Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη

Τέλος στην προδοσία και στην ασχήμια.

Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών, δηλαδή ανεξάρτητα από το ποιος θα είναι ο μελλοντικός πρόεδρος, η κολοσσιαία πολεμική μηχανή έχει ήδη μπει μπροστά με στόχο την εξόντωση όλων όσων θεωρεί εχθρούς της. Ακόμη και αυτών όπως η Ελλάδα που δεν υπακούνε τυφλά τις εντολές της, Ιράν, Κορέα, Αραβικός κόσμος, μη υποτελείς και φυσικά άμεσα η Ρωσία και στο βάθος η Κίνα. Μετά θα έρθει η σειρά των «ατάκτων» της Νοτίου Αμερικής. Ένας άμεσος και θανάσιμος κίνδυνος, πολυπρόσωπος, πολυπλόκαμος σαν χταπόδι κάνει αργά αλλά σταθερά την εμφάνισή του στο προσκήνιο της παγκόσμιας ιστορίας.

Σημερινός στοίχος είναι τα Βαλκάνια με κύριο σύμμαχο την «Μεγάλη Αλβανία», ξεκινώντας από το Κόσσοβο με συνεργάτες τους υπεύθυνους για μαζικές δολοφονίες U.C.K.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, γεγονός πρωτοφανές για τη χώρα μας, μερικοί «επιστήμονες» επέλεξαν το αμφιθέατρο του Παντείου Πανεπιστημίου για να αναπτύξουν δημόσια την υποστήριξή τους σε ένα βασικό αίτημα της «Μεγάλης Αλβανίας», την κατάκτηση της Ηπείρου έως την Πρέβεζα, με την δικαιολογία ότι ανήκε στην Αλβανική Τσαμουριά, από όπου τους έδιωξαν με εγκληματικές πράξεις οι Έλληνες.

Ασφαλώς πρόκειται για οργανωμένη προβοκάτσια των Η.Π.Α, ώστε να μελετηθούν οι δικές μας αντιδράσεις και να προπαρασκευαστεί ψυχολογικά η εδαφική επέκταση της Αλβανίας μετά το Κόσσοβο και σε ένα μεγάλο τμήμα των Αλβανοφώνων των Σκοπίων και ακολούθως και σε δικά μας εδάφη.

Από την άλλη μεριά η σύμπλευση της Τουρκίας με τις Η.Π.Α στο Κόσσοβο, που έσπευσε πρώτη αυτή να το αναγνωρίσει, προετοιμάζει το έδαφος για πονηρά σχέδια σε βάρος της χώρας μας με βάση όχι μόνον το Αιγαίο και την Κύπρο, αλλά κα τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, που ακολουθώντας το παράδειγμα του Κοσσόβου μπορεί να διεκδικήσει την δική της ανεξαρτησία.

Η πολιτική ηγεσία των Σκοπίων φαίνεται ότι γνωρίζει από πρώτο χέρι τα σχέδια των Η.Π.Α και για αυτό δείχνει αυτή την αλαζονική αδιαλλαξία.

Και πράγματι σε αυτή τη φάση συμπορεύονται με την πολιτική που εκθέσαμε. Όμως τι θα κάνουν όταν ξεκινήσει η επόμενη φάση, αυτής της φολοαλβανικής τακτικής, οπότε το κρατίδιό τους θα κοπεί στη μέση, γιατί θα πρέπει να γνωρίζουν τόσο αυτοί, όσο και οι ΗΠΑ, ότι μπορούν να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες, όμως φυλετικά είναι Σλάβοι και ως εκ τούτου κατατάσσονται ουσιαστικά στη χορεία των εχθρών των ΗΠΑ μαζί με την Ρωσία, τη Σερβία αλλά κα τη Βουλγαρία που και αυτή δεν πρέπει να έχει αυταπάτες.

Έτσι γυρίζοντας σε εμάς τους Έλληνες θα πρέπει να δούμε ότι η κατάσταση όντως εξελίσσεται όπως εξελίσσεται και είναι παραπάνω από τραγική δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν πείθονται, όσες υποκλίσεις και αν κάνουν απέναντί τους οι ποικιλόμορφες αμερικανόφιλες ηγεσίες, και αυτό γιατί φοβούνται, μισούν τον λαό μας, για τον οποίο είναι βέβαιοι ότι στη μεγάλη του πλειοψηφία απορρίπτει τα φιλοπόλεμα σχέδιά τους, για αυτό θέλει να μας τιμωρήσει με κάθε τρόπο εκτός και αν αποφασίσουμε όλοι μαζί να γονατίσουμε και να φιλήσουμε τα πόδια τους κάνοντας όρκους ότι από δω και στο εξής θάμασε καλά παιδιά και πειθήνια όργανα στην όποια πολιτική τους.

Όμως αφού το παιχνίδι είναι για μας έτσι και αλλιώς χαμένο, τότε ας πέσουμε με το κεφάλι ψηλά. Ας μην περιμένουμε βοήθεια από πουθενά. Ούτε έχουμε συμμάχους, είμαστε εμείς και εμείς, ας φροντίσουμε λοιπόν να είμαστε τουλάχιστον ωραίοι, περήφανοι και γιατί όχι χαρούμενοι, αφού θα έχουμε πάρει τη μεγάλη απόφαση να γίνουμε όλοι μαζί μια γροθιά ενωμένοι μπροστά στην προδοσία και την ασχήμια που χτυπάει την πόρτα μας.

Γιατί είναι προδοσία η αναγνώριση του Κοσσόβου χωρίς την έγκριση της διεθνούς κοινότητας του ΟΗΕ, δηλαδή μιας επαρχίας που από αιώνες αποτελεί τμήμα της Σερβίας και τι θα νοιώθαμε εμείς αν μεθαύριο έπαιρναν με το έτσι θέλω τη μισή Κύπρο , την Θράκη ή την Ήπειρο;

Όπως είναι ασχήμια να ανεχόμαστε να μας περιφρονούν και να μας εξυβρίζουν οχυρωμένοι κάτω από τα σκέλια των Αμερικανών οι Σκοπιανοί και εμείς να τους παρακαλάμε και να ζητάμε μεσολάβηση των Αμερικανών, χάνοντας κάθε μέρα όλο και πιο πολύ την αξιοπρέπειά μας και την υπερηφάνειά μας.

