Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

1940: Η Ελλάδα αντιστέκεται....

"Όταν ευθύς από της πρωίας της 28ης Οκτωβρίου εγνώσθη εις όλον τον ελεύθερον κόσμον από τα πρώτα τηλεγραφήματα ότι η Ελλάς είχεν απορρίψει με τόσον υπερήφανον τρόπον το Ιταλικόν τελεσίγραφον και είχε αποδυθή με τόσον ενθουσιασμόν εις τον άνισον αγώνα, κατέκτησε τον κόσμον αυτόν ολόκληρον βαθύτατος σεβασμός προς το μικρόν αυτό έθνος, το οποίον μέσα εις μίαν Ευρώπην κατεπτοημένην και πανικόβλητον προ της θωρακισμένης και μηχανοκινήτου βίας του Άξονος και πρόθυμον εις κάθε είδους συνθηκολόγησιν, ετόλμα να υψώσει το ανάστημά του κατά της βίας και να βροντοφωνήση το ιστορικόν εκείνο "ΟΧΙ"." ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", τόμος "Ελλάς Β'")




"Όπως ετόνιζε δε ο γνωστός Άγγλος αρθρογράφος Καντιντους:"Οιαδήποτε χώρα, η οποία θα επεδείκνυε την στάσιν της Ελλάδος θα ήτο αξία της αιωνίας εκτιμήσεως και του θαυμασμού μας... Ρίψατε ένα βλέμμα εις τον μακρόν κατάλογον των εθνών που υπετάγησαν υπό του Άξονος από του 1938 και θα ιδήτε ότι η γενναιοψυχία των Ελλήνων φωτίζει σαν ήλιος έναν σκοτεινόν κόσμον...."" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", τόμος "Ελλάς Β'")


Πάντα μοναδικός στη γραφή του ο Ηλίας Βενέζης....:

(από τη συλλογή διηγημάτων "Ώρα πολέμου", εκδ.Εστίας)







(σημ.: Οι γελοιογραφίες προέρχονται από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", ενώ είχαν πρωτοδημοσιευθεί στη ευθυμογραφική επιθεώρηση "Αέρα" κατά την εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου.)

