Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητράκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητράκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Έχω τραχανά απλωμένο! (ταξίδι στη γεύση και στη λέξη!)

Είχα, λοιπόν, κοντά τέσσερα χρόνια να φτιάξω τραχανά- εγώ που ανελειπώς κάθε καλοκαίρι έμπαινα σ'αυτή τη διαδικασία. Οι λόγοι πολλοί, αλλά η βασική αφορμή που μου είχε χαλάσει τη διάθεση και παρέτεινε την αναβλητικότητά μου, ήταν μια εφιαλτική επιδρομή λιλιπούτειων εντόμων πριν κάποια χρόνια σε όλους τους χώρους του σπιτιού! Κάτι παμφάγα μικροσκοπικά κοκκινωπά ιπτάμενα σκαθαράκια που είχαν προκύψει από το πουθενά κι είχαν εισβάλει παντού, οι γόνοι των οποίων ροκάνιζαν επιμελώς ό,τι τρόφιμο ή βοτάνι είχα μαζεμένο κι ασφαλισμένο σε γυάλινα βάζα, μέχρι και κάποιες βιβλιοδεσίες παλαιών βιβλίων, όπου είχαν μεταφερθεί από τη λεβάντα πού'χα τοποθετήσει για άρωμα και προστασία! Οπότε και κατά τον προβληματισμό μου για την πηγή προέλευσής τους, είχα κατατάξει στους βασικούς υπόπτους το σπασμένο στάρι που χρησιμοποίησα για την παρασκευή του τραχανά ο οποίος κι έμεινε απλωμένος δυο βδομάδες μες στο σπίτι για να στεγνώσει εντελώς προτού αποθηκευτεί. Πάντως άκρη δεν έβγαλα ποτέ!
Όπως και νά'χει φέτος το'χα στον νου να ξανακάνω. Με χίλιες μύριες προφυλάξεις φυσικά! Κι έτσι, σε μια επίσκεψη στη γειτόνισσα μόλις ένιωσα τη μοσχοβολιά του "τυριού" που ανακάτωνε με το σιμιγδάλι, το πήρα απόφαση! "Από πού πήρες το γάλα;" αμέσως ρώτησα, καθώς το γάλα είναι το πιο βασικό υλικό για την τελική νοστιμιά του. Κι είναι σημαντικό κυρίως νά'ναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολά για να μην καταλήξει ο τραχανάς με άρωμα γιδοτραγίλας, λόγος για τον οποίο αποφεύγω συνήθως να τον γεύομαι αλλού πλην του σπιτιού μου! 


Παρήγγειλα λοιπόν κι εγώ γάλα γίδινο, από γίδια αλανιάρικα με μαντρί στο βουνό, παχύ λες κι ήταν πρόβειο (είναι κι οι ιδανικές για τούτη τη δουλειά τελευταίες μέρες του Αυγούστου, που όσο στερεύουν σιγά-σιγά τα ζωντανά, το γάλα χάνει την πρότερη ρευστότητά του*), το έβρασα σχεδόν (μέχρι λίγο πριν κοχλάσει, στους 95 βαθμούς Κελσίου), τό'βαλα σε μεγάλες γυάλες και του πρόσθεσα χονδρό αλάτι (κάτι λιγότερο από μια κουταλιά της σούπας για κάθε λίτρο), το ανακάτεψα, το καπάκωσα (αφήνοντας ένα περιθώριο για όταν "φουσκώσει") και το παράτησα σε μια γωνιά περιμένοντας να "κόψει". Δηλαδή, κατά ένα τρόπο να γίνει τυρί, τυρί που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο υγρό, τυρόγαλο ή καψιά (ή όπως αλλιώς το λέει καθένας). Ένα τυρί σαν φρέσκια αφράτη λιπαρή φέτα που δεν νομίζω πως κανένας τυρόφιλος θα μπορούσε να του αντισταθεί! (Εμ, έφτιαξα και λίγο για να το φάμε!) 



[Αν έχεις τη δυνατότητα να λαβαίνεις καθημερινά κάποια ποσότητα γάλακτος, μπορείς να το προσθέτεις σταδιακά στο ίδιο δοχείο με το αρχικό. Παλιότερα, π.χ., συγκέντρωναν συχνά όλο το γάλα των ημερών της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, προσθέτοντας φυσικά το ανάλογο αλάτι, στο ίδιο δοχείο περιμένοντας να "ξινίσει" και να "κόψει".
Για έναν μυστήριο λόγο, στη μια γυάλα "έκοψε" μόλις σε τρεις μέρες, ενώ στην άλλη έφτασε τη βδομάδα για να διαχωριστεί. Στο ενδιάμεσο, λοιπόν, ενώ με έπιασε και μια αγωνία μην τυχόν και δε "γίνει" και παραμείνει απλό ξινόγαλο, άρχισα να περιδιαβαίνω σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και να διαβάζω σχετικά με συνταγές παρασκευής τραχανά. Κι εκεί, έμεινα σχεδόν έκπληκτη, γιατί δε βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει μ'αυτήν που έμαθα εδώ! Κι εδώ βρίσκεις παραλλαγές, αλλά τα βασικά υλικά και η διαδικασία είναι ίδια. Στο διαδίκτυο συνάντησα παρασκευή τραχανά με προζύμι, με γιαούρτι, έως και με αυγά, ή μονάχα με αλεύρι, με ξινόγαλα ή απλό γάλα, κι ό,τι σχετικό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά όχι μ'αυτό το υπέροχο τυράκι που προκύπτει από τούτη τη διαδικασία και μονάχα σπασμένο στάρι ή σιμιγδάλι! Η αλήθεια είναι, πως καμιά από κείνες τις συνταγές δε με ενέπνευσε, ίσα-ίσα σαν να κατάλαβα γιατί ουδέποτε με έλκυε ιδιαιτέρως ο τραχανάς που κυκλοφορούσε, πριν δοκιμάσω τούτον!


* "Αυτό τον καιρό, της Αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον χειμώνα, βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες του ασπρομάλλη γέροντα. Ύστερα, ό,τι κάνουν αυτές τις δεκαπέντε μέρες. Μετά αρχίζει το γάλα να λιγοστεύει σιγά-σιγά. Τραβάει το πράγμα ολοταχώς για στέρφεμα, Τί να σου κάνει! Νισάφι! Μήνες ολάκερους το στρουγκιάζει ο τσοπάνης." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Εδώ, τα υλικά είναι τα εξής τρία:
- Το τυρί που προκύπτει από το διαχωρισμό του γάλακτος κι όσο από το υγρό που μένει θέλει να προσθέσει κανείς.
- Σπασμένο στάρι (οι παλιοί που "αλέθαν" τους σπόρους σταριού στις πέτρες χρησιμοποιούσαν βασικά αυτό και μόνο) ή σιμιγδάλι (το οποίο προτιμούν τελευταίως οι περισσότεροι, αλλά εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι όταν μαγειρευτεί θα γίνει σαν κρέμα ή πουρές) ή συνδυασμό των δύο αυτών σε όποια αναλογία κανείς προτιμά. Προσωπικά βάζω περίπου μισό στάρι, μισό σιμιγδάλι. Άλλες φορές περισσότερο από το ένα, κι άλλες από το άλλο.
- Φέτος χρησιμοποίησα περίπου έξι κιλά στάρι και σιμιγδάλι για εννέα -ίσως και παραπάνω- λίτρα γάλα "ξινισμένο".

Και η διαδικασία η παρακάτω:
Καταρχάς κοσκινίζεις το στάρι και το σιμιγδάλι. Το προηγούμενο βράδυ, ζυμώνεις σε μια λεκάνη όλα τα υλικά, ώστε το στάρι να τραβήξει την υγρασία, και τα αφήνεις σκεπασμένα με μια πετσέτα μέχρι το επόμενο πρωί. Νωρίς, λοιπόν, απλώνεις ένα πανί σ'ένα μεγάλο τραπέζι στον ήλιο, και τοποθετείς το μείγμα σε όσο το δυνατόν μικρότερα σβωλάκια, ώστε να στεγνώσει πιο σύντομα. Κι όσο σιγά-σιγά ξεραίνονται, τα αναποδογυρίζεις και τα σπας σε πιο μικρά μέχρι που τα περνάς από το ειδικό κόσκινο να τριφτούν ή, απλά, τα τρίβεις με τις παλάμες, αν δεν έχεις κάποιο αντίστοιχο εργαλείο. Φυσικά ο τραχανάς πρέπει νά'ναι σκεπασμένος με διπλό τούλι για προστασία από τις μύγες κι από τους υπόλοιπους ιπτάμενους επισκέπτες. Πάντως, πολύτιμοι αρωγοί στη διαδικασία μπορούν να φανούν οι ανεμιστήρες, καθώς και τον στεγνώνουν γρηγορότερα συντομεύοντας τη διαδικασία, και εμποδίζουν τις μύγες να συνωστίζονται πάνω από το τούλι (οπότε δε χρειάζεται και να τις κυνηγάς), αλλά και σε δροσίζουν καθώς παλεύεις μες στην καρκαϊλα του αυγουστάτικου ήλιου! Όπως και νά'χει, όμως, τη μέρα σου θα την φας! Εξ ου κι η παροιμία: "Έχω τραχανά απλωμένο!"... και το νου μου πρέπει νά'ναι επικεντρωμένο σταθερά εκεί.  Γι'αυτό βολεύει πολύ να έχεις παρέα: πρώτον, γιατί πιθανότατα θα σκυλοβαρεθείς μονάχος και, δεύτερον, γιατί μονίμως πρέπει κάποιος νά'χει τον νου του μην πηδήξουν πάνω του τίποτα γατιά που τον λιμπίζονται λες κι είναι ψάρι! (Ναι, τό'χω πάθει κι αυτό μέσα σε ένα λεπτό που μπήκα στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξαναφτιάξω απ'την αρχή!) 
Όσο για την αποθήκευση:
Καλό είναι, λένε, για δεκαπέντε μέρες να τον έχεις απλωμένο μες στο σπίτι μέχρι να στεγνώσει εντελώς, κι ακόμη καλύτερο, θεωρώ, να τον ξαναβγάλεις για δυο-τρεις ώρες κάποιες μέρες να λιαστεί, για να χαθεί κάθε ίχνος υγρασίας. Οι παλιοί τον αποθήκευαν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες για να αερίζεται από τους πόρους τους, οι πιο σύγχρονοι, καθώς κι εγώ, επιλέγουμε τα γυάλινα βάζα που σφραγίζουν καλά, όπου, αν εξαιρέσουμε την χρονιά της επιδρομής του κακοποιού μαμουνιού (που πρέπει να προηγήθηκε της αποθηκεύσεως), παραμένει ατόφιος όχι μονάχα για ένα χρόνο, αλλά και για πολύ περισσότερο. Τουλάχιστον εμένα δε μου έχει ποτέ μαμουνιάσει κι ας έχει φτάσει κάποιων ετών.

