέγετο ο τότε ή και προγενεστέρως εισαχθείς ανά τας ελληνικάς χώρας ήμερος Πέπων, ήτοι η κοινή Αγγουριά", της οποίας, μάλιστα ο καρπός το αγγούρι, λέγεται και "τρυφερό (εν Ευβοία), τροφαντό (εν Κύπρω) και αμελέτητο ενιαχού".




Αρκετά σχετικά με το αγγούρι και δη των αρχαιοτέρων χρόνων, μας αναφέρει κι ο Αθήναιος στους περίφημους "Δειπνοσοφιστές" (Γ4,5) του:







Ας κλείσουμε, όμως εδώ, με μια ακόμη σχετική και σοφή λαϊκή παροιμία:

"Μη χορεύεις φούρια-φούρια κι ο χορός δεν είν' αγγούρια!"

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Της Αγίας Κυριακής οι παραδόσεις..

Παραμονή της Αγίας Κυριακής (7 Ιουλίου) σήμερα κι όλο και κάπου θα γίνεται κανένα πανηγυράκι απόψε...

"Γιορτή γνωστή σ'όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα στον Πόντο και στη Θράκη, όπου από τ'όνομά της ονόμαζαν τον Ιούλιο "Άι-Κεριακίτη". Μικρά ξωκκλήσια (πολλά παραθαλάσσια) είναι αφιερωμένα στο όνομά της, παντού. Ακρογιαλιές και λιμανάκια λέγονται "Αγία Κυριακή".[...] Η μέρα της πέφτει στις πιο δυνατές ζέστες." Για αυτό και στον Πόντο συνηθίζουν να λένε "Τ'αγίας Κερεκής τ'άψιμον". (Δημήτρης Λουκάτος,"Τα καλοκαιρινά")
Θεόφιλος

Όπως και αρκετοί ακόμη άγιοι του Ιούλη (Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Παντελεήμων, Αγία Παρασκευή), είναι κι αυτή θεραπεύτρια. "Μικρή, μα μεγάλη η χάρη της, λέει ο Κρητικός λαός, γιατί η αγία είναι θεραπεύτρια και μάλιστα θεραπεύει αδιακρίτωςανθρώπους και ζώα." (Μιχάλης Γρηγοράκης, "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες).

Θεόφιλος

"Προσέχουν πολύ τη μικρογιορτή αυτή οι χωρικοί, για τη συγκομιδή τους. Θα τιμωρηθούν, αν θερίσουν ή αλωνίσουνσήμερα (παλιότερα κι αν δεν πήγαιναν στην εκκλησιά). Ακόμη δεν κάνει ούτε να ζυμώσουν, ούτε να πρωτοψήσουνψωμί.", μας πληροφορεί ο Δημήτρης Λουκάτος.

Θεόφιλος

Και συμπληρώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "εις την Λήμνον δεν αλωνίζουν και δεν ζυμώνουν, διότι "γίνεται μαύρο το ψωμί", εις δε την Ηλείαν, επειδή φοβούνται μη πάθουν κακόν τι, δεν εργάζονται και αι γυναίκες αποφεύγουν να γνέθουν και να υφαίνουν." Αλλά κι οι ξωμάχοι μας προσέχουν τούτη τη μέρα. "Και τις τρεις αυτές γιορτές (Παναγιάς των Βλαχερνών, Αγίας Κυριακής, Αγίας Μαρίνας), που έρχονται με το έμπα του Ιουλίου, οι ξωμάχοι τις φυλάνε κι έχουν δημιουργήσει γύρω από αυτές ένα σωρό μολογήματα." (Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")


Θεόφιλος

Τα πανηγύρια πολλά τούτη τη μέρα στα χωριά μας, ακόμη και σήμερα. Όπως πολλές κι οι εκκλησιές στο όνομά της, πολλές κι οι σχετικές παραδόσεις. Ας κλείσουμε με μια "παραμυθιακή" που διέσωσε ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης ("Παραδόσεις"):