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Ελλάδα... 1940



αποσπάσματα...
"Σφίγγεται η καρδιά σου, λύπηση σε κυριεύει σαν περνάνε πεζικά. Είναι ένα κοπάδι ατελείωτο, σκυθρωπό, μορφές τυραγνισμένες κι ανώνυμες, μάτια που μέθυσαν από το ξεθέωμα της πορείας. Σε κοιτάζουν για μία στιγμή με μάτι αδειανό. Αφού περάσει κάνα σύνταγμα κι ύστερα μια δυο μέρες, ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. Είναι οι βραδυπορούντες. Ένας έχει χτυπήσει το ποδάρι του και το πηγαίνει τώρα προσεκτικά, σαν άγιο λείψανο, φασκιωμένο με τραγικά κουρέλια. Ο άλλος ήταν ανήμπορος, είναι, όμως πρέπει να συνεχίσει έτσι κι αλλιώς το δρόμο, ν'ανταμώσει τη μονάδα του στην πρώτη επισταθμία. Έρχονται ποδαράτοι από τη Λάρισα και θα φθάσουν έτσι, με τα πόδια, στην Αλβανία -ο Θεός ξέρει που. Ο ένας συντροφεύει τον άλλον. Τον υποβαστάζει κάποτε' αν είναι πολύ αδύναμος, τότε ο συνάδερφος θα μοιραστεί το μεγάλο φόρτωμα μαζί του. Αυτός είναι ο σύντροφος της ερημιάς κι ο παρηγορητής... Αγιασμένο αθάνατο ελληνικό πεζικό! Όργωσες έτσι, μέσα σε δυο μόλις γενιές, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Θράκη, την Ουκρανία, τη Μικρά Ασία, και πάλι την Ήπειρο, την Αλβανία - τώρα. Όταν αργότερα σε λίγους μήνες, είδα με ποιά μέσα μεταφερόταν και μας πολεμούσε ο αντίπαλος, ενιωσα την καρδιά μου να τρεμίζει από σπαραγμό μαζί και περηφάνια. Τον πόλεμο τούτο που μας επέβαλαν οι πολιτισμένοι επιδρομείς χυμώντας κατά πάνω μας με μηχανές που ξερνάνε τον κεραυνό, εμείς τον βγάλαμε πέρα με τα ίδια τα μέσα του '12, το φανταράκι το πεζό και το μουλαράκι. Και με τη βοήθεια του Θεού, ω, ναι! Γιατί μπορείς να ξαστοχάς τη θεϊκή δύναμη σαν είσαι δυνατός, όμως τη νιώθεις να πυργώνεται γύρω σου αναπάντεχα κάποια στιγμή άμα τύχει να είσαι μικρός κι αδύναμος. Σπάνια στη ζωή μου έτυχε να νιώσω δίπλα μου την παρουσία του Θεού τόσο ζωντανή, όσο στον αξέχαστο εκείνο καιρό που υπηρετούσα κι εγώ κάτω από τη σημαία της Ελλάδας."
"...Η είδηση διατυπώθηκε σε λίγο έτσι: Η Γερμανία επέδωσε, στις 5.30' το πρωί, τελεσίγραφο στην Ελλάδα, που λέει πως τα στρατεύματά της θα μπούνε στη χώρα μας για να επιβάλουν την τάξη!...
Στον εξώστη του στρατηγείου, ο νεαρός αξιωματικός των Διαβιβάσεων, που είχε ακούσει την εκπομπή και κράτησε σημειώσεις στη ράχη του πακέτου του, διάβαζε, την ώρα που πέρασα, τα νέα στους άλλους αξιωματικούς. Άρπαξα ό,τι μπόρεσα, κλεφτά, κι ύστερα πήγα να τα μεταδώσω στους δικούς μου. Ο Επιτελάρχης μας καθότανε μπροστά στο τραπεζάκι του, με το μολύβι στο χέρι, καθώς πάντα. Μπήκα λαχανιασμένος, χαιρέτησα, στάθηκα να περιμένω.
-Εσύ τί έχεις μάθει; με ρωτάει με την αγριωπή του τη φαιδρότητα ο Επιτελάρχης σα να συνεχίζει αρχινισμένη κουβέντα. Και σύγκαιρα σηκώνει από το χάρτη τα μεγάλα του αυστηρά μάτια.
Του είπα γρήγορα-γρήγορα κι ακατάστατα, με πιασμένη ανάσα, τα νέα. Η δήλωση της Κυβέρνησης πως η Ελλάδα θ'αντισταθεί στην εισβολή, μας έπνιγε όλους από έξαρση. Δεν ξέραμε που θα το βγάλει η άκρη, δε θέλαμε να ξέρουμε, όμως η στιγμή τούτη όπου η μικρή πατρίδα ορθώνεται για ν'αντιμετωπίσει δυο μαζί αυτοκρατορίες, μας τάνυζε την ψυχή. Είδα τον Επιτελάρχη την ώρα που άκουγε τα νέα από το στόμα μου. Τα μάτια του, τα ζωηρά νεανικά μάτια μέσα στο σκαμμένο πρόσωπο, μεγάλωναν, όλο μεγάλωναν κι άστραφταν, τόσο που φτάσανε να τον δείχνουν απίστευτα ωραίο. Μια χειρονομία αδιόρατη του ξέφυγε μαζί σαν να με περιγελούσε. Είναι η ζάρα που έχει επιβάλει στην ψυχή του ο ίδιος θεληματικά, προσπάθεια πεισματερή να κρύβει την κάθε του συγκίνηση κάτω από το περιγέλιο ή την τραχύτητα του στρατιώτη. Κι ωστόσο, ακούγοντάς με, κάτι φαινόταν να ξυπνάει μέσα του, κάτι ίσως λησμονημένο, ένα ανοιξιάτικο αγέρι που αποκοιμήθηκε από χρόνια μέσα στις βραγιές...."  (Αγγέλου Τερζάκη, "Απρίλης")


