Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Ελλάδα... 1940



αποσπάσματα...
"Σφίγγεται η καρδιά σου, λύπηση σε κυριεύει σαν περνάνε πεζικά. Είναι ένα κοπάδι ατελείωτο, σκυθρωπό, μορφές τυραγνισμένες κι ανώνυμες, μάτια που μέθυσαν από το ξεθέωμα της πορείας. Σε κοιτάζουν για μία στιγμή με μάτι αδειανό. Αφού περάσει κάνα σύνταγμα κι ύστερα μια δυο μέρες, ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. Είναι οι βραδυπορούντες. Ένας έχει χτυπήσει το ποδάρι του και το πηγαίνει τώρα προσεκτικά, σαν άγιο λείψανο, φασκιωμένο με τραγικά κουρέλια. Ο άλλος ήταν ανήμπορος, είναι, όμως πρέπει να συνεχίσει έτσι κι αλλιώς το δρόμο, ν'ανταμώσει τη μονάδα του στην πρώτη επισταθμία. Έρχονται ποδαράτοι από τη Λάρισα και θα φθάσουν έτσι, με τα πόδια, στην Αλβανία -ο Θεός ξέρει που. Ο ένας συντροφεύει τον άλλον. Τον υποβαστάζει κάποτε' αν είναι πολύ αδύναμος, τότε ο συνάδερφος θα μοιραστεί το μεγάλο φόρτωμα μαζί του. Αυτός είναι ο σύντροφος της ερημιάς κι ο παρηγορητής... Αγιασμένο αθάνατο ελληνικό πεζικό! Όργωσες έτσι, μέσα σε δυο μόλις γενιές, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Θράκη, την Ουκρανία, τη Μικρά Ασία, και πάλι την Ήπειρο, την Αλβανία - τώρα. Όταν αργότερα σε λίγους μήνες, είδα με ποιά μέσα μεταφερόταν και μας πολεμούσε ο αντίπαλος, ενιωσα την καρδιά μου να τρεμίζει από σπαραγμό μαζί και περηφάνια. Τον πόλεμο τούτο που μας επέβαλαν οι πολιτισμένοι επιδρομείς χυμώντας κατά πάνω μας με μηχανές που ξερνάνε τον κεραυνό, εμείς τον βγάλαμε πέρα με τα ίδια τα μέσα του '12, το φανταράκι το πεζό και το μουλαράκι. Και με τη βοήθεια του Θεού, ω, ναι! Γιατί μπορείς να ξαστοχάς τη θεϊκή δύναμη σαν είσαι δυνατός, όμως τη νιώθεις να πυργώνεται γύρω σου αναπάντεχα κάποια στιγμή άμα τύχει να είσαι μικρός κι αδύναμος. Σπάνια στη ζωή μου έτυχε να νιώσω δίπλα μου την παρουσία του Θεού τόσο ζωντανή, όσο στον αξέχαστο εκείνο καιρό που υπηρετούσα κι εγώ κάτω από τη σημαία της Ελλάδας."
"...Η είδηση διατυπώθηκε σε λίγο έτσι: Η Γερμανία επέδωσε, στις 5.30' το πρωί, τελεσίγραφο στην Ελλάδα, που λέει πως τα στρατεύματά της θα μπούνε στη χώρα μας για να επιβάλουν την τάξη!...
Στον εξώστη του στρατηγείου, ο νεαρός αξιωματικός των Διαβιβάσεων, που είχε ακούσει την εκπομπή και κράτησε σημειώσεις στη ράχη του πακέτου του, διάβαζε, την ώρα που πέρασα, τα νέα στους άλλους αξιωματικούς. Άρπαξα ό,τι μπόρεσα, κλεφτά, κι ύστερα πήγα να τα μεταδώσω στους δικούς μου. Ο Επιτελάρχης μας καθότανε μπροστά στο τραπεζάκι του, με το μολύβι στο χέρι, καθώς πάντα. Μπήκα λαχανιασμένος, χαιρέτησα, στάθηκα να περιμένω.
-Εσύ τί έχεις μάθει; με ρωτάει με την αγριωπή του τη φαιδρότητα ο Επιτελάρχης σα να συνεχίζει αρχινισμένη κουβέντα. Και σύγκαιρα σηκώνει από το χάρτη τα μεγάλα του αυστηρά μάτια.
Του είπα γρήγορα-γρήγορα κι ακατάστατα, με πιασμένη ανάσα, τα νέα. Η δήλωση της Κυβέρνησης πως η Ελλάδα θ'αντισταθεί στην εισβολή, μας έπνιγε όλους από έξαρση. Δεν ξέραμε που θα το βγάλει η άκρη, δε θέλαμε να ξέρουμε, όμως η στιγμή τούτη όπου η μικρή πατρίδα ορθώνεται για ν'αντιμετωπίσει δυο μαζί αυτοκρατορίες, μας τάνυζε την ψυχή. Είδα τον Επιτελάρχη την ώρα που άκουγε τα νέα από το στόμα μου. Τα μάτια του, τα ζωηρά νεανικά μάτια μέσα στο σκαμμένο πρόσωπο, μεγάλωναν, όλο μεγάλωναν κι άστραφταν, τόσο που φτάσανε να τον δείχνουν απίστευτα ωραίο. Μια χειρονομία αδιόρατη του ξέφυγε μαζί σαν να με περιγελούσε. Είναι η ζάρα που έχει επιβάλει στην ψυχή του ο ίδιος θεληματικά, προσπάθεια πεισματερή να κρύβει την κάθε του συγκίνηση κάτω από το περιγέλιο ή την τραχύτητα του στρατιώτη. Κι ωστόσο, ακούγοντάς με, κάτι φαινόταν να ξυπνάει μέσα του, κάτι ίσως λησμονημένο, ένα ανοιξιάτικο αγέρι που αποκοιμήθηκε από χρόνια μέσα στις βραγιές...."  (Αγγέλου Τερζάκη, "Απρίλης")