[Φέτος, βέβαια, ήτανε μια παράξενη μαμουνοχρονιά, τουλάχιστον για μένα! Μου τύχαν διάφορες συσκευασμένες (το τονίζω!) παρτίδες σταριού, αλευριού αλλά και ρυζιού, κι ακόμη και φάβας, σκουληκιασμένες! Τόσο που σκέφτηκα πως κάποιο θέμα αντιμετωπίζουν οι αποθήκες δημητριακών... Κι άντε με κανένα μαύρο μαμουνάκι να μη φρικάρεις, το σκουλήκι όμως... παραείναι αποκρουστικό! Όταν, λοιπόν, είδα και στην πρώτη δόση σπασμένο στάρι που αγόρασα σκουληκάκια, την πήρα την φρίκη μου! Κι αν έφαγα τον κόσμο να βρω σιτάρι χωρίς ξένα σώματα (κατέληξα να αγοράσω και λίγο συσκευασμένο πληγούρι), η δυσπιστία μου ως προς το τί μικροσκοπικούς κι "αόρατους στο μάτι" γόνους εντόμων μπορούσαν να φιλοξενούν, μ'έβαλε να σκέφτομαι εμμονικά τί να κάνω -χωρίς να αλλοιώσω το γευστικό αποτέλεσμα- για να τους εξοντώσω εν τη γενέσει, για να μην έχω παρατράγουδα! Και τότε θυμήθηκα τη συνταγή για "ξινόχοντρο" της φίλης μου της Βαγγελιώς από την Κρήτη. Κι ω ναι! Στην Κρήτη βράζουν πρώτα όλο το τυρόγαλο και σ'αυτό μέσα ρίχνουν το στάρι! Οπότε κι εγώ κατέληξα στην εξής παραλλαγή: Αφαίρεσα όλο το υγρό που είχε διαχωριστεί από το τυρί, το έβαλα σε μια κατσαρόλα να βράσει και μέσα σ'αυτό ζεμάτισα το στάρι και το σιμιγδάλι μου. Και, μεταξύ μας, επειδή ακόμη δεν είχα ησυχάσει, αφού έτριψα κι έλιασα το τραχανά, τον πέρασα και για λίγα μόνο λεπτά από το φούρνο (σε υψηλή θερμοκρασία και μοναχά με λειτουργία αέρα) και... ο Θεός βοηθός!]


Σήμερα τον ξανάβγαλα λίγες ωρίτσες για λιάσιμο. Ετοιμάζομαι να τον "μαζέψω". Τελικά, έγινε μια χαρά! Τον δοκίμασα και σε μια απλή μορφή (βρασμένο με ντομάτα, λίγο σκορδάκι, βασιλικό κι ελαιόλαδο) και σε μια πιο γκουρμεδιάρικη έκδοση που εμπνεύστηκα: Τσιγάρισα λίγο κιμά με κρεμμυδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά φλωρίνης, έσβησα με λιγοστό κρασί, πρόσθεσα λίγο πελτέ, λίγο φρέσκο βασιλικό, ψιλοκομμένο σκόρδο, νερό κι ύστερα -πάντα προτού πάρει βράση το νερό, για να μη σβωλιάσει- τον τραχανά. Τον σέρβιρα με λίγο κεφαλοτύρι τριμμένο... Τί να λέμε τώρα! Απορώ κι εξίσταμαι μ'εκείνους που τον τρώνε μονίμως σκέτον, λευκό σαν χυλό.  Γιατί κάπως έτσι δυσφημείται κι απαξιώνεται ο καημένος και τόσο θρεπτικός τραχανάς, κι όσοι δεν τα πάνε καλά με τους άσπρους χυλούς, τον έχουν πάρει με κακό μάτι! Στην τελική ζυμαρικό είναι, που αποτελείται από στάρι και τυράκι (τουλάχιστον ο συγκεκριμένος), που οι γεύσεις τους είναι οικείες και συνδυάζονται με πολλά. Υπέροχος είναι και με σωταρισμένα ασπρομανίταρα μέσα ή με κοτόπουλο, αλλά και με ό,τι άλλο πεθυμήσει κανείς και φανταστεί!

Αλλά ας γυρίσουμε τουλάχιστον καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους":


"... " Ο τραχανάς θέλει φρέσκο γάλα και στάρι. Το γάλα το μαζεύω τέσσερις πέντε μέρες πριν, το βράζω και το αφήνω έξω από το ψυγείο, σε μια γυάλα, να ξινίσει λίγο. Το στάρι το πλένω καλά, το στεγνώνω στον ήλιο και το καθαρίζω να φύγουν όλα τα σκουπιδάκια κι ύστερα το τρίβω στα λιθάρια. Παλιά είχαμε κι εμείς λιθάρια, τώρα απόμειναν σ'ένα σπίτι της γειτονιάς και πάμ' εκεί να τρίψουμε."
Ο χειρόμυλος αυτός, όμοιος με εκείνον που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία εποχή, αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες που είναι τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με μια τρύπα στο κέντρο για να πέφτει λίγο λίγο από κει το στάρι και να τρίβεται. Στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια δεύτερη τρύπα, μικρή σαν δίφραγκο, στην οποία εισχωρεί ένα ξύλο. Γυρίζοντας κυκλικά το ξύλο αυτό, η πάνω πέτρα περιστρέφεται πάνω στην κάτω και τρίβει τον καρπό.


"Τον τραχανά τον φτιάχνουμε το καλοκαίρι, γιατί πρέπει να ξεραθεί καλά στον ήλιο. Σε επτά κιλά γάλα βάζω πέντε κιλά στάρι, μια πρέζα αλάτι και τα ανακατεύω καλά με το χέρι. [...] Αφού ζυμώσω, αφήνω το ζυμάρι μια δυο ώρες να φουσκώσει. Στην αυλή μου, πάνω σ'ένα τραπέζι, στρώνω έπειτα ένα άσπρο καθαρό πανί, απλώνω τον τραχανά κουταλιά κουταλιά για να στεγνώσει στον ήλιο και το σκεπάζω με ένα τουλπάνι για να μην πάει μύγα. Έχω όμως το νου μου, μια δυο φορές πάω και τον γυρίζω, για να ψηθεί απ'όλες τις μεριές. Όταν στεγνώσει και γίνει σαν παξιμάδι θα τον σπάσω με το χέρι σε μικρά κομμάτια για να στεγνώσει μέχρι μέσα και θα τον τρίψω να περάσει απ'το κόσκινο. Δεν έχω πια εκείνο το δερμάτινο το κόσκινο, πάει αυτό, κάηκε μαζί μ'όλο μας το σπιτικό, τώρα έχω το λαμαρινένιο. Όπως το τρίβω το παξιμάδι, πέφτει ένα ψιλούτσικο ρυζάκι, αυτός είναι ο τραχανάς. Θα τον απλώσω τώρα μέσα στο σπίτι περίπου μια βδομάδα να φύγει όλη του η υγρασία και θα τον φυλάξω σε πάνινο σακουλάκι και θα τον κρεμάσω σε μέρος στεγνό για να μην πιάσει σκουλήκι."..."


[Τώρα, για όποιον θέλει να γυρίσει και καμιά δεκαριά χρόνια πίσω, υπάρχει κι αυτή η ανάρτησή μου: έχω τραχανά απλωμένο.. από εποχή pathfinder, της οποίας τα πολύτιμα σχόλια δεν εδύνατο, δυστυχώς, να μεταφερθούν εδώ....]

Ας κλείσουμε, όμως,  μ'ένα ταξίδι στα "ετυμολογικά" του τραχανά....

Η συνήθης ετυμολογία της λέξεως "τραχανάς" δίνεται από το μεταγενέστερο "τραγανός" με επίδραση του "τραχύς" και του πληθυντικού "τα τραχανά". Ο δε "τραγανός" προέρχεται από θέμα του αορίστου "έτραγον" του αρχ. "τρώγω" και σημαίνει τον όμοιο με χόνδρο, τον κάπως σκληρό, αλλά κι αυτόν που "τρίζει κατά τη μάσηση". ("Μείζον ελληνικό λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη"")
Εξ άλλου το αρχαίο "τρώγω" δεν είχε την ευρεία έννοια του σημερινού "τρώω", αλλά αφορούσε την κατανάλωση κυρίως καρπών, σε αντιδιαστολή με το "εσθίω":
"τρώγω": ... ρυκανῶ τι διὰ τῶν ὀδόντων ὄπως εἶτα μασήσω καὶ καταπίω, ροκανίζω, οἷον ἐπὶ τῶν φυτοφάγων ζώων... // ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐσθίω ὠμὰ χόρτα, ὄσπρια καὶ ξηρούς καρπούς' ΑΒ114,15 "τρώγειν οὔ φασι δεῖν λέγειν τὸ ἐσθίειν, ἀλλὰ τὸ τραγήματα ἐσθίειν"... ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Όπου "τραγήματα" (εκ του τρώγω-έτραγον φυσικά)= "καρποί ροκανιζόμενοι κατά το τέλος του δείπνοι, επιδόρπια, σύκα, καρύδια, τα προς τέρψη τρωγόμενα, ξηροί καρποί"("Επίτομον λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Δορμπαράκη")

Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικό":
"παρὰ τοῦ ἔτραγον τραγανός" (731,15)

Ο Δημητράκος στο λήμμα "τραγανός" (ὁ)  (ως ουσιαστικό) αναφέρει τις εξής έννοιες:
1) μτγν. και δημ. τράγος και παραπέμπει στην έβδομη ερμηνεία της λέξεως τράγος = "μείγμα τι εκ χονδροαλεσμένου σίτου, εξ ολύρας: Διοσκουρίδης 2,11"
2) το φυτό σκορπίος ή αλλιώς τράγος
3) δημ. ο τραχανάς
Ενώ στο επίθετο "τραγανός"(-η, ον) [εκ του "τραγείν"] σημειώνει:
1) μτγν., νεωτ. & δημ. τρώξιμος, εδώδιμος, φαγώσιμος
2) μτγν., νεωτ. & δημ. ο όμοιος προς τον χόνδρον, χονδρώδης, υπόσκληρος// δημ. το ουδετ. τραγανό ως ουσ. χόνδρος της ρινός, του ώτος, κττ.
3) νεωτ. & δημ. ο τρίζων κατά την μάσησιν [...]

(σιμιγδαλένιος τραχανάς)

Αλλά κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης"  παραθέτει το λήμμα "τραγανίς" (ὁ, ἡ): "ἐπὶ ἐδωδίμων, ἅτινα ἔν τῶ τρώγεσθαι βαρύν τινα ἦχον ἐν τῶ στόματι προξενοῦσιν, ὥς το τραγανόν, χόνδρος, οἱ τραχεῖς κέρασοι, οἱ σεμιδαλῖται ἄρτοι & αὔτη ἡ σεμίδαλις κ.τ.τ., μεταφορικὰ δε & ἐπὶ τραχείας φωνῆς καὶ μάλιστα τῶν ακμαζόντων νέων......", 
όπου "χόνδρος"= "χονδροκοπανισμένον κριθάρι ἤ σιτάρι...." [εξ ου και "ξινόχοντρος" ο τραχανάς των Κρητικών παρασκευαζόμενος από σπασμένο στάρι και ξινισμένο γάλα]
και "σεμίδαλις" φυσικά το σιμιγδάλι

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές αναφορές του Φαίδωνος Κουκουλέ στο πολύτομο και πολύτιμο έργο του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εκδόσεις Παπαζήση), όπου καταγράφει (τόμος Ε, σελ.40):
"Μεταξὺ των οικιακῶν σκευῶν τῶν Βυζαντινῶν ἀναφέρεται και το "χειρομύλιον", τοῦθ'ὅπερ δεικνύει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔκοπτον δι'αὐτοῦ τὸν σῖτον, τὸν "χόνδρον ἤ τραγανὸν ἤ τράγον" αποτελοῦντες (σημ.: "Χόνδρος' τραγανός", Ἠσύχιος), ἐξ οὗ καὶ τὸ ὁμώνυμον θὰ παρασκεύαζον φαγητόν, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου περιγράφουσι τὰ "Γεωπονικά". "
με παραπομπή: "Γεωπονικά 3, κεφ.7,8. Σήθ 127,1. Τὸν χόνδρον ἀναφέρει και ὁ Ὀριβάσιος, 3,3,2 (71,15). Νῦν ἐν Αὐλωναρίῳ Εὐβοίας "τραγανός" και ἐν Ἴμβρῳ "τραχανός" λέγεται ο τῶν μεσαιωνικῶν "τράγος", ὁ κοινός "τραχανᾶς". "