"...Σε λίγο συναπαντήθηκαν. Οι Ιταλοί που ανέβαιναν με τον πατέρα της, εκείνη που κατέβαινε με το μουλάρι. Οι Ιταλοί σταμάτησαν. Ο αξιωματικός σφούγγισε τον ίδρο του, ύστερα έριξε μια πρόστυχη ματιά στο κορμί του κοριτσιού, σαν να το γύμνωσε απ'την κορφή ίσα με τα νύχια. Και οι άλλοι τρεις καραμπινιέροι το τύλιγαν με βρώμα.
Η Φωτεινή κατέβασε τα μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή της αντίκρισε τέτοια ματιά, εχθρό παρόμοιο.
-Είναι η κόρη μου, είπε ο μπαρμπα-Φίλιππας.
Οι Ιταλοί άρχισαν να λένε στη γλώσσα τους. Βλέπαν το κορίτσι κι ολοένα λέγαν. Γελούσαν, χαχάνιζαν. Σίγουρα θα έλεγαν προστυχές.
-Πάμε, είπε ο γερο-βοσκός στους Ιταλούς. Μα αυτοί δεν λέγαν να ξεκινήσουν. Μια στιγμή ο χοντρός αξιωματικός έκαμε ν'απλώση τα χέρια του να χαϊδέψει το μάγουλο της Φωτεινής. Το κορίτσι αποτραβήχτηκε βίαια.
-Φύγε! Φύγε! της έκαμε χαμηλόφωνα και την έσπρωχνε ο πατέρας της. Σαστισμένη με τα ξερόκλαδά της στα χέρια, με το ζώο τους δεμένο στο κορμί της, έκαμε να φύγη προσπερνώντας τους καραμπινιέρους. Όμως εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνη, άστραψε μες στα μάτια του χοντρού Ιταλού, δύναμη της φοβερής θεότητας που δουλεύει στα σκοτεινά, η ιδέα: θέλησε να κάμη αστείο, επίδειξη. Ξεκρέμασε το αυτόματο από τον ώμο του και, τη στιγμή που περνούσε το μουλάρι πλάι του φέρνοντας την κάνη ξυστά στο κεφάλι του ζώου, τράβηξε μια ριπή στον αέρα. Το μουλάρι, ξαφνιασμένο από τον τρομακτικό κρότο που γέμισε τ'αυτιά του, τινάχτηκε μία, και ύστερα παλαβό, ασυγκράτητο, άρχισε να τρέχει με απίστευτη γρηγοράδα, κατεβαίνοντας τον πετραδερό λόφο. Για ένα ελάχιστο διάστημα, το κορίτσι δεμένο μαζί με το καπίστρι, μπόρεσε να βασταχτή στα πόδια του τρέχοντας πίσω του και τραβώντας το σκοινί. Μα η δύναμη που το έσερνε ήταν τόσο ξέφρενη, τόσα τα βράχια, που γλίστρησε, έγινε ένας όγκος, έγινε μια οριζόντια ύλη που την έσερνε, την έλιωνε χτυπώντας την από δω κι από κει στις μυτερές πέτρες το αφηνιασμένο ζώο.
Μια κραυγή, μια μονάχα, μπόρεσε να ακουστή. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου. Ήταν το αίμα, τα πάθη που δε σπαταλήθηκαν, η άγρια αρμονία της χαράς και της λύπης βίαια.
Την άκουσε ο γερο-βοσκός χαμένος, αλαλιασμένος. Κοίταξε γύρω του σαν να γύρευε βοήθεια, τι να κάμη. Ύστερα χίμηξε κι αυτός κυνηγώντας το φοβερό σύμπλεγμα του κοριτσιού και του ζώου.
-Κράτησέ το! Κράτησέ το! φώναζε έξαλλα νομίζοντας πως μπορούσε να τον ακούση το κοριτσάκι.
Όταν έφτασε στο πεύκο, εκεί μονάχα, το ζώο σταμάτησε λαχανιασμένο. Εκεί το βρήκε ο μπαρμπα-Φίλιππας. Το κορμί του κοριτσιου, δεμένο στο σκοινί, περιχυμένο με αίμα, μήτε σπάραζε καν. Το κεφάλι, τα μαλλιά, τα μυαλά, το πρόσωπο, τα ήμερα μάτια, ήταν μια άμορφη πολτοποιημένη μάζα.
Όταν σε λίγο κατέβηκαν εκεί οι Ιταλοί, είδαν την παράξενη σύνθεση: το ζώο ακίνητο, το σκοτωμένο κορίτσι ακίνητο, κι από πάνω του ο γερο-βοσκός κλαίγοντας να σκαλίζη τις ματωμένες σάρκες, το πρόσωπο, τα χυμένα μυαλά, σα νά'θελε να το ξαναστήση το πρόσωπο, να το προφυλάξη απ'την αμαρτία να μην έχει μορφή.
-Che peccato, μουρμούρισε ένας Ιταλός, μαλακώνοντας τη φωνή του.
-Non badare, είπε αδιάφορα ο χοντρός αξιωματικός.
Τράβηξαν βιαστικά κατά την ακρογιαλιά να φύγουν. Δεν κοίταξαν πίσω τους."  (Ηλία Βενέζη, "Ώρα πολέμου")