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Κουτσοφλέβαρος: αστοχιάρης κι αποσπόρι του χειμώνα.. (λαογραφικά και αρχαιότερα)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γριά τσοπάνισσα.. Τούτη η γριά είχε απηυδήσει από το κρύο και την παγωνιά του χειμώνα, απ'τις λασπούρες και τις ασταμάτητες βροχές και, μόλις είδε πως επιτέλους ο Μάρτης ο γδάρτης κι ο παλουκοκάφτης έδινε τη θέση του στον ξανθό Απρίλη -μιλάμε για την τελευταία, δηλαδή, μέρα του Μαρτίου- και πως δεν είχε πλέον τίποτα να φοβηθεί από τη βαρυχειμωνιά, του φωνάζει περιχαρής "Πρίτσι, Μάρτη μου, τα ξεχείμασα τα προβατάκια μου!". Ο Μάρτης, λοιπόν, προσβλήθηκε βαρύτατα, (του έθιξε -ένα πράγμα- τον εγωισμό), οργίστηκε με την περιφρονητική της φράση κι έτσι δανείσθηκε μια μέρα από τον αδελφό του το Φεβρουάριο κι έριξε τόσο χιόνι κι έκανε τόση παγωνιά που "η γριά, αν και εκρύβη κάτω από το κακκάβι (καζάνι) της, δια να μην ξεπαγιάση, απελιθώθη, ως και το ποίμνιόν της"! Κι έτσι, μας απέμεινε ο Φλεβάρης κουτσός, με μια μέρα λιγότερη... (την ιστορία καταγράφει και ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")



Τούτα λέει η λαϊκή παράδοση.. Όμως, η πραγματικότητα θεωρείται η εξής (διαλέγετε και παίρνετε!!):
Ο πρώτος βασιλιάς της Ρώμης, ο Ρωμύλος, καθόρισε το παλαιότατο ρωμαϊκό ημερολόγιο, το οποίο είχε δέκα μήνες και ξεκινούσε απ'τον Μάρτιο. Το ημερολόγιο ήταν σεληνιακό.
Ο διάδοχός του, ο Νουμάς, μαζί με άλλες μεταρρυθμίσεις, προσέθεσε στο τέλος του έτους τον Ιανουάριο και το Φλεβάρη.
Κατά κάποιες πηγές ο ίδιος ο Νουμάς, κατά άλλες οι άρχοντες της Ρώμης το 153π.Χ. μετέθεσαν τους δυό αυτούς μήνες στην αρχή του έτους κι έτσι ο Φεβρουάριος βρέθηκε δεύτερος μεταξύ Γενάρη και Μάρτη, αλλά το θρησκευτικό έτος εξακολουθούσε να ξεκινά την πρώτη Μαρτίου.
Το 46π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ καθιέρωσε το λεγόμενο "ιουλιανό ημερολόγιο", έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, που προσδιορίζει το ηλιακό έτος σε 365,25 ημέρες. Με το ημερολόγιο αυτό δημιουργήθηκε το δίσεκτο έτος των 366 ημερών. Τότε είναι που αφαιρέθηκε και μια μέρα απ'τον καημένο το Φλεβάρη για να την προσθέσουνε στον Αύγουστο, τιμής ένεκεν, προς χάρη του αυτοκράτορα Οκταβιανού που πήρε τον τίτλο του Αυγούστου και έδωσε και το όνομά του στο μήνα τούτο. (Μιας και δε γινόταν ο Ιούλιος, προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, να έχει 31 ημέρες και ο Αύγουστος, προς τιμήν του Οκταβιανού Αυγούστου, λιγότερες!).
Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν, κατά προτίμηση!.. Για τη γριά ή για τον Αυτοκράτορα! :)
Τώρα, δεν τού'φτανε του καημένου του Φλεβάρη πού'μεινε κουτσός, αρχίσανε να τον λένε και γκαντέμη.
"Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς!"
Θα μου πεις, δεν είχαν κι άδικο.. Όλοι οι υπόλοιποι μήνες νά'χουν από 30 μέρες κι οι πιο μάγκες νά'χουν αρπάξει και μια τριακοστή πρώτη, και τούτος ο κακόμοιρος να του λείπε όχι μόνο μια, αλλά και την εικοστή ενάτη του να τη χαίρεται μόνο κάθε τέσσερα χρόνια!
Δίσεκτος, λοιπόν, ο Κουτσοφλέβαρος και μονάχα κάθε τέσσερα χρόνια να κατορθώνει να χτυπήσει, έστω, το 29.. αλλά ο λαός, να μην τον αφήσει να χαρεί για αυτή τη μέρα! Όχι, ούτε γάμοι, ούτε χαρές τα δίσεκτα έτη.Κι όχι μόνο τούτο, κατέληξε δίσεκτος να σημαίνει "χρονική περίοδος δυστυχίας"!
"Κι αν έρθουν χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι..." , λέει το δημοτικό μας άσμα..
Έχετε αναρωτηθεί γιατί άραγε δόθηκε η ονομασία "δίσεκτος" (δις+έξι); Μας εξηγεί ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):