"...Σε λίγο συναπαντήθηκαν. Οι Ιταλοί που ανέβαιναν με τον πατέρα της, εκείνη που κατέβαινε με το μουλάρι. Οι Ιταλοί σταμάτησαν. Ο αξιωματικός σφούγγισε τον ίδρο του, ύστερα έριξε μια πρόστυχη ματιά στο κορμί του κοριτσιού, σαν να το γύμνωσε απ'την κορφή ίσα με τα νύχια. Και οι άλλοι τρεις καραμπινιέροι το τύλιγαν με βρώμα.
Η Φωτεινή κατέβασε τα μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή της αντίκρισε τέτοια ματιά, εχθρό παρόμοιο.
-Είναι η κόρη μου, είπε ο μπαρμπα-Φίλιππας.
Οι Ιταλοί άρχισαν να λένε στη γλώσσα τους. Βλέπαν το κορίτσι κι ολοένα λέγαν. Γελούσαν, χαχάνιζαν. Σίγουρα θα έλεγαν προστυχές.
-Πάμε, είπε ο γερο-βοσκός στους Ιταλούς. Μα αυτοί δεν λέγαν να ξεκινήσουν. Μια στιγμή ο χοντρός αξιωματικός έκαμε ν'απλώση τα χέρια του να χαϊδέψει το μάγουλο της Φωτεινής. Το κορίτσι αποτραβήχτηκε βίαια.
-Φύγε! Φύγε! της έκαμε χαμηλόφωνα και την έσπρωχνε ο πατέρας της. Σαστισμένη με τα ξερόκλαδά της στα χέρια, με το ζώο τους δεμένο στο κορμί της, έκαμε να φύγη προσπερνώντας τους καραμπινιέρους. Όμως εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνη, άστραψε μες στα μάτια του χοντρού Ιταλού, δύναμη της φοβερής θεότητας που δουλεύει στα σκοτεινά, η ιδέα: θέλησε να κάμη αστείο, επίδειξη. Ξεκρέμασε το αυτόματο από τον ώμο του και, τη στιγμή που περνούσε το μουλάρι πλάι του φέρνοντας την κάνη ξυστά στο κεφάλι του ζώου, τράβηξε μια ριπή στον αέρα. Το μουλάρι, ξαφνιασμένο από τον τρομακτικό κρότο που γέμισε τ'αυτιά του, τινάχτηκε μία, και ύστερα παλαβό, ασυγκράτητο, άρχισε να τρέχει με απίστευτη γρηγοράδα, κατεβαίνοντας τον πετραδερό λόφο. Για ένα ελάχιστο διάστημα, το κορίτσι δεμένο μαζί με το καπίστρι, μπόρεσε να βασταχτή στα πόδια του τρέχοντας πίσω του και τραβώντας το σκοινί. Μα η δύναμη που το έσερνε ήταν τόσο ξέφρενη, τόσα τα βράχια, που γλίστρησε, έγινε ένας όγκος, έγινε μια οριζόντια ύλη που την έσερνε, την έλιωνε χτυπώντας την από δω κι από κει στις μυτερές πέτρες το αφηνιασμένο ζώο.
Μια κραυγή, μια μονάχα, μπόρεσε να ακουστή. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου. Ήταν το αίμα, τα πάθη που δε σπαταλήθηκαν, η άγρια αρμονία της χαράς και της λύπης βίαια.
Την άκουσε ο γερο-βοσκός χαμένος, αλαλιασμένος. Κοίταξε γύρω του σαν να γύρευε βοήθεια, τι να κάμη. Ύστερα χίμηξε κι αυτός κυνηγώντας το φοβερό σύμπλεγμα του κοριτσιού και του ζώου.
-Κράτησέ το! Κράτησέ το! φώναζε έξαλλα νομίζοντας πως μπορούσε να τον ακούση το κοριτσάκι.
Όταν έφτασε στο πεύκο, εκεί μονάχα, το ζώο σταμάτησε λαχανιασμένο. Εκεί το βρήκε ο μπαρμπα-Φίλιππας. Το κορμί του κοριτσιου, δεμένο στο σκοινί, περιχυμένο με αίμα, μήτε σπάραζε καν. Το κεφάλι, τα μαλλιά, τα μυαλά, το πρόσωπο, τα ήμερα μάτια, ήταν μια άμορφη πολτοποιημένη μάζα.
Όταν σε λίγο κατέβηκαν εκεί οι Ιταλοί, είδαν την παράξενη σύνθεση: το ζώο ακίνητο, το σκοτωμένο κορίτσι ακίνητο, κι από πάνω του ο γερο-βοσκός κλαίγοντας να σκαλίζη τις ματωμένες σάρκες, το πρόσωπο, τα χυμένα μυαλά, σα νά'θελε να το ξαναστήση το πρόσωπο, να το προφυλάξη απ'την αμαρτία να μην έχει μορφή.
-Che peccato, μουρμούρισε ένας Ιταλός, μαλακώνοντας τη φωνή του.
-Non badare, είπε αδιάφορα ο χοντρός αξιωματικός.
Τράβηξαν βιαστικά κατά την ακρογιαλιά να φύγουν. Δεν κοίταξαν πίσω τους."  (Ηλία Βενέζη, "Ώρα πολέμου")

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

το μικρό σπίτι στο χωράφι

Ήταν τότε που πήγαμε να μαζέψουμε κεράσια. Δεν είχα ξανανέβει κατα κει. "Έχει πολλές κερασιές.. να μαζέψετε όσα θέλετε.. να φτιάξετε γλυκό.." Σουρούπωνε, είχαμε αργήσει.. δεν προλαβαίναμε και πολλά και μες στα γέλια σκαρφάλωνα στα δέντρα και πιο πολύ τσιμπολογούσα, παρά μάζευα στη σακούλα. Πάντα μου άρεσε να γεύομαι τα φρούτα απ'το δέντρο. Χωμένα στο ψυγείο δε με προκαλούν να τα τιμήσω.


