Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η ανεστραμμένη πυραμίδα του Αγίου Σωφρονίου

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ (22 Σεπτεμβρίου 1896 - 11 Ιουλίου 1993)

του Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ (μέρα μνήμης η 11η Ιουλίου):

 "Στη δομή του κόσμου παρατηρείται ιεραρχική τάξη, διαίρεση σε ανώτερο και κατώτερο: "πυραμίδα του είναι". Όμως στο ανθρώπινο πνεύμα βρίσκουμε την ιδέα της ισότητας ως έμμονη απαίτηση των μυχίων της συνειδήσεώς μας. [...]

Είναι όμως άραγε δυνατή η ισότητα εκεί, όπου θεμελιώδης αρχή υπάρξεως είναι η ελευθερία; Η πείρα χιλιάδων ετών της ιστορίας της ανθρωπότητας επιβάλλει την απάντηση: όχι. [...]

Ας στραφούμε προς τον Χριστό και ας δούμε πώς Εκείνος λύνει αυτό το πρόβλημα. 

Ο Κύριος δεν αρνείται το γεγονός της ανισότητας, την ιεραρχία, τη διαίρεση σε ανώτερο και κατώτερο, καλύτερο ή χειρότερο, αλλά ανατρέπει την "πυραμίδα αυτή του είναι" αναστρέφοντας την κορυφή της προς τα κάτω και έτσι εγκαθιστά την έσχατη τελειότητα

Αναμφίβολη κορυφή της "πυραμίδας του είναι" είναι ο Ίδιος ο Υιός του ανθρώπου, ο Μόνος αληθινός αιώνιος Κύριος. Και λέει για τον Εαυτό Του ότι "οὐκ ἤλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν Αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν" (Ματθ.κ28)

Η διδασκαλία, την οποίαν παραλάβαμε, λέει για τους Αγγέλους ότι συγκριτικά με την επίγεια ύπαρξή μας είναι όντα ανώτερα από μας, και στη γνώση και στον τρόπο της υπάρξεως' ο Απόστολος, όμως, λέει για αυτά τα όντα ότι είναι λειτουργικά πνεύματα "εἰς διακονίαν αποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν" (Εβρ.α14)


Ο Κύριος εντέλλεται στους μαθητές Του να ακολουθούν το υπόδειγμα που ο Ίδιος έδωσε πλένοντας τα πόδια τους (βλ.Ιωαν.ιγ15). Λέει: "Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν· ἀλλ’ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος" (Ματθ.κ25)

Με τα λόγια αυτά ορίζεται η σύσταση και η έννοια της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας, δηλαδή η ανάβαση όσων βρίσκονται σε χαμηλό βαθμό πνευματικής τελειότητος στη θέση εκείνων που βρίσκονται ιεραρχικώς υψηλότερα [...] (βλ.Εφεσ.δ11-13).

Ο Χριστός και ως Δημιουργός, δηλαδή ως αιτία της υπάρξεως του κόσμου, πήρε επάνω Του το βάρος των αμαρτιών όλου του κόσμου "γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα" (Γαλ.γ13). Αυτός είναι η κορυφή της αντεστραμμένης πυραμίδας, κορυφή που επάνω της πέφτει όλο το βάρος της υπάρξεως. 

Όσοι ακολουθούν τον Χριστό, με άρρητο τρόπο εξομοιώνονται μαζί Του, σηκώνοντας τα βάρη ή τις αδυναμίες των άλλων: "Ὀφείλουσι δέ οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν" (Ρωμ.ιε1).

Μιλούμε εδώ για όλα αυτά, για να δείξουμε τη χαρακτηριστική ιδιότητα της χριστιανικής οδού. [...] Αναγνωρίζουμε την αδυναμία μας να εκφράσουμε τη ζωή αυτή με λόγια και εικόνες. 

Ο χριστιανός πορεύεται προς τα κάτω, προς το βάθος της ανεστραμμένης πυραμίδας, όπου συγκεντρώνεται η φοβερή πίεση, όπου είναι ο Χριστός, "ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου".

Όταν η μεγάλη χάρη του Θεού εγγίσει την καρδιά, τότε αρχίζει να ενεργεί μέσα της η δύναμη της αγάπης του Χριστού και η ψυχή ελκύεται από την αγάπη αυτή και κατεβαίνει πραγματικά στο βάθος της αντεστραμμένης πυραμίδας, ποθεί τον Χριστό, εξομοιώνεται με Αυτόν. Στα όρια των δυνάμεών του ο άνθρωπος σηκώνει επάνω του το βάρος των αδερφών του. Και τότε δημιουργείται μια κατάσταση, για την οποία είναι αδύνατον να δώσει ο λόγος πληροφορίες. 

Το βάθος και η δύναμη των θλίψεων που βιώθηκαν στη ζωή γέμισαν την καρδιά με μεγάλη συμπόνοια για κάθε πάσχοντα. Η συμπάσχουσα αγάπη γεννά την ετοιμότητα για αυτοθυσία για το καλό του πλησίον και συγχρόνως η αγάπη ελκύει με ακράτητο τρόπο τον όλον άνθρωπο προς τον Θεό. Ο νους, η καρδιά και το ίδιο το σώμα, η όλη ύπαρξη του ανθρώπου ελκύεται προς τον θεό με βαθιά φλογερή προσευχή για τους ανθρώπους, άλλοτε για γνωστούς ή και αγνώστους, άλλοτε για όλη την "ἀπ'αἰῶνος" ανθρωπότητα΄ άλλοτε πάλι η ψυχή εξαντλημένη από τον μεγάλο πόνο της αγάπης παραδίνεται ολοκληρωτικά στον Θεό και λησμονεί τον κόσμο. 

"Όταν η ψυχή είναι στο Θεό τότε ο κόσμος λησμονείται εντελώς και η ψυχή βλέπει μόνο το Θεό."