Ο Φεβρουάριος ονομάστηκε έτσι από το λατινικό februo= εξιλεώνω, εξαγνίζω επειδή, όπως σημειώνει ο Δ.Λουκάτος, "ήταν ο τελευταίος του ρωμαϊκού έτους και επομένως "διαβατήριος" και αποκαθαρτικός" και, όπως καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος, "ήτο αφιερωμένος εις τον εν τω Άδη θεόν των νεκρών Φέβρον, εγένετο μήνας πένθους (φέβερ) και εώρταζον κατ'αυτόν τα Febroualia, που ήσαν εξιλαστήριος θρησκευτική εορτή υπέρ των νεκρών και επέμποντο δεήσεις υπέρ των ασθενών. Κατά την εορτήν αυτήν, επειδή ο Φεβρουάριος ήτο τότε ο δωδέκατος μήνας του έτους εις το ρωμαϊκόν ημερολόγιον, συνηθίζετο να εξιλεώνονται αι αμαρτίαι των, δια να εισέλθουν καθαροί εις τον νέον έτος, που ήρχιζεν την 1ην Μαρτίου."
Η Άννα Τζιροπούλου ( "Έλλην Λόγος") αναφέρει ότι το λατινικό febris προέρχεται, με τη σειρά του, από το αρχαιοελληνικό θιβρός (=θερμός), καθώς "Ετελούντο εορταί και προσέφερον εις τους θεούς "θερμόν άλας": θιβρός (=θερμός)---> λατιν. febris με συνήθη εναλλαγή του θ εις φ."
Καθώς και στην αρχαία Ελλάδα την αντίστοιχη εποχή (αττικός μήνας Ανθεστηριών) γιόρταζαν τα Ανθεστήρια (πιθοίγια, χοές, χύτροι κι υδροφόρια), διονυσιακή εορτή με θυσίες στο Διόνυσο και τον Χθόνιο Ερμή, γιορτή των άνθεων και του οίνου, αλλά παράλληλα αφιερωμένη και στις ψυχές των νεκρών. (βλέπε και: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..και Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..)
Όπως αναφέρει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"[...] όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών [...]"
Ο Φλεβάρης, λοιπόν, κουτσός, ψιλογρουσούζης κι αφιερωμένος στις ψυχές των νεκρών... όμως, ουσιαστικά, και μήνας καθαρτήριος.. Ο λαός μας των παρετυμολόγησε (όχι τυχαία, όπως σημειώνει κι ο Δ.Λουκάτος) "από τις βροχές και τα πολλά νερά του κι είπαμε "λαϊκά" Φλεβάρης, επειδή ανοίγει τις φλέβες του και γεμίζει τον κόσμο νερά." ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης").




Με το έμπα του Φλεβάρη γιορτάζουμε τα "Σιμόγιορτα" (βλ. Ο `Αγιος Τρύφωνας των αμπελιών, Υπαπαντή, "Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει" και νεότερα: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)), τον Άγιο Βλάσιο (Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..) και τον Άγιο Χαράλαμπο (βλ. εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο.., εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο.. (2) και Ο Άγιος Χαράλαμπος που κυνηγούσε τον Χάρο...) και ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ανοίγει το Τριώδιο (βλ. Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..) και καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..).

Αυτός είναι, λοιπόν, ο Φεβρουάριος ή Φλεβάρης ή "Χλεβάρης" (Μάνη) ή "Στερεωτής" (Μάνη) (διότι ριζώνουν και στερεώνονται κατ'αυτόν τα σπαρτά) ή "Κλαδευτής" (λόγω του κλαδέματος), "Μικρός", "Κουτσός", "Κουτσοφλέβαρος", "Κούτσουρος", "Κούτσουλος" (Κύπρος), "Λειψομήνας","Μικρομήνας", "Λησμονιάρης" (διότι αν αρχίσει να βρέχει, αστοχάει να σταματήσει), "Μισερός", "Κούντουρος", "Μιτσός Μήνας", "Χορευτής" (λόγω της Αποκριάς), Μεθυσμένος (λόγω άστατου καιρού) ή "Φλεγάρης" (διότι ανοίγουν οι φλέγες (φλέβες) του νερού), ακόμα και "Αστοχιάρης κι αποσπόρι του Χειμώνα", όπως άκουσε ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") από έναν γέρο ζευγά απ'τη Μάνδρα της Αιτωλίας, καθώς "Το "Αστοχιάρης βγαίνει απ'ότι αστοχάει να κρατήσει όταν βρέχει, το δε "αποσπόρι" επειδή είναι ο τελευταίος και μικρότερος σε μέρες μήνας του χειμώνα".