Ένα χωράφι ορεινό, με λογής-λογής δέντρα' γέρικα και νια και ξεπεταρούδια, "οργωμένο" από τα τόσα αγριογούρουνα του βουνού, που δε σ'αφήνουν ούτε μια γούρνα της προκοπής να φτιάξεις, έτσι που αναστατώνουν τα χώματα ψάχνοντας τροφή και τσιλιμπουρδίζοντας, τραυματίζοντας τα τρυφερά φρεκοφυτεμένα δεντράκια καθως ξύνουν ατσούμπαλα τις χοντροκομμένες πλάτες τους. Ένα χωράφι με κερασιές, βυσσινιές, μηλιές, φιρικιές, αχλαδιές, ροδακινιές, λεμονάτες.. ως και θεόρατες καστανιές πέρα, κοντά στη ρεματιά. Χαρούμενο χωράφι, περιποιημένο, βλαστερό. Κι ένα μικρό λιλιπούτειο σπιτάκι πέτρινο κι η αποθήκη πιο δίπλα. Δεν πρόλαβα να δω το σπιτάκι εκείνο το βράδυ. Σκοτείνιασε νωρίς, ηλεκτρικό φυσικά δεν είχε και γίναν όλα τόσο βιαστικά. Το είδα την επόμενη φορά, καθώς πήγαμε να δέσουμε το νερό -εκείνο το νερό το κρυστάλλινο που δεν περνά από βρωμερές δεξαμενές με χλώρια, ούτε από σαπισμένους σωλήνες αμιάντου, πόυ'ρχεται καρσί από τις αγκάλες του βουνού. "Μπορούμε να το φτιάξουμε.. μην το βλέπεις έτσι. Η στέγη είναι γερή καινούρια. Αν αδειάσουμε πρώτα όλη τη σαβούρα.."



Ίσα-ίσα ένα μικρό δωματιάκι.. Ποιός χρειάζεται παραπάνω κλειστό χώρο μες στον παράδεισο του χωραφιού; Ένα δωματιάκι μαστορεμένο με πέτρα απ'τα χέρια του παππού τόσα χρόνια πίσω, με στεγούλα ανακαινισμένη πρόσφατα απ'τα δικά του χέρια. "Φυσικά και θα το φτιάξουμε!" συμφώνησα μ'ενθουσιασμό! Κι έτσι πήραμε ν'αδειάζουμε τη σαβούρα! Και δεν ήταν λίγη... Τόσα χρόνια παρατημένα άχρηστα αντικείμενα, σαπισμένα απ'τα νερά, ροκανισμένα από την πολυμελή οικογένεια ποντικών που, για κακή της τύχη, αναγκάστηκε απροειδοποίητα να μετακομίσει σ'άλλη γειτονιά. Μια μέρα φάγαμε μοναχά για να καθαρίσουμε το πάτωμα με νερό και σκούπα.. Ύστερα να σουλουπώσουμε το τζάκι, ν'ασβεστώσουμε τρία και τέσσερα χέρια τα άγρια φαγωμένα ντουβάρια, να βάλουμε δυο πετρούλες στην αυλή, τζαμάκι καινούριο στο παραθύρι, κόκκινη λαδομπογιά στα φύλλα και στο τενεκεδένιο νιπτηράκι. Θες οι δουλειές οι άλλες, θες το ξεμυάλισμα του καλοκαιριού, μας πήγαν λιγάκι παραπίσω. Μπήκε ο Οκτώβρης με τις απανωτές βροχές -που να πας; πού να κουνηθείς;- μες στη λασπουριά με πείσμα να κάνουμε τα τελειώματα- όχι σπουδαία πράγματα, ίσα νά'ναι σφραγισμένο από τους ποντικούς, να λειτουργεί το τζάκι (μα τι καπνιά φάγαμε μέχρι να το πετύχουμε!) κι ένα ραφάκι βρε αδερφέ, να ακουμπήσουμε δυο πράγματα! Αυτά και τ'άλλα, μας φάγανε κάμποσες μερούλες. Αλλά τελικά προλάβαμε, στο μάζεμα των φιρικιών νά'μαστε κομπλέ κι οργανωμένοι!


Να μπορούμε να κεράσουμε ένα τσίπουρο μ'αλμυρό κι ελιές το γείτονα του πέρα χωραφιού, να ψήσουμε μια μανιτάρα που μόλις μαζέψαμε, κρεμμύδια και κάστανα στη θράκα του τζακιού, να γευτούμε τον πιο νόστιμο τραχανά του κόσμου μαγειρεμένο στο μικρό γκαζάκι (με δυο κουτάλια απ'το κόκκινο κατσαρόλι), να γείρουμε δυο λεπτά στην κουρελού καθώς παίρνει να σουρουπώνει κι έρχεται η κούραση η λυσιμελής...







Ένα μικρό παλάτι στο χωράφι του βουνού, μια καμαρούλα τοσοδούτσικη μ'όλα τα καλά του κόσμου τούτου. Φρεσκοαλεσμένο καφεδάκι ελληνικό και δεν κρατήθηκα να μην πάρω και πολύχρωμες καραμέλες! Κι ήτανε τόσο μαγικά.. εκείνη την πρώτη βραδιά που ξεμπερδέψαμε με τις χοντροδουλειές, που, επιτέλους, πήρε τη μορφή του. Μουσκεμένοι, ασβεστωμένοι, λασπωμένοι, άυπνοι και ταλαιπωρημένοι, μ'ένα διάλειμμα για μεζέ και δυναμωτικό κρασί, κουβαλήσαμε μες στα σκοτάδια και τη βροχή το σιδερένιο κρεβάτι με τις σούστες και την κουρελού. Ίσα που προλάβαμε τη μαύρη νύχτα! Κι ύστερα να στριμωχτούμε στη γωνιά του τζακιού να στεγνώσουμε, μ'ένα ζεστό κακάο μοιρασιά στην πήλινη κούπα, τη λάμπα πετρελαίου να φεγγοβολά και τ'όνειρο μισοτελειωμένο... Σάμπως κι ο Θεός ο ίδιος να κατέβηκε στο μικρό καλύβι του χωραφιού να πάρει μιαν ανάσα...