Ας κλείσουμε τα σύνορα, ας σταματήσουμε τις οικονομικές και διπλωματικές μας σχέσεις και ας τους αφήσουμε να αυτοαποκαλούνται όπως θέλουν, κοροϊδεύοντας τους εαυτούς τους.

Οφείλουμε να περάσουμε και από αυτή τη νέα δοκιμασία με το κεφάλι ψηλά. Μπορεί να υποφέρουμε, όμως το ζητούμενο για μας είναι να παραμείνουμε Έλληνες και θα παραμείνουμε Έλληνες αν δεν ξεχνάμε από πόσες δοκιμασίες περάσαμε ως τώρα, όμως στο τέλος πάντα βγήκαμε νικητές.

Το ίδιο θα συμβεί και στο μέλλον.

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα, 23/2/2008

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

το σπήλαιο και οι δεσμώτες


Πλάτωνος Πολιτεία

«-Ύστερα απ'αυτά παράστησε τώρα την ανθρώπινη φύση, σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία, με την ακόλουθη εικόνα που θα σου ειπώ: Φαντάσου σαν μέσα σ'ένα σπήλαιο, κάτω απ'τη γη, που να έχει την είσοδό του ανοιγμένη προς το φως σ'όλο το μάκρος της ' ανθρώπους που από παιδιά να βρίσκουνται εκεί μέσα αλυσοδεμένοι απ'τα πόδια και τον τράχηλο, σε τρόπο που να μένουν πάντα στην ίδια θέση και μόνο εμπρός των να βλέπουν, χωρίς να μπορούν να στρέψουν γύρω την κεφαλή τους εξαιτίας τα δεσμά τους ' και από πίσω σε αρκετή απόσταση και υψηλότερά τους να υπάρχει αναμμένη φωτιά, που το φως της να έρχεται ως αυτούς κι ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες ένας δρόμος προς τα επάνω ' και πλάι στο δρόμο φαντάσου ακόμα παράλληλά του χτισμένο ένα μακρύ τοιχαράκι σαν εκείνα τα διαφράγματα που έχουν βαλμένα οι θαυματοποιοί εμπρός απ'τους ανθρώπους και τους δείχνουν πάνω από κει τις ταχυδακτυλουργίες των.

-Τα φαντάζομαι όλα αυτά.

-Φαντάσου τώρα ανθρώπους να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου φορτωμένοι κάθε λογής αντικείμενα καθώς και αγάλματα ανθρώπων και ζώων κατασκευασμένα από ξύλο ή πέτρα ή ό,τι άλλο, που να ξεπερνούν όλα αυτά πιο ψηλά από το τοιχαράκι, κι αυτοί που τα σηκώνουν, όπως είναι φυσικό, άλλοι να μιλούν καθώς περνούν μεταξύ τους κι άλλοι να σωπαίνουν.

-Πολύ παράξενη είναι η εικόνα και αλλόκοτοι οι δεσμώτες.

-Και μ'όλα αυτά όμοιοι με μας ' και πρώτα πρώτα νομίζεις πως αυτοί οι δεσμώτες έχουν ιδεί ποτέ και από τους εαυτούς των και από τους τριγυρνούς των τίποτε άλλο, εκτός από τις σκιές που πέφτουν από τη λάμψη της φωτιάς επάνω στο αντικρινό τους μέρος της σπηλιάς;

-Και πώς να δουν, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατούν ακίνητα τα κεφάλια όλη τους τη ζωή;

-Ακόμα και από τα αντικείμενα που περνοδιαβαίνουν, άλλο τίποτα από τις σκιές των;

-Τι άλλο βέβαια;

-Κι αν θα μπορούσαν να μιλούν μεταξύ τους, δε νομίζεις να πιστεύουν πως τα ονόματα που δίνουν στις σκιές που βλέπουν να διαβαίνουν εμπρός τους, αναφέρονται σε αυτά τα ίδια τα αντικείμενα;

-Αναγκαστικά.

-Κι αν ακόμα η φυλακή τους έστελνε αντίλαλο από αντικρύ τους, όταν θα μιλούσε κανείς απ'όσους περνούν, νομίζεις πως τίποτα άλλο θα φανταζόνταν, παρά ότι η σκιά είναι εκείνη που μιλά;

-Τι άλλο βέβαια;

-Και εξάπαντως, τίποτα άλλο οι τέτοιοι δε θα πίστευαν αληθινό, παρά μονάχα εκείνες τις σκιές.

-Ανάγκη πάσα.

-Σκέψου τώρα, τι θά'πρεπε να συμβεί φυσικά μ'αυτούς, αν κανείς ήθελε τους λύσει απ'τα δεσμά τους και τους θεραπεύσει απ'την πλάνη και την άγνοιά τους ' κάθε φορά που θα λυνόνταν ένας και θ'αναγκάζονταν έξαφνα να σηκωθεί και να στρέψει το λαιμό του και να περπατήσει και να κοιτάξει προς το μέρος της φωτιάς, και πονούσε ενώ έκανε όλα αυτά και δε μπορούσε απ'το ακτιδοβόλισμα της φωτιάς να δει καθαρά εκείνα που έβλεπε ως τότε τις σκιές των, τι νομίζεις πως θα πει, αν του έλεγε κανείς, ότι όσα έβλεπε τότε ήταν φλυαρίες και πως τώρα, γυρισμένος κάπως πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά, βλέπει σωστότερα, κι αν μάλιστα δείχνοντάς του το καθένα απ'όσα θα περνούσαν από μπρος του, τον ανάγκαζε ν'αποκριθεί τι είναι αυτό, δε νομίζεις πως θα έπεφτε σε μεγάλη απορία και θα νόμιζε πως εκείνα που έβλεπε τότε, ήταν αληθινότερα απ'αυτά που του δείχνουν τώρα;

-Και πολύ μάλιστα.

-Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε κανείς να στρέψει τα μάτια του στο ίδιο το φως, δε θα του πονούσαν τα μάτια και δε θά'φευγε για να ξαναγυρίσει πάλι σ'εκείνα που μπορεί να βλέπει και δε θα νόμιζε πως εκείνα είναι πραγματικώς καθαρότερα και αληθινότερα απ'αυτά που του δείχνουν;

-Έτσι βέβαια.

