Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Μονοπάτια στο χιόνι (Νυχτερινό 5ο...)


Το βραδάκι, καθώς συνόδευα την Γρου στην αποθηκούλα της, ψιλοεκστασιάστηκα με τη γύρω ατμόσφαιρα! Είναι αυτό το μαγικό του χιονιού που φωτίζει την νύχτα, κι όταν μάλιστα δεν το 'χει τσιγκουνευτεί ο ουρανός! Κι είναι και τούτοι οι σκαφτοί διάδρομοι, να φανερώνουν γη σ'ένα λευκό τοπίο...  "Ώρα για Νυχτερινό" σκέφτηκα σαν να 'λεγα: "Καιρός για έμπνευση" και, αφού ταχτοποίησα το γατί ξαναβγήκα στα παγωμένα μονοπάτια με τη φωτογραφική μηχανή!


Έλα, όμως, που τούτη η ρούχλα κι η βαριεστημάρα που μ'έπιασε σήμερα, όλο έστηνε εμπόδια: "Κάτσε, να φάμε πρώτα κατιτίς...", κι ύστερα "Νωρίς είναι ακόμη... τα Νυχτερινά μου εξάλλου πάντοτε μεταμεσονύχτια είναι..." κι έπειτα "Ποιός σηκώνεται από τον καναπέ με την ξυλόσομπα να χουρχουρίζει δίπλα του για να πάει στο γραφείο ν'αρχίσει το νταραβέρι με τον πανάρχαιο υπολογιστή; Καλύτερα να πάρω στο χέρι το βιβλίο..." Και πέρασαν τα μεσάνυχτα για τα καλά, και με μισή καρδιά βρέθηκα τελικά μπροστά στην οθόνη μπας και με ξανασυνεπάρει η έμπνευση της στιγμής, χωρίς καν να έχω αποφασίσει αν θα γράψω κάτι ή δε θα γράψω!
Όσο το σκέφτομαι, ξέρω τί μου φταίει... Ήταν πολύ σύντομη η διαδρομή. Τόσο σύντομη που διέκοψε τις σκέψεις μου εν τη γενέσει. Τις άφησε μετέωρες στη θαλπωρή του ξύλου που σιγόκαιγε να σβαρνίζονται νωχελικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Κι άντε από κει να ξαναπιάσεις μετά το νήμα που θα σε φέρει στις εικόνες της κατάλευκης παγωνιάς! Μα, δεν πρόλαβα καν να νιώσω το κρύο! Μοναχά μου μείναν οι φωτογραφίες στο μυαλό. Οι διάδρομοι στο λευκό τοπίο, τ'ανοιχτά μονοπάτια που κουτάλιζαν το κάτασπρο στρώμα σαντιγύς, εκείνο το χέρι το παιδικό που μ'ένα κέρμα έξυσε τους ασβεστωμένους τοίχους κι από κάτω φανερώνονταν παλιές ζωγραφιές... Όπως και να το κάνεις, ήταν εντυπωσιακό!