Ο Ησύχιος στο λεξικό του καταγράφει:
"χονδρεύει": "σεμίδαλιν ποιεῖ"
"χονδρίτης": "σεμίδαλις" (Αθήναιος, Γ'115d)
"χονδροκοπ(ε)ῖα": "μύλων ὅπου ὁ χόνδρος κόπτεται"
"χόνδρον": "σεμίδαλιν μεμιγμένη ὡς πλακοῦντα" (Ἀριστοφάνης, Σφ. 737)
"χόνδρος": "τραγανός. οὕτος ὁ ἅλιξ. ἤ παχύς, ἤ μωρός"

Κι επανερχόμαστε στον πολύτιμο Φαίδωνα Κουκουλέ (τόμος Ε, σελ.119):
"Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Πλούτου τοῦ Ἀριστοφάνους (στιχ.999), ὁμιλῶν δι' εἶδος πλακοῦντος γαλακτώδους, ὅστις ἰδιωτικῶς "φλεψία" και "τραχανᾶ" ἐκαλεῖτο μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του συνηθίζετο ἡ "τραχανόπιττα", ἥτις θὰ κατασκευάζετο, πιθανότατα, ὡς καὶ σήμερον, ἐκ πολτοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τραχανᾶ, "τράγου" κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καλουμένου*, ὑδατος, κρόκων ὠοῦ, βουτύρου καὶ τριμμάτων τυροῦ, ὅστις πολτὸς παρενετίθετο μεταξὺ φύλλων ζύμης. 
Ἡ τραχανόπιττα αὕτη νῦν ἐν Ἡπείρῳ καλεῖται "κοφτόπιττα", ὡς κατασκευαζομένη ἐκ κοφτοῦ ἐν χειρομύλῳ δῆλα δὴ κοπέντος σίτου, βουτύρου καὶ τυροῦ.",
όπου * "Περὶ χόνδρου καὶ ἑψήσεως αὐτοῦ  μετὰ γάλακτος, βλ. Ὀριβάσιον, 4,7,31 (105,2ἑξ.)" [ο οποίος Οριβάσιος ή Ορειβάσιος ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και συγγραφέας του 4ου αιώνος μ.Χ..]

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Αμαρυλλίς!



"Γω τραγουδώ τον έρωτα για την Αμαρυλλίδα*
[...]
Χαριτωμένη αγάπη μου, γλυκιά μου Αμαρυλλίδα,
γιατί στο φέγγος της σπηλιάς δεν φάνηκες, δεν ήρθες
και μένανε το φίλο σου, αυτόν που σ'αγαπάει, 
δεν με καλείς σαν πρότερα για νά'ρθω στη σπηλιά σου;
Θαρρώ πως με οχτρεύεσαι, τώρα θαρρώ πως κρίνεις
που έχω μύτη κυρτωτή και γένι σαν του τράγου'
αν έτσι με θωρείς εσύ θα κρεμαστώ στον πεύκο.
Έλα, καλή, και σού'φερα τα δέκα πρώτα μήλα,
θα ξαναπάω αύριο για να σου φέρω κι άλλα, 
βγες ρίξε μόνο μια ματιά να δεις πως υποφέρω.
Ω, να γινόμουν μέλισσα, το βουητό της νά'χα
και νά'μπαινα απ'τον κισσό και την πυκνή τη φτέρη
μες στη σπηλιά που κρύφτηκες και δεν σε είδα μέρες.


Τώρα γνώρισα τον Έρωτα, θεός σκληρός που είναι'
εβύζαξε απ'τους μαστούς της λιονταρίνας γάλα
μες στους δρυμούς που η μάνα του τον έθρεψε για χρόνια,
αυτός με καίει, με πονεί, τα κόκκαλα σουβλίζει.
Τον πόθο μέσα μου έσπειρες και δεν λυπάσαι τώρα,
ω μαυροφρύδα κοπελιά, αγκάλιασέ με λίγο,
έλα κοντά σε μένανε, γλυκά να σε φιλήσω. [...]


[...] Πονώ πολύ στην κεφαλή μα σένα δε σε μέλει.
Θα πάψω πια να τραγουδώ και χάμω θα ξαπλώσω, 
κι ας έρθουν λύκοι άγριοι να με κατασπαράξουν.
Ο θάνατός μου να γενεί, μέλι να σε γλυκάνει."
(Θεοκρίτου Ειδύλλια, "Κώμος", απόδοση: Ν. Νικολάου, εκδόσεις: Κάκτου)

[* Υπόθεση: Ένας γιδοβοσκός άφησε το κοπάδι του στην επίβλεψη του Τίτυρου, ενός βοσκόπουλου, και εκείνος παίζει τη φλογέρα του και τραγουδάει τον έρωτά του για τη βοσκοπούλα Αμαρυλλίδα, προσπαθώντας να τη συγκινήσει και να την πείσει να δεχτεί την αγάπη του. Η Αμαρυλλίς όμως δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του....]


Αμαρυλλίς, εκ του "αμαρύσσω"= λάμπω, στίλβω, αστράπτω, πβ. Ησιόδου (Θεογονία 287): "πῦρ ἀμαρύσσει ἐξ ὄσσων" ... ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ. Δημητράκου)

Ο Π.Γ. Γεννάδιος σημειώνει στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του:
"Αμαρυλλίς (Amaryllis, τάξις Αμαρυλλιδωδών): περιλαμβάνει φυτά βολβόριζα, κοσμητικά' οι βολβοί των τοξικοί. Με τον οπόν του βολβού της Αμαρυλλίδος, της Διστίχου (A. Disticha) οι ιθαγενείς της Ν. Αφρικής δηλητηριάζουσι τα αγχέμαχα όπλα των. Λίαν κοσμητικόν είδος είναι η Αμαρυλλίς η Ευθάλεια (A. Beladona) ιθαγενές των Αντιλλών απαντών θεραπευόμενον υπό πολλάς διαφοράς, ως και Αμαρυλλίς η Καλλίστη (A. Sprekelia Formosissima), ιθαγενές του Μεξικού. / Αμαρυλλίς είναι το όνομα ποιμενίδος παρά Θεοκρίτω." 
Στην τάξη των Αμαρυλλιδωδών κατατάσσει και το Ιππέαστρον (Ippeastrum, τάξις Αμαρυλλιδωδών): Περιλαμβάνει υπέρ τα 50 είδη' φυτά βολβόριζα, λίαν κοσμητικά. [...] Μεταξύ των οποίων και το Ιππέαστρον το της Βασιλίσσης (Amaryllis Reginae)...

Σύμφωνα, πάλι, με το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" (που περιλαμβάνει αναφορά και στο νεότερο ομώνυμο διήγημα του Δροσίνη) :


Όπως και νά'χει, πρόκειται για ένα πανέμορφο λουλούδι που φιλοξενώ και στη δική μου αυλή, εδώ και μερικά χρόνια, δωρεά ενός γείτονα που αραίωνε τις ασφυκτικά γεμάτες από βολβούς γλάστρες του. Από την πρώτη στιγμή που άνθισε και μου χαμογέλασε το ερωτεύτηκα! Πόσο μάλιστα εκείνον τον περισσευάμενο βολβό, τον στριμωγμένο μέσα σ'ένα μικρό μπογιατισμένο κονσερβοκούτι που δε δίστασε να μου χαρίσει τόσα άνθη στο παραθύρι μου:


Πάντα μ'εντυπωσιάζει με πόση λαχτάρα πολλαπλασιάζονται οι βολβοί τούτων μα κι άλλων πανέμορφων λουλουδιών, κάτω απ'το χώμα... πως γεννοβολούν "στα κρυφά" ολάκερη οικογένεια αγκαλιασμένη σφιχτά μέσα στη γη για να προβάλουν την επόμενη χρονιά ακόμη περισσότερα άνθη κάτω απ' την ανοιξιάτικη ματιά του ηλίου...


Πόση ομορφιά γεννιέται σαν ανταμώσει το βλέμμα του ήλιου με το δάκρυ τ'ουρανού... Πόση ομορφιά γεννάει τούτο το χάδι του Θεού... 

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Ξημέρωσε μια πανέμορφη, ηλιόλουστη μέρα κι εγώ πάλευα με τον πανόπτη Άργο και τον Αργειφόντη: Αν είναι Αργοφονιάς, αν φανερώνει ή φονεύει, αν είν' λευκός, λαμπρός και καθαρός, αθώος ή ένοχος, αν είναι ο λόγος ο σαφής και των θεών ο αγγελιαφόρος. Οπότε πήρε η μπάλα και τον Άργο, όχι του Οδυσσέα τον πιστό, αλλά κείνον τον άλλον με το κορμί γεμάτο μάτια σαν κορδωμένο παγώνι, τον οξυδερκή φύλακα, το τέρας το τρομακτικό που άλλοι άνθρωπο τον βλέπανε κι άλλοι κουτάβι και που, σαν να μην έφταναν αυτά σου τσαμπουνάει κι ο Ευστάθιος κάτι πως κάποιος κάπου κάποτε τον έβλεπε σαν φίδι, και φιδοκτόνο τον Ερμή, σαν το μεγάλο αδέρφι του, τον άνακτα Απόλλωνα.


Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!


Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!


Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!


Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:

"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.:  Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
Ως κι ο Πίνδαρος στους Ύμνους του σε μνημόνευσε:
"ἴϋγγι δ' ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν"
(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
Και σαν να μην έφταναν αυτά, εφόσον απασχόλησες ακόμη και τις μάγισσες, τ'όνομά σου συνδέθηκε και μ'άλλη έννοια:
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις, 
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")

Αχ σουσουράδα μου καημένη, είδες λοιπόν τί σου σκαρώνουν οι άνθρωποι για να σκεπάσουν τα δικά τους στραβά; Σ'είδαν με κουνιστή ουρά και για να ξορκίσουν τα πάθη τους, τους δώσαν το όνομά σου! Κι ύστερα τα πάθη τους προκαλούσαν καημούς και λαχτάρες και δώσαν και σε τούτα πάλι το δικό σου όνομα! Σ'αλλάξανε όνομα; Και πάλι σ'είπανε γυναίκα κουνιστή
Ευτυχώς, λοιπόν, που τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με πουλιά! Αλλιώς, αλίμονο και τί άλλο στραβό και κάκιστο θά'χανε κοτσάρει στ'όνομά σου, μια τέτοια φαύλη εποχή που οι λέξεις χάσανε το νόημά τους, που οι έννοιες στρεβλώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν, που οι "ταμπέλες" στοχοποιούν κάθε κελάρυσμα κι ο κάθε φελός της κοινωνίας έχει τη δύναμη το παραμιλητό του να το κάνει αξία και αρχή! Αλίμονο...Μη σκιάζεσαι, μικρή μου σουσουράδα... Η φύση σε προίκισε με μικρά φτερά, να πεταρίζεις στο γαλάζιο ουρανό και να κρύβεις την ομορφιά σου στα ολάνθιστα κλαρούδια του χειμωνανθού. Είσαι ελεύθερη να πετάς ψηλά, μακριά από τις ανάκατες λέξεις μας, είσαι λεύτερη να προστατεύεις την ομορφάδα σου απ'την ασκήμια του κόσμου... Κι αν έχεις φόβο τις τουφεκιές, και πάλι μη σκιάζεσαι μικρή μου σουσουράδα, ούτε τούτες είναι ικανές να λερώσουνε τη μικρή παιχνιδιάρα ψυχούλα σου... 
Αλίμονο σε μας...



Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..

Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...


Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...

Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει... 

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Υδροπέπων ο ... Χειμωνικός!