-Κι αν τέλος τον ξεκολλούσε κανείς από κει κάτω με τη βία, από ένα κακοτρόχαλο και ανηφορικό δρόμο και δεν τον άφηνε πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, άραγε δε θα τραβούσε μαρτύρια και δε θα αγανακτούσε όσο τον έσερναν, κι όταν θα'φτανε στο φως με πλημμυρισμένα τα μάτια του απ'τη φεγγοβολή, θα μπορούσε να δει και ένα καν από όσα εμείς τώρα λέμε αληθινά;

-Όχι βέβαια, έτσι τουλάχιστο εξαφνικά.

-Θα χρειάζονταν πραγματικώς, να συνηθίσει πρώτα, για να κατορθώσει να βλέπει καθαρά όσα είναι εκεί επάνω ' και στην αρχή θα μπορούσε να βλέπει ευκολότερα τις σκιές, έπειτα επάνω στα νερά τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων, και στερνά κι αυτά τα ίδια ' κατόπι απ'αυτά και όσα είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να στραφεί ή να κοιτάξει τη νύχτα ευκολότερα, με το φως του φεγγαριού και των άστρων, παρά την ημέρα με τον ήλιο και το φως του.

-Πώς όχι;

-Και τελευταία, θα μπορούσε να ιδεί, υποθέτω, και αυτόν τον ίδιο τον ήλιο, όχι μέσα στα νερά ή σε άλλη θέση τα είδωλά του, αλλά αυτόν καθαυτόν στη θέση του, και να παρατηρήσει τι λογής είναι.

-Αναγκαστικά.

-Ύστερα απ'αυτά θά'κανε τη σκέψη για αυτόν, πως αυτός είναι που κάνει τις εποχές και τους ενιαυτούς, και διευθύνει σαν επίτροπος όλα στον ορατό κόσμο, και ο αίτιος, για να πούμε έτσι, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

-Είναι φανερό πως σ'αυτό το συμπέρασμα θα'φτανε σιγά σιγά.

-Και τι λοιπόν; Όταν θα θυμόταν την πρώτη του εκείνη κατοικία και τη σοφία που είχαν εκεί κάτω αυτός και οι συνδεσμώτες του, δε νομίζεις πως θα μακάριζε τον εαυτό του γι'αυτή τη μεταβολή και θα ελεεινολογούσε εκείνους;

-Και πολύ μάλιστα.

-Και αν υπήρχαν μεταξύ τους εκεί κάτω έπαινοι και τιμές και τίποτα βραβεία για κείνον που θα'χε ισχυρότερη όραση να βλέπει ό,τι θα περνούσε εμπρός του, και να θυμάται ποια συνηθίζουν να περνούν πρώτα, ποια κατόπι τους και ποια μαζί-μαζί και έτσι να ήταν σε θέση να μαντεύει καλύτερα από κάθε άλλο τίνος θα είναι η σειρά του να παρουσιαστεί, τι λες; θα είχε καμιά επιθυμία για όλα αυτά και θα ζήλευε εκείνους που έτσι ετιμούσαν εκεί κάτω και που αφέντευαν επάνω στους άλλους; η δε θα πάθαινε εκείνο που λέει ο Όμηρος για τον Αχιλλέα, και θα προτιμούσε χίλιες φορές καλύτερα να ζει στον επάνω κόσμο και να δουλεύει κοντά σε έναν άλλο δίχως κλήρο άνθρωπο, παρά να έχει τις ίδιες τις ιδέες και την ίδια ζωή όπως εκεί κάτω;

-Κάθε άλλο κι εγώ παραδέχομαι πως θα προτιμούσε να πάθει, παρά να ζει μ'εκείνο τον τρόπο.

-Βάλε τώρα στο νου σου κι αυτό: αν ένας τέτοιος ήθελε ξανακατέβει πάλι εκεί και ξανακαθίσει στο θρονί του, δε θα γέμιζαν τα μάτια του ξανά σκοτάδι, καθώς θα'ρχόταν ξαφνικά απ'τον ήλιο;

-Και πολύ βέβαια.

-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;

-Χωρίς άλλο.

-Αυτή λοιπόν την εικόνα, φίλε μου Γλαύκων, πρέπει να την εφαρμόσεις σ'όλα που λέγαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις αυτό τον κόσμο, που βλέπουμε, με την όραση, με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και την αντιλαμπή της φωτιάς μες σ'αυτήν με τη δύναμη του ήλιου ' αν ακόμα δεχτείς, πως εκείνος ο δεσμώτης που ανεβαίνει εδώ πάνω και βλέπει όσα βλέπει, παρασταίνει το ανέβασμα της ψυχής από τον ορατό στο νοητό κόσμο, θα είσαι μέσα σε κείνο που πιστεύω εγώ τουλάχιστο, αφού αυτό επιθυμούσες ν'ακούσεις. Κι ο Θεός πια το ξέρει, αν τυχαίνει να είναι αληθινή η ιδέα μου. Οπωσδήποτε για μένα έτσι φαίνονται πως είναι αυτά: πως μέσα στο νοητό κόσμο τελευταία που παρουσιάζεται είναι η ιδέα του αγαθού, μόλις και μετά βίας ορατή ' όταν όμως μια φορά τη δει κανείς, δε μπορεί να μη συμπεράνει πως αυτή είναι γενικώς η αιτία του κάθε καλού και ωραίου, πως αυτή είναι που γέννησε και μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και μέσα στον νοητό αυτή είναι η δέσποινα που χαρίζει την αλήθεια και το νου, και ότι σ'αυτήν πρέπει να αποβλέπει όποιος το έχει σκοπό με φρόνηση να κυβερνηθεί και στον ιδιωτικό του και στο δημόσιο βίο.

-Συμμερίζομαι κι εγώ τη γνώμη σου, με τον τρόπο τουλάχιστο που μπορώ.

-Έλα τώρα λοιπόν να συμμεριστείς κι αυτήν ακόμα τη γνώμη και να μην παραξενεύεσαι, αν όσοι έφτασαν ως εδώ δε βρίσκουν πια ευχαρίστηση να καταγίνουνται με τις συνηθισμένες ανθρώπινες ασχολίες, αλλά αισθάνονται την ανάγκη να ζουν πάντα εκεί επάνω οι ψυχές των ' και είναι φυσικό να γίνεται έτσι, αν πάλι είναι σύμφωνο κι αυτό με την εικόνα που είπαμε πριν.

