Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλησπερίσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλησπερίσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!

Θεοφάνεια

 Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...

Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):

"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]

Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]

Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν. 

Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε  να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.

Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.

Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]  

Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."

 (Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)

 

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ


Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:

"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]

Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]

Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]


Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα.  Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...

"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."


[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής
Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα

 Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).  

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα


Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:

"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.

Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς. 

Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ... 

Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα. 

Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων. 

Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.

Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων. 

Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"

Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες." 

(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")


Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'

Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...

Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :

"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."

(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)

αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:


 



Καλή Φώτιση νά'χουμε!

Χρόνια πολλά!

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Πηλιορείτικα καλησπερίσματα!

"Βρισκόμαστε στις Μηλιές του Πηλίου. Μια συντροφιά από εφήβους ή κι άντρες, με τα ραβδιά στο χέρι για τα σκυλιά, σπρώχνει την αυλόθυρα κι αρχίζει το τραγούδι της, βαδίζοντας προς την είσοδο του σπιτιού. Ήδη ο νοικοκύρης βγήκε στο κεφαλόσκαλο και τους υποδέχεται γελαστός. Γελαστός, γιατί θ'ακούσει ευχές και παινέδια' τις ευχές, που θα του σταθούν παρηγορητικό αντιστύλι μέσα στη σκλαβιά και στην καταπίεση που ζει, τα παινέδια, γιατί του δημιουργούν την ψευδαίστηση μιας αρχοντιάς κι ενός μεγαλείου, που μόνο στα χιμαιρικά, νεανικά του όνειρα τα είχε φανταστεί:
Ας τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη.
Καλησπερίς, αφέντη μου, καλησπερίς, αφέντη μ'.
Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου'
να μη σου βαροφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος.
Στο Ανήλιο, η ασματική αυτή εισαγωγή, λεγόταν έτσι:
Καλές ώρες, καλές αυγές, καλές ώρες αφέντη.
Απόψε ήρθα στην πόρτα σου με το δικό σου θάρρος,
να μη σου κακοφανιστεί, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι τα φέρνει ο καιρός κι ο γυρισμένος χρόνος."

Κάπως έτσι ξεκινά να μας ταξιδεύει στα πηλιορείτικα ευχετήρια τραγούδια του προπερασμένου αιώνα ο Βαγγέλης Σκουβαράς, στο περίφημο δίτομο πόνημά του "Από το λειμώνα της παράδοσης" με πηγές δύο ανέκδοτα χειρόγραφα των αρχών του 1900 που, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά τονίζει: "Οι συλλογείς τους ήσαν ήδη στα 1910 προχωρημένοι στην ηλικία και φυσικά, καταγράφουν τα κάλαντα της νεότητάς τους.". Κι όμως, απαράλλαχτοι τούτοι οι στίχοι θα αντιχήσουν κι απόψε, παραμονή των Θεοφανείων, από ομάδες αντρών, στις πλαγιές του Πηλίου. Ακόμη και σήμερα, που τόσα έθιμα αιώνων πρόλαβαν και χάθηκαν στη λήθη μέσα σε μια γενιά, τα καλησπερίσματα θα αντιλαλήσουν και πάλι στο βουνό μας, μόλις ο ήλιος κρυφτεί, λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα του Αγιασμού των Υδάτων.



Τα δημοτικά μας τραγούδια, η ποίηση του λαού μας που έχει καταγεγραμμένες τις ρίζες της από την εποχή του Ομήρου (ακόμη και το "έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος" δε μπορεί να μη μου θυμίσει το ομηρικό "περιπλομένων ενιαυτών"), ενός λαού που, πάντοτε και σε κάθε περίσταση, εκδήλωνε το συναίσθημα μελωδικά, που τερπόταν με το στίχο και το τραγούδι -άλλο αν σήμερα κάποιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον καταντήσουν καταθλιπτικό. Τα τραγούδια, λοιπόν, αυτά, όσο και αν τά'χουμε παραγκωνίσει, εκείνα κάποια στιγμή θα ξεπροβάλουν δυναμικά και θα μας παρασύρουν με το σθένος της αυθεντικότητάς τους.

Γράφει ο Σκουβαράς: "Και συνεχίζουμε με το μηλιώτικο τραγούδι, που τοποθετεί το νοικοκύρη μέσα σ'ένα μυθικό, ρομαντικό κι ακριτικό ακόμα πλαίσιο, γεμάτο λεβεντιά κι αρχοντιά. [...]:
Αφέντη, αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη'
πέντε κρατούν το μαύρο σου, πέντε τον καλλιγώνουν,
και άλλοι πέντε τον κρατούν, να καβαλλ'κέψει ο αφέντης.
Κι ο αφέντης καβαλλίκεψε στ'αστέρι το μουλάρι'
αστέρ' είχε στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του,
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν.
Η μια παίζει τον ταμπουρά, κι η άλλη το λαγούτο.
Η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη.
Παίζοντας, χορατεύοντας, αποκοιμήθ'κε ο αφέντης.
Φέρτε νταούλια να βροντάν, ζουρνάδες να φωνάζουν,
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι.
Λύσε το, αφέντη, λύσε το τ'αργυρομάντηλό σου.
Αν έχεις άσπρα δος μας τα, φλωριά μην τα λυπάσαι'
αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ', αφέντη, κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν.
Να ζήσεις χρόνους εκατό κι πάν'από διακόσιους,
κι απ'τους διακόσιους κι ύστερα ν'ασπρίσεις να γεράσεις
ν'άσπρίσεις σαν τον Ελυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι.
Στο μεταξύ η νοικοκυρά ετοιμάζει τα κεράσματα. Καράφες με κρασί και τσίπουρο πάνε κι έρχονται' τα πιατικά κροτούνε. Ώρα είναι να εγκωμιάσουν και την κυρά' απ'τα χέρια της άλλωστε, κρέμεται και των λαρυγγιών η τέρψη. Συνεχίζουμε μηλιώτικα:
Πολλά είπαμε για τον αφέντ', ας πουμ' και την κυρά μας.
Κυρά μ', όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου,
βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλε καγκελοφρύδι.
Όταν κινήσεις για να πας-'στακός αρματωμένος-
παραμεράτ', αρχόντισσες και σεις αρχοντοπούλες.
Εγώ είμαι μια κυρά καλή και πάω στον αγιασμό μου.
[...]
Αν υπάρχει κόρη στο σπίτι, οι τραγουδιστές δεν παραλείπουν να στιχοπλέξουν και σ'αυτήν τα παινέδια τους [...]:
Πολλά είπαμε για την κυρά, ας πούμ' και για την κόρη.
Έχεις μια κόρη όμορφη ωσάν την περιστέρα,
προξενητάδες έρχονται από την Ιγγλιτέρα,
ρωτάνε και ξαναρωτάν για νάβρουν τέτοια κόρη,
στο δαχτυλίδι να διαβεί στη βέργα να περάσει
απάν' σε δίκοπο σπαθί να διπλωθεί να κάτσει.
Γύρευ'ν' αμπέλια ατρύγητα μ'όλους τους τρυγητάδες,
γυρεύ'ν' χωράφια αθέριστα μ'όλους τους θεριστάδες,
γυρεύουν και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύον και τον κυρ-Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Στην περίπτωση της νιας και όμορφης, τα κάλαντα της Αγιάς, μαρτυρούν κάτι οδυνηρότερο κι άγνωστο για τα πηλιορείτικα χωριά, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όντας κατοχυρωμένα με προνόμια, σπάνια έβλεπαν να τα επισκέπτονται Τούρκοι. Τ'αντίθετο γινόταν στην περιφέρεια της Αγιάς και στον κάμπο της Λάρισας, όπου η όμορφη και νέα κόρη κιντύνευε από την οθωμανική ασυδοσία, τις βιαιοπραγίες και την "γιανιτσαρικήν ωμότητα", όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Κόυμας. Να κι οι στίχοι που αφορούν "εις κορίτσι 18 ετών" -κατά την τιτ΄λοφόρηση του Αγιώτη ανθολόγου:
Φραγκίτσα εδώ, φραγκίτσα εκεί, Φραγκίτσα πάει στη βρύση.
Γιανίτσαρος τη σταύρωσε, με τ'άσπρο το σαρίκι.
- Φραγκίτσα, δις μας φίλημα, Φραγκίτσα δις μας μάτι!
-Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω μάτι;
Εσύ είσαι ένας γιανίτσαρος κι εγώ μια ρουμιοπούλα'
εσύ προσκ'νας εις το τζαμί κι εγώ στην εκκλησία."
(Βαγγέλη Σκουβαρά, "Από το λειμώνα της παράδοσης")

Τούτα τα ευχετήρια κάλαντα τελειωμό δεν έχουν! Άλλα για την κόρη, άλλα για το γιο, άλλα για τον γραμματιζούμενο, άλλα για το μωρό, άλλα για τον παππού και τη γιαγιά κι ύστερα λογιω-λογιώ αυτοσχεδιασμοί -πετυχημένοι που αναπαράγονταν- για τους νιόπαντρους, τους αρραβωνιασμένους, τον παπά και την παπαδιά, τον επίτροπο, τον πρόεδρο, το γιατρό, τον τσέλιγκα και τον ναυτικό, τον ταβερνιάρη και τον πρωτομάστορα.... Πολλά από τούτα τα καταγράφει ο Κώστας Λιάπης στο δίτομο έργο του "Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία", όπως τούτο προς το "γεμιτζή" (ναυτικό) από το Κεραμίδι Πηλίου (με μικρές παραλλαγές καταγεγραμμένο και σε άλλα χωριά):
"Σένα σι πρέπει, αφέντη μου, καράβι ν'αρματώσεις,
στην πλώρη να βάλης μάλαμα, στην πρύμνη το ασήμι,
και μεσ'στη μέση του καραβιού καρέκλα καρυδένια,
για ν'ακουμπάη η μέση σου η μαργαριταρένια"
ή τούτο για το βοσκό (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου):
"Εδώ σε τούτες τις αυλές, τες μαρμαροστρωμένς,
εδώ'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος'
σαν πιάνουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν,
σαν τον αφρό της θάλασσας αφρίζουν τα καρδάρια.
Εμείς ολίγα τάπαμε κι ο Θεός να τ'αβγαταίνει."
και αυτό για τον παπά του χωριού (Κερασιά Πηλίου)
"Εδώ κοιμάται ένας παπάς, με τα χαρτιά στην τσέπη.
-Σήκω σαπάνω, Δέσποτα, και μη βαριοκοιμάσαι,
όλα τα κ΄στρα σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν
και η δική σου εκκλησιά στέκεται μαραμένη."

Αυτά και άλλα πολλά με έμπνευση και κέφι τραγουδούσανε οι τραγουδιστάδες του Πηλίου. Σαφώς λιγότερα και πιο περιορισμένα τραγουδούν σήμερα. Τούτο όμως δεν αναιρεί τη μοναδικότητα της αποψινής βραδιάς, τη μοναδικότητα που χάριζαν κάποτε σχεδόν σε κάθε μέρα του Θεού τα τόσα έθιμα κι οι παραδόσεις μας. Τα σύγχρονα μηλιώτικα κράτησαν αυτούσιους τους πρώτους στίχους, στις Πινακάτες είναι συνδυαστικά, παραμένει η ευχετήρια αρχή και συνεχίζουν: "Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός, έρχεται στον κόσμο ο στολισμός. Ο Χριστός μας έρχεται με σκοπό, εις τον Ιορδάνη τον ποταμό....", ενώ στον Αη Γιώργη ξεκινούν αλλιώτικα: "Άσματα χαρμόσυνα ήρθαμε να σας πούμε, πως είν' τα Θεοφάνεια και πρέπει να χαρούμε", και πάει λέγοντας...

Χρόνια πολλά!

Καλή Φώτιση σε όλους μας!

Και:
"Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε πέτρα να μη ραϊσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!"

Και του χρόνου, νά'μαστε καλά!

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"!

(αφιερωμένο...)

Των Θεοφανείων, αύριο, μεγαλογιορτή, μέρα καθαρμού και φώτισης. Τόσο σημαντική για τους πρώτους Χριστιανούς που τούτη τη μέρα γιορτάζανε και την Πρωτοχρονιά τους, μιας κι η βάπτιση του Χριστού συμβολίζει και την παλιγγενεσία του ανθρώπου. Ο καθαρμός, η φώτιση, η ελπίδα της αναγέννησης, έννοιες τόσο σπουδαίες για την ψυχή του λαού μας, δε μπορούσαν παρά να χαρακτηρίζουν το τελετουργικό της εκάστοτε θρησκείας του (από την αρχαιότητα μέχρι το Χριστιανισμό) και να γεννήσουν πλήθος εθίμων και παραδόσεων που χρωματίζουν έντονα τούτες τις μέρες τις εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας του.

Μέρα νηστείας η σημερινή, μέρα καθαρμού με κυρίαρχο στοιχείο των αγιασμό των υδάτων, των υδάτων που ανέκαθεν λειτουργούσαν ως καθαρτικό μέσο του ανθρώπου που θέλει να αναγεννηθεί και να φωτιστεί. Σήμερα γίνεται ο αγιασμός των νερών στην εκκλησία - "πρωτάγιαση" ή "φώτιση"- και στη συνέχεια ο παπάς με τούτη την "πρωτάγιαση", με το Σταυρό κι ένα κλωνί βασιλικό γυρίζει στα σπίτια να ραντίσει κάθε δωμάτιο, κάθε κτήμα, αλλά και κάθε ζωντανό, για να φύγει το κακό, το προσωποποιημένο ως "καλικάντζαροι" στην πλούσια φαντασία του λαού μας.

"Φεύγετε να φεύγουμε
γιατί έφτασε ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με την βρεχτούρα του!"
είναι το σκωπτικό άσμα που αντικατοπτρίζει τον τρόμο των θρασύτατων και θρασύδειλων Καλλικατζάρων για το αγιασμένο τούτο νερό που τα μαζεύουν άρον-άρον κι εγκαταλείπουν τον "Πάνω Κόσμο" για να κρυφθούν στα υποχθόνια κελιά τους. Δεν ξέρω, βέβαια, αν, στο ότι χάσαμε την πίστη μας και διαγράψαμε απ'τη μνήμη μας όλα τούτα τα "αφελή;" εθιμικά στοιχεία, οφείλεται το πλήθος Καλικαντζάρων που σήμερα παραμένουν ισοβίως πάνω στη Γη και, μάλιστα, κατσικώνονται άγρια στο σβέρκο μας ροκανίζοντας απτόητοι όλα τα μπουμπούκια του δέντρου της ζωής... Έχει δοκιμάσει, άραγε, κάποιος ιερέας με βαθιά πίστη να τους πάρει στο κυνήγι με την "αγιαστούρα";




Τέλος πάντων.. Σήμερα, λοιπόν, ο πρώτος αγιασμός.. αύριο ο αγιασμός των υδάτων με το σταυρό... κάπου, κάποια παλικάρια θα βουτήξουν στο νερό να τον πιάσουν, να φωτιστούν...

"Τσοι δώδεκα αγιάζω, τσοι δεκατρείς φωτίζω"
διασώζει την παροιμία μας ο Νικόλαος Πολίτης ("Παροιμίες Δ'"). (*Εννοείται, δώδεκα και δεκατρείς μέρες απ'τη γέννηση του Χριστού.)

Ακόμα και αιώνες πριν την επικράτηση του Χριστιανισμού, το νερό αποτελούσε μέσο κάθαρσης, ενώ τα ποτάμια, τις λίμνες, τη θάλασσα οι αρχαίοι μας πρόγονοι τα θεωρούσαν ιερά. Ακόμη και κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια (για τα οποία γνωρίζουμε τόσα λίγα), η συμμετοχή απαιτούσε κάθαρση στο νερό. Αναφέρει ο ιστορικός μας Σαράντος Καργάκος ("Ιστορία των Αρχαίων Αθηνών, τ.Α', σελ.84): "Η δεύτερη ημέρα (16 Βοηδρομιώνος) έφερε την ονομασία "άλαδε μύσται" (=στη θάλασσα, μύστες) ή "άλαδε έλασις", διότι οι κύρηκες καλούσαν τους μύστες να κατέλθουν στη θάλασσα για να λουσθούν κι έτσι να καθαρθούν. Η θάλασσα έχει τεράστια καθαρτική δύναμη και, όπως λέγει ο Ευριπίδης, "κλύζει (ξεπλένει) πάντα τ'ανθρώπων κακά (Ιφιγένεια εν Ταύροις, στ.1193)". " Όπως, φυσικά, υπήρχε υποχρεωτική νηστεία, την οποία διέκοπταν στις 21 του ιδίου μηνός για να πιούνε τον "κυκεώνα".

Πολύ ενδιαφέροντα είναι όσα σχετικά καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"Με την κατάδυση του Σταυρού η καθαρτική δύναμη που έχει, κατά τη λαϊκή πίστη, το νερό της θάλασσας, ενισχύεται περισσότερο. Γι' αυτό οι κάτοικοι παράλιων περιοχών της Ελλάδας κατεβάζουν, την ημέρα των Φώτων, τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες απ'το εικονοστάσι τους στη θάλασσα και τα πλένουν εκεί με το θαλασσινό νερό. Γιατί είναι κοινή πίστη, ότι με το πέρασμα του χρόνου όλα τα πράγματα, ακόμη και τα πιο ιερά, μολύνονται, εξασθενούν και χάνουν την αρχική τους δύναμη και αξία. Όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι Έλληνες κατά τα "πλυντήρια"μεταφέρανε κάθε χρόνο με πομπή το άγαλμα της Αθηνάς στη θάλασσα του Φαλήρου και εκεί το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από κάθε ρύπο, που είχε καθίσει σ'αυτό με την πάροδο του χρόνου.Αλλά οι σημερινές γυναίκες, ενώ πλένουν τις εικόνες στα αγιασμένα νερά της θάλασσας, όπως συνηθιζόταν και στα βυζαντινά χρόνια, δεν παραλείπουν πράξεις που ανάγονται σε παλαιά μαγεία. Έτσι στην Πλάκα της Λήμνου

[...] Υπάρχει και η συνήθεια", συνεχίζει ο Γεώργιος Μέγας, "να γίνεται τότε το άνοιγμα των κρασιών και ν'ασημώνουν, σε οικογενειακή συγκέντρωση, το βαρέλι για το καλό". Έτσι κι οι πρόγονοί μας, συνήθιζαν ν'ανοίγουν τα βαρέλια με το νιο κρασί, όχι μια οποιαδήποτε μέρα, αλλά μέρα μεγάλης γιορτής, η οποία είχε και εξ αυτού του γεγονότος τη χαρακτηριστική ονομασία "πιθοίγια".

Όμως τα έθιμα πού'χουν να κάνουν με τ'αγιασμένα ύδατα, δε σταματούν εδώ.

Μας πληροφορεί ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο, παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα") για την Κνίδη των Γρεβενών: "Σαν τελείωνε η βάφτιση και "χαιρετούσαν" όλοι με τη σειρά, ξεκινούσαν και πήγαιναν στην εκκλησιά όλοι μαζί, φωνάζοντας "κυργιαλέησον" σ'όλο το δρόμο. Μπροστά πήγαινε μια "γαλάρα", "πρωτοστέφανη", νιόπαντρη γυναίκα, που πρώτη φορά είχε γεννήσει, κρατώντας στο κεφάλι της το δοχείο του αγιασμού της εκκλησιάς και πίσω όλοι οι άλλοι.[...] χύνοντας κατά διαστήματα σ'όλο το δρόμο από λίγο αγιασμό "για να γεν' τα καλαμπόκια". Ο συμβολισμός [...] δεν ήταν άσχετος με την παραγωγή των καλαμποκιών κι' ούτε με τη λατρεία της "Μητέρας Θεάς" της Μινωικής εποχής."


Τα λεγόμενα "βρεξούδια", όπως μας αναφέρει ο Μέγας, αποτελούσαν μια παλλαϊκή πράξη που στη συνέχεια περιορίστηκε στους νεόνυμφους τους οποίους βρέχουν στον ποταμό ή τη βρύση αποσκοπώντας στη στερέωση της υγείας και της ευτυχίας τους. Και καταγράφει, επίσης: "Αξιοσημείωτη είναι και μια συνήθεια των χωρικών της Θράκης, που, αν και επιφανειακά παρωδεί τον ιερέα, έχει βαθύτερη σημασία, όπως φαίνεται από το σκοπό για τον οποίο γίνεται: για εξασφάλιση υγείας και ευφορίας των αγρών.":

Αλλά και στα Βέντζια:


Πλήθος τα έθιμα τούτων των δυο ημερών, στα διάφορα χωριά και περιοχές του τόπου μας. Τόσα που ουδέποτε θα μπορούσαν να περιοριστούν σε μια εγγραφή. Τουλάχιστον τότε, που οι άνθρωποι ήξεραν να χρωματίζουν την κάθε μέρα του χρόνου με τις δικές της πλούσιες χαρακτηριστικές πινελιές, να βιώνουν τη χαρά και τον πόνο, το θάνατο και την ανάσταση, τη σιωπή και το γλέντι. Θα προσθέσω ένα-δυο μόνο ακόμα που αφορούν τα χωριά μας. Ένα πού'σβησε κι ένα πού'χει παραμείνει... Θα αρχίσω με το ξεχασμένο, τότε που απ'τα περισσότερα χωριά τέτοια εποχή είχαν κατέβει στα λεγόμενα "ξεχειμωνιάσματα", παραμονές των Φώτων(που, παρεμπιπτόντως ήταν φυσικά μέρα πλυσίματος και λουσίματος για όλους), ζύμωναν οι νοικοκυρές τις "κουλούρες", ψωμιά κεντητά, για να τις φορτώσουν στο γαϊδουράκι του παπά, που θα περνούσε ανάμεσα απ'τα λιόφυτα κτήματα για να αγιάσει τα σπιτικά. Και θα κλείσω με τα πατροπαράδοτα "καλησπερίσματα" ή "νυχτοκάλαντα" που ακόμη και σήμερα εδώ στο Πήλιο οι άντρες εξακολουθούν να τραγουδούν, με διάφορες παραλλαγές και, συχνά συνοδεία ντόπιων μουσικών, τη νύχτα της παραμονής των Φώτων, γυρνώντας όλα τα σπίτια του χωριού για να ευχηθούν και να κεραστούν.

"Να τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη...
Καλησπερίσ' αφέντη μου, καλησπερίσ' κυρά μου
Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου
Να μη σου κακοφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος
έτσι τα φέρνει ο καιρός και τα γυρίζει ο χρόνος
Αφέντη, αφεντούτσικε, δέκα φορές αφέντη
Δέκα κρατούν το άλογο, δέκα το καλιγώνουν
και δέκα το παρακαλούν να καβαλ'κέψ' ο αφέντης
Κι ο αφέντης καβαλίκεψε στ'αστέρι τ'άλογό του
αστέρι έχει στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν
Η μια παίζει τον ταμπουρά, η άλλη το λαγούτο
κι η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη
Παίζοντας και χορεύοντας αποκοιμήθ' ο αφέντης
φέρτε νταούλια να βροντούν, ζουρνάδες να χουιάζουν
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι
Λύσε το αφέντη μ', λύσε το, το αργυρομάντηλό σου
κι αν έχεις και χρυσά φλουριά, δώς τα, μην τα λυπάσαι
κι αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλικάρια
Κέρνα τα αφέντη μ', κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν
να ζήσεις χρόνια εκατό κι απάνω απ'τα διακόσια
κι απά διακόσια σα μπροστά, ν'ασπρίσεις, να γεράσεις
να γένεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι
σαν τ'αηδονάκι που λαλεί, χειμώνα καλοκαίρι
Πολλά'παμε τ'αφέντη μας, ας πούμ' για την κυρά μας
Κυρά μ' ψιλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδου
κυρά μ' όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθη
και του κοράκου το φτερό βάνεις καγκελοφρύδι
Πολλά'παμε για την κυρά, ας πούμε για την κόρη
'Εχεις και κόρη έμορφη γραμματικό γυρεύει
κι εκείνος ο γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει
Γυρεύει αμπέλια 'τρύγυτα, ψωράφια με τα στάχυα,
γυρεύει μύλους δώδεκα μ'όλους τους μυλωνάδες,
γυρεύει και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύει και τον κυρ-βοριά να τα καλαρμενίζει
Προξενητάδες έρχονται μέσα από την Πόλη
κι όλοι ρωτούν, ξαναρωτούν πού νά'βρουν τέτοια κόρη
Πολλά'παμε της κόρης του, ας πούμε για το γιο του
Έχεις και γιο στα γράμματα, διαβάζει το ψαλτήρι,
να τ'αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι
Στο σπίτ' που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει!"


Καλή φώτιση σε όλους μας!!!

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

Τα νυχτοκάλαντα...



Τα νυχτοκάλαντα των Φώτων...

αφιερωμένο στη Φωτεινούλα

Φωτεινούλα μου, χρόνια πολλά και καλά και πάντα την αγάπη μου...


Παραμονή των Φώτων , καθώς σουρουπώνει, οι άντρες του χωριού μαζεύονται για να τραγουδήσουν τα «νυχτοκάλαντα» ή, όπως συνηθίζουν να τα λένε, τα «καλησπερίσματα», ένα έθιμο που ακόμη κρατάει γερά στο Πήλιο. Μέχρι αργά τη νύχτα, ξεχύνονται σε όλα τα σπίτια του χωριού για να ευχηθούν και να κεραστούν και να συγκεντρώσουν κάποια χρήματα, είτε υπέρ της εκκλησίας, είτε υπέρ του πολιτιστικού συλλόγου. Βραδιές χειμωνιάτικες, βραδιές παγωμένες κι εμείς κουρνιασμένοι στην απαράμιλλη θαλπωρή του αναμμένου τζακιού περιμένουμε ν'ακούσουμε τον απόηχο των τραγουδιών τους να πλησιάζει και το δικό μας σπιτικό, χρωματίζοντας τη νυσταγμένη σιωπή της νύχτας. Τα κεράσματα απλωμένα στο τραπέζι, γλυκά και πιοτά με το καθιερωμένο τσίπουρο πάντα να πρωτοστατεί, για να τους καλωσορίσουμε και να τους ζεστάνουμε μόλις καταφθάσουν. Τα γέλια και τα τραγούδια τους αντιλαλούν σ'όλη τη γειτονιά στους ρυθμούς που δίνει το τουμπερλέκι που, τουλάχιστον στο χωριό μας, τους συνοδεύει σταθερά τα τελευταία χρόνια:

"Να τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη...