Μετά την εσωτερική θυσία, όταν δηλαδή εσωτερικά προσφερθεί το παν, το πνεύμα του ανθρώπου γεύεται την ανάπαυση σε όλα και απολαμβάνει βαθιά εσωτερική ειρήνη, ειρήνη Χριστού, που είναι ασύλληπτη στον ανθρώπινο νου. (βλ.Φιλ.δ7) "

Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ του Αθωνίτου "Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης",

εκδόσεις: Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας



Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης (2)...

[συνέχεια του: Χρώματα φόβου κι αγάπης... ]

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.
(Ανδρέας Κάλβος- Εις Σάμον)



"Αν ξαναζούσα, θά'θελα νά'μουν πουλί..." μού'πε η ξαδέρφη μου σε μια κουβέντα για τα χάλια τούτου του κόσμου. Εγώ, πάλι, δε βρήκα ούτε σ'αυτό παρηγοριά κι είπα πως δε θά'θελα μήτε να ξαναζήσω... Κι όσο το ξανασκέφτομαι, να βρω τί θά'θελα, θά'θελα μοναχά νά'μαι ελεύθερη από όλα τούτα που μας χάρισαν απλόχερα και μεις τα κάναμε κτήμα μας και ζωή μας για να ζούμε με φόβο μήπως τα χάσουμε, θά'θελα νά'μαι ελεύθερη από τούτο το ψέμα που μ'εγκλώβισε σε μια ζωγραφιά με χιλιάδες χρώματα, ελεύθερη να πετώ στο λευκό κι αχρωμάτιστο φως του Θεού.... Ίσως, μάλιστα, κάτι τέτοιο νά'θελε να πει κι εκείνη.

Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·

 Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.
(Ανδρέας Κάλβος- [συνέχεια] Εις Σάμον)



Βρέχει ασταμάτητα μέρες τώρα στο βουνό των Κενταύρων. Θαρρείς κι οι λυγμοί μαζευτήκαν όλοι στα σύγνεφα τ'ουρανού. Τα σύννεφα που πάσχιζε να ξεπεράσει ένας Ίκαρος για να φτάσει ψηλά στον Ήλιο- μόνο που τα φτερά του ήταν φτιαγμένα από κερί...

"- Τα μάτια, δεν ξέρεις πως όταν τα στρέφει κανείς σε αντικείμενα που στην επιφάνειά τους δεν απλώνεται πια το φως της ημέρας, αλλά η νυχτερινή αντιφεγγιά, δεν καλοβλέπουν και μοιάζουν επάνω κάτω τυφλά, σαν να μην υπάρχει μέσα τους καθαρή όψη;
 - Μάλιστα, το ξέρω.
 - Όταν όμως θαρρώ, πέφτει επάνω των κατάλαμπρος ο ήλιος, τα βλέπουν ολοκάθαρα, και φαίνονται πως κι αυτά τα μάτια έχουν μέσα τους την όραση.
 - Πραγματικώς.
 - Το ίδιο λοιπόν να φανταστείς πως γίνεται και με την ψυχή' όταν στηρίζει το βλέμμα της επάνω σε κάτι που ολόλαμπρη πέφτει επάνω του η αλήθεια και το ον, τότε ολοκάθαρα το αντιλήφθηκε και το γνώρισε και φαίνεται πως έχει νου' όταν όμως το στρέφει σε πράγματα που είναι ανακατωμένα με το σκοτάδι, που γίνονται και χάνονται, τότε πια δε βλέπει καθαρά, σχηματίζει δοξασίες που αλλάζουν και πάνε άνω κάτω και μοιάζει τότε μ'έναν που δεν έχει νου.
 - Πραγματικώς μοιάζει.
 - Αυτό λοιπόν που χορηγεί στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στην ψυχή τη δύναμη να τα γνωρίζει, αυτό να λες πως είναι η ιδέα του αγαθού, κι αυτό έχε στον νου σου πως είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, όταν γίνεται αντικείμενο της γνώσης [...]
 [...]
 - Φαντάσου λοιπόν πως το αγαθό και ο ήλιος είνιαι, καθώς λέμε, δυο βασιλιάδες, ο ένας του νοητού κόσμου, κι ο άλλος τους ορατού [...]"

(Πλάτων- "Πολιτεία" 508c κ.ε., απόδοση: Ι.Γρυπάρη)

Πνίγομαι... Θέλω να μεταλάβω αγάπη και φως. Απ'το ίδιο κουτάλι μ'όσους πίστεψαν εκεί ψηλά, εκεί που δεν υπάρχουν πια χρώματα, εκεί που ο νους υπερβαίνει τον νου, εκεί που κατοικούν μοναχά ταπεινοί, μάρτυρες κι ήρωες... Ποιός άραγε κλείδωσε την ψυχή μου σε τούτα τα δεσμά; Πιο χαμηλά κι απ'το χαμηλό χορτάρι; Βλέπω το κλειδί μπροστά μου, κι αυτό το "μπροστά" φαντάζει τόσο μακρινό που δεν τολμούν τα δάχτυλα να το αγγίξουν. Κάτω απ'τους λυγμούς της βροχής τα βλαστάρια της πλάσης ξεπροβάλλουν. Η τροφή της γης μοναχά με τα δάκρυα τ'ουρανού σαν σμίξει τους δίνει ανάστημα. Τα κοιτώ κι αρχίζω ν'ανασαίνω...