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Καλογεράκια και βασίλες!




Μανιτάρια κι αμανίτες.. Πόσα χρόνια τώρα στο βουνό και να μην έχω πάει ποτέ να μαζέψω! Ούτε καν νά'χω δοκιμάσει! Φθινοπωρινές μανιτάρες του βουνού, όπως τις λεν εδώ. Κανείς γνωστός δε βρέθηκε να γνωρίζει καλά και νά'χει τη διάθεση να με κατατοπίσει.. Κι όμως φέτος, μετά από τόσα χρόνια, βγήκα κι εγώ σαν τους σαλίγκαρους μετά τη βροχή, για μανιτάρια στο βουνό! Κι άρχισα να μαθαίνω να τα ξεχωρίζω' φαγώσιμα και παλαβά (όπως εδώ τα ονοματίζουν), ακίνδυνα και φαρμακερά.. Γουργουλιάνες(φωτ.6), καλογεράκια (φωτ.1,4), βασίλες(φωτ.5), μαυρομανίταρα, κοκκινομανίταρα, αρτσιβούρτσια.. Αυτά τ'άτιμα τα νεραντζάκια μού'χουνε ξεφύγει, πού'ναι και τα πιο όμορφα. Δε σταθήκαμε τυχεροί μέχρι τώρα! Μοναχά άγρια, παλαβά (φωτ.2), να ξεφυτρώνουν παντού, με κόκκινες και πορτοκαλιές ανταύγειες να χρωματίζουν εντυπωσιακά το καφεδί τοπίο.



Από βασίλες και καλογεράκια, όμως, δεν έχω παράπονο! Βρήκαμε ένα σωρό. Κι είναι νόστιμα τούτα τηγανιτά. Πρώτα, βέβαια, τα κόβεις, τα ζεματάς στο νερό, να ξεθυμάνουν (φωτ.3), κι ύστερα τ'αλευρώνεις και τα ρίχνεις στο τηγάνι. Λίγες σταγόνες ξύδι, μόλις σερβιριστούν, κι είναι ο καλύτερος μεζές! Ύστερα φτιάχνονται και γιαχνί, τσιγαρισμένα με μπόλικο κρεμμυδάκι, σκορδάκι, σβησμένα στο κρασί, φρέσκια ντοματούλα, μια τζούρα βασιλικό και λίγα λιαστά ντοματάκια, έτσι για να προσθέσεις μια πινελιά στη σύνθεση. Ακόμη και με αγριογούρουνο, μαζί μ'αλλους καρπούς, φθινοπωρινούς, είναι άλλη ομορφιά.. Μοναχά ψητά δεν τα κάνουν τούτα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι πάει ο κανόνας εδώ. Τις βασίλες και τα καλογεράκια τηγανιτά ή μαγειρευτά, τις γουργουλιάνες και τα νεραντζάκια ψητά. Τώρα τα μαθαίνω κι εγώ αυτά τα τερτίπια τους. Κι επειδή από άγριο μανιτάρι δε γνώριζα, ξεκινώ με τους κανόνες των ειδικών ... μέχρι ν'αρχίσω δικούς μου πειραματισμούς!



Η αλήθεια είναι πως το να μαζεύεις μανιτάρια στο βουνό καταντάει πώρωση! Κάτω απ' τις καστανιές, χωμένα στα ξεραμένα φύλλα, τα μουλιασμένα απ'το νερό, ανάμεσα στους θάμνους και στους κέδρους, ψάχνεις να τα ξετρυπώσεις! Ποιός θα προλάβει πρώτος! Τσουπ, νάτο! Κι είναι καλό; Μήπως έχει σκουληκιάσει μέσα; Μήπως έχει φαρμάκι κι ας μη φαίνεται; Με το σουγιαδάκι ανά χείρας! Η βασίλα, αν έχει δηλητήριο, γίνεται μπλε και μωβ και πράσινη, μόλις της κόψεις τον λευκό κορμό. Σου βαράει καμπανάκι, ακόμα κι αν δεν τη γνωρίσεις με την πρώτη ματιά. Και το μυαλό, αδειάζει απ'όλες τις σκέψεις και τις σκοτούρες.. ψάχνει μονάχα μια μανιτάρα καλή, ψάχνει μανιωδώς, απόλυτα εστιασμένο! Μη σου ξεφύγουν απ'το βλέμμα, μη σου τα προλάβουν άλλοι, μη και δεν είναι καλά.. Είσαι μονάχα εσύ, το δάσος και τα μανιτάρια.. Λες κι έχεις μετακομίσει στο χωριό με τα στρουμφάκια! Όλα τ'άλλα έχουν περάσει στο πίσω κάθισμα του μυαλού, όλα τ'άλλα για λίγες ώρες ξεχάστηκαν ... Σκέτη ψυχοθεραπεία! Βέβαια, αν είσαι σαν κι εμένα, που οι εικόνες καρφιτσώνονται αυθαίρετα στο νου, όλη τη νύχτα μετά, στον ύπνο σου, θα εξακολουθείς να ψάχνεις για μανιτάρια! Μες στο σκοτάδι θα ξεφυτρώνουν καλογεράκια και θα τα κυνηγάς! Πού να ησυχάσεις; Θα στριφογυρίζεις στο κρεβάτι! Κι είναι τόσο όμορφα τ'άτιμα ...


Μανιτάρια ή αμανίτες, λοιπόν. Μανιτάρι, από το μεταγενέστερο "αμανιτάριον" το οποίο και είναι υποκοριστικό του αρχαιότερου "αμανίτης". Εξ ου κι η επίσημη διεθνής αναφορά τους ως "amanita". Τούτοι οι αμανίτες, λοιπόν, εκτός από νοστιμότατοι, αλλά κι εξίσου επικίνδυνοι για όσους δε γνωρίζουν να τους αναγνωρίζουν, έχουν και κάποια άλλα εντυπωσιακά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύντομο βίο τους (από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου"):
"Οι Αμανίται, όπως και οι άλλοι μύκητες, είναι οι άμισθοι υπάλληλοι καθαριότητας της φύσεως και του περιβάλλοντος του ανθρώπου και παράγοντες τελικής φυσικοχημικής αποσυνθέσεως, απαλλάσοντες την ύπαιθρον από μολυσμένα οργανικά υπολείμματα, τα οποία δια της επεμβάσεώς των μετατρέπονται εις οξυγόνον, διοξείδιον του άνθρακος, αμμωνίαν και ανάλογα αέρια και στερεά ανόργανα συστατικά. Ανακαινίζουν και προπαρασκευάζουν τον εναέριον και γήινον χώρον δια νέαν, υγιά διαβίωσιν."