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

28η Οκτωβρίου.. απ'τις αναμνήσεις μιας ελληνικής ψυχής..

28η Οκτωβρίου...

Μέρα τιμής για εκείνους που πολέμησαν για την Ελλάδα και την Ελευθερία... 


Θα αναρτήσω και πάλι εδώ, τις αναμνήσεις μιας γιαγιάς από ένα χωριό που κατέθεσε στο χαρτί λίγα χρόνια πριν, με τα λίγα γράμματα που πρόλαβε να γράψει, αλλά με ολάκερη την ψυχή της. Όπως τα έζησε, όπως τα ένιωσε και με τη συγκίνηση που διαπότιζαν την καρδιά της τόσα χρόνια μετά οι ίδιες τις οι αναμνήσεις, η αγάπη της κι η περηφάνια της για τον τόπο τούτο που τη γέννησε...

"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.

Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μια γυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.

Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."

Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".

[...]

Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.

[...]

Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.

[...]

Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.

[...]

Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Καλό ξημέρωμα Ανθρωπότητα...

Μπήκε το ρημάδι το 2009 κι αφού όλοι ανταλλάξαμε τις πιο θερμές ευχές μας για την καινούρια χρονιά - άλλοι εθιμοτυπικά, κάποιοι με πίστη κι ελπίδα (εκείνοι οι λιγοστοί που δεν την χάσανε), οι περισσότεροι, φαντάζομαι, με όλη την καλή διάθεση κόντρα στις ενδείξεις των καιρών - κι εξακολουθούν να μας βομβαρδίζουν τα γεγονότα, με περισσότερη βία, περισσότερο αίμα, περισσότερα δάκρυα, για να μας επιβεβαιώσουνε πως "χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει" κι η κατάσταση, όχι μόνο δεν αλλάζει προς το καλύτερο, αλλά κυριολεκτικά πάει "κατά διαόλου"! Κι ας παραβλέψω όλα τα μαύρα κι άραχνα που προβλέπονται περί οικολογικής καταστροφής, διεύρυνσης της οικονομικής κρίσης, αύξησης της ανεργίας, εκμηδένισης της παιδείας και περί όλων των σχετικών που μαστίζουν τις κοινωνίες μας... Ένας νέος κύκλος αιματοκυλίσματος ήρθε να στιγματίσει την έναρξη του νέου έτους, άγριος, ανήθικος, φρικώδης με θύματα, ως συνήθως, αθώα παιδιά, αθώους ανθρώπους που θυσιάζονται ανελέητα και απάνθρωπα στο βωμό κάποιων αηδιαστικών συμφερόντων. Και δεν έφτανε αυτό, η σαπίλα έχει εισχωρήσει τόσο βαθιά, που τούτα τα παιδιά, τούτοι οι άνθρωποι, ξεκληρίζονται αβοήθητα, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, χωρίς καμία συμπαράσταση από τη Διεθνή Κοινότητα, ή, όπως διάολο τη λένε! Και μένουμε εμείς να παρακολουθούμε τη σφαγή, αμέτοχοι, ανήμποροι, άλλοι φρικαρισμένοι, κάποιοι ασυγκίνητοι, και όλο τούτο το τραγικό σκηνικό να πλαισιώνεται από μια απίστευτα ανησυχητική και τρομακτική "Σιωπή" των "Ισχυρών" που έρχεται να στηρίξει τους Ισραηλίτες στο ανόσιο έργο μιας νέας γενοκτονίας, της γενοκτονίας του Παλαιστινιακού λαού.