"Όμως αφού κι αυτό το γένος το σκέπασε το χώμα,
Ένα άλλο πάλι, τέταρτο, επάνω στην πολύτροφη τη γη
ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, έφτιαξε, πιο δίκαιο κι ανώτερο,
το θείο γένος των ηρώων. Λέγονται αυτοί ημίθεοι,
η προηγούμενη από μας γενιά πάνω στη γη τη δίχως όρια.
Και τούτους ο κακός πόλεμος και η φοβερή μάχη
άλλους κάτω απ'τα τείχη της Θήβας της εφτάπυλης, στη γη του Κάδμου,
τους αφάνισε, καθώς για του Οιδίποδα τα ποιμνία
(μήλα) πολεμούσαν,
κι άλλους με πλοία κι επάνω από της θάλασσας το μέγα χάσμα
οδηγώντας τους στην Τροία για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Άλλους εκεί τους σκέπασε το τέλος του θανάτου
κι άλλους ξέχωρα απ'τους ανθρώπους ζωή και τόπο ο Δίας τους έδωσε,
ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τους έβαλε να μένουν.
Και κατοικούν ξέγνοιαστη έχοντας καρδιά
στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη,
μακάριοι ήρωες που η σιτοδότρα γη τους δίνει
γλυκό σαν μέλι τον καρπό που θάλλει τρεις φορές το χρόνο
[...]
Μακάρι εγώ ανάμεσα στου πέμπτου γένους τους ανθρώπους
να μην ήμουν, μα είτε πιο μπροστά να πέθαινα ή ύστερα να γεννιόμουν.
Αφού τώρα πια το σιδερένιο υπάρχει γένος. Κι ούτε θα πάψουνε ποτέ
τη μέρα να κοπιάζουν και να δυστυχούν, να βασανίζονται την νύχτα
μα μέριμνες σκληρές σ'αυτούς οι θεοί θα δίνουν.
Όμως και σ'αυτούς ανάμικτα θα υπάρξουνε καλά με τα κακά.
Κι ο Δίας θ'αφανίσει και τούτο των θνητών το γένος,
την εποχή που σαν γεννιούνται οι άνθρωποι θα γίνονται ασπρομάλληδες.
Με τα παιδιά του όμοιος δε θα είναι ο πατέρας, μήτε με τον πατέρα τα παιδιά,
κι ούτε ο φιλοξενούμενος αγαπητός σ'αυτόν που τον φιλοξενεί,
στο σύντροφο ο σύντροφος, μήτε θα είναι ο αδερφός αγαπητός σαν πρώτα.
Μόλις γεράσουν οι γονείς τους θα τους ατιμάζουν,
θα τους κατηγορούν μιλώντας τους με λόγια φοβερά,
οι άθλιοι, την τιμωρία των θεών περιφρονώντας. Κι ούτε
στους γέροντες γονείς τους το χρέος που τους ανάθρεψαν θ'ανταποδίδουν.
Στη βία των χεριών το δίκιο τους. Κι ένας την πόλη του άλλου θ'αφανίσει.
Διόλου δε θα τιμάται ο πιστός στον όρκο τους, ο αγαθός,
ο δίκαιος, μα του κακού το δράστη θα τιμήσουν πιο πολύ και τον ακόλαστο.
Στη βία των χεριών το δίκαιο και η ντροπή θα είναι,
ο άντρας ο κακός θα βλάπτει τον καλύτερο,
θα τον κατηγορεί με λόγια διεστραμμένα, δίνοντας κι από πάνω όρκο.
Ο φθόνος χαιρέκακος, κακόγλωσσος, στην όψη μισητός,
θα συνοδεύει όλους τους ταλαίπωρους ανθρώπους.
Και τότε προς τον Όλυμπο απ'τη γη με τους πλατιούς τους δρόμους,
αφού σε άσπρα πέπλα το ωραίο σώμα τους καλύψουν,
θα παν να σμίξουνε με των αθανάτων το γένος, τους ανθρώπους πίσω αφήνοντας,
η Αιδώς και η Νέμεση. Και μόνο οι πόνοι οι θλιβεροί θα απομείνουν
στους θνητούς ανθρώπους. Κι απ'το κακό προφύλαξη δε θα υπάρχει."

(Ησίοδος- "Εργα και Ημέραι" 256κ.ε., απόδοση: Σ.Γκιργκένη)


Το χρώμα του φόβου λένε πως είναι το κίτρινο -κάτι σαν το "χλωρόν δέος" του Ομήρου- κι εκείνο της αγάπης και του έρωτα το πορφυρό - σαν το αίμα, τη ζωή, σαν το φονικό, τη βαθιά πληγή και το θάνατο, σαν τη θυσία. Σαν την Ανάσταση. Το μενεξεδί βαφτίστηκε πένθιμο, ανταύγεια χρωματιστή του άχρωμου μαύρου. 
Το πράσινο τό'κλεψε η φρεσκάδα των βλαστών, ενώ το καφεδί έντυσε των δέντρων τους αιωνόβιους κορμούς και τη γη των σπόρων κι όπου αλλού απλώνονται οι ρίζες μας να τις προφυλάξει. Λένε πως το ένα γαληνεύει και ζωογονεί, ενώ τ'άλλο δίδει σιγουριά και σταθερότητα.
Όσο για το αγνό λευκό της καθαρότητας, αντάμα με το γαλάζιο του ουρανού και της αδάμαστης θάλασσας, σμίγουν στ'ασβεστωμένα ξωκλήσια στα νησιά, στην ψυχή και στη σημαία μας....
Κείνο της πίστης ακόμα αναζητώ... Μα, ξέχασα, τούτη δεν έχει χρώματα, φτάνει στο φως και τα υπερβαίνει... 

 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.(Ιωάννου 3,19)


Θ'ανηφορίσω προς την πλατεία, αφού υπογράψω άδεια ειδική στον εαυτό μου μονάχη μου. Με λένε τάδε, μένω εδώ και τούτη την ώρα, ξεκινώ από το σπίτι για να πάω στο φαρμακείο. Α, ρε τρελογιατρέ, αν σου τό'λεγα τούτο μέρες πριν με πόσα χάπια θα με χαπάκωνες; Γελώ με τη σκέψη! Να μην ξεχάσω και την ταυτότητα! Χάσαμε που χάσαμε την ταυτότητά μας, ας κουβάλαμε μαζί και τούτο το δελτίο που είναι ό,τι μας απέμεινε για να μας προσδιορίζει... Μην και ξεχάσουμε ολωσδιόλου το ποιοί είμαστε -τουλάχιστον να απομείνει τ'όνομα και κάποιοι σκόρπιοι, αδιάφοροι για την πλάση αριθμοί... 

"ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας."(Παύλου- Προς Εβραίους 2,14)


Περπάτησα μες στη βροχή. Πήρα ακόμη μιαν ανάσα. Αντάλλαξα δυο λόγια, κι άλλα δυο. Έρημο το τοπίο. Μοναχά από κανένα αυτοκίνητο για προμήθεια "αγαθών πρώτης ανάγκης". Υπάρχει άραγε αγαθό υπέρτερο της ελευθερίας; ... Και δε μιλώ για το χαζόχαρτο που υπέγραψα, ούτε για τον κάθε νόμο που στο χέρι μας είναι ν'αλλάξει. Μιλώ για το φόβο, μοναχά για αυτόν.... Για αυτόν τον φόβο, που ανεξέλεγκτος, ορίζει όλα τα δεσμά. Για αυτό το φόβο που βγάζει στο φως τα πιο θηριώδη ένστικτα του ανθρώπου, τα πιο δειλά, τα πιο τιποτένια, ακόμη και τα πιο ανόητα. Που γίνεται σύμμαχος στα σκήπτρα κάθε λογής χθόνιων κι υποχθόνιων βασιλιάδων.
"Όλα τα δεινά έχουν γίνει μάλλον για να τρομοκρατούν αυτούς που τα περιμένουν, παρά να λυπούν αυτούς που πλήττουν. Ο φόβος είναι τόσο βλαβερός, ώστε πολλοί ήδη υφίστανται το κακό, προτού νά'ρθει, όπως λόγου χάριν αυτοί που ταλαιπωρούνται από την τρικυμία σε καράβι και δεν περίμεναν να βουλιάξει το πλοίο, αλλά αυτοκτόνησαν πριν..." 
(Διογένης- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Βαρέθηκα τόσο τούτη τη μουντάδα, μπούχισα από το τόσο γκρι. Φέρτε μου χρώματα να βάλω τον ήλιο ξανά στον ουρανό, σαν παιδική ζωγραφιά! Μ'ακτίνες μακριές, παράταιρες, ν'αγγίζουν κάθε πλάσμα πονεμένο! Και να του φτιάξω στο πρόσωπο ένα χαμόγελο τρανταχτό, να στέλνει την αγάπη του σ'όλη την πλάση. Μια θάλασσα και γλάρους να πετούν, κι ένα γλαράκι μικρό -τάχα το λένε Ιωνάθαν;- να παλεύει να φτάσει ψηλά, εκεί που μονάχα οι αετοί πλησιάζουν. Θα ζωγραφίσω κι ένα καράβι.
Θά'ναι εκείνο το καράβι της ζωής, το καράβι του Οδυσσέα που βολοδέρνει στα πέλαγα ποθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα. Δε δοκίμασε το λωτό, δεν ξεγελάστηκε από της λησμονιάς την πλάνη. Μα τύφλωσε τον Κύκλωπα, κι αν σώθηκε (κρυμμένος κάτω απ'το πυκνόμαλλο αρνί), νέες δοκιμασίες τον καταδιώκουν. Πόσα μπορώ να στριμώξω, λοιπόν, σε μια ζωγραφιά; Νήπιοι εταίροι, ανοίγουν τον ασκό και σβήνει απ'τον ορίζοντα η Ιθάκη. Ανθρωποβόροι γίγαντες ξεπροβάλλουν κι η μάγισσα Κίρκη με το ραβδί που της ψυχής τα πάθη φανερώνει. Ο Κάτω Κόσμος, όπου αναγκάζεται να κατεβεί, να λάβει γνώση. Σειρήνες στα βράχια πλάνα του τραγουδούν, η Σκύλλα κι η Χάρυβδη του φράζουν το δρόμο- πρέπει, κάποια στιγμή, να διαλέξει τί θα θυσιάσει. Του Ήλιου το νησί από όπου ξεβράζεται πια μοναχός- αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο... Της Καλυψώς τα δεσμά κι επιτέλους τ'απόμακρο μυστηριώδες νησί (του βασιλιά με το άλκιμο νου), απ'όπου στον τόπο της ψυχής του θα μπορέσει να επιστρέψει... Ούτε, όμως, εκεί θα βρει αναπαμό...
Και το καράβι συνεχίζει να ταλαντεύεται στον φουρτουνιασμένο της γένεσης κόσμο... Και το μικρό γλαράκι πασχίζει να πετάξει ακόμη πιο ψηλά....
"Ας δούμε συνεπώς αν οι δειλοί είναι δυνατόν να είναι δίκαιοι. Τους αντιθέτους των, δηλαδή τους θρασείς, τους βρήκαμε πως είναι άδικοι, γιατί κάνουν πολλά δια της βίας. Λοιπόν η δειλία είναι διαφθορά έννομης αντιλήψεως περί του τί είναι δεινό και τί όχι, ή άγνοια των δεινών και των μη δεινών ή και εκείνων που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν αυτοί που έχουν ενστερνισθεί αντιλήψεις εσφαλμένες και παράνομες να είναι δίκαιοι; Διότι προφανώς δεν είναι δυνατόν να βγάλουν για οτιδήποτε ορθά συμπεράσματα , αφού δεν επιτρέπει σ'αυτούς ο φόβος για τη ζωή τους να προβούν σε οποιαδήποτε έρευνα."(Ιεροκλής "Περί δικαιοσύνης"- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Κι όπως πάσχιζε το μικρό γλαράκι να φτάσει πιο μακριά, αντίκρυσε το μικρό ξωκλήσι στον ψηλό βράχο της ακροθαλασσιάς. Στάθηκε πάνω στον ξύλινο σταυρό κι αφουγκράστηκε. Άλλη ψυχή ζωντανή δεν υπήρχε εκειδά. Μα πόσες ανασαιμιές, προσευχές, δάκρυα κι ελπίδες σφράγιζε μέσα του τούτος ο πετρόχτιστος ναός! Έρημος πια, θαρρείς πως έλειψε το γένος των ανθρώπων...Το γλαράκι δεν ήξερε να ψάλλει, ούτε να τραγουδά. Κι έτσι φτερούγιζε μονάχα, κάνοντας κύκλους, να χαιρετίσει την Παναγιά που απόψε μονάχη γιόρταζε... Και μη με ρωτήσει κανείς, πώς ένα μικρό γλαράκι την είδε και την γνώρισε! Μη με ρωτήσει κανείς πως ένα γλαράκι θα μπορούσε να έχει πίστη! Με κούρασαν όλα αυτά... Μη με ρωτήσει κανείς πως βλέπουμε πέρα απ'τα χρώματα, ούτε να με ρωτήσει κανείς την ανάσα μου ποιός θέλω να ορίζει... Μη με ρωτήσει καν τί τούτα τα λόγια μπορεί να σημαίνουν...
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος..."