Όσο για την αναπαραγωγή τους, "Τα μανιτάρια πολλαπλασιάζονται πρωταρχικώς από σπόρους, που αποκαλούνται ειδικώς βασιδιοσπόρια, και τα οποία παράγονται από την γεννετικήν μίξιν δύο (κλωνίων) αντιθέτου φύλου, που συναντώνται υπό το έδαφος." Να πω την αμαρτία μου, ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί ότι τα μανιτάρια χωρίζονται σ'αγόρια και κορίτσια! Κι ότι προκύπτουν από σφιχταγκαλιάσματα δυο κλωνιών κάτω απ'τη γη! Άσε που τούτες οι μανιτάρες είναι εκατομμύρια φορές πιο καρπερές κι απ'τις κουνέλες, καθώς "ένα μανιτάρι με καπέλο διαμέτρου 10 εκατοστών, μπορεί να δώσει 16 δισεκατομμύρια σπόρια"!!! Ο αρθιθμός μου φαίνεται απίστευτος, γιατί λογικά δε θά'πρεπε να υπάρχει γωνιά στο βουνό χωρίς μανιτάρι, αλλά φαντάζομαι πως πέρα από τις οποιεσδήποτε άλλες αντιξοότητες που δεν αφήνουν τα σπόρια να αναπτυχθούν, σπόρους θα πρέπει να μπορεί να δώσει ένα "ενήλικο" μανιτάρι, προτού προλάβει και κοπεί για να καταλήξει λαχταριστός μεζές σε γεύμα!


Τα μανιτάρια φυσικά είναι είδος μυκήτων, εξ ου κι η έτερη αναφορά τους από τους αρχαίους προγόνους μας ως "μύκαι". Καταγράφει ο Αθηναίος ("Δειπνοσοφισταί" Β60C, απόδοση Σταύρου Αλεξιάδου) ότι ανέφερε ο Πολίοχος: "...και κάθε τόσο κάποιο μανιτάρι ("μύκης") ψήναν, κι άμα έπεφτε δροσιά, κάποιος σάλιαγκας πιανόταν, ντόπια λάχανα έφερναν ως και τσακιστές ελιές. Κι αν ρωτάς για το ποτό τους, είχανε λίγο κρασάκι, που δεν ήσουν βέβαιος αν είναι κρασί ή ξύδι..."



Ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης"), τον "μύκη" τον ετυμολογεί από τον "μύκο". Δηλαδή: "Μύκης= Αμανίτης, μανιτάριον, επειδή συνίσταται εκ φλέγματος και υγρασίας", όπου:"Μύκος=βλέννα, κολλώδης ύλη και πάσα τοιαύτη υγρασία' όθεν μανιτάριον".
Βέβαια, η λέξη "μύκης" πρέπει νά'χει σχέση και με τη στρογγυλάδα της μορφής, καθώς "μύκης" είναι και "παν ό,τι μοιάζει με μανιτάριον" (όπως αναφέρει ο Α.Γαζής) ή "παν στρογγυλόν αντικείμενον έχον σχήμα μύκητος, οίον το κατά το άκρον της θήκης ξίφους κομβίον" (όπως αναφέρει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης"), οπότε μύκης είναι και "το γεννητικόν μόριον του ανδρός", αλλά και διάφορα άλλα. Κι επειδή πήρα φόρα, θα φτάσω στη Μύκονο, για την ονομασία της οποίας καταγράφει από παλιότερες πηγές ο Άνθιμος Γαζής "...ίσως, επειδή οι κάτοικοι ταύτης της νήσου όλοι είχον δήθεν φαλακράς κεφαλάς"!
Αλλά ο μύκης, όπως είπαμε έχει να κάνει και με τη θήκη του ξίφους, κι όπως επεξηγεί το "Μέγα Ετυμολογικόν": "Μύκης εστί η λαβή του ξίφους' νυν το ξίφος" παρά το "μύω"(= κατακλείω, είμαι κλειστός, κλείομαι, εξ ου και μύωψ, μύωπας: εκείνος που μισοκλείνει τα μάτια προσπαθώντας να δει καλύτερα) και "Από του μύκητος του ξίφους του Περσέως εκεί όντος εκλήθη η πόλις Μυκήνη". Δηλαδή οι περίφημες Μυκήνες ονομάστηκαν έτσι από τη λαβή του ξίφους του Περσέως που βρισκόταν εκεί!
Τώρα πως κατέληξα εγώ από τις βασίλες στις Μυκήνες, είναι μια άλλη υπόθεση..
Υ.Γ. Και μην ξεχνάμε ότι τα μανιτάρια έχουν ένα σωρό ευεργετικές ιδιότητες για τον οργανισμό, πλούσια σε βιταμίνες τύπου Β, σε βιταμίνη C και D, αλλά και σε μεταλλικά ιχνοστοιχεία, λευκώματα, ίνες, ενώ είναι πάρα πολύ φτωχά σε λίπη!

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Μίλα μου για μήλα! (στο βουνό των Κενταύρων..)