-Είναι βέβαια φυσικό.

-Τι λοιπόν; Σου φαίνεται τίποτα παράξενο, αν ένας που κατεβαίνει από κείνη τη θεϊκιά θεωρία στις ανθρώπινες αθλιότητες, δε γνωρίζει πώς να φερθεί και φαίνεται φοβερά γελοίος, καθώς δε βλέπει ακόμα καλά πριν συνηθίσει οπωσδήποτε με το σκοτάδι αυτού του κόσμου, και αναγκάζεται, ή στα δικαστήρια ή όπου αλλού, να υποστηρίζει την ιδέα του για τις σκιές του δικαίου και για τα είδωλα που παρασταίνουν οι σκιές και να πολεμά τις δοξασίες που έχουν για τη δικαιοσύνη όπου ποτέ του ποτέ δεν την είδαν;

-Μα καθόλου βέβαια παράξενο.

-Αλλά αν έχει κανείς νου, θα μπορούσε να θυμηθεί, πως είναι δυο ειδών και από δυο αφορμές προέρχεται η διατάραξη της όρασης: όταν μεταβαίνει κανείς από το σκοτάδι στο φως, και όταν από το φως στο σκοτάδι. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να παραδεχτεί πως γίνεται και με την ψυχή και όταν δει καμιά να τα χάνει και να μη μπορεί να διακρίνει κάτι καθαρά, να μη γελά χωρίς λόγο, αλλά να εξετάζει τι από τα δύο συμβαίνει, τάχα επειδή ήρθε από φωτεινότερη ζωή έχουν σκοτισθεί τα μάτια της που δεν ήταν συνηθισμένα στο σκοτάδι, ή μήπως, αμάθητη στο περισσότερο, έφτασε σε πολύ δυνατότερο φως και έχουν γεμίσει τα μάτια της από ζωηρότερη φεγγοβολή; Και τότε βέβαια τη μια θα τη μακαρίσει για το πάθημά της και τη ζωή της και την άλλη θα την ελεεινολογήσει, κι αν είχε τη διάθεση να γελά μαζί της, το γέλιο του θα ήταν λιγότερο καταγέλαστο, παρά αν γελούσε με την ψυχή που έχει φτάσει από το επάνω εκεί φως.

-Πολύ λογικά τα λες.

-Πρέπει λοιπόν, αν είν'αυτά αληθινά, να παραδεχτούμε πως η παιδεία δεν είναι τέτοια όπως τη λένε πως είναι μερικοί που την έχουν επάγγελμά τους. Γιατί ισχυρίζονται πως επιστήμη δεν υπάρχει μέσα στην ψυχή αλλά αυτοί τη βάζουν, όπως σαν να βάζουν σε τυφλούς την όραση.

-Αυτό πραγματικώς λένε.

-Ενώ ο δικός μας τώρα ο λόγος θέλει να πει, πως ο καθένας έχει μέσα στην ψυχή του τη δύναμη να μαθαίνει και το κατάλληλο για τη μάθηση όργανο ' και όπως, αν δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά, θα έπρεπε να στρέφει κανείς το μάτι του με όλο μαζί το σώμα του από το σκοτεινό στο φωτεινό, έτσι πρέπει να στρέφει γύρω κι αυτή τη δύναμη και το όργανό της με όλη μαζί την ψυχή του από εκείνο που γίνεται προς το καθαυτό ον, ώσπου να κατορθώσει επιτέλους να ατενίζει, χωρίς να υποφέρει, το φωτεινότατο του όντος, που εμείς λέμε πως αυτό είναι το αγαθό ' δεν είναι έτσι;

-Ναι.

-Αυτής λοιπόν της περιστροφής θα ήταν τέχνη η παιδεία, με ποιο τρόπο να καταφέρει να μεταστραφεί όσο μπορεί ευκολότερα και ωφελιμότερα η ψυχή, όχι για να της βάλει κανείς μέσα της τη δύναμη να βλέπει, γιατί αυτή την έχει, αλλά για να διορθώσει την κατεύθυνσή της, που δεν είναι σωστά στραμμένη ούτε βλέπει εκεί που έπρεπε.»

(Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

αγριολούλουδα...

στη Φωτεινούλα μου...

Κι όμως, παρόλη την παγωνιά, παρόλο το χειμωνιάτικο τοπίο, σιγά-σιγά ξεπρόβαλαν.. δειλά, μουδιασμένα, αλλά αποφασιστικά... να χρωματίσουν με τις αποχρώσεις τους την πλάση, να προλογίσουν με την παρουσία τους τον ερχομό μιας άνοιξης..

Μπορεί οι αρνητικές θερμοκρασίες να τσουρούφλισαν τα ευαίσθητα πέταλά τους, μπορεί ο παγωμένος βοριάς να μαστίγωσε τα τρυφερά μπουμπούκια τους, όμως εκείνα περήφανα αντιστέκονται, δυναμικά ξεδιπλώνουν τη λεπτεπίλεπτη καρδιά τους, επιβιώνουν και συνεχίζουν να υμνούν με τη διακριτική παρουσία τους την ομορφιά της πλάσης... την ομορφιά της ψυχής... να μας χαρίζουν την άνοιξη..









Όσο υπάρχουν αγριολούλουδα, η άνοιξη πάντα θα ακολουθεί το χειμώνα...

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Ένα παιδί μετράει τ'άστρα...



Στη Φωτεινούλα...










Του Μενέλαου Λουντέμη

[απόσπασμα]

... Να, σαν κι αυτό το ξυπόλυτο αγόρι που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι. Τ' όνομα του Μέλιος, μα δε χρειάζεται, γιατί κανείς δεν το ρωτάει. Τώρα περνάει το μεγάλο δρόμο με τις ακακίες που σκίζει την πόλη στα δυο. Είναι καλοφτιαγμένος δρόμος. Τα καλοκαίρια μοσχοβολάει δυνατά απ' τη δεντροστοιχία και, τα περβόλια που απλώνονται πλάι του. Κάθε Κυριακή τον καταβρέχουν κιόλα μ' ένα τρύπιο βαρέλι που το φορτώνουν σ' ένα δίτροχο, για να μη σκονίζονται τα φουστάνια των κοριτσιών. Καλή συνήθεια... Γιατί αλλιώτικα τα κορίτσια μπορεί να μην έβγαιναν περίπατο, και τότε τι χάρη θα είχε ένας εξοχικός δρόμος χωρίς κορίτσια;

Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ'αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ' το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.

Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειού. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόθρες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να 'χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.

Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με τ' όνειρο του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ' το χορταρένιο στρώμα του...

Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στυφάδα της μοναξιάς. ... Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μαγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο, μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει λίγη ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά και φεύγανε.

Τι έκανε λοιπόν όλα τούτα τα χρόνια; Τίποτα. Μάζευε γνώση και φαρμάκι. Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε. ΉΘελε να γυρέψει το Μάικωβο μα τον γέλασαν οι δρόμοι. Τι λοιπόν να κάνει; Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το 'βαλε κάτω και το παίδεψε, το 'πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα 'πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του 'κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ' τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι παππούδεςπου κάθονται στα γόνατα σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλιά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ' αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του 'βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, σε παρακαλώ, του λέει αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρτο μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως...

Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα 'δωσε πίσω. "Πάρτα, του λέει. Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια., μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;..." Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... "Αιντε, άιντε... Σύχασε... είπε. Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;"

Σε τρεις μέρες του 'φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό, απ' το βαγγέλιο, και του το 'δωσε. "Το πασπάτεψα από παντού, λέει στο παιδί. Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρτο εσύ, μην 'πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε."

Το παιδί τ' άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι. "Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού έλεγε το ξωφυλλό του." Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το 'μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το 'χε φέρει, τ' άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ' όποιον ήθελε.

Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ' όλα τα σπίτια. Το μάθε κι ο δάσκάλος, και μια μέρα του παράγγειλε να πάει να τον δει. Βάζει, λοιπόν, ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.

- Α, έλα δω... του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;

- Δε φταίω γω... έκανε το παιδί.

- Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά κανωμένα είν'αυτά που κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις και γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ' αγαπάς;

Γράμματα του σκολειού! Αν τ' αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! Πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μαθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μιαν εκεί. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε κείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ' αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν' αυτά που λες, κυρ-δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις, τα σκολειά σ' αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί

Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο λίγο, όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει κάτι σχέδια... Σκοπεύει, σα μαζέψει κάμποσα, να πάει σ'ένα δάσκαλο και να του πει "να, πάρε, και δως μου γράμματα, γράμματα καλά όμως, του σκολειού..." Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε.

Και, τώρα, να ο δάσκαλος ήρθε μοναχός του. Η καλή του τύχη τον έφερε μπροστά του. Και τι;... Δάσκαλος αληθινός, με γυαλιά! Και τον καλάει και στο σπίτι του. Ώρα ήταν λοιπόν. Πιάνει κι αυτός το σακάκι του και το κουνάει.

- Τ' είν' αυτό; ρωτάει ο δάσκαλος.

- Χρήματα.

- Πού τα 'βρες;

- Τα κέρδισα.

- Και γιατί τα κουνάς;

- Είναι για γράμματα.Μα δεν είναι πολλά. `Αμα τα κάνω μπόλικα, θα τα φέρω εδώ να μου μάθεις. Μπορεί να γίνει αυτό κυρ-δάσκαλε;

- Αν μπορεί;...

Ο δάσκαλος έβαλε τη γροθιά του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπίδι. Ύστερα κοίταξε το παιδί βαθιά στα μάτια.

- Λοιπόν... πήγε να του πει.Η φωνή του ήταν κάπως αλλιώτικη, έτσι λιγάκι σαν βραχνή.

- `Αστα... `Αστα εκεί είπε, και πήγαινε... Αύριο, που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα... του λέει.

- Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;

- Όχι, όχι, καλό μου παιδί... πώς είναι τ' όνομα σου;

- Μέλιος.

- Όχι, Μέλιο. Και πάλι ήταν αλλαγμένη η φωνή του, πιο πολύ αλλαγμένη και πιο βραχνή.

Το παιδί στάθηκε λίγο. Ύστερα άδειασε την τσέπη του στο τραπέζι κι έφυγε. Ο δάσκαλος ούτε γύρισε να το δει. Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ' το παράθυρο, σαν να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και ήθελε να τον μάθει. ...

Μενέλαος Λουντέμης

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..


Σήμερα, του Αγίου Βλασίου..

Ο `Αγιος Βλάσιος, σύμφωνα με το συναξάρι του, είχε την ικανότητα να εξημερώνει τα άγρια ζώα και για τούτο ο λαός μας τον επέλεξε ως προστάτη του από τους λύκους και τα τσακάλια, που τέτοια εποχή, λόγω του ψύχους και της πείνας, κατεβαίνανε προς τα χωριά.. Λένε, μάλιστα, πως οι κτηνοτρόφοι, τιμούσαν ιδιαίτερα τη γιορτή του, γιατί αλλιώς "τους έστελνε το λύκο"!

Σύμφωνα με το λαογράφο Γ.Α. Μέγα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας"), οι χωρικοί είχαν αργία τη μέρα της γιορτής του και συγκεκριμένα:

"Στην Πυλία δεν τυροκομάνε, δεν κάνουνε δουλειά στο σπίτι τους." Όποιος θέλει να δουλέψει παίρνει ένα σακούλι και μια βελόνα και το ράφτει από πίσω του. Τότε ρωτάει ο άλλος: - Τί ράφτεις; -Ράφτω πέτρες και ακόνια/ και του λύκου τα σαγόνια. Το λέει τρεις φορές και απεκεί πάει και δουλεύει."

Στην Αιτωλία τη φυλάνε οι γεωργοί, προπάντων δε φορτώνουν τα ζώα, ούτε και οι γυναίκες φορτώνονται πάνω τους ξύλα, γιατί ο άγιος αυτός είναι μουσκαροπνίχτης, πνίγει δηλαδή σε ποτάμια τα μουσκάρια τους, αν φορτωθούν.(*Δ.Λουκόπουλος, "Γεωργικά της Ρούμελης")

Έθιμο της ημέρας αυτής είναι και η συνεστίαση αυτών που πηγαίνουν στην εκκλησία. Στο τραπέζει τοποθετούνται ειδικά φαγητά ' π.χ. φαγητό από σιτάρι κομμένο, μαγειρεμένο με μέλι και βούτυρο, το λεγόμενο στον Πόντο Χασούλ, ή φαγητό από κρέας προβάτων ή κατσίκας, που "θυσιάζονταν" στον περίβολο της εκκλησίας. Στην Κέρκυρα μοιράζουν "χειμωνικό", δηλαδή καρπούζι." (Γ.Α.Μέγας)

Από την άλλη, ο `Αγιος Βλάσιος, σε πολλές περιοχές θεωρείται και προστάτης όλων των παθήσεων του λαιμού. Αυτό μπορεί να συσχετίζεται και με το γεγονός ότι ο άγιος τούτος στη ζωή του υπήρξε γιατρός ή ακόμα και με τον τραγικό τρόπο θανάτωσής του (του έκοψαν το λαιμό, τον αποκεφάλισαν), αλλά η σχετική ιστορία που αναφέρεται είναι η εξής: Λίγο πριν από τη μέρα του μαρτυρίου του, είχε πέσει μια θανατηφόρα επιδημία ασθένειας του λαιμού που έπληττε τα παιδιά. Τότε ο `Αγιος Βλάσιος ζήτησε να του φέρουν οπωροφόρα φρούτα τα οποία και ευλόγησε και παρήγγειλε να τα δώσουν στα άρρωστά παιδιά που, με τον τρόπο αυτό, γιατρεύτηκαν.

Και μιας και αναφερόμαστε σε έναν άγιο προστάτη από τα άγρια ζώα, προστάτη από τους λύκους και τα τσακάλια, δε μπορώ να αντισταθώ και να μην παραθέσω και πάλι κάποια ακόμη αποσπάσματα από την "Αιολική Γη" του αγαπημένου Βενέζη, για Τα πεινασμένα τσακάλια :

"... Έρχονταν όμως ο καιρός που ωριμάζαν οι καρποί, και τα μισογινωμένα τσαμπιά κρέμονταν απ'τα κλήματα. Τότες το να μας ριχτούνε τα τσακάλια δεν ήταν χωρίς κίνδυνο όπως την άνοιξη. Αν τόσο μεγάλα κοπάδια πεινασμένα αγρίμια μπαίναν για μια μονάχα νύχτα μες στο κτήμα, την άλλη μέρα δε θα βρισκόταν πια καρπός.

Γι'αυτό οι άνθρωποι κοιτάζαν πως να πολεμήσουν το κακό και ν'αντισταθούνε. Όλοι όσοι δουλεύανε στο υποστατικό, γυναίκες κι άντρες, χωρίζονταν σε τρεις βάρδιες [...] Περιμέναμε και, μόλις τα τσακάλια έρχονταν κοντά, χύνονταν όλοι κατά τα σύνορα του υποστατικού, βγάζοντας άγριες φωνές και χτυπώντας ντενεκέδες ή τούμπανα. Αν η νύχτα ήταν σκοτεινή, πολλοί βαστούσαν αναμμένες σκίζες δαδιά στα χέρια. Τ'αγρίμια τρομαγμένα τραβιόνταν πίσω, λυσσασμένα ουρλιάζοντας, και χυμούσαν σ'άλλα γειτονικά υποστατικά. Σε λίγο έρχονταν οι αλαλαγμοί των ανθρώπων από κει, απ'τα άλλα τα κτήματα, που προσπαθούσαν ν'αμυνθούνε στρέφοντας το κοπάδι της πείνας αλλού.

[...]

Ακαθόριστα συναισθήματα μας είχαν κυριέψει εκείνο το βράδυ. Τί έγινε, λοιπόν, ο καλός Θεός της γιαγιάς, εκείνος που μυστικά τον ικετεύαμε στην προσευχή μας να βρει και για τα πεινασμένα τσακάλια σπόρους; Τί έγινε και χάθηκε ο Μεγάλος Δράκος, θεότητα τόσο φιλική και φιλεύσπλαχνη του δάσους που, όταν πολύ πεινούσαν τα τσακάλια και φώναζαν, τα έβαζε να φάνε και να κοιμηθούνε; Κι αφού εκείνοι γίνηκαν καπνός - ο Θεός κι ο Μεγάλος Δράκος- και τα τσακάλια πεινούσαν, πώς οι άνθρωποι τα χτυπούσαν έτσι σκληρά;

Ήταν πια αδύνατο να καταλάβουμε. Τα τσακάλια, από πλάσματα του δάσους που είχαν δικαίωμα να φάνε, έπρεπε τώρα να γίνουν εχτρός. Ως τότε ξέραμε μονάχα να τα φοβόμαστε, επειδή μας ήταν άγνωστα, επειδή δεν ξέραμε παρά μονάχα τη φωνή τους κι η φωνή τους ήταν άγρια. Τώρα έπρεπε να συνηθίσουμε να τα πολεμούμε, έπρεπε να κάμουμε τα πρώτα βήματα προς το παντοδύναμο εφόδιο των ανθρώπων, το μίσος.

[...]

Σωπαίναμε. Ακούγαμε. Μήτε τα δάκρυα δε θέλαν να βλογήσουν τα κουρασμένα μάτια μας. Τρέμοντας μπαίναμε στο νόημα του σκληρού νόμου του κόσμου." (Η.Βενέζης)


Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο..

Μετά από κείνη τη στροφή του δρόμου, στο δεξί μας χέρι, είναι χτισμένο το μικρό και ταπεινό σπιτικό του.. Διακριτικό, ντυμένο στα χρώματα της γης και της πέτρας, λιλιπούτειο και σχεδόν ξεχασμένο, ανάμεσα σε γέρικα πλατάνια και πυκνές φυλλωσιές, δεν το παρατηρούσε το μάτι του τυχαίου περαστικού. Ακόμη κι εκείνοι που γνώριζαν την ύπαρξή του, το αγνοούσαν πια, προσπερνούσαν αδιάφορα κι αφηρημένα, χωρίς καν να ρίξουν ένα βλέμμα χαιρετισμού..

Κάθε χρόνο, περίμενε υπομονετικά κι αδιαμαρτύρητα τη μέρα της γιορτής του. Τότε που θα βρίσκονταν δυο χέρια πρόθυμα να το σουλουπώσουν από τους πεσμένους σοβάδες και τις ακαθαρσίες από τα τρωκτικά, τότε που θα ζεσταίνονταν τα παγωμένα ντουβάρια του από ανθρώπων ανάσες, τότε που θα ξόρκιζαν τη μοναξιά του οι προσευχές, οι ψίθυροι και κάποια χαμηλόφωνα χαχανητά.