Γούρνα μου πελεκητή, μαρμαρένια και χυτή
πού'χεις μαύρα ψάρια μέσα και γλυκό κρασί!


Ότι μαζί με τον Οκτώβρη και τις βροχές θα έμπαινε κι ένα καρπούζι στο σπίτι μου, δεν το περίμενα! Όχι μόνο γιατί μοιάζει παράταιρο για την εποχή, αλλά κι επειδή ζήτημα είναι αν έχω ψωνίσει καρπούζι μία φορά στη ζωή μου. Δεν τρελαίνομαι κιόλας... Όσο για τον κήπο, σε σχολική ηλικία, θυμάμαι, είχα φυτέψει καρπουζιές, μία εκ των οποίων με τα χίλια ζόρια εδέησε να μας φιλέψει ένα λιλιπούτειο καρπό τον οποία μάλιστα είχα ονομάσει -και μη με ρωτήσετε γιατί, ιδέα δεν έχω- Βύρωνα! Δεν τα πολυσηκώνει εδώ ο τόπος, δεν είναι το μέρος για καρπουζιές. Άσε που θέλουν χώρο ν'απλωθούν, οπότε και τις απέφευγα για πειραματισμούς.
Φέτος, λοιπόν, κάποια στιγμή, καθώς πότιζα το μπαξέ μου, παρατήρησα μια μικρή καρπουζιά από μόνη της φυτρωμένη. Κύττα να δεις που βρέθηκε σποράκος από μακριά -σίγουρα όχι από το σπιτικό μου- να φυτρώσει σε μια γωνιά ανάμεσα στις πιπεριές. Τη λυπήθηκα και την άφησα εκεί, να δω τί θα καταφέρει, μην πολυελπίζοντας σε καρπό μιας και ως σπόρος πιθανότατα υβριδίου, θα ήταν στείρα. Έστω, νά'βγαζε καμιά καρικατούρα καρπουζιού!
Απουσιάζοντας κανα μήνα από τα λημέρια μου, επίστρεψα κι αντίκρυσα έναν κήπο να ψυχομαχάει, πλην πιπεριάς και μελιτζάνας. Βροχές κι αέρηδες είχαν γκρεμίσει τις φασολιές -που, ευτυχώς επέμεναν να εξακολουθούν να καρπούν- οι κολοκυθιές τρομοκρατημένες από το ξαφνικό κρύο είχαν ζαρώσει, οι μπαμιές αγκομαχούσαν από τους ξεχασμένους υπερμεγέθεις καρπούς τους κι οι ντοματιές είχαν κυριολεκτικά πυρποληθεί από τον τετράνυχο! Μέσα σ'αυτή τη διάλυση, το πιο εντυπωσιακό που συνάντησα ήταν ένα πελώριο -ε, ψιτ, για τα δικά μας δεδομένα εδώ αναφέρομαι... και χωρίς λιπάσματα κι ορμόνες- καρπούζι που είχε στρογγυλοκαθήσει κυριολεκτικά -πώς διάλεξε τη θέση το άτιμο- μέσα σ'ένα πιθάρι με λεβάντες! Κύττα να δεις! Εκεί που δεν το περιμένεις κι εκεί που οι συνθήκες συνομωτούσαν εναντίον του! Κύττα να δεις όταν κάτι θέλει να γίνει! Δεν πα να παλεύεις με τ'άλλα! Δεν πα να σκαλίζεις, να βάζεις κοπριές, να ψεκάζεις με όποια βιολογική μπαρούφα και μη μπαρούφα και να τά'χεις στα ώπα-ώπα. Το καρπούζι κι η ντοματιά που φύτρωσε μονάχη μες στα σκαλάκια της αυλής επιβιώσανε! Οι άλλες ντοματιές, όσο ταχτάρισμα κι αν φάγανε, μας αποχαιρετήσανε! Είναι, λοιπόν, κάτι σπόροι ανθεκτικοί, σαν κάτι σκληραγωγημένα πιτσιρίκια! Πού'χουν περάσει τ'άπειρα στη σύντομη ζωή τους, που γυρνάν ξιπόλυτα και δεν έχουν νιώσει τί πάει να πει συνάχι! Είναι και σαν την αγάπη ίσως... που αλλού την προσφέρεις απλόχερα, χωρίς ανταπόκριση... κι από κει που δεν το περιμένεις μπορεί να σού'ρθει ξαφνικά...
Ε, να μην το τιμήσω κι εγώ το καρπουζάκι μου; Να μην κάνω μια εγγραφούλα για πάρτη του; Να μην ψαχουλέψω λιγάκι τη βιβλιοθήκη;


"Σίκυς ο Υδροπέπων" αναφέρεται στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του Γενναδίου."Η κοινή καρπουζιά (αγγλ. Water Melon) και εν Κύπρω "Πατισχιά" (*).[...] Ο Δε-Κάνδολος λέγει ότι ο Υδροπέπων εκαλλιεργείτο υπό των αρχαίων Αιγυπτίων' ο καρπός του απαντάται εικονιζόμενος εις τας σωζομένας τοιχογραφίας των. [...] Το όνομα "Χειμωνικόν" (**) είναι καθαρώς ελληνικόν και αναφέρεται ιδίως εις διαφοράς οψικάρπους, ων ο καρπός είναι παχύφλοιος και διατηρείται καθ'όλον σχεδόν τον χειμώνα. Η καταγωγή του ονόματος "Καρπουζιά" είναι αμφίβολος 'απαντά και παρά τοις Τούρκοις (Καρπούζ) και τοις Ρώσσοις (arbus)."
[(*) πρβλ και γαλλ. pasteque, ιταλ. pasteca, από αραβικό battich
(**) Λεγόταν ευρέως και "Χειμωνικό" το καρπούζι, πρβλ και Παντελή Πρεβελάκη: "Τα χειμωνικά τα κρέμασε στο σταυροδόκαρο, σταυρωμένα με τη βουρλοτριχιά..."]

Κατά το Γεννάδιο τα "μηλοπέπονα" που αναφέρει ο Γαληνός ("...Κι ενώ υπολείπονται πολύ από τα φρούτα που είναι καλά για το στομάχι, δεν κάνουν κακό στο στομάχι εξίσου με τα πεπόνια...", "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων Β 5") είναι τα καρπούζια , αν και οι γνώμες διϊστανται σχετικά μ'αυτό καθώς επικρατεί μια μικρή σύγχυση ως προς τις ακριβείς ονομασίες της οικογένειας των κολοκυνθοειδών από τους αρχαίους. Ο ίδιος πιθανολογεί πως και η ονομασία "σίκυς ήμερος" που καταγράφει ο Διοσκουρίδης αφορά το καρπούζι. Κι εδώ οι γνώμες αποκλείνουν, αν πρόκειται για το καρπούζι ή για άλλο είδος αγγουριού ή πεπονιού.

Να και τι γράφει επακριβώς ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής Β 135") για το φυτό αυτό: "...διευκολύνει τις κενώσεις τις κοιλιάς, κάνει καλό στο στομάχι, παγώνει, δεν αλλοιώνεται, είναι κατάλληλο για την ουροδόχο κύστη και, όταν εισπνέεται, επαναφέρει όσους έχουν λιποθυμήσει. Και ο σπόρος του είναι μέτρια διουρητικός, κατάλληλος μαζί με γάλα ή γλυκό κρασί στα έλκη της ουροδόχου. Και τα φύλλα του, αν γίνουν κατάπλασμα μαζί με κρασί, θεραπεύουν τα δαγκώματα από σκύλο, ενώ μαζί με μέλι, θεραπεύουν και τις γεμάτες αίμα φλύκταινες των ποδιών." (απόδοση: φιλολογικής ομάδα Κάκτου)

Ακόμη, ο Γεννάδιος υποστηρίζει πως "Η γνώμη καθ' ην ο Υδροπέπων ήτον άγνωστος εις τους αρχαίους Έλληνας μέχρι του πρώτου μ.Χ. αιώνος δε συμβιβάζεται με το γεγονός ότι το φρούτο τούτο ήτο γνωστό εις τους αρχαίους Αιγυπτίους μεθ' ων οι Έλληνες έκπαλαι ευρίσκοντο εις διαρκή συγκοινωνίαν."

Όσο για την ονομασία "Υδροπέπων" θεωρείται μεταγενέστερη, προερχόμενη βέβαια από την σύνθεση των αρχαιοτάτων "ύδωρ" και "πέπων", όπου "πέπων" το κοινό πεπόνι και όχι μόνο, καθώς:
πέπων (ορισμοί από το λήμμα του "Μεγάλου Ελληνικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης" του Δ.Δημητράκου):
"κυρ. επί καρπών, ο πεπανθείς, καταστάς μαλακός υπό του ηλίου, ώριμος, γινωμένος("εκ του πέσσω=μαλακώνω, πεπαίνω=ωριμάζω", Α.Τζιροπούλου "Ο εν τη λέξει λόγος") // όθεν εύγευστος, ο ηδύς και επί οίνου γλυκύς // επί αποστημάτων ώριμος, μαλακωμένος, ωριμασμένος προς εμπύησιν "
Και κατά συνέπεια: "ήπιος, μετριασμένος, ξαλαφρωμένος /// (μτφ. επί ανθρώπων) μαλθακός, πλαδαρός, τεμπελχανάς, χαλβάς" αλλά και: "όθεν επί προσ. μεταφορικά... ως προσφώνησις προσώπου τινός μετά στοργής"
Η προσφώνηση "ω πέπων" ή "ω πέπονες" συναντάται αρκετά στον Όμηρο και αποδίδεται άλλοτε ως "ω μαλθακοί", "ω δειλοί", άλλοτε ως "μετά στοργής προσφώνηση". Έτσι:


Ως πέμπτο ορισμό, το λεξικό του Δημητράκου, δίνει αυτόν του συγκεκριμένου φρούτου, του πεπονιού:
"πέπων σίκυος ή σικυός, ο καρπός του φυτού πέπονος του κοινού, το πεπόνι ομόνον ώριμον τρώγεται εν αντιθ. προς το σίκυον (απλώς) το αγγούρι, ο τρώγεται μόνον άωρον." (εξ ου και αγγούρι εκ του αγγούριον= υποκοριστικό του άγουρος εκ του αρχ. άωρος < α+ώρα, δηλ. προ της ώρας του... βλ. και: Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια...)
Η ελληνική γλώσσα έχει τη σοφία της. Δεν ξέρω σήμερα, που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τη φύση και με την ανάπτυξη των φυτών, αν συνειδητοποιούν οτι όντως το αγγούρι και το κολοκύθι είναι καρποί που τους καταναλώνουμε εν όσω είναι άγουροι (όπως και τη μελιτζάνα ή την πιπεριά και τόσα άλλα) εν αντιθέσει με το πεπόνι (αλλά και το υδροπέπονο!) που τα καταναλώνουμε στη φάση της απόλυτης ωριμότητάς τους, όπως καταγράφει και η ετυμολογία του! Τούτο είναι περισσότερο εμφανές από τους σπόρους τους... ένα αγγούρι καλά σποριασμένο δεν τρώγεται (εδώ, το δίνουμε στις κότες, αν μας ξεφύγει και δεν το κόψουμε νωρίς -καθώς, κατά Τζιροπούλου, "σικυός"=αγγούρι, εκ τουσεύω και κίω, "ορμητικό γαρ υπάρχει", αυξάνεται ταχέως), ενώ το πεπόνι περιμένουμε να ωριμάσει και να σποριάσει για τα καλά μέχρι να το γευτούμε. Έτσι, αν θέλουμε να κρατήσουμε σπόρους (μη υβριδίων φυσικά) για να φυτέψουμε την επόμενη χρονιά, απ'το πεπόνι ή το καρπούζι (υδροπέπονο γαρ) μπορούμε να μαζεψουμε όταν το κόψουμε για να το φάμε, ενώ το αγγούρι πρέπει να το αφήσουμε να ωριμάσει πάνω στο φυτό αρκετά μετά τη φάση συγκομιδής του.