Στα πολύ παλιά χρόνια, εκείνα που λέμε μυθολογικά, εδώ στο βουνό μας, το βουνό των Κενταύρων, το "εινοσίφυλλον", έλαβαν χώρα οι λαμπροί γάμοι ενός θνητού βασιλιά και μιας αθάνατης νεράιδας. Τούτος ο βασιλιάς, δυσκολεύτηκε αρκετά να την καταφέρει, καθ'ότι εκείνη θεά άπιαστη, νύμφη της θάλασσας, πού'χε το χάρισμα ν'αλλάζει μορφές, να γίνεται πότε φωτιά, πότε νερό και πότε άγριο θηρίο. Ακολουθώντας, όμως τη συμβουλή του σοφού Κενταύρου Χείρωνα, παραφύλαξε και την άρπαξε κρατώντας την γερά μέχρι να πάρει την αρχική μορφή της, τη μορφή της πανέμορφης Νηρηϊδας. Κι έτσι, λοιπόν, την παντρεύτηκε με γλέντι μεγάλο και τρανό φαγοπότι κι όλους τους θεούς καλεσμένους. Όλους, εκτός από μια θεά, μια θεά κομματάκι στρίγγλα, κακόβουλη κι αντιπαθητική που κανείς δε σκέφτηκε να την καλέσει στους γάμους. Κι από κει ξεκίνησε το κακό... Τούτη η θεά, η Έριδα (Έρις), καθώς τσαντίστηκε που δεν ήταν καλεσμένη, πήγε χολωμένη κι έριξε στο τραπέζι των θεών ένα μήλο ως έπαθλο ομορφιάς με την επιγραφή "η καλή λαβέτω" κι όπως συνεχίζει ο Ευριπίδης με τα λόγια της Ωραίας Ελένης (Ευριπίδου, "Ελένη"23):

"Και θα σας πω τα πάθια μου' τρεις ήρθαν
θεές στης Ίδας την κοιλάδα νά'βρουν
τον Αλέξανδρο (Πάρι), για τα καλλιστεία,
η Ήρα, η Κύπρις (Αφροδίτη) κι η Παρθένα κόρη (Αθηνά)
του Δία, θέλοντας η κάθε μια τους
στο τέλος του αγώνα να νικήσει
της ομορφιάς. Μα η Κύπριδα με δόλο
επρόσφερε εμέ, την ομορφιά μου
-αν είναι ομορφιά η δυστυχία-
γυναίκα να γενώ του Αλεξάνδρου,
κι έτσι νικά. Και ο Ιδαίος Πάρις
τη μάντρα του άφησε κι ήρθε στη Σπάρτη
γυναίκα του να πάρει εμένα."



Έτσι, στους φημισμένους γάμους του βασιλιά Πηλέα και της Νηρηϊδος Θέτιδος, εδώ στο Πήλιον όρος, που έγιναν με τη συμβολή του Κενταύρου Χείρωνα -ο οποίος, παρεμπιπτόντως χάρισε στο φίλο του Πηλέα κι ένα δόρυ φτιαγμένο από μηλιά- με αιτία ένα μήλο, τον γνωστό μήλο της Έριδος, δόθηκε η πρώτη αφορμή για να ξεσπάσει ο περίφημος Τρωικός Πόλεμος!


Και για νά'ρθουμε στα δικά μας τώρα... Τούτο το βουνό, με την παράδοση στα μήλα -κάθε λογής!- κάθε φθινόπωρο ροδοκοκκινίζει, ντύνεται γιορτινά (ίσως για να τιμήσει τους γάμους εκείνου του βασιλιά με τη νεράιδα.. ποιός ξέρει;), καθώς ωριμάζει ο καρπός των κατάφορτων δέντρων στις πλαγιές και στα χωράφια. Ίσως νά'ναι και το πιο όμορφο δέντρο η μηλιά, όταν βρίσκεται στην εποχή της, όταν τα δέντρα, θαρρείς γκαστρωμένα, φτάνουν στην ώρα τους, για να μας χαρίσουν μ'απλοχεριά το γέννημά τους..


Και, πραγματικά, δε μπορώ να περιγράψω τη θλίψη που με στοιχειώνει, όταν αισθάνομαι τόνους από τούτους τους νόστιμους και θρεπτικούς καρπούς, που μας δωρίζει η μάνα γη και που με κόπο κάποιοι συνεχίζουν να επιμένουν να καλλιεργούν, να σαπίζουν παρατημένοι στα ψυγεία, καθώς ουδείς έμπορος ενδιαφέρεται να τους αγοράσει.. Κι απορώ, όταν έχουμε τόσο καρπό, υπέροχο καρπό, γιατί πρέπει να γίνονται τόσες ανεξέλεγκτες εισαγωγές και η ντόπια παραγωγή να εγκαταλείπεται στο έλεός της- αν όχι, για να σβήσουν απ'την Ελλάδα την αγροτιά. Άσε που έχω βαρεθεί να βλέπω παντού, κάθε λογής μήλα που κυκλοφορούν στις αγορές, να βαφτίζονται πηλιορείτικα!
Πέρσι την άνοιξη θυμάμαι, ένας φίλος με τόνους μήλα απούλητα στοιβαγμένα στα ψυγεία (όπου, συν τοις άλλοις, πληρώνεις και τα ψυκτικά) τα πήρε, τα φόρτωσε στην καρότσα κι άρχισε να τα μοιράζει πεσκέσι σε γνωστούς κι αγνώστους. "Θες δυο κλούβες; Είναι ωραία μήλα, θρεμμένα μοναχά με κοπριά. Να μην πεταχτούνε.." Κι όσα περισσέψανε, τροφή για τα ζώα. Τουλάχιστον να μη σαπίσουνε στα ψυγεία..
Φέτος άκουσα και το καλό, από έναν έμπορο σ'έναν παραγωγό "Θα τα πάρω, αλλά αν δε βρω να τα διοχετεύσω στην αγορά, θα σου τα γυρίσω πίσω και θα πληρώσεις και τα ψυκτικά. Αν πουληθούν, κάτι θα σου δώσω κι εσένα."