"Σού'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις!"
"Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό!"
"Όξω Κουτσοφλέβαρε, νά'ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια!"
"Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει!
Κι αν του δώσει και καιώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει!"
και, "Ο Κουτσός έβαλε τη γρα στο χαράκωμα!", επειδή, όπως μας πληροφορεί ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες"),: "Υπάρχει σχετικός μύθος που μας λέει πως μια γριά για να αποφύγει τη γερή χιονιά του Φλεβάρη, κουκουλώθηκε με το τέτζερι, με αποτέλεσμα βέβαια να πεθάνει.". Ναι, ναι στην καημένη τη γριά που πήγε να ειρωνευτεί το Μάρτη αναφέρεται... (πάντως, με τη γριά ξεκινήσαμε, με τη γριά τελειώσαμε!...)

(σημ.: Οι ονομασίες κι οι παροιμίες, από τα: Φ.Βρετάκου "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των", Μ.Γρηγοράκη "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες", Β.Λαμνάτου "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας".)

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Ο Νοέμβρης σαν θα έρθει τα γομάρια μέσα κλείνει!

Αν κι η παροιμία τούτη, μου έφερε άλλους συνειρμούς στο νου, τόσο που, ασυνείδητα, ευχήθηκα με ανακούφιση "αμήν και πότε!" (πόσα "γομάρια" θά'πρεπε να "κλείσει μέσα"...), ουσιαστικά αναφέρεται στις καιρικές συνθήκες (κι όχι στις πολιτικοκοινωνικοεθνικές και σχετικές..), αλλά -τέλος πάντων- από όποια πλευρά και να το δεις καλό είναι, φτάνει να μπορείς ακόμη να βλέπεις γύηρω σου και ν'ακούς, να μην έχει στραβωθεί ολότελα κι έχεις το βλέμμα μοναχά εκεί που κάποιοι έντεχνα σ'το στρέφουν, σαν ταλαίπωρο άλογο με χαλινό και παρωπίδες που στα γεράματά του, με τα πόδια πρησμένα και την ψυχή θλιμμένη, ανέλαβε να κάνει βόλτες στο τετράγωνο χαζοχαρούμενους τουρίστες... Επανερχόμαστε στον καιρό και στον Νοέμβρη, λοιπόν, γιατί αν εστιάσω τώρα στα λογής-λογής "γομάρια" της εποχής θα χειμωνιάσει το σκηνικό πολύ απότομα..
Ο Νοέμβρης σαν θα έρθει τα γουμάρια μέσα κλείνει!
Τον Οκτώβρη τα κουδούνια, τον Νοέμβρη παραμύθια.
Όταν έρθει ο Νοέμβρης σιγομπαίνει κι ο χειμώνας.
Όποιος σπέρνει τον Νοέμβρη ούτε σπόρο δε θα πάρει.
Τον Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
Νοέμβρη οργώματα κι ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
Ο Νοέμβρης κι αν βροντά, το κρασάκι νά'ν' καλά!
Γράφει ο λαογράφος των βοσκών και της αγροτιάς:
"Με τον Νοέμβρη μπαίνουμε πια επίσημα στην αρχή του Χειμώνα. Το φτάσιμό του αλλάζει τη συμπεριφορά του καιρού, προμηνάει στη γύρω φύση τον ερχομό τ'ασπρομάλλη γέροντα και ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας.[...]
"Ο Νοέμβρης έκλεισε τα ζευγάρια στον στάβλο κι ούτε τσοπάνης στα βουνά κι ούτε ζευγάς στον κάμπο" λέει ο λαός μας για να μπορέσει έτσι, μ'αυτά τα λόγια, να δώσει μια πλήρη εικόνα καιρικής συμπεριφοράς του Νοέμβρη κι έναν ιδιαίτερο χαρακτηρισμό στον προάγγελο του Χειμώνα." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")



Μας θυμίζει ο λαογράφος μας Φίλιππος Βρετάκος:
"Εις το Αττικόν ημερολόγιον, που κατείχε την πέμπτην θέσιν, ελέγετο "Μαιμακτηριών" (15 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου), διότι ετελούντο κατ'αυτόν τα "Μαιμακτήρια", που ήσαν εορτή εις τιμήν του Διός Μαιμάκτου, δηλ. του θεού των ανέμων και των καταιγίδων, επειδή ήρχιζαν τότε αι πρώται χειμωνιάτικαι κακοκαιρίαι, με σκοπόν να τον κατευνάσουν δια δεήσεων. Προς τούτο οι Αθηναίοι, φέροντες πέπλον εχόρευον εις το θέατρον της πόλεώς των μετημφιεσμένοι εις Βάκχας, Νύμφας, Ώρας και εδέοντο εις τον Μαιμάκτην Δία, που εσυμβόλιζε την ταραχώδη και ευμετάβλητον αυτήν εποχήν του έτους, να είναι προς αυτούς ήπιος και μαλακός και όχι σκληρός.