Ο Κώστας Μπαζαίος κατατάσσει το καρπούζι στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" με επικεφαλίδα "Για ψαμμίαση, αρθριτικά και ρευματισμούς". Αναφέρει πως ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως διουρητικό και για τη δυσκοιλιότητα και προτείνει όταν αγοράζουμε ένα καρπούζι να προτιμούμε "τα στρογγυλά, γιατί τα μακρουλά γίνονται με διασταύρωση σε ρίζες κολοκυθιάς γι'αυτό είναι πιο άνοστα". Έτσι μου λύθηκε κι η απορία γιατί το δικό μου καρπούζι μου φάνηκε σχεδόν σφαιρικό σε σχέση με τα περισσότερα του εμπορίου!
Το καρπούζι, παρ'όλο που το μεγαλύτερο ποσοστό του αποτελείται από νερό (μας ενυδατώνει) περιέχει αντιοξειδωτικά καθώς είναι πλούσιο σε βιταμίνη C (ο αρχηγός!) και βιταμίνη Α (β-καροτίνη, βασική για την υγεία των ματιών και όχι μόνο...), αλλά και λυκοπένιο (εξουδετέρωση καταστρεπτικών ελεύθερων ριζών, αντικαρκινική δράση). Αποτελεί καλή πηγή βιταμίνης Β1 (βασική για το μεταβολισμό των υδατανθράκων, απαραίτητη για το κεντρικό νευρικό σύστημα) και Β6 (σημαντική για μεταβολισμό πρωτεϊνών και λιπών και για ορμονική ισορροπία). Επίσης, περιέχει σημαντική ποσότητα Καλίου αλλά (λιγότερο) και Φωσφόρου, Ασβεστίου και Μαγνησίου καθώς και το αμινοξύ Αργινίνη (καρδιοπροστατευτική δράση). Και φυσικά είναι μια αρκετά καλή πηγή φυτικών ινών και βοηθά στην καλή λειτουργία του εντέρου.
Σύμφωνα με το Μπαζαίο, το καρπούζι, όπως και το πεπόνι, ως διουρητικό, "είναι πολύ ωφέλιμο για αυτούς που υποφέρουν από ψαμμίαση, πέτρες στα νεφρά, αρθριτικά, ρευματισμούς και προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος", ενώ "στην Αίγυπτο πίνουν για τον πυρετό χυμό καρπουζιού με λίγο ροδόνερο". Όσο για τους σπόρους του, "είναι χρήσιμοι σε προστατίτιδα και στραγγουρία (δύσκολη ούρηση) ή άλλες φλεγμονές του ουροποιητικού" και "στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης"τους χρησιμοποιούν "στην υδρωπικία και στην ηπατική συμφόρηση". Επιπλέον είναι και ελμινθοκτόνοι (δηλαδή καταπολεμούν τα σκουλήκια του εντέρου) και, πάνω σ'αυτό, ο Μπαζαίος προσθέτει και μια προσωπική του εμπειρία: "Θυμάμαι, όταν ήμαστε μικροί, μας έδιναν καρπουζόσπορους και κολοκυθόσπορους με μέλι, για να φύγουν τα σκουλήκια και τα παράσιτα του εντέρου, που είχαν όλα τα παιδιά".
Για τη σωστή χρήση σημειώνει πως "για να είναι πιο αποτελεσματικοί οι σπόροι πρέπει να είναι ώριμοι και καλύτερα όχι πιο παλιοί από ενός μήνα". Επίσης, "ένα έγχυμα με 30 γρ. καρπουζόσπορους σε ένα ποτήρι βραστό νερό είναι δραστικό σε ουρικές ενοχλήσεις", ενώ "η Λαϊκή Κρητική Θεραπευτική χρησιμοποιεί τη φλούδα των καρπουζιών σε σκόνη (την ξεραίνουν στο φούρνο) σαν διουρητικό και ειδικότερα για την καλοήθη υπερτροφία του προστάτη". Τέλος, "Φέτες καρπουζιού παίρνουν τη φλόγωση από τα ερεθισμένα και κόκκινα μάτια."
Όσο για παροιμίες κι εκφράσεις... :
Γυναίκα και χειμωνικό η τύχη τα διαλέγει!
Το καρπούζι κι ο άνθρωπος δε φαίνονται απ'έξω (τί λογής είναι από μέσα)!
Δυο καρπούζια δε χωράνε σε μια μασχάλη!
Στο καρπούζι χερούλι δεν μπαίνει!
Όποιος έχει το μαχαίρι, έχει και το καρπούζι! 
Μάπα το καρπούζι!
Καρπούζι με τη βούλα!
Έσκασε σαν καρπούζι!

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Η Αγια-Βαρβάρα, η ευλογιά, το μέλι και τα τρίστρατα!

Φτάσανε και πάλι τα Νικολοβάρβαρα ! Της Αγια-Βαρβάρας σήμερα, κι αν και παλαιότερα έχω ξαναγράψει περί των λαογραφικών της ημέρας τούτης, επειδή οι παραδόσεις του λαού μας είναι αστείρευτες, θα της αφιερώσω μία ακόμη ανάρτηση...

Η Αγια-Βαρβάρα κι η ευλογιά:

Σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες παραδόσεις, "η αγία Βαρβάρα ήταν από μικρή Χριστιανή, πολύ όμορφη. Ο πατέρας της ζήτησε να την παντρέψει με ειδωλολάτρη βασιλιά. Η αγία παρακάλεσε το Θεό, να βγάλει την "ευλογιά", να την ασχημίσει. Ο Θεός την άκουσε, και μαζί της έδωσε το χάρισμα να θεραπεύει ευλογιά και ιλαρά". [Θεσσαλία-Τύρναβος] Οι παραλλαγές ποικίλουν. Η παράδοση στη Σάμο καταγράφει: "Η αγία Βαρβάρα ήταν όμορφη κοπέλα, που άρσεσε σε πολλούς, ακόμα και στον πατέρα της. Την κηνύγησε κάποτε, για να της κάμει κακό. Αυτή έτρεχε και παρακαλούσε το Θεό να τη σώση. Ένας βράχος άνοιξε και την έκλεισε μέσα. Εκεί η αγία παρακάλεσε το Θεό να την κάμει ν'αρρωστήσει μ'ευλογιά, για να παραμορφωθεί και να μην την κυνηγούν. Έτσι κι έγινε. Όταν βγήκε από το βράχο δεν την αναγνώριζαν. Από τότε την επικαλούνται όσοι πάσχουν από λέπρα κι ευλογιά." (Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης")

Καταπληκτική είναι η παραλλαγή της κρητικής παράδοσης που διασώζει ο Νίκος Ψιλάκης στο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη": "Στην Κρήτη πιστεύανε πως 
"έλαμπε σαν τον ήλιο η μούρη τζης, ήτανε όμορφη και την ερέγουνταν όλοι. Για να μην παντρευτεί έναν ειδωλολάτρη που την εζύγωνε, ήδωκε μια τση πέτρας και η πέτρα άνοιξε και μπήκε μέσα και έμεινε εκεί για να την ξεχάσουν. Τότες επαρακάλεσε το Θεό να της αλλάξει το πρόσωπο, να την κάμει άσκημη, να μη τζη σιμώνει κανένας. Ο Θεός τσή 'πεψε την Ευλογιά και αυτή τση έκαμε τζιμπήματα σα δαγκάματα στο πρόσωπο. Επέρασε καιρός και κανένας δεν την εγνώρισε. Ούτε ο πατέρας της την εγνώρισε. Επήγε στο σπίτι του ντυμένη ατζιγγάνα και την ελυπήθηκε που την είδε βλογιασμένη και τση πέταξε ένα κομμάτι ψωμί, αυτός που δεν έδινε ούτε τ'αγγέλου του νερό...".
Στην παραπάνω παράδοση η Ευλογιά δεν εμφανίζεται ως νόσημα, αλλά ως γυναίκα που προκαλεί δαγκώματα στο πρόσωπο και αφήνει μόνιμες ουλές. Η δοξασία αυτή είναι πανελλήνια. Ωστόσω, στην Κρήτη η Αγία Βαρβάρα, εκείνη που προκάλεσε την αρρώστια της 
"κρατεί μια βέργα και όπου δει την ευλογιά δεν την αφήνει ούτε να σταθεί. Όταν είδε τη μούρη τζης στον καθρέφτη εφοβήθηκε και έκλεισε με τα χέρια τα μάτια τζης για να μη θωρεί. Επαρακάλεσε, λοιπόν, το Θεό να τση δώσει τη χάρη να γιατρεύει την ευλογιά. Κι ο Θεός δεν τση χάλασε χατήρι." "

Η πικροδάφνη:

Ο Δημήτρης Λουκάτος σημειώνει και μια γοητευτική λεπτομέρεια από την αντίστοιχη παράδοση της Νάξου που συνδέει την αγία με τις πικροδάφνες! Η Βαρβάρα, ζητώντας να γίνει άσχημη, λυπάται και την ομορφιά της που δε θέλει να χαθεί ολότελα κι έτσι "απευθύνεται στα βουνά, στα δάση και στην πικροδάφνη και λέει:
-Πάρτε, όρη, τα κάλλη μου, και δάση τα μαλλιά μου,
κι εσείς, αγριοπικροφύλλαδα, πάρτε την ομορφιά μου."
Κι από τότε, λοιπόν, η πικροδάφνη πήρε την ομορφιά της και ανθίζει όμορφα λουλούδια!


Τα τρίστρατα:

"Στην Κρήτη συνήθιζαν να κάνουν δοξολογίες σε όλα τα τρίστρατα όταν διαφαινόταν απειλή επιδημίας. Και οι λιτανίες σταματούσαν υποχρεωτικά όχι μόνο στα σταυροδρόμια, όπως συνέβαινε σε όλες τις λιτανεύσεις, αλλά και στα τρίστρατα όπου έριχναν αγιασμό." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

Αλλά και σύμφωνα με το Λουκάτο, που παραθέτει στοιχεία από το έργο του Δημητρίου Αρχιγένη, "Η ζωή στη Σμύρνη", "μόλις φανερωνόταν στη Σμύρνη "συρμός", δηλ. επιδημία της ευλογιάς (που από φόβο την έλεγαν και "γλυκιά" και "μελογαλούσα"), οι φτωχογειτονιές ιδιαίτερα καλούσαν τον παπά γι'αγιασμό, που τον εδιάβαζε στη μέση του τρίστρατου, κι άγιαζε μ'αυτόν τον γύρω χώρο και τους ανθρώπους."

Το μέλι:

Και συνεχίζει το απόσπασμα του Λουκάτου: "Κι αφού έφευγε ο παπάς, οι νοικοκυρές που είχανε μικρά παιδιά, στήνανε στο τρίστρατο ένα τραπέζι χαμηλό, μεγάλο κι απάνω του ακουμπούσαν μια "λεγένη" μελό-γαλο και πανεράκια με φέτες από ψωμί ζεστοφούρνιστο. Τρεις μητέρες έπρεπε να παρασταθούν. (Δεν θυμίζουν τις Τρεις Μοίρες;). Η μία έκοβε τις φέτες το ψωμί' η άλλη βουτούσε την κάθε φέτα στο μελόγαλα' κι η τρίτη επασπάλιζε το μελόψωμο αυτό με κανέλλα και τό'δινε στο κάθε παιδί, που είχαν μαζευτεί. Και τού'λεγε να πει: ¨Μέλι και γάλα στη στράτα τση!" δηλ. της προσωποποιημένης Ευλογιάς."