Κι όμως τα χρόνια περνούσαν και δεν ερχόταν η μέρα τούτη. Κι εκείνο απορούσε και συνέχιζε να περιμένει, αδιαμαρτύρητα κι υπομονετικά, μήπως το θυμηθούν την επόμενη χρονιά.Ποιός να του εξηγήσει πως η θύμηση έχει να κάνει με τη βροχή και το κρύο; Ποιός να του εξηγήσει ότι το γιορτάζανε σε άλλο, δανεικό σπιτικό; Πως το δικό του ήταν πολύ μικρό για να τους προστατεύσει από τη βροχή... πολύ κρύο για να τους ζεστάνει τα παγωμένα δάχτυλα... Εκείνο ζέσταινε μόνο ψυχές.. Αλλά, εκείνοι προτιμούσαν τα ζεσταμένα δάχτυλα.. Κι έτσι, κανείς πια δε θυμόταν να περάσει από κει, να σπρώξει τη βαριά ξύλινη πόρτα και να αφήσει απλά μια καλησπέρα...


Του Αγίου Χαραλάμπου σήμερα...

Σύμφωνα με το λαογράφο μας, Γ.Α.Μέγα, ο άγιος τούτος λατρεύεται από τους βοσκούς κι από τους κτηνοτρόφους, αλλά παράλληλα θεωρείται και προστάτης από την πανώλη. Στην Αγία Παρασκευή Λέσβου, γινόταν πανηγύρι που συνοδευόταν από τη δημοτική θυσία ταύρου (κουρμπάνι) και κατέληγε σε αγώνα ιπποδρομίας που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως "μαγεία" για το καλό των αλόγων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον και το απόσπασμα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγα) σχετικά με τις παραδόσεις που τον φέρουν ως άγιο "καταδιώκτη" της πανώλης: " Κυρίως του αφιερώνουν, κάθε χρόνο ή κάθε 3 ή 4 χρόνια, μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι, που κατασκευάζεται, με ολότελα μαγικό τρόπο, από μονομερίτικο πανί. Γυναίκες και κορίτσια του χωριού μαζεύονται νύχτα σ'ένα σπίτι και εκεί ξεκουκκίζουν βαμβάκι, γνέθουν και υφαίνουν ' το πανί που με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται μονόμερα, με πολλές μαγικές διατυπώσεις, έχει εξαιρετική μαγική δύναμη. Όπως φαίνεται, με μονομερίτικο πανί κατασκευάστηκε κάποτε, σε καιρό επιδημίας, πουκάμισο, από το οποίο θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ύστερα το πέταξαν και μαζί πετάχτηκε και η ασθένεια και σώθηκε το χωριό. Από τότε θα παρέμεινε η συνήθεια ν'αφιερώνεται ένα τέτοιο πουκάμισο στον άγιο Χαράλαμπο, που θεωρείται διώκτης της Πανώλης."

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

"Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει"


Ο `Αγιος Συμεών είναι ο προστάτης των εμβρύων και των εγκύων. Τιμόταν ιδιαίτερα από τις εγκύους, καθώς, σύμφωνα με τη λαϊκή πρόληψη που πηγάζει από την παρετυμολογία του ονόματός του, "Ο `Αγιος Συμιός, σημειώνει". Έτσι, τούτη τη μέρα, ήταν απαγορευμένη η οποιαδήποτε εργασία για τις εγκυμονούσες, για να μη βγει σημαδεμένο το παιδί. Ιδιαίτερα δε, αποφεύγαν τη χρήση μαχαιριών, ψαλιδιών και άλλων κοπτικών εργαλείων που είναι συνδεδεμένα με τα σημάδια που προκαλούν. Στη Σύρο, μάλιστα, το βράδυ του Αγίου Συμεών, οι έγκυες, έπρεπε να βγάλουν τα ρούχα ανάποδα και να περάσουν τα χέρια τους στις πλάτες ή στα μεριά τους, ώστε αν βγει σημάδι στο παιδί, να είναι από πίσω και να μη φαίνεται.

Χαρακτηριστικό για τούτη τη δύναμη τούτης της λαϊκής πρόληψης είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Στρατή Μυριβήλη από τη "Ζωή εν τάφω":  "... Κάθε γυναίκα είναι μια φορά θηλυκιά. Αυτή ήταν χίλιες φορές. Απ'την κορφή ως τα νύχια ήταν γεμάτη θυληκάδες. Είχε θυμάμαι, εδωνά πάνω στο μπούτι, και μια καφεδιά βούλα. Η μάνα της μούπε, τότες που την είχε στην κοιλιά, έπιασε τηγάνι ανήμερα τ'Αγίου Συμνιού, και σαν το θυμήθηκε σκουπίστηκε τρομαγμένη στο μερί της. Και το κορίτσι γεννήθηκε "σημνιωμένο" μ'αυτή τη δαχτυλιά. Αυτή η βούλα το λοιπόν με παλάβωνε."

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Υπαπαντή

Υπαπαντή σημαίνει προϋπάντηση. Σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουμε τη μέρα που ο Χριστός, προϋπαντήθηκε στο Ναό του Σολομώντα, από τον ιερέα Συμεών, καθώς σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί έπρεπε να αφιερώνεται στο Θεό και σαράντα μέρες μετά τη γέννησή του να προσφέρεται ως θυσία ένα ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσοί περιστεριών.



Τέτοια μέρα, ο λαός μας συνήθιζε να κάνει προβλέψεις σε σχέση με τον καιρό. Γενικότερα λεγόταν πως ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, τέτοιος καιρός θα βαστάξει και για σαράντα μέρες, αν και σε περιοχές της Κρήτης πίστευαν πως αν ο καιρός είναι καλός αυτή τη μέρα, ο χειμώνας θα κρατήσει πολύ ακόμη. Σε περιοχές της Μακεδονίας, μάλιστα, την παραμονή των Χριστουγέννων βάζαν στο τζάκι μια άσπρη πέτρα για να περάσει η οικογένεια "άσπρη χρονιά". Τούτη την πέτρα, την αφήναν εκεί μέχρι της Υπαπαντής, οπότε και τη μετέφεραν στα χωράφια για να αποτρέψει τη χαλαζόπτωση! Αυτή η μέρα, λοιπόν, ήταν σημαδιακή για τον καιρό που θα ακολουθούσε άρα και για τη σοδειά των αγροτών:

Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας.