Χάσαμε το μπούσουλα! Χάσαμε τις αξίες μας, χάσαμε την ηθική μας, χάσαμε την ανθρωπιά μας.. Δεν ξέρουμε πού και πώς να αντιδράσουμε.. Έχουν γίνει όλα αχταρμάς, ενώ διαφορετικής κλίμακας και ποιότητας πληροφορίες και εικόνες μας βομβαρδίζουν από παντού.. Το αγγούρι που ακρίβυνε στη λαϊκή, ανακατεύεται με ακρωτηριασμένα πτώματα, σκάνδαλα ξεφυτρώνουν παντού για να καλύψουν τα προηγούμενα, κάποιοι Τουρκαλάδες που παραβιάζουν το Αιγαίο, μπαίνουνε σπόντα στην καινούρια κολεξιόν της επερχόμενης άνοιξης, κραυγές απελπισίας και θανατικού με φόντο χριστουγεννιάτικα στολίδια και καπάκι η νέα συνταγή βασιλόπιτας με άρωμα καρότο. Κι ο Αγιο-Βασίλης πίνοντας κόκα-κόλα να χαμογελά πανευτυχής κι εκστασιασμένος, μοιράζοντας απ'τον κατακόκκινο σάκο του γυαλιστερές χειροβομβίδες!
Κι οι Ισραηλίτες, παντοκράτορες, βαράνε αλύπητα, με την αμέτοχη συμμετοχή των Λοιπών... Κι εμείς παρακολουθούμε σαστισμένοι σακατεμένα παιδιά να αιμορραγούν και κυβερνήσεις να προσκυνούν..
Η ανθρωπότητα περνάει κρίση.. και, δυστυχώς, δεν είναι μονάχα οικονομική...

(Υ.Γ. Α, και για να μην ξεχνιόμαστε.. Δεν έφτανε το αιματοβαμμένο σκηνικό.. έχουμε και τα "δικά μας". Αρχίσανε να σουλατσάρουνε κι οι Τούρκοι στο Αιγαίο μας ακόμη πιο απειλητικά.. Κάποια νησιά μας, λέει, είναι δικά τους, τουρκικά, αλλά δεν το ξέραμε! Άσε που επικαλούνται κι ένα ζητηματάκι με τη μειονότητα της Θράκης.. Χρόνια κρατάει αυτή η κολώνια.. αλλά, εμείς, απαθέστατοι τους αγνοούμε.. Δε λέμε και κουβέντα, μη και μας πουν υπερβολικούς, μη και μας κολλήσουν την ταμπέλα "εθνικιστές" (είναι πολύ της μόδας, βλέπεις..). Αλλά είναι και το άλλο, το βασικότερο, "ποιός ασχολείται τώρα μ'αυτά;".. Εδώ κοτζάμ Κράτος και Κυβερνήσεις του τόπου μας, δε δίνουν δυάρα.. Άρα, κίνδυνος δεν υπάρχει! Το περνάμε, λοιπόν, στα "ψιλά γράμματα" και ξεφυλλίζουμε με προσοχή το προσπέκτους με τις προσφορές για τα καινούρια μοντέλα για κινητά. Δεν έχει σημασία που όταν επισκέφτηκα τη Ρόδο μου ήρθε δέκα φορές στο κινητό το μήνυμα "welcome to Turkey!"..)

Καλό ξημέρωμα Ανθρωπότητα...

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

.. μια άσπρη μέρα..