Υ.Γ. "Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά." - Ρήγας Φεραίος

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης...

- Αλήθεια, κατάλαβε;
- Κατάλαβε! Είναι, φαίνεται, το μυαλό των ανθρώπων όπως τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου... Κάθε νοημοσύνη συντονίζεται και σε άλλες συχνότητες, όπως τα χρώματα της Ίριδας! Άλλος μπορεί να αντιληφθεί το κόκκινο, άλλος το θαλασσί...
Στάθηκε και με κοίταζε. Συνέχισα να μιλώ:
- Έτσι φαίνεται. Τώρα μόλις έκανα κι εγώ τους συνειρμούς. Κι όμως ναι, τούτο το κατάλαβε κάποιος που δεν λογίζεις έξυπνο, γιατί σε τούτες τις συχνότητες εκπέμπει το μυαλό του. Κι αυτό το "χρώμα" τό'δε, το αντιλήφθηκε το μυαλό του. Δες τους σκύλους: Ακούνε ήχους σε συχνότητες που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Έτσι και με την νοημοσύνη! Αλλουνού του κόβει εδώ κι αλλουνού εκεί. Είναι πόσα χρώματα μπορείς να δεις, πόσες συχνότητες αφουγκράζεσαι. Ίσως κάτι σαν αυτό που λέμε "πόσες οπτικές". Ένα ευέλικτο μυαλό θα δει και παραπάνω χρώματα...
Χάθηκα στους συλλογισμούς....
Και η αλήθεια; Η αλήθεια, λοιπόν, και επισήμως δε θά'χει χρώμα, θά'ναι διάφανο λευκό σαν το φως που περικλείει κι αγκαλιάζει όλα τα χρώματα....


Η άνοιξη χαμογελά. Οι ανεμώνες που κάθε χρονιά σηματοδοτούν τη λήξη του χειμώνα αρχίζουν να χλωμαίνουν στα λιοπερίβολα για να παραδώσουν τη σκυτάλη στα καθ'αυτό αγριολούλουδα του έαρος. Όλα συνεχίζουν το διάβα τους από τούτη τη ζωή σύμφωνα με το μερτικό που τους δώρισε η πλάση. Έτσι κι οι ανεμώνες. Γνωρίζουν καλά πότε να ξεπροβάλουν το κεφαλάκι τους απ' την εγκυμονούσα γη και να χαρούν τις ανασαιμιές τους κάτω απ'τις αχτίδες του ηλιάτορα. "Τώρα έφτασε η στιγμή..." μονολογούν με τα δικά λόγια και θαρεττά αναφαίνονται με το κορμάκι τους στητό να κυνηγάει το φως που καταφθάνει από ψηλά. Άλλες θα τανυόνται γαλήνια προς τον ήλιο μέχρι να χλωμιάσουν με τον καιρό και να μαραθούν, άλλες δε θα προλάβουν να χαμογελάσουν για πολύ στο περιβόλι μιας κι ένα χέρι ζήλεψε την ομορφιά τους και τις θέλησε δικές του, άλλες μπορεί να τσαλαπατηθούν από το βιαστικό διαβάτη, κι άλλες θα στολιστούν με δάκρυα απ'το μαύρο σύγνεφο που τσαλάκωσε τα λεπτεπίλεπτα πέταλά τους. Έρχονται και φεύγουν... Μα καμιά, δεν πιστεύω, να σκέφτηκε να ζητήσει κλουβί απ'το Θεό ή τον άνθρωπο για να την προφυλάξει...
"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."

(Γιώργος Σαραντάρης)

Όχι πως δε σκέφτονται. Όχι, όχι, εμάς μας βολεύει να το πιστεύουμε αυτό, καθώς δε μπορούμε ν'αφουγκραστούμε τα σκιρτήματά τους. Κι έχουν τη φρονιμάδα να μαζεύουν τα πεταλάκια τους προστατεύοντας το λιλιπούτειό τους πρόσωπο όταν σκοτεινιάσει ο ουρανός. Κι άλλοτε να χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου για να μην τσακίσει το κορμί τους. Να χώνουν τις ρίζες τους βαθιά στη γη, πολλές φορές μέσα σε βράχους και κάτω από πετραδάκια για να σταθούν γερά. Μα καμιά, δεν πιστεύω να ονειρεύεται και να παρακαλά να σωθεί μέσα σ'ένα ανθοδοχείο μακριά απ'το χάδι της πλάσης για να γλιτώσει το τσαλαπάτημα του αδιάφορου διαβάτη...
"Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.[...]"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άξιον Εστί- Ανάγνωσμα Τέταρτον")