Μήλα πανέμορφα, λαχταριστά και να μην τα ζητά κανείς.. Να παλεύεις να τ'αναστήσεις, να τα καλλιεργήσεις, να τα κλαδέψεις, να τ'αρέψεις (να αραιώσεις, δηλαδή, τα δέντρα από τον πολύ καρπό, ώστε να δυναμώσουν και να μη γίνει μικροκαρπία), να τα συλλέξεις, να τα ξεδιαλέξεις... για να μείνουν να σαπίζουν στα αζήτητα. Κι αν βρεθεί κανείς να τ'αγοράσει, το αντίτιμο είναι μηδαμινό για τον κόπο σου. Αλλά, τουλάχιστον, να βρεθεί κανείς, να βγουν τα έξοδα, κι αυτά τα έρμα να μην πάνε χαμένα.. τα πονάς.. Σίγουρα τα πονάς, γιατί πλέον με όλα τούτα, ασχολούνται μονάχα όσοι έχουν μεράκι. Οι υπόλοιποι, είδαν κι απόειδαν, εγκατέλειψαν τα δέντρα στην τύχη τους...


Την περασμένες μέρες, ευτυχώς πριν πιάσουν οι δυνατές βροχές, μαζεύαμε μήλα. Ανά χείρας η φωτογραφική, καθώς διαρκώς με πλανεύαν οι χρωματισμοί απ'τα φορτωμένα κλωνιά με τους γινομένους καρπούς. Κι ύστερα, ξεδιάλεγμα στις κλούβες. Να μην είναι χτυπημένα και χαλάσουνε, να μην είναι μικρά και τα σνομπάρει ο κακομαθημένος πελάτης. Τα μικρά θα τα γευτούμε εμείς, που μας νοιάζει μοναχά το περιεχόμενο. Τα χτυπημένα θα τα χαρούν τα ζωντανά- τ'άλογα, τα πρόβατα, τα κατσίκια.. Αρκεί τουλάχιστον να πουληθούνε τα καλά, τα φιγουράτα όπως τα θέλουνε...





   (Δ.Δημητράκου, "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης")

* "Κι η Σαγιτεύτρα (θεά Άρτεμις) τότε θύμωσε, κι ευτύς τους ξαπολύνει
φύτρα θεϊκιά, κακό, λευκόδοντο, μουνουχισμένο κάπρο.
Κι εχύθη αυτός στου Οινέα τα χτήματα και ρήμαζε τα πάντα'
και σώριαζε στο χώμα σύγκορμα δέντρα μεγάλα πλήθος
με όλες τις ρίζες τους και με όλο τον καρποφόρο ανθό τους."
   (Ομήρου Ιλιάς Ι 538-542, απόδοση: Ν.Καζαντζάκη- Ι.Θ.Κακριδή)

[σημ. Ο πίνακας στην αρχή της εγγραφής, είναι της Άννας Φαραντάτου]

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Τρύγος και κρασοστάφυλα!

"Το φθινόπωρο είχε κιόλας προχωρήσει, κι όλος ο κόσμος στα υποστατικά ρίχτηκε στη δουλειά για τον τρύγο που σίμωνε. Ένας ετοίμαζε τα πατητήρια, άλλος καθάριζε πιθάρια, τρίτος έπλεκε κοφίνια' άλλοι πάλι φρόντιζαν να βρουν μικρά δρεπάνια για να κόψουν τα τσαμπιά, ή κατάλληλα λιθάρια για να λυώσουν τις ζουμερές ρώγες, ή ξερή λυγαριά ξεφλουδισμένη, να φέγγει τη νύχτα στη μεταφορά του μούστου. Παράτησαν λοιπόν κι ο Δάφνης κι η Χλόη τα γιδοπρόβατα και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στις δουλειές. Εκείνος κουβαλούσε καλαθιές σταφύλια, τά'ριχνε στα πατητήρια, τα πατούσε κι έχυνε το κρασί στα πιθάρια' εκείνη ετοίμαζε φαγί για τους τρυγητές, τους έδινε παλιότερο κρασί να πιουν και τρυγούσε τα χαμηλότερα αμπέλια.[...]
Όπως ήταν φυσικό σε γιορτή του Διονύσου και του νέου κρασιού, οι γυναίκες πού'χαν έρθει από γειτονικά υποστατικά να βοηθήσουν στον τρύγο έριχναν ματιές του Δάφνη, παινεύοντάς τον ότι έμοιαζε με το Διόνυσο στην ομορφιά. Μία μάλιστα, πιο τολμηρή τον φίλησε -μ'αποτέλεσμα ο Δάφνης να ερεθιστεί, αλλά η Χλόη να πειραχτεί. Οι άντρες πάλι πού'ταν στα πατητήρια, βλέποντας τη Χλόη, πηδούσαν μανιασμένοι σα Σάτυροι μπροστά σε Βάκχα και της φώναζαν διάφορα, πως τάχατες θέλουν να γίνουν πρόβατα για να τους βόσκει εκείνη' τούτο πάλι ευχαριστούσε τη Χλόη, αλλά στεναχωρούσε τον Δάφνη. Εύχονταν λοιπόν τα παιδιά να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα ο τρύγος για να γυρίσουν πίσω στα γνώριμα λημέρια τους κι αντί για τον παράφωνο θόρυβο ν'ακούνε τη φλογέρα ή το βέλασμα των κοπαδιών τους. Κι όταν ύστερα από λίγες μέρες τρυγήθηκαν τ'αμπέλια, μπήκε ο μούστος στα πιθάρια και δε χρειάζονταν πια τόσα πολλά χέρια στη δουελιά, οδήγησαν ξανά τα κοπάδια στον κάμπο και προσκύνησαν χαρούμενα τις Νύμφες, πηγαίνοντάς τους γι'αφιέρωμα αμπελόκλαδα με σταφύλια, τα πρώτα του τρύγου.[...]"
(Λόγγου, "Δάφνης και Χλόη", 4ος-5ος αι.π.Χ., σε απόδοση στη νεοελληνική του Ροδη Ρούφου)