Αγριεμένος ο χιονιάς τούτη τη φορά! Καμιά σχέση με τις Γαλήνιες Νιφάδες του Γενάρη. Φάνηκε με το ξημέρωμα προχθές το πρωί κι οι διαθέσεις του μαρτυρούσαν ολοκάθαρα τη συνέχεια. Ο αγέρας λυσσομανούσε απειλητικά, βούιζε και βρυχόταν και σου ξεσκέπαζε μονομιάς το κεφάλι, ριπές χιονιού μαστίγωναν το πρόσωπο να μη βλέπεις ούτε να προχωρήσεις μπροστά, ο ουρανός βαρύς, σκοτεινός κι ανταριασμένος, και τα φώτα της ανθρώπινης τεχνολογίας να παραδέρνουν με το μάνιασμα της φύσης και ν'αναβοσβήνουν κάθε πέντε λεπτά! Ευτυχώς, σε κανα δίωρο, το ρεύμα κόπηκε οριστικά, οπότε γλιτώσαμε τουλάχιστον από την αγωνία: "Ποιά συσκευή δε θα αντέξει και θα καεί!" κι από το καίριο διπλό δίλημμα: "Να βγάλω το ψυγείο από την πρίζα ή να μην το βγάλω; Να ξαναβάλω το ψυγείο στην πρίζα ή να μην το ξαναβάλω;" και απομείναμε με το ρητορικό: "Υπάρχει περίπτωση να φτιάξουν τη βλάβη με αυτή τη θεομηνία;"... Οπότε, συνεχίσαμε αναπόσπαστοι τις εργασίες μας. Κι αποφασίζοντας να μαγειρέψω, αντί, η καλή σου, να προσαρμοστώ στα δεδομένα και στις δυνατότητες της αγαπητής ξυλόσομπας με το φουρνάκι, εγώ επέμενα να εκτελέσω τη συνταγή που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό (πάντα έτσι προκύπτουν οι συνταγές μου -εμπνεύσεις γαρ) η οποία προϋπόθετε τσιγάρισμα! Έτσι μπόρεσα να απασχοληθώ αρκετές ώρες, περιμένοντας να βράσει το νερό, αλλά και ξεκαπνίζοντας το ντουμάνι που -αναμενόμενα- προέκυψε από τις φαεινές ιδέες μου κι επιπλέον γκρινιάζοντας για αυτές... (Πάλι καλά που το φαγητό ήταν απολαυστικότατο!)
Το σούρουπο είδαμε ξανά το φως το αληθινόν, αλλά άμεσα επανήλθαμε στο πρωινό δίλημμα! Κάθε τόσο άρχιζαν τα φωτορυθμικά! Το δίλημμα, άρχισε να εμπλουτίζεται και να γίνεται πιο αγωνιώδες: "Να βγάλω τον καταψύκτη από την πρίζα ή να τον αφήσω μέχρι να ξανακοπεί; Γιατί δεν βλέπω γιατρειά.. Κι αν ξεπαγώσουν και πάνε χαμένα τόσα τρόφιμα (και, μάλιστα, βιολογικά και του κήπου μου!);". Τελικά έβγαλα το ψυγείο κι άφησα τον καταψύκτη. Και φυσικά, μετά τα μεσάνυχτα το ρεύμα ξανακόπηκε! Τώρα πια, όλο το χωριό ήτανε στο σκοτάδι...


Ξημέρωσε με τα ανεμοσούρια νά'χουν σκεπάσει τα πάντα. Όσους διαδρόμους είχα ανοίξει, είχανε σκεπαστεί ξανά. Ούτε πατημασιά γάτας δε φαινόταν... Αλλού το χιόνι έφτανε το μισό μέτρο, αλλού τους εξήντα πόντους, αλλού αρκετά περισσότερο! Καταπού βόλευε τον αγέρα να το παραχώσει! το σήκωνε από δω, τό'φερνε από κει... Θερμοκρασίες, ευτυχώς, γύρω στο μηδέν κι έτσι παντού παρέμενε ζηλευτό κι αφράτο. Βγήκα ξανά με το φτύαρι! Κι ύστερα αποφάσισα ν'ανεβώ στην πλατεία, να ξεχιονίσω το αυτοκίνητο που θά'χε καταντήσει παγωμένη τούρτα χιονιού. Ψυχή δεν είχε περάσει από το καλντερίμι κι ας κόντευε έντεκα. Απάτητα, παρθένα όλα... Βούλιαζα και, καθώς το χιόνι ξεπερνούσε τις γαλότσες μου, νιφάδες παγωνιάς τρυπώναν μέσα... Ο χιονιάς, όμως, είχε αρχίσει να κοπάζει. Τελικά, μετά το ξεχιόνισμα, κατέληξα παγωμένη στην πλατεία του χωριού να στοιβάζω τσιπουράκια! Αναμένοντας το φως... και με πλήρη πληροφόρηση για τους πυλώνες και τα πλατάνια που γκρεμίστηκαν! Αυτά είναι! Κόπηκε το ρεύμα και μαζεύτηκε -έστω λίγος- κόσμος μέσα στο χιονιά! Όπως τις παλιές καλές εποχές, που δε λουφάζαν όλοι στα σπιτικά τους, μπροστά σε οθόνες κι οθονίτσες και πίναμε και κανένα τσίπουρο έτσι στ'απρογραμμάτιστα...


Σκαλιστά μονοπάτια... Να, τώρα μού'ρθε στο νου: Σα γλυπτά που λαξεψε το ταπεινό φτυάρι και το πονεμένο μπράτσο στο χιονιά... Απλά, σεμνά, σιωπηλά γλυπτά.. Τα σημάδια μιας πορείας μέσα στην απέραντη φύση... τα βήματά μας... τ'αποτυπώματά μας... οι διακλαδώσεις κι οι διάδρομοι... εδώ εγώ, εσύ εκεί...
Μοναχά για ν'ανοίξει ο δρόμος, να μη σταματήσεις να περπατάς, να μη βουλιάξεις... να βγαίνει η ανάσα λιγότερο ζόρικη..
Φεγγοβολάει τριγύρω η πλάση στο σκοτάδι και εσύ χαράσσεις διαδρομές...


Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Όσα βλαστήσαν απ'τη σπορά του αιθέρα...




"Απέραντη γη κι αιθέρα του Δία, 
ο ένας σας γεννήτορας ανθρώπων και θεών, 


κι η άλλη να δέχεται τις σταγόνες της βροχής
και να γεννά τους θνητούς, να γεννά τροφή
και κοπάδια θηρίων' κι έτσι, όχι άδικα,
μητέρα των πάντων να λογιέται.


Όσα γεννήθηκαν από τη γη,
πίσω στη γη πηγαίνουν πάλι,


κι όσα βλάστησαν απ'τη σπορά του αιθέρα
γυρνάνε πάλι στον πόλο του ουρανού'


τίποτα από όσα γεννιούνται δεν πεθαίνει, 
αλλά χωρίζοντας το ένα από το άλλο
παίρνουν άλλη μορφή..."

Ευριπίδου "Χρύσιππος", απόσπασμα 6 J.-L. = 839TrGF = 1181M
(απόδοση: Φιλολογική Ομάδα "Κάκτου")

Έτσι, γιατί μού'κατσε μέρες τώρα η φράση: 

"κι όσα βλαστήσαν απ'τη σπορά του αιθέρα
γυρνάνε πάλι στον πόλο του ουρανού..."

Αλλά και:

Ο μεν ανθρώπων... γενέτωρ...
Η δε... τίκτει θνητούς...

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

Ο Άγιος Χαράλαμπος που κυνηγούσε τον Χάρο...

Λίγα λεπτά πριν περάσει η γιορτή του, είπα να προλάβω να τον τιμήσω μ'ένα κείμενο του Κρητικού λαογραφου μας Νίκου Ψιλάκη, που διάβασα σήμερα... Έτσι κι αλλιώς, εγώ έχω ξαναγράψει για τον φίλο μου τον Αη Χαραλάμπη παλιότερα:
...για το μικρό ταπεινό του ξωκλήσι και τα συναισθήματα που το χρωματίζαν στα μάτια μου...έντεκα χρόνια πριν!!! Αλλά και πιο μετά, για έθιμα και παραδόσεις που σχετίζονταν με τη γιορτή του:

Όπως και να το κάνουμε, τού'χω μιαν αδυναμία... Ίσως που σ' Άγιο Χαράλαμπο βαφτίστηκα από έναν νονό που λάτρευα κι έχασα πολύ νωρίς, ίσως που το προαύλιό του υπήρξε η πρώτη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, ίσως και που το μικρό του ξωκλήσι, εδώ, πάντα καταφέρνει να με συγκινεί... Ευτυχώς, φέτος, ο καιρός δε μας χάλασε το χατήρι και δεν απόμεινε μόνος και ξεχασμένος...



"Ο ΑΓΑΘΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
ΚΙ ΕΠΑΙΡΝΕ ΣΤΟ ΚΑΤΟΠΙ ΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΘΑΝΑΤΟ!

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ

Έτσι τον φαντάζονταν οι παλιότεροι τον Άγιο Χαραλάμπη. Γέρο, με κάτασπρα γένια, καλοστεκούμενο. Στο χέρι του κρατούσε μια βέργα γερή, όχι για ν' ακουμπά μα για να κυνηγά την πανούκλα.
Κάθε βράδυ, τα ίδια. Την ώρα που νύχτωνε φανερωνόταν εκείνο το "ειδεχθές γύναιον" των γραφών, μια καμπουριασμένη γριά, κακάσκημη, με νύχια σουβλερά, με δόντια σουβλερά, με μάτια που σπίθιζαν. Κι αλλοίμονο στο σπιτικό που θα διάλεγε να χτυπήσει την πόρτα του! Σαν τα θερισμένα στάχυα έπεφταν οι άνθρωποι κι αφανίζονταν. Ρήμαζαν πόλεις και χωριά, δεν προλάβαιναν οι παπάδες να θάφτουν.
Άλλοι πάλι λέγανε πως η πανούκλα ήταν τυφλή. Γυρνούσε τους δρόμους, σκουντουφλούσε, σκόνταφτε εδώ κι εκεί, δεν ήξερε μήτε ποιον ακουμπούσε μήτε σε ποια πόρτα σταματούσε.
Είδαν κι απόειδαν οι άνθρωποι, γύρισαν τον κόσμο και γύρεψαν γιατρικά. Τίποτα! Μέχρι που ανακάλυψαν τον ψαρογένη τον Χαραλάμπη. "Διώκτης απηνής" της πανούκλας ο γέρος!
Από τα όψιμα χρόνια της Βενετιάς άρχισαν να χτίζουν εκκλησιές και εικονοστάσια στα χωριά και στις πόλεις. Διάλεγαν πάντα τόπους έβγορους, για να μπορεί να κοιτάζει τριγύρω, σε μονοπάτια και δρόμους, σαν τους καλούς βιγλάτορες που δεν αφήνουν τον οχτρό να πατήσει τους τόπους τους. Άλλοι διάλεγαν τις εμπασιές των χωριών κι έχτιζαν τις εκκλησιές λίγο πριν από τα πρώτα σπίτια. Για να μπροσταρεύει ο γέρο-Χαραλάμπης το κακό και να μην το αφήνει να διαβαίνει.
Κι αν δεν υπήρχαν δρόμοι, κι ήταν οι τόποι τους αποκομμένοι από τη στεριά, έχτιζαν τα εικονοστάσια στις θαλασσινές εμπασιές. Να, όπως έκαμαν οι Σφακιανοί που έφραξαν ένα θαλασσόσπηλιο και τον έκαμαν ναό του Άη Χαραλάμπη. Γιατί εκεί, στα αποκομμένα Σφακιά, η πανούκλα ερχόταν από τη θάλασσα. Με γαλέρες και άλλα πλεούμενα. Όπως έκαμαν κι οι Βενετσιάνοι του Χάνδακα. Που έχτισαν έναν περίλαμπρο ναό κοντά στο λιμάνι και τον αφιέρωσαν στο δικό τους Χαραλάμπη, τον Άη Ρόκκο, εκείνον διάλεξαν οι Καθολικοί για προστάτη τους από τη νόσο τη λοιμική. Λίγο μετά έχτισαν κι οι ορθόδοξοι της ίδιας πόλης ένα καινούργιο κλίτος στον Άη Μαθιό, εγκάρσιο μα πανέμορφο.

Κοίταζαν οι παλιοί την εικόνα του γέρο Χαραλάμπη και γαλήνευαν οι ψυχές τους. Γαλήνιο ήταν το βλέμμα του γέρου, καλοσυνάτο. Ήξεραν, όμως, πως εκείνος ο ήρεμος γέρος δεν καταλάγιαζε. Μόλις έβλεπε τον οχτρό του να κοντοσιμώνει, αντάριαζε κι αγρίευε. Ήταν τότε που κατέβαινε από τις εικόνες, άφηνε πίσω τους τα χρώματα και τις ψιμυθιές των ζγουράφων, έπαιρνε τους δρόμους κι αλλοίμονο στο θανατικό, κι αλλοίμονο στην Πανώγλα την πίβουλη! Όποιος έτυχε να τον δει εκείνες τις ώρες είχε να διηγάται για χρόνια. Ανέμιζαν τα μαλλιά και τα γένια του σαν τη θάλασσα την αφρισμένη, ανέμιζαν τα ράσα του, έτρεχε σαν τον άνεμο στα σοκάκια.
Κάθε χωριό είχε και τον Χαραλάμπη του! Κι αν δεν μπορούσαν να χτίσουν εκκλησιά, έβαζαν τους ζγουράφους κι έφτιαχναν εικόνες. Κάθε τέμπλο και μια εικόνα του Γέροντα. Τον ιστορούσαν όμορφο, καθισμένο σε θρόνο. Και στο ειλητάρι του έγραφαν λόγια σαν και τούτα που διάβασα κάποτε στο μοναστήρι του Πρέβελη, στην εικόνα του Άη Χαραλάμπη, βέβαια:
ΔΟΣ ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΗΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΤΟΙΣ ΕΧΟΥΣΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ
ΑΠΑΛΛΑΓΗΝ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ
Και για να 'ναι πιο σίγουροι οι ζγουράφοι του παλιού καιρού ιστορούσαν στην εικόνα το μέγα κατόρθωμα του Αγίου: Τον έβαζαν να τσαλαπατά μια δολερή μορφή, ένα "γύναιον πονηρόν", με νύχια μακριά, μαύρη σαν το κατράμι. Στέναζε η γριά κάτω από τα πόδια του αγαθού γέροντα, χτυπιόταν, μα δεν μπορούσε να φύγει. Όσο έμενε εκεί πατημένη, τόσο ησύχαζαν οι άνθρωποι. Το θανατικό δεν χτυπούσε τις πόρτες τους!
Νίκος Ψιλάκης, 10 του Φλεβάρη του 2016.
Χρόνια πολλά στους φίλους που γιορτάζουν, τους Χαραλάμπηδες!

* Στη φωτογραφία: Ο σπηλαιώδης ναός του Αγίου Χαραλάμπη στα Σφακιά.


Πηγή: Karmanor.gr"