Μια αντίστοιχη μικρασιατική εκδοχή (Σιγή, Μ.Ασίας) παραθέτει και ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "παίρνουν προζύμι και κάνουν μια πίτα με αλεύρι, την ψήνουν στο φούρνο και, άμα ψηθεί, την περιχάνε με το μέλι. Τη βάζουνε κατόπιν πάνω σ'ένα τραπέζι και το τραπέζι το βάζουν πάνω σ'ένα τριδρόμι. Εκεί πάει ο παπάς και κάνει παράκληση' κατόπιν την κόβει η νοικοκυρά και την μοιράζει στον κόσμο. Από το μέλι της πίτας κάνουν σταυρό στην πόρτα τους. Όσον καιρό είναι επιδημία η "ευλογημένη" μοιράζουν όλο γλυκά."

Όσο για την Κρήτη: "Το γλυκό της ημέρας της εορτής έχει πάντα μέλι. Σε πάρα πολλά χωριά της Κρήτης, ιδιαιτέρως σ'αυτά που υπήρχε ναός της Αγίας, συνήθιζαν να κάνουν λουκουμάδες. Μόνο στα παιδιά και στους αρρώστους έδιναν γάλα, επειδή πίστευαν ότι με μέλι και με γάλα γιατρεύεται η ευλογιά, άρα ο ίδιος συνδυασμός μπορεί και να αποτρέψει την αρρώστια. Οι μεγάλοι δεν έπιναν γάλα, λόγω σαρακοστής." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")



Τα κόλλυβα:

Όμως πέρα από το μέλι και τις μελόπιτες, πολλαχού στον ελληνικό χώρο συνηθίζαν να ετοιμάζουν κόλλυβα ή κολλυβοζούμι σαν προσφορά. Ο Γεώργιος Μέγας, αναφερόμενος στο Μπαϊντίρι της Μ.Ασίας σημειώνει πως την παραμονή της γιορτής: "Οι γειτόνισσες κάθε σταυροδρομιού πήγαιναν η καθεμιά από κάτι που χρειάζουνταν, για να γίνει η "βαρβάρα", δηλαδή η εορτάσιμος πανσπερμία. Άλλη πήγαινε το στάρι, που το κοπάνιζαν εκεί "έξω στο σταυροδρόμι", άλλη τη ζάχαρη, τις σταφίδες, το αμύγδαλο, το καρύδι, τα μυρωδικά και "εκεί έξω την έβραζαν". Το πρωί φώναζαν έναν παπά να την διαβάσει και κατόπιν τη μοίραζαν στα σπίτια τους με τις ρετσελόκουπες.".



Και συνεχίζει παρακάτω: "Κόλλυβα, που λέγονται σπερνά, βράζουν την ημέρα της γιορτής τα περισσότερα σπίτια στο Αργοστόλη κ.α. και "τα πηγαίνουν μέσα σε κανίστρια αποβραδίς στον εσπερινό στην εκκλησία. Τα κάνουν για να τους φυλάει από την ευλογιά. Από τα διαβασμένα σπερνά παίρνουν ως 40 κλωνιά και τα περνούν με το βελόνι σε μια κλωστή, σαν χάνδρες. Γίνεται έτσι ένα μικρό κομπολόγι, περιδέραιο, που το βάζουν απάνω από το κεφάλι της αγ.Βαρβάρας (το κόνισμα του σπιτιού), κρεμασμένο από το ίδιο καρφί με το εικόνισμα. Εκεί μένει όλο το χρόνο κι είναι φυλαχτικό, να μη μπει η αρρώστια στο σπίτι."

Ανάλογα έθιμα καταγράφει κι ο Λουκάτος: "Στα χωριά της Ξάνθης, βράζουν σιτάρι, χυλωμένο με αλεύρι, με ζάχαρη και μυρωδικά, "τη βαρβάρα", όπως λένε, και τα μοιράζουν στα σπίτια." Στη Δράμα, όπου η αγία Βαρβάρα είναι και πολιούχος, "βρέχουν αποβραδίς σιτάρι, το κοπανίζουν να φύγει η φλούδα, το βράζουν μαζί με όσπρια, ώσπου να γίνει χυλός και το σερβίρουν σε κούπες. Στολίζουν την επιφάνεια του χυλού με σχέδια από ψίχα καρύδι, κανέλλα, γαρύφαλλο, να φάει όλη η οικογένεια, και το πρωί μοιράζουν τρεις κούπες σε τρία σπίτια που έχουν παιδιά. (Αν έχει κι η οικογένεια παιδιά μπορεί να λάβει από άλλους.)". Στα χωριά της Καβάλας, "φτιάχνουν πολτό από στάρι και όσπρια, σαν κολλυβόζουμο. Στο σιτάρι ρίχνουν από εννιά σπόρους(συμβολικός αριθμός, που επιδιώκεται πάντα μονός) του κάθε είδους όσπριο: φασόλια, φακές, ρεβύθι, καλαμπόκι κ.α. (θύμηση κι εδώ των σπυριών της αρρώστιας). Στον χυλό αποπάνω ρίχνουν ζάχαρη, κανέλλα, αμύγδαλα, καρύδια (ο γλυκασμός για την ευλογιά, που ευφημιστικά τη λέγανε "γλυκιά"). Τον πηχτό αυτό χυλό, που τον λένε "τα βάρβαρα", τον πήγαιναν παλιότερα στην εκκλησία, το πρωί, να λειτουργηθεί, κι ύστερα τον μοίραζαν ανταλλακτικά (μέσα σε πιάτα ή κούπες) σε εννιά (πάλι) σπίτια."



Από την άλλη, ο Νίκος Ψιλάκης μας πληροφορεί πως στην Κρήτη καθιερωμένο εθιμικό φαγητό τη μέρα τούτη, που πέφτει μέσα στη νηστεία των Χριστουγέννων, είναι τα ρεβύθια και πως "τα μικρότερα όσπρια (φακές, παπούλες) δε χρησιμοποιούνται εκείνη τη μέρα γιατί θυμίζουν σπυράκια"! Και παρατηρεί πως "ίσως η χρήση τους σε μια διαδεδομένη θεραπευτική πρακτική (το σκέπασμα των πληγών με ροβιθόζουμο) να έγινε αιτία ώστε να αποκτήσουν και προληπτικό χαρακτήρα."

Τα παιδιά και οι λοιπές παθήσεις:

Επιπλέον, "εκτός από την ευλογιά η Βαρβάρα θεωρήθηκε στην Κρήτη και προστάτιδα των παιδιών από άλλες αρρώστιες, όπως η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, δηλαδή από νοσήματα που εκδηλώνονται συνήθως στην παιδική ηλικιά. Επίσης πιστευεται ότι προστατεύει από παθήσεις των οφθαλμών και από αιφνιδίους θανάτους." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

Πυροβολικό:

Αλλά η αγία Βαρβάρα είναι προστάτιδα και του Πυροβολικού. Αυτή η ιδιότητά της συνδέεται με την παράδοση πως ο ίδιος της ο πατέρας τη βασάνισε και τη σκότωσε (βλ. Οι παραδόσεις μας κι η Αγιά Βαρβάρα) και πως η Θεία Δίκη ήρθε πάνω του με μορφή κεραυνού! Σημειώνει ο Λουκάτος: "Η εικονογραφία της αγίας δείχνει την ίδια με κόκκινο ιμάτιο του αίματος και με ποτήριο του μαρτυρίου, και στο βάθος πίσω της τον πύργο "της φυλακής" με το τριπαράθυρο λουτρό, και κάποτε τη σφαγή από τον πατέρα της, με τον κεραυνό, που τον τιμώρησε." Και: "Πολλαπλή απόρροια από το γενικό συναξάρι της... είναι, από το ένα μέρος, η αναζήτηση της προστασίας της σε διάφορες σχετικές περιστάσεις (σε μολυσματικές αρρώστιες, σε αστραπόβροντα, σε πυρκαϊές, σε πολεμικούς βομβαρδισμούς, σε φυλακίσεις, σε καταπλάκωση ορυχείων,κ.α., κι από το άλλο η ανακύρηξή της σε πάτρωνα-προστάτρια σχετικών επαγγελμάτων και συντεχνιών, όπως των πυροβολητών, των πυροσβεστών, των μεταλλορύχων, αρχιτεκτόνων και οικοδόμων."

Η σκούπα:

Επίσης, μια δεισιδαιμονία που αναφέρει ο Μέγας για τη μέρα αυτή είναι πως "οι γυναίκες δε σκουπίζουν' την κρύβουν μάλιστα τη σκούπα "για τα παιδιά 'είναι καλό." (Καστοριά)."

Τα καραβάκια:

Στη Δράμα, όπου και είναι πολιούχος η Αγία, λαμβάνει χώρα κι ένα ακόμη ιδιαίτερο έθιμο (πηγή: http://local.e-history.gr/pages/viewpage.action?pageId=8487698, 2ο Γυμνάσιο Δράμας, Αναστάσης Παπουτσής):
"Το όνομα της περιοχής είναι συνδεδεμένο με την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, πολιούχου της Δράμας, που υπάρχει στην περιοχή. Η σημερινή εκκλησία κτίστηκε το 1920 πάνω από τη λιμνούλα. Το ψηλό καμπαναριό της αντικατοπτρίζεται στο βυθό των νερών, στο χώρο που λένε ότι υπήρχε το παλιό εκκλησάκι. Η παράδοση διατηρεί ακόμα τους θρύλους γύρω από το χτίσιμο της εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, κατά τους Βυζαντινούς χρόνους υπήρχε ένα εκκλησάκι στο χώρο που βρίσκεται σήμερα η λίμνη. Οι Τούρκοι, όταν κατέλαβαν την πόλη το 1380, το γκρέμισαν και στη θέση του προσπάθησαν να φτιάξουν ένα τζαμί. Με θαύμα της Αγίας Βαρβάρας όμως, κατά την ημέρα της γιορτής της πλημμύρισε η περιοχή και το κτίσμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Οι κάτοικοι το θεώρησαν θαύμα της Αγίας -την οποία και ανακήρυξαν Πολιούχο της πόλης- καθιερώνοντας από τότε κάθε παραμονή της γιορτής της, στις 4 Δεκεμβρίου, το εξής έθιμο: πολλά νεαρά κορίτσια της πόλης πήγαιναν την παραμονή της γιορτής στον εσπερινό που τελούνταν και αφού έπεφτε το σούρουπο, άναβαν κεριά στον ανατολικό τοίχο της λίμνης. Όση ώρα καίγονταν τα κεριά, οι νεαρές κοπέλες προσεύχονταν για υγεία και ένα καλό "τυχερό", αφού η Αγία Βαρβάρα, εκτός από προστάτιδα του Πυροβολικού, ήταν και προστάτιδα των κοριτσιών που τις προφύλαγε από γλωσσοφαγιά και βοηθούσε τα τυχερά του γάμου τους. Πολλά μάλιστα από τα νεαρά κορίτσια τοποθετούσαν αναμμένα κεριά σε μικρές ξύλινες σανίδες και τα έριχναν στην λίμνη. Τότε εκφράζανε τις ευχές τους και, ανάλογα με την πορεία που θα είχε η σανίδα με τα κεριά, έβγαιναν αληθινές. Θεωρούσαν αποτυχία αν έσβηναν τα κεριά, αλλά αυτό δεν τις πτοούσε τόσο, αφού έτρεφαν την ελπίδα ότι εκείνο το βράδυ θα εμφανιζόταν η Αγία στον ύπνο τους και θα εκπλήρωνε τις ευχές τους. Την άλλη μέρα, ανήμερα της γιορτής και κοντά στο χάραμα, μαζεύονταν πάλι τα νεαρά κορίτσια στην λίμνη και αφού πλένονταν με τα νερά που θεωρούσαν ότι είχε αγιάσει η Αγία από το προηγούμενο βράδυ, καλημερίζονταν μεταξύ τους και έδιναν ευχές η μία στην άλλη. Έπειτα παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία και φεύγοντας έπαιρναν μαζί τους σε ειδικό σκεύος, λίγο από το αγιασμένο νερό της λίμνης.