Εις τον λαόν είναι γνωστός με τα δημώδη ονόματα: Νοέμβρης, Βροχάρης (διότι αι βροχαί είναι συχναί κατ'αυτόν), Σποράς ή Σπορίτης (διότι γίνεται εις τους αγρούς η σπορά των σιτηρών), Μεσοσπορίτης (διότι μέχρι της 21ης Νοεμβρίου πρέπει να έχει σπαρή η ημίσεια τουλάχιστον σπορά), Σκιγιάτης (ίσως διότι από αυτόν αρχίζουν αι πρώται μεγάλαι νύκτες του χειμώνος, επαυξάνεται το σκότος και η γη σκιάζεται περισσότερον από ό,τι κατά τους άλλους του έτους μήνας), Αϊστράτηγος (διότι έγεται κατ'αυτόν η γιορτή των Ταξιαρχών), Κρασομηνάς (Σουφλί, διότι πίνεται κατ'αυτόν το νέο κρασί), Μπρουμάρης (διότι οι αγροί κατά τας πρωινάς ώρας καλύπτονται υπό πάχνης).... (Φιλιππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριότεραι εορταί των")



Και συμπληρώνει ο Βασίλης Λαμνάτος:
"Θα τον ακούσεις: Σποριά (απ'τη σπορά), Αγιαντριά (απ'τη γιορτή του Αγίου Αντρέα), Ταξιάρχη (απ'τη γιορτή των Ταξιαρχών), Παχνιστή (γιατί απ'το μήνα αυτό τα ζωντανά μπαίνουν στους αχερώνες και τρώνε την τροφή τους στο παχνί ή κατ'άλλους απ'αυτό τον μήνα πέφτουν οι πρώτες πάχνες. Ως πιο ορθό θεωρούμε το πρώτο.) Επίσης θα τον πάρει τ'αυτί σου και Άη-Φιλιππιάτη (απ'τη γιορτή του Άη-Φιλίππου), Μεσοσπορίτη (απ'τη  Μεσοσπορίτισσα , π'αρχίζει απ'την ημέρα αυτή να βασιλεύει κι η Πούλια), Κρασομηνά (γιατί σε πολλά μέρη ανοίγονται και δοκιμάζονται τα κρασιά),  Μεθυστή (επειδή πίνουν απ'τα νεοανοιγμένα βαρέλια κρασί και μεθούν), καθώς και Βροχάρη (γιατί το μήνα αυτόν πέφτουν πολλές βροχές και κατεβάζουν ποτάμια και ρέματα μαζί). Αλλού πάλι τον λένε και Τρυγομηνά (γιατί τρυγούν- μαζεύουν τις ελιές). (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")



Τέλος, μας πληροφορεί ο λαογράφος απ'την Κρήτη:
"Επίσης στην Κρήτη του δίνουμε και την προσωνυμία "Τρυποτηγανάς", γιατί σύμφωνα με το έθιμο, τη γιορτή του Αγίου Αντρέα, πρέπει οι νοικοκυρές να κάνουν τηγανίτες, για να μην τρυπήσουν τα τηγάνια τους.
Αρχή του χειμώνα ο Νοέμβρης και όλοι είναι σχεδον έτοιμοι να μαζευτούν στο σπιτικό τους Ωστόσο, πριν αρχίσει το κρύο, πρέπει οι δουλειές που απόμειναν να τελειώσουν, για να βάλουν τις καινούριες καταβολάδες, πειθαρχώντας στην παροιμία:
Το Νοέμβρη και Δικέμπρη φύτευγε καταβολάδες.
Όλα πρέπει να γίνουν γρήγορα, προτού βασιλέψει η Πούλια, γιατί αρχίζει μετά ο χειμώνας και το δυνατό κρύο. Αφού τελειώσουν όλα αυτά, μαζεύουν τα ζώα στα παχνιά και τα ζευγάρια στους στάβλους για να ξεχειμωνιάσουν. Κατεβαίνουν κι οι τελευταίοι βοσκοί από τα βουνά για να ξεχειμωνιάσουν γιατί:
Ο Άι Μηνάς εμήνυσε Πούλια μην ξημερώσει
κι ούτε βοσκός εις τα βουνά κι ούτε ζευγάς στσοι κάμπους." (Μιχάλη Γρηγοράκη, "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες")

Καλό μήνα και καλή δύναμη!