Χιλιάδες χρόνια πριν, χιλιάδες χρόνια μετά.. σε τούτη την ίδια γη, τέτοιες μέρες το άρωμα του μούστου και του σταφυλιού, χρωματίζει την ύπαιθρο.. σε τούτη την ίδια γη λαμβάνει χώρα ο τρύγος για το αγαπημένο πατροπαράδοτο κρασάκι..
Τρυγήσαμε, λοιπόν, κι εμείς προχθές, τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη του Τρυγομηνά, για να φτιάξουμε το κρασάκι της χρονιάς, από αμπέλια* ντόπια παλιά, πολύχρωμα κι ευωδιαστά.. Μαζευτήκαμε νωρίς το πρωί, να κόψουμε τα σταφύλια **, να γεμίσουμε τις κλούβες, να τα "πατήσουμε" (έστω, στο μηχάνημα), να βγει ο μούστος να μεθύσει απ'τα αρώματα η αυλή, να βράσει στο βαρέλι του, να μας γεννήσει το νιο κρασάκι, σύντροφο στο μεζέ, παραστάτη στην ψυχή μας... "Καλή χρονιά!" λοιπόν.. και του χρόνου νά'μαστε καλά να ξαναφτιάξουμε..
* "άμπελος: εκ του ανά+πέλω, αμφί+είλω: δηλ. απλώνει και αναρριχάται, "οίον ανάπελος ούσα". "Την ειλεόν (=συστρεφόμενη) άμπελον" (Αθηναίος, Επιτομή). Η άμπελος αποκαλείται και "οινομήτωρ" και αναδενδράς."
** "στάφυλος: εκ του στείβω, στέμβω, στυφελίζω=καταπατώ, εξ ου και τα "πατημένα σταφύλια" ονομάζονται στέμφυλα" (Άννας Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει Λόγος")

Ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")  διασώζει πολύτιμα έθιμα του τρυγητού που συναντούσαμε στην πατρίδα μας: "Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας άμα αποτρυγάνε, αφήνουν ένα κλήμα άτρυγο. Πηγαίνει ένας και φέρνει ένα κανάτι νερό αμίλητο και νίβονται όλοι απάνω στο κλήμα.[...] Σκιαγράφηση ελληνικής γιορτής του τρυγητού έχουμε από τις Σαράντα Εκκλησιές, όπου άκμαζε η αμπελουργία, πριν οι κάτοικοι αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους: "Η πρώτη μέρα του τρυγητού χαιρετίζεται δια τυμπάνων και ασμάτων' οι ληνοί συνοδεύονται δι' ομάδων ορχούμενων και αδόντων και κατά την απέλευσιν και κατά την άφιξιν. Την νύκτα όμιλοι προσωπιδοφόρων εν τυμπάνοις και αλαλαγμοίς περιερχόμενοι τας αγυιάς μέχρι βαθείας νυκτός επιδίδονται εις ποικίλας παιδιάς και διασκεδάσεις.""
Ο Μιχάλης Γρηγοράκης στα "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες" καταγράφει κάποια ακόμη ενδιαφέροντα λαογραφικά στοιχεία για τις μέρες του τρυγητου: "Πολύ προσέχουν βέβαια αυτό το διάστημα να μη βασκαθούν τα σταφύλια. Αποφεύγουν να τρυγήσουν Τρίτη και Παρασκευή και προσέχουν να μην τελειώσουν Σάββατο. Το σχετικό παραντήρημα παραγγέλει:
Την Τρίτη και την Παρασκευή τ'αμπέλι μην τρυγήσεις.
Τα σταφύλια τα μεταφέρουν στα πατητήρια, τον αρχαίο ληνό κι οι πατητάδες, μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, με γέλια και πειράγματα, πατούν ξυπόλυτοι τα τσαμπιά για να τα λιώσουν, να τρέξει ο μούστος στο ποδόχι (μικρή δεξαμενή). Μετά το πάτημα και τη μεταφορά του μούστου στα καλοκαθαρισμένα βαρέλια, αρχίζει γερό γλεντοκόπι. Έτσι λένε:
Το Σεπτέμπρη που τρυγούνε δέκα στείρα καταλιούνε."

Ο έτερος λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") προσθέτει για την αντίστοιχη γιορτή του τρυγητού στην αρχαία Ελλάδα: "Οι Αθηναίοι είχον την εορτή των Οσχοφορίων, προς τιμήν του Διονύσου και της Αθηνάς, κατά την οποίαν εν πομπή δύο παίδες αμφιθαλείς (έχοντες δηλαδή γεννηθή από τον αυτόν πατέρα και την αυτή μητέρα και οι οποίοι να ζουν), προηγούμενοι της πομπής, "κατά γυναίκας εστολισμένοι", και κρατούντες την ειρεσιώνην, δηλ. κλάδους αμπέλων κατάφορτους από σταφύλια (όσχους), μετέβαινον από το εν Αθήναις ιερόν του Διονύσου εις το εν Παλ.Φαλήρω ιερόν της Σκιράδος Αθηνάς."

("Λεξικόν των Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων", κατά Ουϊλιέλμον Σμιθ, υπό Σωκράτη Τζιβανόπουλου)
Μα, υπέροχη είναι η εικόνα από τον παλιό τρυγητό που μας χαρίζει ο Βασίλης Λαμνάτος στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας":



Όπως αναφέρει το "Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης" (H.Liddell-R.Scott), ο "τρύγος" είναι μεταγενέστερος τύπος αντί του "τρύγη", όπου "τρύγη" είναι ο ώριμος καρπός, δηλ. 1)γεννημάτων εισοδεία, σίτος,κ.λ.π. ("ουδέ τρύγην οίσεις", Υμν.Ομηρ. εις Απόλλωνα 55), 2)τρυγητός, συγκομιδή των σταφυλών. [...] και:
Τρυγάω (τρύγη): Ι. μετ'αιτ. του συγκομιζομένου πράγματος, ως και νυν, τρυγώ, συγκομίζω τον καρπό, συνάγω, "Ετέρας [σταφυλάς] τρυγόωσιν", Οδύσσ.Η.124 [...]
Ο τρύγος των αμπελιών , λοιπόν,  από την εποχή των Ηρώων του Ομήρου κι ακόμα παραπίσω....
...μέχρι σήμερα..

(σε απόδοση Κώστα Δούκα)


(και στο πρωτότυπο)