Πόσο απολαμβάνω τον ήχο των βημάτων μου στο χωμάτινο μονοπάτι στη σιγαλιά. Μοναχά το κελάρυσμα των πουλιών ν'ακούγεται κι ο ήχος απ'τα πετραδάκια που σκιρτούν σε κάθε πατημασιά. Τούτα τα βήματα, τόσο ρυθμικά σα δείκτες παλιού ρολογιού, να θυμίζουν το χρόνο και τη θνητότητα που βαδίζει σ'αυτήν την απέραντη κι αέναη ομορφιά που, καθώς προχωρώ, πλημμυρίζει τους οφθαλμούς και το είναι μου...  Στη στροφή ατενίζω την καταγάλανη θάλασσα να σμίγει με τον ορίζοντα, πέρα μακριά, κι εγώ στο μυθικό βουνό ανάμεσα στα ασημένια ελιόφυλλα. 
- Θεέ μου, πώς έφτιαξες τόση ομορφιά;  Κι εμείς τόσο "δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα..."
"Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ."
(Ιωάννου Α' 4,18)

Ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήτανε, λέει, όλα να απαγορευτούν, όλα. Πώς ξεκίνησε τ'όνειρο δε θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά πως βρήκα έναν παπά σ'έναν χώρο απροσδιόριστο κι εγώ ήθελα, θυμάμαι, να του μιλήσω -ίσως να του εξομολογηθώ όλα τούτα που πλάκωναν την ψυχή μου- κι ήθελα απλά να γονατίσω και να βάλω τα κλάματα. Ο παπάς έφυγε πριν μ'ακούσει και γω βρέθηκα σ'έναν χωματόδρομο όπου δεν ακούγονταν πατημασιές -ούτε καν οι δικές μου- μην ξέροντας κατά που να κάνω. Κίνησα, θυμάμαι, για το σπίτι κι η μάνα μου φάνηκε ξαφνικά δίπλα μου να βαστάει ένα μωρό και να το παίρνω εγώ για να την ξαλαφρώσω. Κι είχε ένα όχι ανθρώπινο όνομα το μωρό, όπως κάποια κατοικίδια, και της λέω να του δώσουμε άλλο κι όπως τό'ψαχνα με το νου νομίζω είπα να τ'ονομάσουμε Ζωή. Μα, ύστερα, καθώς συλλογιζόμουνα, θέλησα να κάνω κατά την άλλη μεριά του δρόμου και της ξανάφησα το μωρό, να προλάβω νά'μαστε προετοιμασμένοι πριν με σταματήσουν... Κι όπως δεν ήξερα με σιγουριά κατά που να κάνω και πάσχιζα να δω το συμφερότερο με τη λογική, απ'την αγωνία ξύπνησα! "Όνειρο ήτανε ευτυχώς... όλα καλά... Μα... όχι, στάσου, δεν είναι μοναχά στ'όνειρο!" 
"Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες,
μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμε τὸ πῶς νὰ κάμουμε
γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο
τὸν κίνδυνο ποῦ ἔτσι φρικτὰ μᾶς ἀπειλεῖ.
Κι’ ὅμως λανθάνουμε, δὲν εἶν’ αὐτὸς στὸν δρόμο·
ψεύτικα ἦσαν τὰ μηνύματα
(ἢ δὲν τ’ ἀκούσαμε, ἢ δὲν τὰ νοιώσαμε καλά).
Ἄλλη καταστροφή, ποῦ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαία πέφτει ἐπάνω μας,
κι ἀνέτοιμους — ποῦ πιὰ καιρὸς — μᾶς συνεπαίρνει."
(Κωνσταντίνος Καβάφης, "Τελειωμένα")


- Πόσα χρώματα βλέπεις;
Κοιτάζω απ'το παράθυρο.
- Αλλάξαν οι αποχρώσεις τ'ουρανού σήμερα. Χλώμιασε το σκηνικό. Ο Παγασητικός έσβησε μες στο γαλοζόγκριζο του τοπίου. Γκρίζες κι οι σκεπές με τον σχιστόλιθο. Μοναχά η γη καταπράσινη με κίτρινες πινελιές εδώ κι εκεί, μικροσκοπικές φιγούρες από αγριολούλουδα. Κι η κερασιά που στολίστηκε με τα πρώτα της λευκά ανθάκια. 
Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα. Κυριακή Σταυρολουλουδιά κι ο σταυρός απέμεινε χωρίς λουλούδια... "Κύριε σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."  
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» 
(Λούκ. 23,34)

- Φόβος δεν είναι η αγάπη, μη σε ξεγελούν, κλείσε τ'αυτιά σου! Μοναχά η αγάπη τον φόβο νικά...
Ο θεός του πολέμου Άρης κι η θεά του έρωτα και του σμιξίματος Αφροδίτη γέννησαν, λέει, δυο γιούς, τον Φόβο και τον Δείμο (=τρόμος). Τούτοι γινήκαν και δορυφόροι (δόρυ+φέρω) του πιστοί, μ' άλλα λόγια οπλισμένοι σωματοφύλακες.
Γέννησαν, όμως, και μια θυγατέρα, την Αρμονία... 
Κι η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω απ'τον Ήλιο χρόνια τώρα, με την τροχιά της πάντα ανάμεσα σ'εκείνες του Άρη και της Αφροδίτης. Κι οι γιοι του συνεχίζονται να περιστρέφονται γύρω από αυτόν ως ακόλουθα και πιστά του ουράνια σώματα...
"Κι ὅπως τραβᾶ στὸν πόλεμο ὁ ανθρωποβόρος Ἄρης
κι ὁ Φόβος πλάι ἕπεται, γιος δυνατὸς κι ἀτρόμητος,
καρτερικὸ πολεμιστὴ ἀκόμη φευγατίζοντας..."