Το πάλευε από δω, το πάλευε από κει, δυο μέρες τώρα, μια βροχή, μια χαλάζι, μια ένα νερουλιασμένο "τσιρλόχιονο" (να με συγχωρείτε, αλλά δεν περιγράφεται αλλιώς..), χθες τη νύχτα το αποφάσισε να ξημερώσει "μια άσπρη μέρα και για μας".. έστω με την καθαρά κυριολεκτική έννοια, κι όχι με τη μεταφορική που όλοι, φαντάζομαι, θα ευχόμαστε. Με λευκό πέπλο, λοιπόν, στολίστηκε το βουνό μας, μ'ένα αραχνοϋφαντο λευκό πέπλο, χιλιομπαλωμένο, εύθραυστο, έτοιμο με την πρώτη αμυδρή μεταβολή της θερμοκρασίας να αφανιστεί..
Ο ουρανός σκοτεινός, βαρύθυμος, μελαγχολικός κι ο Παγασητικός, πέρα κάτω, να κολυμπά στο γκρίζο φόντο του.. Τα κλωνάρια λυγάνε κάτω απ'τις αφράτες νιφάδες του χιονιού, το τζάμια θολώσανε, τα δέντρα στολιστήκανε με κάτασπρες γιρλάντες, λευκά υφαντά καλύψανε τις στέγες των σπιτιών...Το βουνό μας καλωσόρισε το πρώτο χιόνι της χρονιάς... Γιατί Χριστούγεννα, χωρίς χιόνι, θα μοιάζανε μίζερα, λειψά, στο βουνό των Κενταύρων.. Όπως και να το κάνουμε, οι μέρες τούτες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις πολύτιμες λευκές νιφάδες του ουρανού... Βέβαια, οι μέρες τούτες, οι μέρες των Χριστουγέννων είναι συνδεδεμένες και με κάτι πολύ πιο πολύτιμο, με κάτι ανεκτίμητο.. την Αγάπη.. Μια λέξη που χωρά όλη την ομορφιά και την ουσία της ζωής.. Κι ενώ εδώ η μέρα ξημέρωσε κάτασπρη, σε μια άλλη γειτονιά ξημέρωσε βαμμένη κόκκινη...

"Οργή και θρήνος πνίγουν τη Λωρίδα της Γάζας μετά την πρωτοφανούς έκτασης ισραηλινή επίθεση με απολογισμό 230 νεκρούς και περισσότερους από 600 τραυματίες. Οι αεροπορικές επιδρομές συνεχίζονται και το Ισραήλ εκτοξεύει απειλές ακόμα και για χερσαία επίθεση για την εξουδετέρωση της Χαμάς, η οποία καλεί σε νέα Ιντιφάντα. «Βράζει» ο αραβικός κόσμος.
Ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη έριξαν το Σάββατο στη Γάζα βόμβες άνω των 100 τόνων προκαλώντας πανικό, σύγχυση και όρκους εκδίκησης. Εξαπολύθηκαν συνολικά 100 επιδρομές, βομβαρδίστηκαν περισσότερες από 40 υποδομές του ριζοσπαστικού κινήματος της Χαμάς. Γυναίκες και παιδιά βρήκαν φρικτό θάνατο στη χειρότερη αιματοχυσία που ζει η Λωρίδα της Γάζας στην ιστορία της."
(
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=971160&lngDtrID=245)

Έτσι αποφασίσαν κάποιοι, για κάποιους άλλους.. Τούτη τη μοίρα τους ορίσαν.. τόσο απλά, τόσο αυθαίρετα, τόσο απάνθρωπα, τόσο αδίστακτα.. Κι έμεινα εγώ πάλι να αναρωτιέμαι για όλη αυτή τη φρίκη που δεν έχει τελειωμό..
Όπως γράφει και το Γιωτάκι σήμερα: "και επι γης ειρηνη¨ Σαν ανεκδοτο μου ακουγεται..

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

28η Οκτωβρίου: μέσα απ'τα μάτια μιας γιαγιάς..



"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.
Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μι αγυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.



Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."



Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".
[...]


Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.
[...]


Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.
[...]


Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.
[...]


Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής"

(*οι πίνακες του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη)