Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκαρλάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκαρλάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Κουμαριές και κούμαρα στο βουνό των Κενταύρων..

Μες στο κιτρινοχρυσαφιό φθινοπωρινό τοπίο, αλλά ακόμη και στο πιο μουντό και γκρίζο όταν αρχίζει να χειμωνιάζει, ξεπροβάλλουν κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλιά, θαρρείς κι είναι στολίδια που κάποιο χέρι ξωτικού απόθεσε στις αειθαλείς φυλλωσιές για να σπάσει τη μονοτονία, για να γιορτάσει κάποια δική του μυστική, άγνωστη σε μας τους ανύποπτους θνητούς, χαρά. Η φύση δεν παύει να χαμογελά με χρώματα σ'όλες τις γωνιές που δεν της ισοπεδώσαμε, να ζωγραφίζει ομορφιές με την αθάνατη παλέτα της, να μας χαρίζει χίλιων λογιών γεύσεις και μυρωδιές, να μας σιγομιλά αν την αφουγκραζόμαστε και να γιορτάζει τη ζωή ακόμη και στο συναπάντημα του θανάτου....



Ακόμα κι αν δε γνωρίζω πως θα χαρακτήριζα τη γεύση τους, που ίσως και ποτέ να μη με συγκινούσε αν τη δοκίμασα στα ράφια κάποιας υπεραγοράς, είναι αδύνατον ν'αντισταθώ και να μην απλώσω την παλάμη μου να δοκιμάσω τον κατακόκκινο μεστωμένο καρπό που μου κλείνει το μάτι προκλητικά όταν ανταμωθώ με κουμαριές στο βουνό μας. Γιατί, μπορεί στην εποχή μας να τα βάλαμε όλα χώρια, σε διαφορετικά πακετάκια μ'ετικέτες, ακόμα και τις ίδιες τις αισθήσεις μας, αλλά πολλές φορές τούτες δεν ξεχωρίζουν! Δεν είναι μοναχά η γεύση, είναι τ'ακούσματα και τα σιγομιλητά, τ'αρώματα κι οι πινελιές, τα παγωμένα από το κρύο χέρια, οι σκέψεις που χάνονται σε μια θημωνιά κι ακόμη-ακόμη η ίδια η στιγμή....



Κουμαριά "για κουρασμένους", σημειώνει σαν υπότιτλο στο βιβλίο του ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), σε μια εποχή που οι περισσότεροι αισθανόμαστε λίγο-πολύ κάπως έτσι. Ως τονωτικό προτείνει τη διάλυση ώριμων καρπών σε σπιτικό κρασί (χωρίς φάρμακα και συντηρητικά) στο οποίο προσθέτουμε ένα φλιτζάνι νερό όπου έχουμε βράσει κανέλα και ζάχαρη. "Μπορείτε να πίνετε ένα κρασοπότηρο μετά το βραδινό φαγητό." Προτείνει, επίσης, την εντριβή από ρακή που φτιάχνεται με κούμαρα η οποία βοηθάει στην καταπολέμηση του πυρετού.
Τα κούμαρα θεωρούνται αιμοστατικά και στυπτικά, επίσης λιθοτριπτικά, καταπραϋνικά σε φλογώσεις των ουροφόρων οδών, αποτελεσματικά σε διάρροιες και εντεροκολίτιδες και άλλες παρόμοιες παθήσεις. Ο Μπαζαίος παρατηρεί ότι "στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη βλέπουμε ότι οι πρακτικοί γιατροί, στην Επανάσταση του '21 καθάριζαν τις πληγές των τραυματιών με κρασί στο οποίο είχαν βράσει κούμαρα." Επιπλέον μας μεταφέρει μια συνταγή αντιφλεγμονώδους αλοιφής κατάλληλης για "καλογήρους" (δοθιήνες), αποστήματα και σπυριά σταφυλόκοκκου, που παρασκευάζεται απλά "δουλεύοντας σε γουδί 10-15 κούμαρα με λίγο παρθένο ελαιόλαδο και αγνό κερί, ώσπου να γίνουν πηχτός χυλός".



Ξεχασμένη τροφή, λιγουλάκι "πρωτόγονη" κι "απλοϊκή", γι'αυτό και λέμε "Δεν τρώγω κούμαρα!", δηλαδή "δεν είμαι απλοϊκός ώστε να σε πιστεύω!". Τροφή μάλλον των αγριόχοιρων πλέον κι έτσι κάπως και το "υβριστικό": "άι να φας κούμαρα!". Τροφή "ώρας ανάγκης" για τον άνθρωπο, όταν δεν υπάρχει κάτι καλύτερο στη γύρα, όταν δυσκολεύουν οι καιροί....

Ο αρχαίος ιατρός Γαληνός (2ος-1ος αι.π.Χ.) στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων" συγκαταλέγει τα κούμαρα στους καρπούς "αγρίων φυτών" (38) και τα κατατάσσει, μαζί με τα κάστανα και τα βελανίδια, ανάμεσα στους μοναδικούς τρεις άγριους καρπούς που "δίνουν αξιόλογη τροφή στο σώμα", καθώς οι υπόλοιποι ("άγριοι") "έχουν λίγη θρεπτικότητα" και "κακούς χυμούς". Επιπλέον σημειώνει πως "Το κούμαρο είναι σε όλα χειρότερο από το βελανίδι (βάλανον) των βελανιδιών, όπως ακριβώς και το βελανίδι είναι χειρότερο από τα επονομαζόμενα κάστανα' γιατί τα κάστανα είναι τα καλύτερα βελανίδια (βάλανοι) και μερικοί τα αποκαλούν "βελανίδια που ξεφλουδίζονται εύκολα"." (απόδοση στα νεοελληνικά: "Κάκτος")

Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν" αναφέρει τον καρπό ως "βρώσιμο και χρήσιμο προς κατασκευήν οινοπνεύματος, όπερ εις τινά μέρη λαμβάνουσι και χρησιμοποιούσι οι αγρόται" και παραθέτει και τη γνώμη του Διοσκουρίδη ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως "αχυρώδη, κακοστόμαχον και κεφαλαλγή" σχολιάζοντας ότι πράγματι έτσι είναι. Μάλιστα, "κεφαλαλγές είνε και κακοστόμαχον και το μέλι το προερχόμενον εκ μελισσών νεμομένων εις τόπους ένθα φύονται πολλαί κουμαριαί." Βέβαια, φαντάζομαι, μιλάμε για μεγάλες ποσότητες και ιδιαιτέρως για κούμαρα που δεν έχουν ωριμάσει ή τα υπερώριμα τα οποία μπορούν και να προκαλέσουν στομαχικές διαταραχές. Σήμερα, εξάλλου, κάποιοι φτιάχνουν λικέρ, αλλά και μαρμελάδες από τα κούμαρα.

Αλλά ας δούμε κι ένα απόσπασμα των "Δειπνοσοφιστών" Β35 (Αθήναιος, απόδοση: Σ.Αλεξιάδου) που αφορά την κουμαριά:




Στα αρχαιοελληνικά η κουμαριά λέγεται κόμαρος και οι καρποί της μιμαίκυλα. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") δίνει ως ετυμολογική ρίζα τα "κομάω" ή "κομέω", όπου:
κομαώ= έχω κόμη, δηλ. μακριά μαλλιά ή (επί δένδρων και φυτών) πολλά φύλλα, κλαδιά, άνθη, κτλ. και
κομέω= περιποιούμαι, συγυρίζω ή (επί φυτών) καλλιεργώ, κτλ.
εκ του κόμη=μαλλιά μακριά και περιποιημένα ή (επί δένδρων και φυτών) φυλλάς, χλόη ' (κυρ.δε) το ανθισμένον μέρος.

Ο δε Ι. Σταματάκος ("Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης") σημειώνει, μεταξύ άλλων, "ορθότερον είναι τούτο να συγγενεύει προς το κάμαρος (δελφίνειον, φυτόν)."

Αυτά τα ολίγα περί κουμαριάς, η οποία δε διέφυγε ούτε από τις "Όρνιθες" (620) του Αριστοφάνη, ο οποίος πλάθοντας την περίφημη "Νεφελοκοκκυγυία" του βάζει τον Πισθέταιρο ν'αναφωνεί: "Σε πουρνάρια από κάτω και θάμνους θα ζούνε, τα σεβάσμια πουλιά μας' για ναό δέντρο ελιάς θά'χουνε πάλι. Κι ούτε πια στους Δελφούς ή στον Άμμωνα για θυσίες θα τρέχουμε εμείς, παρά ανάμεσα σε αγριλιές και σε κουμαριές ολόρθοι, με κριθάρι και στάρι, τα δυο χέρια σηκώνοντας προσευχή θα τους λέμε, απ' τ'αγαθά τους σε μας να χαρίζουν μερίδιο. Και για λίγα σπειριά που θα ρίχνουμε μείς, οι ευχές μας ευθύς θα εκπληρούνται."!



Πάντως, όπως και νά'χει, μια χούφτα πορφυρά κούμαρα καθώς διαβαίνεις τη γη των Κενταύρων δε βλάπτει.. Ένα τσιμπολόγημα στο διάβα, σαν τα πουλιά, χωρίς υπερβολή, με τόση απλότητα κι ομορφιά.. Ελπιδοφόρα κουμαριά που πρώτη ανασταίνεται μετά την πυρκαγιά, πρώτη πετάει βλαστάρια στα καμένα....

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Βαλσαμέλαιο και το βοτάνι του Προδρόμου!



Ένα από τα αγαπημένα μου βοτάνια είναι το βάλσαμο, επισήμως ονομαζόμενον Υπερικό το διάτρητον. Θά'ναι καμιά δεκαριά χρόνια που το γνώρισα, όταν μια γυναίκα μου μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι'αυτό καθώς και για τις εκπληκτικές ιδιότητες του βαλσαμέλαιου που κατασκευάζεται απ'τις ανθισμένες κορφούλες του. Κι αναγνωρίζοντάς το, άρχισα να το συλλέγω. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που με διασκέδαζε ήταν οι μεταμορφώσεις του! Τα κατακίτρινα ανθάκια του που καθώς βουτάνε στο πρασινοχρυσαφένιο ελαιόλαδο το μεταμορφώνουν σιγά-σιγά σ'έναν κατακόκκινο πολτό! Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η αλλαγή των χρωμάτων. Για το λόγο τούτο και πολύ πιτσιρίκα είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στο μπρόκολο, το οποίο τότε (σήμερα μάλλον εξαφανίστηκαν αυτές οι ποικιλίες) με το βράσιμο άλλαζε απόχρωση και μόλις το πότιζες με χυμό λεμονιού τα "λουλουδάκια" του ροζίζανε. Αντιθέτως, το συγγενές του κουνουπίδι, με άφηνε αδιάφορη.


Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα να φτιάχνω κάθε χρόνο λίγο βαλσαμόλαδο, αλλά -να πω τη μαύρη αλήθεια- δεν είχα που να το χρησιμοποιήσω. Μάλλον ξεχασμένο σε κάποιο ράφι της αποθηκούλας την έβγαζε. Ώσπου μια μέρα είχα έντονο πόνο στην ωμοπλάτη (κάποιο μυϊκό τράβηγμα ίσως... αφού σε ησυχία δεν κάθομαι!) κι εκεί που τρωγοπίναμε με μια παρέα, μου πετάει κάποιος "Το βαλσαμόλαδο θα σε ανακουφίσει. Το ξέρεις το βαλσαμόλαδο;" "Πώς δεν το ξέρω; Τόσα μπουκαλάκια περιμένουν στο ράφι να βρουν λόγο ύπαρξης!" Κι έτσι, άρχισε να χρησιμοποιείται από όλους μας, καταρχάς με επαλείψεις σε ταλαιπωρημένα σημεία του σώματος, σε πονεμένα χέρια, σε "τραβήγματα" και σχετικά.. Μετά, είχαν σειρά τα εγκαύματα! Όταν έχεις ξυλόσομπα για κύρια θέρμανση, δε μπορεί, κάποια στιγμή θα καείς! Θά'σαι ταλαιπωρημένος όλη μέρα και προσπαθώντας το βράδυ να στριμώξεις ένα μεγάλο κουτσουμπάνι, θα τ'ακουμπήσεις το άτιμο το πυρωμένο μέταλλο! Αν δε, ξεπεράσεις, και τα όριά σου, και ξεθεωμένος μαγειρεύεις μες στη μαύρη νύχτα, μπορεί να σου χυθεί και στο χέρι σου καυτό νερό απ'την κατσαρόλα... κι εκεί το βαλσαμόλαδο, βάλσαμο για το έγκαυμα! Διαβάζοντας, εν συνεχεία, και τις λοιπές ιδιότητές του στο Μπαζαίο, θα βρεις περιπτώσεις για να δοκιμάσεις την αξία του ή να πειραματιστείς! Σε πληγές, πόνους αρθριτικών, κλπ, κλπ... όλο και κάποιος μας το χρησιμοποίησε με επιτυχία! Οπότε, φέτος, ήμουν σ'ετοιμότητα και μόλις πρωτοάνθισε -πριν λίγες μέρες στα χαμηλά- έτρεξα για συγκομιδή!


Η κατασκευη του βαλσαμόλαδου είναι ιδιαιτέρως απλή. Κόβεις τις ανθισμένες κορφούλες, τις στουμπώνεις σε μια γυάλα, περιχύνεις με καλό ελαιόλαδο μέχρι να σκεπαστούν, σφραγίζεις και το ξεχνάς στον ήλιο για κανένα μήνα. Ύστερα στραγγίζεις το υγρό και το φυλάς σε μπουκαλάκια. Αυτό είναι όλο κι έχεις έτοιμο ένα φάρμακο της φύσης στο σπιτικό σου.


Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" περιγράφει πολλές από τις ιδιότητες του φυτού αυτού, που μπορεί να ληφθεί εσωτερικά ως αφέψημα ή έγχυμα των αποξηραμένων ανθισμένων κορφών του, είτε εξωτερικά με επάλειψη, συνήθως, ως βαλσαμέλαιο.(* Βέβαια, κάποιοι πίνουν ακόμη και το βαλσαμέλαιο, σε ελάχιστες ποσότητες-σταγόνες φυσικά, για θεραπεία έλκους στομάχου, κ.α.!) Ας δούμε ποιές καταγράφει, εν τάχει:
  • Αντικαταθλιπτικό.
  • Για αϋπνίες. (Ιδέα: Γεμίστε ένα μαξιλάρι με φύλλα βαλσάμου. Η μυρωδιά τους βοηθάει να σταματήσουν οι αυπνίες.) 
  • Διουρητικό.
  • Εμμηναγωγό. (Και ρυθμιστικό των εμμήνων αν προσθέσετε έγχυμα από φύλλα του στο νερό του μπάνιου.)
  • Σπασμολυτικό. (Ιδιαίτερα σε υστερία, νευρική κατάθλιψη.)
  • Τονωτικό και διεγερτικό.
  • Χωνευτικό.
  • Αντιφυσιτικό.
  • Ανθελμινθικό, δηλ. για παράσιτα του εντέρου. (¨Ενα φλιτζάνι αφέψημα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, για τρεις συνεχόμενες μέρες.) 
  • Για παιδική ακράτεια. (Φτιάχνουμε έγχυμα, μουλιάζοντας δυο κουταλάκια ψιλοκομμένο φυτό ή φύλλα σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό.)
  • Για σπασμωδικό βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα και κολικούς.
  • Για επούλωση τραυμάτων. (Επαλείψεις με βαλσαμέλαιο.) [* εξ ου και σπαθόχορτο/ σπαθέλαιο]
  • Αντισηπτικό (σε δαγκώματα εντόμων, πληγές)
  • Για αρθριτικά, ρευματισμούς, πληγές.
  • Αντιφλογιστικό και επουλωτικό. (Με βαλσαμέλαιο επουλώνονται εγκαύματα, πληγές και έλκος στομάχου.)
Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν λεξικόν" του σημειώνει πως "το διάτρητον Υπερικόν όχι μόνον εν Ελλάδι και πανταχού της Ανατολής, αλλά και πολλαχού της λοιπής Ευρώπης χαίρει φήμη αρίστου φαρμακευτικού είδους προς επούλωση πληγών και θεραπείαν τραυμάτων και δερματικών τινών νοσημάτων".

Επιπλέον, ο Μπαζαίος αναφέρει πως, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, "η υπερικίνη που περιέχει το βάλσαμο έχει εντυπωσιακή δραστηριότητα και μικρή τοξικότητα κατά των ιών όπως του έιτζ, σε δοκιμαστικό σωλήνα και σε πειράματα με ζώα. Αρχικά μόλυναν ποντίκια με ιούς που προκαλούν λευχαιμία και μετά τους χορήγησαν μια μοναδική ένεση εκχυλίσματος βαλσάμου που "πρόλαβε απολύτως τη νόσο"."  Αλλά και σημερινές δημοσιεύσεις τονίζουν τις αντικαρκινικές του ιδιότητες και τις προσπάθειες που γίνονται να χρησιμοποιηθεί από την ιατρική κατά της νόσου.

Όπως και νά'χει, δεν είναι τυχαίο που ο λαός μας το ονόμασε βάλσαμο, λέξη που ταυτίζεται με κάθετι που προκαλεί έντονη ανακούφιση από πόνους, σωματικούς αλλά και ψυχικούς....

Ακόμη, από το βότανο αυτό ονομάστηκε η ταρίχευση βαλσάμωμα, γιατί, όπως αναφέρει ο Μπαζαίος και πάλι, "Αρχές καλοκαιριού μάζευαν παλιά βάλσαμο, το πολτοποιούσαν και με το ζουμί που φύλαγαν, άλειφαν τους πεθαμένους για να μη μυρίζουν."

Όμως, επειδή κάθε φάρμακο μπορεί να αποβεί και φαρμάκι (δεν είναι τυχαίο που για τους αρχαίους ημών προγόνους η λέξη "φάρμακον" είχε διττή έννοια...), όταν χρησιμοποιούμε βάλσαμο χρειάζονται κάποιες προφυλάξεις και στις ποσότητες που λαμβάνουμε, αλλά κυρίως στη συνδυαστική του δράση με άλλα φάρμακα ή ισχυρά βότανα, που μπορεί να προκαλέσει άσκημες παρενέργειες! Λόγω της έντονης δραστικότητάς του απαγορεύεται σε έγκυες και θηλάζουσες και λόγω της φωτοτοξικότητάς του, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στον ήλιο μετά από τη λήψη του, ιδιαιτέρως σε άτομνα με πολύ λευκό δέρμα. (Θεωρείται, μάλιστα, πως είναι επικίνδυνη η λήψη του σε μεγάλες ποσότητες από βοοειδή και άλλα ζώα εκτροφής έκθετα στον ήλιο, καθώς συγκεντρώνεται στο δέρμα τους και τους προκαλεί δερματικό έγκαυμα με φουσκάλες.)

Αλλά, ας πούμε και λίγα λόγια για την ιστορία του...

Το βάλσαμο κυκλοφορεί στην πιάτσα με πλήθος ονόματα πέραν της επισήμου ονομασίας του (Υπερικό το διάτρητο), όπως βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, περίκη, λειχηνόχορτο, ψειροβότανο, χελωνόχορτο, σπαθόχορτο, κοψοβότανο, κουκτσούδι, αλλά και "μαστίγιο του διαβόλου", "Χάρη του Θεού", "Θαύμα του Θεού", "Βότανο του Προδρόμου"! Αυτήν την τελευταία ονομασία, ο Μπαζαίος την ερμηνεύει ως εξής: "Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμασαν το φυτό έτσι προς τιμήν του Ιωάννη του Βαπτιστή, επειδή πίστευαν ότι αποδέσμευε το σαν αίμα έλαιο στις 29 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής του Αγίου."  
Στο διαδίκτυο, όμως, κυκλοφορούν αρκετές ακόμη εκδοχές, όπως ότι ονομάστηκε έτσι είτε επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανθοφορία κατά την 24η Ιουνίου που γιορτάζουμε το γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, είτε γιατί συγκαταλεγόταν στις "ακρίδες" (δηλαδή τις άκρες των φυτών) με τις οποίες τρεφόταν ο Βαπτιστής στην έρημο ή λόγω του ότι τα μαυροκόκκινα και τα ημιδιάφανα στίγματα στα πέταλά του συμβολίζουν αντίστοιχα το αίμα και τα δάκρυα, του Ιωάννου όταν εκείνος αποκεφαλίστηκε. Ακόμη, είδα να αναφέρεται πως πήρε το όνομά του από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ καθώς θεράπευαν μ'αυτό τις πληγές στις Σταυροφορίες! Όπως και νά'χει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν έχει κάποιο τυχαίο όνομα, όπως δεν είναι και τυχαίες οι ιδιότητές του!
Ο Μπαζαίος προσθέτει πως "το μεσαίωνα οι Χριστιανοί υιοθέτησαν την παγανιστική πεποίθηση ότι το βάλσαμο απωθούσε τα κακά πνεύματα και το έκαιγαν την παραμονή της γιορτής του Αγ.Ιωάννη για να εξαγνίσουν τον αέρα, να διώξουν τα κακά πνεύματα και να εξασφαλίσουν υγιείς σοδειές." Πάντως, όπως προδίδουν και οι άλλες ονομασίες του ("Χάρη του Θεού", "μαστίγιο του διαβόλου"), το κύρος του μικρού μας βάλσαμου παρέμεινε, στο πέρασμα των χρόνων, αναμφισβήτητο! Κι ίσως να δίναν, όπως λέγεται, κάποτε στους "δαιμονισμένους" βάλσαμο, καθώς είχαν παρατηρήσει πως το βότανο αυτό καταπραϋνει διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα νευρολογικής φύσεως που κάποια εποχή τα ταυτίζαν με "δαιμόνια"!

Στην αρχαιότητα αναφερόταν και ως "Υπέρεικον", "Ανδρόσαιμον", "Άσκυρον"...Σύμφωνα με το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης" των Liddell-Scott:



Το λεξικό, λοιπόν, το ετυμολογεί από την ερείκη ("ρείκι"). Στο διαδίκτυο, συνάντησα δυο εκδοχές για την ετυμολογία του. Μία αναφέρει ότι συντίθεται εκ των "υπό" και "ερείκη", ότι δηλαδή φύεται κάτω από τα ρείκια, αλλά ομολογώ πως εγώ δεν εχω παρατηρήσει ποτέ τέτοιο πράγμα και θα μου φαινόταν πολύ περίεργο να ξεπροβάλει κάτω από τούτους τους πυκνούς θάμνους! Η δεύτερη ετυμολόγησή του είναι, λέει, από το "υπέρ" και "εικών", είτε διότι οι αρχαίοι Έλληνες διακοσμούσαν με αυτό τα θρησκευτικά τους είδωλα (όμως, ούτε αυτό μπόρεσα να το πιστοποιήσω κάπου..), είτε διότι είναι "υπεράνω της εικόνας του", "πέραν αυτού που φαίνεται"....Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") το ετυμολογεί από το "υπέρ" και "ερείκη", χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, ενώ ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") απλά από το "ερείκη" και, δυστυχώς, δε μπόρεσα να βρω κάπου αλλού κάτι περισσότερο διαφωτιστικό...

Πάντως αναφέρεται και ως "ανδρόσαιμον" λόγω του ερυθρού χυμού του:



κι ως "άσκυρον", είδος υπερικού:





Οι φαρμακευτικές του ιδιότητες ήταν, φυσικά, γνωστές από την αρχαιότητα. Όπως συνοψίζει ο φαρμακοποιός Μ.Μιτάκης (βλέπε: http://www.iama.gr/ethno/Hypericum_files/2Hypericum_Mitakis%20Manolis.pdf), ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως αναλγητικό σε περιπτώσεις ρήξης της πνευμονικής αρτηρίας, αλλά και σε περιπτώσεις λυγγώδους πυρετού. Ο Διοσκουρίδης ως διουρητικό, εμμηναγωγό, αντιπυρετικό, κατά του τεταρταίου πυρετού (όταν πίνεται με οίνο), για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας (όταν τα σπέρματά του πίνονται επί σαράντα ημέρες) και ως κατάλληλο κατάπλασμα (σπέρματα και φύλλα) για εγκαύματα. Ο Γαληνός αναφέρεται στην διουρητική, ξηραντική εμμηναγωγή δράση του, αλλά και στη χρήση του για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας, του ίκτερου και των εγκαυμάτων.

Αυτά, προς το παρόν, περί βαλσαμόχορτου (που θα μπορούσαν νά'ταν κι άλλα... εδώ για την παρασκευή ενός απλού ελαίου ξεκίνησα να κάνω εγγραφή και κατέληξα να ψάχνω ασταμάτητα σε τόμους και διαδίκτυα... χωρίς να βρίσκω κι αυτά που θέλω! Αλλά ο χρόνος με κυνηγά...), που μου φαίνεται ότι τελικά θα με προβληματίσει περισσότερο κι από κείνον τον Ερμοδάκτυλο!

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

αἴγειον κνῆ τυρόν...


Μέσα στις ατελείωτες ασχολίες, δυσκολίες και συνεχή τρεχάματα των τελευταίων μηνών, έμαθα να πήζω και τυρί! Όχι πως είναι καμιά δύσκολη διαδικασία -πολύ απλή, τουλάχιστον για το κλασικό άσπρο τυράκι που τρώμε εδώ, αλλά θέλει προσοχή- απλώς τόσα χρόνια δεν έτυχε, δεν είχα την ευκαιρία. Φέτος που έφτασε στα χέρια μου φρέσκο γαλατάκι, αξιώθηκα κι εγώ να ετοιμάζω τη φέτα της χρονιάς. Ε, λοιπόν, αν κακομάθει κανείς στο αγνό τούτο τυρί, η φέτα στην ταβέρνα του θυμίζει στην καλύτερη ροκανίδι αλατισμένο!
Εδώ, στα χωριά μας, δε συνηθίζουν να κάνουν κίτρινα τυριά, ούτε πολλές ποικιλίες. Συνήθως όσοι έχουν ζώα, έχουν λιγοστά, τόσα ώστε να φτιάχνουν το βαρελάκι τους με φέτα για το χειμώνα και λίγο φρέσκο, αλατισμένο την εποχή του αρμέγματος. Εγώ πάλι, που ησυχία δεν έχω, αποφάσισα να πειραματιστώ με διάφορες συνταγούλες...
Βασικά, το πρώτον και κύριον είναι το θέμα καθαριότητας! Πρώτα από όλα στο γάλα, όταν το αρμέγεις, κι ύστερα στην όλη διαδικασία. Γιατί ωραίο το ντόπιο και το αγνό, αλλά ενίοτε, μπορεί να δοκιμάσεις και καμιά φόλα που να βρωμοκοπάει μια κατσικοτραγίλα αδυσώπητη... τότε, κάτι δεν πάει καλά στην καθαριότητα!




Μόλις αρμέγεις το γάλα, το σουρώνεις...




Καλό είναι να το πήξεις άμεσα, στη θερμοκρασία που έχει εκείνη τη στιγμή. Αν δεν είναι αυτό δυνατόν, το φυλάς στο ψυγείο και το ζεσταίνεις λίγο (γύρω στους 32-34 βαθμούς Κελσίου.. να βάζεις το δάχτυλό σου και νά'ναι χλιαρό.. όχι παραπάνω θερμοκρασία, θα πάει χαμένο!).. Ρίχνεις στο κατσαρόλι μια τζούρα αλάτι και σ'ένα ποτηράκι διαλύεις την πυτιά ("βλάχας" κατά προτίμηση, σε σκόνη κι όχι υγρό) και την ανακατεύεις κατόπιν με το γάλα.




Σκεπάζεις το κατσαρόλι μ'ένα πανάκι και το αφήνεις κοντά μια ώρα να πήξει..




Ύστερα το κόβεις με το μαχαίρι ή το ανακατεύεις μ'ένα αναδευτήρι (ώστε να σπάσει, να φύγουν τα ζουμιά)..




και το αδειάζεις στην τσαντίλα να στραγγίξει.. το κουνάς πέρα-δώθε να φύγουν τα πολλά υγρά και ύστερα το σφίγγεις, το δένεις, το κρεμάς να στραγγίξει λίγη ώρα ακόμη (τρία τέταρτα να πω; ανάλογα πόσο τό'χεις στραγγίξει μέχρι να το κρεμάσεις..)..




Πάντα στη σκιά! Σε μέρος λίγο δροσερό αν είναι δυνατόν. (Μη μείνει παραπάνω.. μη ζεσταθεί.. θα γεμίσει "τρυπούλες"!) Με μια λεκανίτσα από κάτω για τα υγρά..




Ανοίγεις την τσαντίλα, το κόβεις σε φέτες, το αλατίζεις με αλάτι ημίχονδρο, το βάζεις στο μπωλάκι κι αν θες το περιχύνεις με το τυρόγαλο που έχει στραγγίξει απ'την τσαντίλα. Αν θες το τρως και σκέτο, χωρίς αλάτι, την ίδια μέρα (μετά δε διατηρείται) κι είναι ένα αριστούργημα, σκέτη μοτσαρέλα! Τώρα για να το φτιάξεις φέτα.. αφού σκληρύνει λιγάκι (μες στο ψυγείο, αλατισμένο), βάζεις όλα τα φυλαγμένα κομμάτια στο ντενεκέ, είτε με το ζουμί τους αλατισμένο, είτε σκέτα προσθέτοντας γάρο (εδώ οι απόψεις διϊστανται!). Ο γάρος, παραδοσιακά φτιαγμένος, αλάτι διελυμένο στο νερό, τόσο ώστε ένα αυγό (φρέσκο, δηλαδή βαρύ) να ανεβαίνει στην επιφάνεια κι ίσα να βγαίνει ένα "ταληράκι" έξω απ'το νερό. Κι είναι βασικό νά'ναι καλά αλατισμένο, αλλιώς, κλάψ'το το τυρί! Καλύτερα λίγο παραπάνω και να το ξεπλύνει πριν φας, παρά να χαλάσει...




Ρωτούσα, λοιπόν, να μάθω τί είναι αυτή η "πυτιά", που πήζει το τυρί. Ε, λοιπόν, δεν το περίμενα! Είναι το πρωτόγαλα που μένει στο στομάχι του νεογεννηθέντος ζώου. χμ... από κει το παίρνουν...Κι ύστερα εγώ ν'αναρωτιέμαι, σε ποιόν άνθρωπο πρωτοήρθε αυτή η φαεινή ιδέα, και πώς;.. ώστε να απολαμβάνουμε εμείς το τυράκι μας....(Α! Και για να μην ξεχνιόμαστε, πυτιά από το αρχαίο πυτία ή πυετία, που έχει ρίζα το πυός=πρωτόγαλα. Τόσο απλά..)
Το τυρί (αρχ.τυρός) που μας αναφέρει ακόμη κι ο Όμηρος...
Στην Ιλιάδα (Λ639) [κατά την παρασκευή του περίφημου "κυκεώνα" (ποτό από ανάμειξη οίνου, κριθαλεύρου, τριμμένου τυριού, εκ του κυκώ=ανακατεύω, εξ ου κι ο κυκεώνας σήμερα,η ανάμειξη ανόμοιων πραγμάτων, η ανακατωσούρα.. ο κυκεώνας υποχρεώσεων, κ.λ.π....)]:

"Σ'αυτούς ανακάτωσε η όμοια με θεά γυναίκα
οίνο Πράμνειο, κι από πάνω αιγός έξυσε τυρόν
με χάλκινη κνήστρα, κι από πάνω λευκό κριθάλευρο πασπάλισε,
και να πιουν τους κάλεσε, αφού ετοίμασε τον κυκεώνα..."






και στην Οδύσσεια (δ88):
 
"Εκεί ούτε άναξ (βασιλιάς) στερούμενος ούτε ποιμήν
τύρου και κρεάτων, ουδέ γλυκερού γάλακτος,
αλλά διαρκώς παρέχουν παντοτεινά γάλα να αρμέγουν.."




 
(η απόδοση του Κώστα Δούκα)
 
Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος αναφέρει στο λεξικό του ότι η λέξη τυρός προέρχεται από το "σύρω" ή "τείρω". Το "Μεγάλο Ετυμολογικό", όμως, δίνει μιαν άλλη εκδοχή: "παρά το τηρείν κατά τροπήν του "η" εις "υ"... τηρώ τηρός τυρός, το εις φυλακήν και τήρησιν γάλα.. γάλα γαρ τηρούμενον εστίν ο τυρός"... κοινώς "φυλαγμένο γάλα", απ'το τηρώ= επιτηρώ, φροντίζω, προσέχω, φυλάττω...