Καλησπερίσ' αφέντη μου, καλησπερίσ' κυρά μου

Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου

Να μη σου κακοφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος

έτσι τα φέρνει ο καιρός και τα γυρίζει ο χρόνος

Αφέντη, αφεντούτσικε, δέκα φορές αφέντη

Δέκα κρατούν το άλογο, δέκα το καλιγώνουν

και δέκα το παρακαλούν να καβαλ'κέψ' ο αφέντης

Κι ο αφέντης καβαλίκεψε στ'αστέρι τ'άλογό του

αστέρι έχει στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του

και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν

Η μια παίζει τον ταμπουρά, η άλλη το λαγούτο

κι η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη

Παίζοντας και χορεύοντας αποκοιμήθ' ο αφέντης

φέρτε νταούλια να βροντούν, ζουρνάδες να χουιάζουν

για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι

Λύσε το αφέντη μ', λύσε το, το αργυρομάντηλό σου

κι αν έχεις και χρυσά φλουριά, δώς τα, μην τα λυπάσαι

κι αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλικάρια

Κέρνα τα αφέντη μ', κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν

να ζήσεις χρόνια εκατό κι απάνω απ'τα διακόσια

κι απά διακόσια σα μπροστά, ν'ασπρίσεις, να γεράσεις

να γένεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι

σαν τ'αηδονάκι που λαλεί, χειμώνα καλοκαίρι

Πολλά'παμε τ'αφέντη μας, ας πούμ' για την κυρά μας

Κυρά μ' ψιλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδου

κυρά μ' όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου

βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθη

και του κοράκου το φτερό βάνεις καγκελοφρύδι

Πολλά'παμε για την κυρά, ας πούμε για την κόρη

'Εχεις και κόρη έμορφη γραμματικό γυρεύει

κι εκείνος ο γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει

Γυρεύει αμπέλια 'τρύγυτα, ψωράφια με τα στάχυα,

γυρεύει μύλους δώδεκα μ'όλους τους μυλωνάδες,

γυρεύει και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,

γυρεύει και τον κυρ-βοριά να τα καλαρμενίζει

Προξενητάδες έρχονται μέσα από την Πόλη

κι όλοι ρωτούν, ξαναρωτούν πού νά'βρουν τέτοια κόρη

Πολλά'παμε της κόρης του, ας πούμε για το γιο του

Έχεις και γιο στα γράμματα, διαβάζει το ψαλτήρι,

να τ'αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι

Στο σπίτ' που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει!"

Φυσικά, οι παραλλαγές κι οι εμπνεύσεις της στιγμής  δίνουν και παίρνουν, ανάλογα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των νοικοκυραίων. Το κέφι, τα τσίπουρα κι η χιουμοριστική διάθεση, προκαλούν και μικρές παρεμβάσεις στον καθιερωμένο ευχετήριο στίχο, κι έτσι ο μπακάλης του χωριού μπορεί να ακούσει:

"...Κι ο νοικοκύρ'ς του μαγαζιού, πατάτες να πουλήσει!"

Θα προσθέσω εδώ κι ένα απόσπασμα από τις "'Ωρες Πηλίου" του Κώστα Λιάπη, που αναφέρεται στις περιπτώσεις που ο «αφέντης» κάνει τον κουφό πίσω απ'την πόρτα του και δεν ανοίγει στους τραγουδιστάδες:

«Έχει όμως τον τρόπο της και τότε η κουστωδία να σου τον 'περιποιηθεί', χωρίς μάλιστα ν'αλλάξει χαβά, καταπώς του αξίζει:

Αφέντη μου στην κάπα σου, εννιά χιλιάδες ψείρες

άλλες γενούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγομαζώνουν

κι άλλες Θεό παρακαλούν να μην τις ζεματίσουν.

Αν μάλιστα ο 'αφέντης' έχει την ατυχία νά'χει και κόρη της παντρειάς η έμμετρη 'περιποίησή' του γίνεται δηκτικότερη:

Την κόρη σου την έμορφη, βάντην μες στο ζεμπίλι

και κρέμασέ την υψηλά, να μην τη φαν οι ψύλλοι...»

`Αντε, και του χρόνου!