(Ομήρου Ιλιάς Ν299)

Κατηφορίζω ξανά με τον νου προς τα λιοπερίβολα. Μήπως συναπαντήσω ξανά στις ζωγραφιές του Θεού τη γαλήνη που μου ξέφυγε, την θυγατέρα Αρμονία. Μήπως κατορθώσω και μιμηθώ τα λιλιπούτεια ταπεινά πλάσματά του που με τόση σωφροσύνη διαφυλάσσουν ευλαβικά το μερτικό τους στη ζωή. Μήπως κι οσφρανθώ την Χάρη Του  κρυμμένη στα ροδοπέταλά τους. Μήπως κι ακούσω την Αλήθεια Του στους ύμνος των πουλιών. Αφουγκράζομαι ξανά τα βήματά μου πάνω στο ξερό χώμα του μονοπατιού. Να συντονίσω τους ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς μου στο ρυθμό τους. Ν'αγγίξω για μια, έστω φευγαλέα στιγμή, με την θνητή μου ύπαρξη τη μελωδία της αιωνιότητας... Συγκεντρώνομαι ξανά στα βήματά μου...
"[...] Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο."

(Μανώλης Αναγνωστάκης, "Φοβάμαι")


Μπήκε η άνοιξη στο βουνό των άγριων και μέθυσων Κενταύρων. Ο Χείρων, από άλλη γενιά, μοναχός με τους εσσαεί μαθητές του διδάσκει και θεραπεύει στα ξεχασμένα μονοπάτια του. 
Γέρνω ξανά να δω απ'το παράθυρο. Στην κληματαριά σκάσαν τα πρώτα τρυφερά φυλλαράκια. Δισταχτικά, κουβαριασμένα ακόμη θαρρείς, ξεπροβάλλουν. Κι ο νεαρός ποιητής που χάθηκε τότε που πολεμούσαν για την πατρίδα και τη λευτεριά, μου σιγοτραγουδά:
"Δεν είμαστε ποιητές" σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς"

(Γιώργος Σαραντάρης, "Δεν είμαστε ποιητές")

 

[Υ.Γ. βλ. και: Χρώματα φόβου κι αγάπης (2) ]

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φόβος, αγάπη, κι άλλα ατάκτως ερριμένα...

"Έπειτα με τον Άρη που τις ασπίδες διατρυπά η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβο και τον Δείμο, οι οποίοι κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών στον κρυερό πόλεμο μαζί με τον Άρη τον πορθητή των πόλεων, και την Αρμονία, που ο μεγαλόκαρδος Κάδμος την πήρε σύζυγό του." 
(Ησιόδου "Θεογονία 934", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."
(Γιώργος Σαραντάρης)

"Και παραδεχόμεθα μεν ότι ορθαί κρίσεις είναι έμφυται εις τον άνθρωπον, διότι η φύσις εμπνέει εις αυτόν το αίσθημα παντός το οποίον είναι καλόν' αλλ' οι φιλόσοφοι διαφέρουν των κοινών ανθρώπων, διότι έχουν τας κρίσεις των σταθεράς και αμεταβλήτους κατά τας εναντιότητας της τύχης. [...] "Διότι ο φόβος, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, όχι μόνον μας κάμνει να λησμονώμεν εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχη οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμεταβλήτους".." 
(Πλουτάρχου, "Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή Αρετής", απόδοση:Π.Ρώτας-Α.Κατσούρος)


"Κι όπως ο ανθρωποβόρος Άρης στον πόλεμο προχωρεί,
και μαζί του ο Φόβος προσφιλής γιος κρατερός κι ατρόμητος
έπεται, και φευγατίζει ("εφόβησε") ακόμα και καρτερόψυχο πολεμιστήν"
(Ομήρου Ιλιάς 298, απόδοση: Κ.Δούκα)



Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. (Βίας)

"Ο Σωκράτης όταν τον ρώτησαν τί είναι δύναμη, είπε: "κίνηση της ψυχής μαζί με το σώμα". "
(Στοβαίου "Ανθολόγιον Β, ζ16, απόδοση Χρ.Θεοδωράτου)

"Αλλά είναι ωραίο να επιχειρεί κανείς τα ωραία, κι ό,τι του συμβεί να πάθει, να το πάθει."
(Πλάτωνος, Φαίδρος 274β)

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Παραμύθια με σύγχρονους δράκοντες στων Κενταύρων το βουνό..


Μια φορά κι έναν καιρό σ'ένα μικρό βασίλειο στο βουνό των Κενταύρων, ζούσε ένας πρίγκιπας. Ένας πρίγκιπας διαφορετικός από τους άλλους, γιατί αν και ήταν παλικάρι δυνατό κι όμορφο, άξιο για πολλά, οι δικοί του τον είχαν από παιδί φυλακισμένο σε μια διάφανη γυάλα, έτσι ώστε να ξεγελιέται και να νομίζει πως είναι ελεύθερος, ενώ δεν ήταν. Το ριζικό του ήταν προαποφασισμένο' όλα τα αδέρφια του είχανε παντρευτεί και τούτος έπρεπε να μείνει να υπηρετάει τους δικούς του. Το πολύ-πολύ να βρίσκαν και για αυτόν μια νύφη βολική, να την παραχώσουν μες στη γυάλα κι αυτήν να τους κάνει τα κέφια. Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια κι ο πρίγκιπας απέμενε μόνος κι έρημος να τριγυρίζει εδώ κι εκεί ψάχνοντας κάτι να τον συγκινήσει. Δε γνώριζε πως κάποιες δράκαινες κακιές δε θα τον άφηναν ποτέ να ξεφύγει απ'αυτό που του'χανε κλωσμένο ...