Παπαντούλα χιονισμένη και τ'αμπάρια γιομισμένα.

Παπαντή καλοβρεμένη, η κοφίνα γεμισμένη.

Σύμφωνα με την καταγραφή του λαογράφου Γ.Α.Μέγα (Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας), "Η Υπαπαντή στη γλώσσα του λαού έγινε Αποπαντή και τέλος Πακουή ή Πακού, δηλαδή η αγία που ακούει, η Παναγιά. Λέγεται και Παναγιά η Μυλιαργούσα, επειδή οι μύλοι αργούν - και να τους βάλεις μπροστά, σταματούν και δεν αλέθουν (Κρήτη)."

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

Ο `Αγιος Τρύφωνας των αμπελιών

Τρύφωνα πολύκαρπε,


έλα δω στ'αμπέλι μου

και στο χωραφάκι μου

να φάμε και να πιούμε

Ο Φεβρουάριος ξεκινάει με τα "Συμόγιορτα", δηλαδή τρεις γιορτές που η μία διαδέχεται την άλλη, του Αγίου Τρύφωνα, της Υπαπαντής και του Αγίου Συμεών. Λέγεται, μάλιστα, πως "`Αι-Τρύφωνας τριβ', Υπαπαντή πλαθ' κι ο Συμεών σημνειών'". Σε ορισμένες περιοχές κάθε εργασία ήταν απαγορευμένη για τις μέρες τούτες. Ειδικά για του Αγίου Τρύφωνα, λένε πως τη μέρα εκείνη δεν έκοβαν τίποτα με μαχαίρι, για να μην κόψει το σκουλήκι τις ρίζες των κηπευτικών που θα φύτευαν την άνοιξη στα χωράφια.

Ο `Αγιος Τρύφωνας θεωρείται από το λαό μας ως φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, της βλάστησης και της καλλιέργειας, οπότε οι αγρότες τον τιμούσαν ιδιαιτέρως. Να μην ξεχνάμε κιόλας πως κάποια χρόνια πριν, κάθε οικογένεια στην ύπαιθρο, έφτιαχνε το μοσχοβολιστό κρασάκι της, που θα τη συντρόφευε στις κρύες νύχτες του χειμώνα και στα γλέντια του καλοκαιριού, από τ'αμπέλια του κήπου ή του χωραφιού της. Κι ο `Αγιος Τρύφωνας, πέρα από την εξουσία που του προσδίδεται κατά των τρωκτικών που μαστίζουν στους αγρούς, είναι ο άγιος που παριστάνεται ακόμα και στις εικόνες με το κλαδευτήρι στο χέρι και τον γιορτάζουμε την εποχή που ξεκινάνε τα κλαδέματα, τα τόσο σημαντικά για τη μετέπειτα ανάπτυξη του αμπελιού και την ποιότητα του κρασιού που θα μας προσφέρουν τα τσαμπιά του.

Αγρότες, κηπουροί κι ειδικά αμπελουργοί, κάνανε στην εκκλησία αρτοκλασία με κόλλυβα. Σε περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Σκόπελος, Πέτρα), πηγαίνανε και λίγα δράμια στάρι στην εκκλησιά, να τα ευλογήσει ο παπάς και γυρίζοντας στο σπίτι να τα ρίξουν μέσα σε άλλο σπόρο. Και, φυσικά, τέτοια μέρα γινόταν αγιασμός τον οποίον και χρησιμοποιούσαν μονάχα για να ραντίσουν τα χωράφια και τα αμπέλια τους.

Οι τοπικές συνήθειες που σχετίζονται με τη γιορτή αυτή ποικίλουν. Στη Φλαμουριά της Έδεσσας, ραντιστές, αλλά και κουδουνοφόροι, σκορπίζονται στα χωράφια για να ραντίσουν, αλλά και να ξυπνήσουν τη γη, να φέρουν την άνοιξη, με τα κουδουνίσματά τους. Στην Ήπειρο, κάναν κουλούρες και τις κυλούσαν στα αμπέλια και τους κήπους τραγουδώντας "Τρύφωνα πολύκαρπε, έλα δω στ'αμπέλι μου και στο χωραφάκι μου, να φάμε και να πιούμε". (Γ.Α.Μέγας). Στα "Αμπέλια" των Δικαίων, στη Θράκη, αφού ράντιζαν με αγιασμό τα χωράφια, άναβαν φωτιές κι έστηναν γλέντι με φαγοπότι. Διοργάνωναν κι αγώνες πάλης με έπαθλο ένα αρνί. Σε πολλές περιοχές δε, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα όπου και τα μετέφεραν Θρακιώτες πρόσφυγες, κάναν προς τιμήν του και τα γνωστά "κουρμπάνια" (το ζώο που θυσιάζεται, μαγειρεύεται και μοιράζεται στους πιστούς ευλογημένο), έθιμο που αναβιώνει με παραλλαγές, ακόμη και σήμερα.

Ενδιαφέρον δε, παρουσιάζει ένα απόσπασμα του αξιόλογου λαογράφου Γ.Α.Μέγα (Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας), για παραδόσεις που σχετίζονταν με τη μέρα αυτή:

"Στη Στενήμαχο έσφαζαν βόδι (κουρμπάνι), "για να ευχαριστήσουν τον άγιο", και μοίραζαν τα κομμάτια στους κατοίκους. Μετά τη λειτουργία γινόταν και αγώνας πάλης στην πλατεία. "Παλεύουν δυο αντρειωμένοι κι όποιος νικήσει παίρνει βραβείο ένα αρνί". Στο Δρυμό Μακεδονίας ταυτόχρονα με το ράντισμα παραχώνουν και το "κλικούδ' τ' καλλ'κατζάρου" (που θαμνιάζεται Χριστούγεννα, `Αι Βασίλη και Φώτα) και το κόκκινο αυγό της Μ.Πέμπτης ' τα κόβουν κομματάκια και τα θάβουν στ'αμπέλια και στα γεννήματα."

Του Αγίου Τρύφωνα, λοιπόν σήμερα, των αμπελιών και των αγρών, ενός Αγίου φτωχού και ταπεινού, που πέθανε από φρικτά βασανιστήρια σε νεαρή και τρυφερή ηλικία.

Καλό μήνα!