Σήμερα, το έθιμο αυτό συνεχίζεται από δεκάδες παιδιά της πόλης. Την παραμονή της γιορτής τα μικρά παιδιά ρίχνουν καραβάκια στολισμένα με κεριά στη λιμνούλα. Γίνεται μάλιστα και διαγωνισμός και βραβεύεται το καλύτερο από αυτά.
Επίσης, το απόγευμα της παραμονής της γιορτής της Πολιούχου, δηλαδή στις 3 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο, γίνεται λιτάνευση της Ιερής Εικόνας της Αγίας Βαρβάρας από το φερώνυμο ναό στους κεντρικούς δρόμους της πόλης.
Στη συνέχεια προσφέρεται η παραδοσιακή "βαρβάρα" (γλυκιά σούπα που μαγειρεύουν οι νοικοκυρές της Δράμας κάθε χρόνο) από την Ένωση Κυριών Δράμας και όλοι κατευθύνονται στη λίμνη, για να ρίξουν τα παιδιά τα καραβάκια τους."


Η Εκάτη:

Οι προσφορές κι οι αγιασμοί στα τρίστρατα (τριόδους), οι μελόπιτες και το μέλι, τα πολύσπορα, κλπ, υποδηλώνουν μια άμεση σύνδεση με αρχαιοελληνικά (προχριστιανικά) λατρευτικά έθιμα, μια σύνδεση/συνέχεια που, προφανώς, λαμβάνει χώρα σε πάρα πολλά από τα έθιμα και τις παραδόσεις του τόπου μας.
Η τρί-οδος που περικλύει τον διαχρονικά σημαντικό και συμβολικό αριθμό τρία και που συνδέεται και με άλλα εθιμικά στοιχεία, όπως το κάψιμο του πρωτομαγιάτικων στεφανιών του Άη Γιαννιού...
Τα πολύσπορα (ή κόλλυβα) που συνήθως έχουν να κάνουν με απαρχές καρπών και αποτελούσαν προσφορές και των αρχαίων μας προγόνων, όπως, π.χ., κατά τα πυανέψια)...
Το πολύτιμο και θεραπευτικό μέλι που προσφερόμενο ως "πλακούντας" ("μελόπιτα") ή ως "πελανός" (=παχύρρευστο μείγμα εξ αλεύρου, μέλιτος και ελαίου χεόμενον επί των βωμών ως προσφορά, ως θυσία εις τους θεούς//ομ. και καιόμενον επί των βωμών// ομ. αναφέρεται απλώς ως θυόμενος: Αισχ.Περσ.204 "αποτρόποισι δαίμοσι...θύσαι πελανόν", λεξικό Δ. Δημητράκου), ή ακόμη ως "μελίκρατο" (=κράμα τι μέλιτος και γάλακτος, προσφερόμενον εις τας ψυχάς των νεκρών και τους καταχθονίους θεούς: Οδ.κ519 "χοήν χείσθαι πάσιν νεκύεσσι, πρώτα μελικρήτω, μετέπειτα δε ηδέϊ οίνω", λεξικό Ι. Πανταζίδη)...

Σύμφωνα με το Γεώργιο Μέγα: «Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να εξηγηθούν οιμελόπιτες, η πανσπερμία και η έκθεσή τους στο «τρίστρατο», αν δε μας βοηθούσαν οι γνώσεις μας για την αρχαία κουροτρόφο θεά, την Εκάτη. Οι Έλληνες πίστευαν πως η Εκάτη, ως ενοδία ή τριοδίτις θεά, ήταν εγκατεστημένη στα τρίστρατα, όπου προς το βράδυ, τις τελευταίες μέρες του μήνα, όταν δηλαδή άρχιζε η νέα σελήνη, τοποθετούσαν πάνω στους βωμούς και κάτω από τα αγάλματα τροφές για τη θεά, τα λεγόμενα «Εκαταία» ή τον «Εκάτης δείπνον». Αν λάβουμε υπόψη, ότι αυτός ο τρόπος ετοιμασίας και έκθεσης των προσφορών στην Αγία Βαρβάρα συναντάται ιδιαίτερα στη Μ.Ασία και ότι η λατρεία της Εκάτης επικρατούσε κυρίως εκεί (από όπου η τριοδίτις θεά μεταφέρθηκε νωρίς στην αρχαία Ελλάδα ως θεά της μαγείας) καταλαβαίνουμε ποια αρχαία θεότητα αντικατέστησε, ως βοηθός του ανθρώπου, η Αγία Βαρβάρα.»
Αλλά ας δούμε τί γράφει περιληπτικά και ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην "Ωγυγία" (ή Αρχαιολογία) του σχετικά με τα δείπνα της Εκάτης:


Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Σύκα λιαστά και λοιπές συκο-φαντίες...


"Σύκα ο Αύγουστος, σταφύλια, τρώει γλείφοντας τα χείλια!",
λέει μια παροιμία, και, μπορεί, τα τσαμπιά της κληματαριάς μου τώρα μόλις να πήραν να ροδίσουν -"αρχίσανε να ντρέπονται", που λέει κι ένας φίλος- αλλά τα σύκα, δόξα τω Θεώ, έχουν ωριμάσει για τα καλά! Κι έτσι αποφάσισα για πρώτη φορά να κάνω σύκα λιαστά! Θες δεν το πολυσυνηθίζουμε εδώ, θες τα σύκα τά'χα συνδυάσει με άμεση κατανάλωση απ'το δέντρο από τότε που πιτσιρικαρία αναζητούσαμε συκιές στο χωριό, να σκαρφαλώσουμε στα κλεφτά να γευτούμε τον καρπό τους -αλήθεια, τώρα υπάρχει κανένα παιδί να μπαίνει σ'αυτή τη διαδικασία;-τόσα χρόνια δεν τό'χα σκεφτεί να τα λιάσω για το χειμώνα...


Ρώτησα, λοιπόν, κι έμαθα. Κι έτσι τ'άπλωσα σε μια σχαρίτσα στον ήλιο -με τούλι για τις μύγες σκεπασμένα, βεβαίως-βεβαίως- δυο-τρεις μέρες απ'τη μια μεριά κι άλλες τόσες απ'την άλλη, άντε και ξανά μια απ'την πρώτη, μέχρι να πάρουν ένα λιοκαμένο κιτρινοχρυσαφί χρωματάκι και να στεγνώσουν καλά.


Σήμερα τα ζεμάτισα σε καυτό νερό -φαντάζομαι για λόγους εξόντωσης τυχόν ενοχλητικών επισκεπτών στο εσωτερικό τους- τα στράγγισα αμέσως στο σουρωτήρι και τα ξανάβγαλα στον ήλιο να στεγνώσουν.Από κει και πέρα, αποθήκευση. Πολλοί μάλιστα εδώ τα πασπαλίζουν λίγη ριγανίτσα -αυτό, ομολογώ δεν περίμενα να το ακούσω!- ή τα ανακατεύουν με φύλλα δάφνης για το άρωμα, αλλά πιθανότατα και για προστασία από μικροσκοπικούς εισβολείς!

Καθώς μόλις έλεγξα, τούτο το επιβεβαιώνει και ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Προς προφύλαξη των ξηρών σύκων από της υπό εντόμων ή άλλων ζωυφίων προσβολής ενιαχού μεν ραντίζονται ελαφρώς με θαλάσσιον ή αλμυρόν ύδωρ, αλλαχού δε συσκευάζονται μετά φύλλων δάφνης ων το άρωμα προσλαμβάνουσι." Ο Γεννάδιος μας πληροφορεί ακόμη ότι "τα προς αποξήρανσιν σύκα δέον να συλλέγονται πλήρως ώριμα, ότε ονομάζονται κν.ασκάδες (αι ισχάδες των αρχαίων) ή κουρέλες (εν Ευβοία). Εν τοιαύτη καταστάσει εκτιθέμενα εις τον ήλιον επί 4-5 ημέρας αποξηραίνονται διατηρούντα, το δέρμα των μαλακόν, ενώ όταν συλλέγονται ενωρίτερον, κατά την αποξήρασιν το δέρμα των σκληρύνεται. Ξηραίνονται δε τα σύκα πανταχού απλωμένα εις τον ήλιον επί ψαθών, σανιδών ή ξηρού χόρτου."


Και μιας κι ασχολήθηκα με σύκα, αφορμή βρήκα να μελετήσω και τα περί σύκων!

Και καταρχάς, η λέξη: Πανάρχαιη, ελληνικότατη κι ομηρική:


συναντούμε στην Οδύσσεια (η121) του Ομήρου.

Αλλά και στην τελευταία ραψωδία της Οδυσσείας (ω341), όταν ο γερο-Λαέρτης ζητά από τον Οδυσσέα να τον πείσει ότι πράγματι είναι ο γιος του, εκείνος του θυμίζει τα δέντρα που κάποτε εκείνος του είχε δωρίσει:

"Κι ακόμα να σου πω τα δέντρα μου στο πάγκαλο μας χτήμα΄
ήμουν παιδί και μου τα χάρισες' μια μέρα σε ακλουθούσα
μέσα στον κήπο και σου γύρευα δικό μου κάθε δέντρο.
Και συ ένα ένα τα λογάριαζες ποια θα γενούν δικά μου΄
απ΄ τις μηλιές σου δέκα, δεκατρείς απ΄ τις αχλαδιές σου 
κι απ΄ τις συκιές σαράντα μου ΄δωκες, και μου ΄ταζες κι αμπέλι 
πενήντα αράδες' κι ούτε που ΄πεφτε μαζί της κάθε αράδας 
ο τρύγος, τι είχες μες στο αμπέλι σου λογής λογής σταφύλι, 
κάθε χρονιά που ο Δίας θα χάριζε καλή σοδιά ψηλάθε."

(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

γεγονός που, φυσικά, αποδεικνύει, την παμπάλαια καλλιέργεια της συκιάς στον τόπο μας.

Όσο για την ετυμολογία της λέξεως, μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος"):


και το μόνο που σίγουρα δε μπορεί να αρνηθεί κανείς είναι ότι η συκιά αναμφίβολα χαρακτηρίζεται από μια τουλάχιστον "ορμητική" ανάπτυξη!

Ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Γ 78) καταγράφει αρκετές ενδιαφέρουσες εκδοχές περί της ονομασίας: "Ο Τρύφων πραγματευόμενος περί της ονομασίας του δέντρου συκή [...] αναφέρει το ακόλουθον γεγονός κατά τα Γεωργικά του Ανδροτίωνος: ένας εκ των Τιτάνων, ο Συκεύς, καταδιωκόμενος υπό του Διόςεγένετο δεκτός υπό της μητρός του Γης, ήτις παρήγαγε προς διατροφήν του υιού τηςδέντρον με το όνομα τούτο, και εξ αυτού ωνομάσθη Συκέα και μία πόλις εν Κιλικία.
Ο Φερένικος εξ άλλου, ο εξ Ηρακλείας επικός ποιητής, λέγει ότι η συκή ωνομάσθη ούτω από το όνομα της θυγατρός του Οξύλου, που ελέγετο Συκή. Διότι, λέγει, οΌξυλος, ο υιός του Ορείου συνευρεθείς μετά της αδερφής του Αμαδρυάδοςαπέκτησεν εξ αυτής μεταξύ άλλων την Καρύαν (καρυδιά), την Βάλανον (βαλανιδιά), την Κράνειαν (ακρανειά), την Μορέαν (μουριά), την Αίγειρον (λεύκην), τηνΠτελέαν (φτελιά), την Άμπελον και τέλος την Συκήν. Και αυταί είναι αι λεγόμεναιΑμαδρυάδες νύμφαι και από το όνομά τους πολλά από τα δένδρα ωνομάσθησαν. Όθεν και ο ποιητής Ιππώναξ λέγει: "τη μαύρη τη συκιά, την αδελφή του κλήματος".
Ο δε Σωσίβιος ο Λάκων αποδεικνύων ότι η συκή είναι εύρημα του Διονύσου προσθέτει ότι δια τούτο οι Λακεδαιμόνιοι τιμούν Συκίτην Διόνυσον. Οι Νάξιοι πάλιν, καθώς εξιστορούν ο Ανδρίσκος και ο Αγλαοσθένης προσέτι, ονομάζουν τον Διόνυσον Μειλίχιον (γλυκύν, ευχάριστον), διότι τους εδώρισε τον καρπόν του σύκου. Δια τούτο και το πρόσωπο του θεού παρά τοις Ναξίοις του μεν ονομαζομένου Βάκχεως Διονύσου είναι κλημάτινον, του δε Μειλίχιου σύκινον."



Τη συκιά, μάλιστα, τη διεκδικούσαν οι Αθηναίοι ως πρώτα ευρεθείσα και καλλιεργηθείσα στην Αττική. Ο Αιλιανός ("Ποικίλη Ιστορία" 3,38) αναφέρει ότι "εν Αθήναις ευρεθήναι λέγουσι πρώτον την ελαίαν και την συκήν α και πρώτα η γη ανέδωκε". Ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Γ 74d), μάλιστα, μας πληροφορεί επιπλέον ότι η συκή "εισήγαγε τον πολιτισμένον βίον εις τους ανθρώπους, φαίνεατι δε τούτο από το ότι ονομάζουν οι Αθηναίοι ιεράν συκήν τον τόπον, όπου κατά πρώτον ευρέθη το δένδρον τούτο, τον δε καρπόν της ηγητηρίαν [σημ.:"Σημαίνει ζύμη ή πάστα εκ ξηρών σύκων, την οποίαν έφερον εις την πομπήν των Αττικών Πλυντηρίων. Το σύκον ωνομάσθη ούτως ως η πρώτη τροφή ημέρου και καθαρείου βίου, αντικατέστησε δε τας βαλάνους, τας οποίας έτρωγον προτού γνωσθή η συκή."], διότι είναι η πρώτη εκ των τροφών, τας οποίας κατόπιν δια καλλιέργειας επρομηθεύθησαν οι άνθρωποι. [...] ο Αντιφάνης εν τοις Ομωνύμοις του επαινών δε την Αττικήν γην λέγει τα εξής:
"Ιππόνικε, τί δεν παράγει η χώρα αυτή
ανώτερο από κάθε άλλην γην της οικουμένης,
το μέλι δηλαδή, τους άρτους και τα σύκα;""

Ο Παυσανίας, επίσης, στα "Αττικά" (37,2), μας ενημερώνει πως "Υπάρχει και βωμός του Ζεφύρου και ιερόν της Δήμητρος και της Κόρης' μετ' αυτήν δε η Αθηνά και ο Ποσειδών τιμώνται. Εις τον τόπον τούτον λέγουν, ότι ο Φύταλος εδέχθη εις τον οίκον του την Δήμητρα και ότι η θεά αντί τούτων (της φιλοξενίας) έδωσεν εις αυτόν το φυτόν της συκής' προς επιβεβαίωσιν δε του λόγου μου είναι το επί του τάφου του Φυτάλου επίγραμμα: "Εδώ ο ήρως βασιλεύς Φύταλος εδέχθη κάποτε την σεμνήν Δήμητρα, οπότε εφανέρωσε δια πρώτην φοράν καρπόν οπώρας, την οποίαν το γένος των θνητών ονομάζει συκήν' ένεκα τούτου λοιπόν το γένος του Φυτάλου απέκτησεν αιωνίαν δόξαν." (απόδοση: Α.Αρβανιτόπουλος)

Και συνεχίζει ο Αθήναιος: "Ο Ίστρος εις τα Αττικά του λέγει ότι δεν επετρέπετο να εξάγωνται εκ της Αττικής τα ξερά σύκα, δια να έχουτν την απόλαυση αυτών μόνο οι κάτοικοί της. Κι επειδή πολλοί ενεφανίζοντο διενεργούντες μυστικά την εξαγωγή των, οι καταγγέλοντες τούτους εις την δικαιοσύνην ωνομάσθησαν τότε πρώτον συκοφάνται." (απόδοση: Σ.Αλεξιάδης)

Επομένως, συκοφάντες, αρχικά ήταν εκείνοι που κατήγγειλαν, φανέρωναν (φάντης, εκ του φαίνω= φανερώνω), όσους εξήγαγαν παρανόμως σύκα από την Αττική. Και μετέπειτα πήρε την αρνητική σημασία καθώς σχετίστηκε με όσους κατηγορούσαν ασύστολα και διαβάλλαν τους συμπολίτες τους.

Βέβαια υπάρχει και μιαν άλλη εκδοχή, που δεν την παραλείπει ο Αθήναιος: "Ο δε Φιλόμνηστος [...] λέγει: "Η λέξις συκοφάντης προήλθε εκ των προστίμων και εισφορών, που επλήρωναν άλλοτε εις σύκα, οίνον και έλαιον οι προμηθευταί δια τας δαπάνας του κράτους, και τους ταύτα διενεργούντας και εκθέτοντας εις τους οφθαλμούς του δημοσίου ωνόμαζον, ως φαίνεται, συκοφάντας."
Βέβαια, το δημοφιλές σύκο υπήρξε και δημοφιλές συνθετικό πολλών ακόμη λέξεων (ενδεικτικά:"συκομάμμας= ο εσθίων ευήθως σύκα, ευήθης, βλαξ και άνανδρος","σικοπρίστης= ο πριονίζων, διχοτομών τα σύκα και ούτω παρατιθέμενος τω συνδείπνω εις τεμάχια, όθεν λίαν φιλάργυρος, πάρα πολύ τσιγκούνης" [Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Δημητράκου], κ.α.), αλλά πρωταγωνιστικό μέλος πολλών παροιμιών, όπως:

"Καλόμαθε η γριά στα σύκα!"
Αγαπημένη μου! Και σε έτερες "βερσιόν":
"Έμαθε η γριά στα σύκα κι εμπαινόβγαινε κι εζήτα!" ή
"Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα!"
Αλλά και:
"Το καλό το σύκο το τρων οι καρακάξες!" (ή "Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα!" και "Το καλό το σύκο ο χοίρος το τρώει!")
"Άλλοι τά'φαγαν τα σύκα, κι άλλοι τα πληρώνουνε!" 
"Πέσε σύκο να σε φάμε!"
"Τα σύκα θέλουνε δροσιά και τα κεράσια κάψα!"
και: 
"Τα δ'κά σ' είν' σύκα και λιγών'ν, τα δ'κά μ' καρύδια και βροντούν!" 

καθώς και η κλασική ψιλοανεξήγητη "Λέγω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη!", που ίσως με στη λέξη "σκάφη" να κρύβεται και οποιαδήποτε άλλη πιθανή δεύτερη "συνθηματική" έννοια ("αργκώ;") της λέξεως ή και να πρόκειται, όπως αναφέρουν κάποιοι, περί παραφθοράς της λέξεως "ισχάδι" (ισχάς= το αποξηραμένο σύκο) ή ό,τι άλλο.......

Αλλά, φυσικά, για τα δημοφιλέστατα σύκα, δε θα μπορούσε να μη γίνεται μνεία και στις κωμωδίες τους Αριστοφάνους, και με την καθιερωμένη τους σημασία, "και να ευχηθούμε στους θεούς πλούτο να δίδουν στους Έλληνες, κριθάρια μπόλικα κι όλοι όμοια να θερίζουμε, οίνον πολύ και σύκα για φάγωμα κι οι γυναίκες να μας γεννοβολούν!" ("Ειρήνη" 1324), αλλά με μια έτερη σημασία, εκείνη του γυναικείου αιδοίου, "του τον μέγα και παχύ, της δ' ηδύ το σύκον"! ("Ειρήνη"1350). [χμμ... μ'αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να δώσουμε και άλλη εξήγηση στην προηγούμενη παροιμία..]

Οι πληροφορίες, απ'την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, που αφορούν τα σύκα είναι τουλάχιστον ατελείωτες. Ο Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του συγκεντρώνει πάρα πολλές γνώσεις σχετικές με την καλλιέργεια και την χρήση του σύκου, όπως και την παρακάτω που παντελώς αγνοούσα και αναφέρεται στα άγουρα σύκα, το δέρμα των οποίων "ενέχει μεγάλην ποσότητα γαλακτώδους οπού, όστις είνε δριμύς και χρησιμοποιείται ενιαχού προς πήξιν του γάλακτος". Συμπληρώνει, μάλιστα, ότι την ιδιότητα του γαλακτώδους οπού του άγουρου σύκου, αλλά και των άλλων μερών της συκιάς, να πήζει το γάλα, είχαν παρατηρήσει και οι αρχαίοι και μας παραπέμπει στο Διοσκουρίδη ο οποίος αποφαίνεται πως "ο δε οπός της αγρίας και της ημέρου συκής πηκτικός εστί γάλακτος, ώσπερ η πιτύα."

Ο Αθήναιος, πάλι, αφιερώνει αρκετές σελίδες απ'τους "Δειπνοσοφιστές" του στον πολύτιμο τούτο καρπό, αναφερόμενος στην ιστορία του, στις ποικιλίες του, στις ιδιότητές του, κλπ.. Μερικές, πάντως, από τις σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητές του, συγκεντρώνει και ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 Βότανα, 2000 Θεραπείες". Παραθέτω κάποια αποσπάσματα, αλλά και κάποια στοιχεία εν περιλήψει:

Καταρχάς: "Δραστικές ουσίες: Βιταμίνες Α, C, Κάλιο, Ασβέστιο, Φώσφορος, Μαγνήσιο, Φρουκτοζάχαρο, αζωτούχες ενώσεις, χλώριο."
"Τα φρεσκοκομμένα φύλλα και κλωνάρια της συκιάς, καθώς και τα σύκα βγάζουν μόλις κοπούν ένα γαλακτώδες υγρό, που μαραίνει τις μυρμηγκιές και τιςκρεατοελιές και τους κάλους, όταν τα αλείψουμε μερικές μέρες. Το ίδιο υγρό εξουδετερώνει το δηλητήριο του σκορπιού και μια σταγόνα του λέγεται ότι σταματάει τον πονόδοντο."
Τα σύκα είναι ωφέλιμα στην έκκριση χολής, στις ασθένεις του ήπατος και συνιστώνται για τις νεφρικές διαταραχές και τις αιμορροϊδες. Τα φρέσκα κομμένα και ψημένα γίνται κατάπλασμα για καλογήρους, αποστήματα καιοιδήματα, ενώ το αφέψημα των σύκων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σεφαρυγγίτιδα, βήχα και ουλίτιδα.
Όσο για τα φύλλα της συκιάς, "έχουν δοκιμαστεί και για το άσθμα με άριστα αποτελέσματα. (Βράζουμε ένα μεγάλο φύλλο σε δυο φλιτζάνια νερό ώσπου να μείνει το μισό και το πίνουμε το βράδυ πριν τον ύπνο ή το πρωί νηστικοί). Επίσης, βρασμέναμε δυόσμο σταματούν τη διάρροια."

"Βάλ' ελιά για το παιδί σου και συκιά για τη ζωή σου!"