Να όμως που μια μέρα, καβάλα στ'άλογό του συνάντησε μια ξένη βασιλοπούλα που του φώτισε την καρδιά! Κι από τότε όλο έψαχνε να την ξαναβρεί. Ώσπου μια μέρα, μετά από καιρό, η μοίρα το'φερε να βρεθούν οι δυο τους και ν'αγαπηθούνε. Κι ο πρίγκιπας, αγιάτρευτα ερωτευμένος μετακόμισε στο παλάτι της για να χτίσουν εκεί τη φωλιά της αγάπης τους. Ίσως δεν υπήρχε πιο αγαπημένο κι ευτυχισμένο ζευγάρι στο βουνό των Κενταύρων. Μαζί δουλεύαν, μαζί διασκεδάζαν, μαζί καβάλα στ'άλογα οργώναν το βουνό, μαζί, σα μικρά παιδιά, ψάχναν να θαυμάσουν τ'αγριολούλουδα της άνοιξης ...μαζί χαίρονταν τα πάντα! Πίστεψαν πως τίποτα δε θα μπορούσε να τους χαλάσει τ'όνειρο, πίστεψαν πως ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον και ριζικό τους να ανταμώσουν για να μοιραστούν τη ζωή τους που μέχρι τότε δεν είχε νόημα, ούτε για τον έναν, ούτε για τον άλλον ...

Αλλά λογάριαζαν δίχως να μπορούν να φανταστούν τι σχέδια υφαίναν πίσω από την πλάτη τους οι κακιές δράκαινες. Εκείνες που επιστρατεύτηκαν τα πάντα για να χωρίσουν το αγαπημένο ζευγάρι' ματζούνια, φίλτρα και δηλητήρια που σταλάζαν κρυφά και ύπουλα στον ανήξερο πρίγκιπα. Η ξένη βασιλοπούλα, ούτε καν μπορούσε να διανοηθεί όλα όσα γίνονταν εις βάρος της, αλλά σιγά-σιγά ανακάλυψε τη μεγάλη διάφανη γυάλα στην οποία είχαν εγκλωβίσει τον πρίγκιπά της και κόντευε να φυλακιστεί κι αυτή η ίδια κι άρχισε να διαμαρτύρεται. Η ανακάλυψή της αυτή τρόμαξε πολύ τους δικούς του που, ότι νόμιζαν ότι την είχαν γραπώσει κι αυτήν, είδαν ότι τους ξέφυγε και προσπαθούσε ν'ανοίξει τα μάτια του αγαπημένου της. Να του ανοίξει τα πελώρια φτερά του να πετάξει ψηλά.. Τότε ήταν που ξεκίνησε πραγματικός πόλεμος κατά της βασιλοπούλας, αλλά όχι πόλεμος φανερός, αλλά άκρως υπόγειος και ύπουλος. Την αρχηγία του ανέλαβε η Δράκαινα του μικρού βασιλείου, την οποία τρέμαν όλοι οι κάτοικοι για τα φαρμακερά της χείλη.

Τούτη η Δράκαινα, γέννημα θρέμμα του τόπου αυτού, κατοικούσε σε μια απόμερη δρακοσπηλιά κι εκεί είχε συγκεντρώσει όλη την ακολουθία της. Η ζωή της υπήρξε πολυτάραχη κι επικίνδυνη μιας και προσπαθούσε να καταβροχθίσει όλους τους άντρες του μικρού βασιλείου και να ξεκληρίσει τις λιγοστές οικογένειες μέχρι που οι κάτοικοι, για να γλιτώσουν από τη βουλιμία της, ρίξαν στα δίχτυα της ένα μικρό κι άβγαλτο παλικάρι και τον παντρέψανε μαζί της για να την ξεφορτωθούνε. Από τότε η Δράκαινα αυγάτισε την οικογένειά της που είχε υπό τον πλήρη της έλεγχο και μέσα από τη δρακοσπηλιά, ύφαινε τους δηλητηριώδεις της ιστούς ώστε να καταπιούν όποιον κακότυχο στραβοκύτταζε το μάτι της. Τούτα τα έμαθε η ξένη βασιλοπούλα, καθώς της τα ψιθύριζαν πολλοί κάτοικοι του μικρού βασιλείου, αλλά δε μπορούσε να φανταστεί ότι ο κυριότερος εχθρός της Δράκαινας ήταν η ίδια, ότι από την πρώτη στιγμή που έσμιξε με τον πρίγκιπά της η Δράκαινα και το επιτελείο της σχεδίαζαν την εξόντωσή της.

Βλέπετε, είχε την ατυχία ο πρίγκιπάς της να'χει συγγενέψει με τούτη τη Δράκαινα, μιας κι η κόρη της, η μικρή Δράκαινα, αντάξια διάδοχός της, είχε παντρευτεί τον έναν αδερφό του και του'χε φαρμακώσει εντελώς την ψυχή. Και σαν να μην έφτανε αυτό του'χε γεννοβολήσει και δυο μικρά δρακόπουλα, ολόϊδια με τη γιαγιά τους. Όλοι τούτοι προσπαθούσαν να ξεγελάσουν με κάθε τρόπο τη βασιλοπούλα μας, με προσποιητά χαμόγελα και ψεύτικες αγκαλιές. Κι ακόμα περισσότερο να ξεγελάσουν τον πρίγκιπα ότι, τάχα τον αγαπάνε κι αυτόν και τη βασιλοπούλα του, ώστε μετά μα φανούν πιστευτές οι διαβολές τους. Γιατί πίσω από την πλάτη τους είχαν επιστρατεύσει ολόκληρο στρατό για να διαβάλουν στα μάτια του τη βασιλοπούλα, για να τον πείσουν ότι δεν κάνει γι'αυτόν. Κι όσο περνούσε ο καιρός, υποχθόνια και σιωπηλά, ροκανίζαν με κάθε τρόπο τα θεμέλια της αγάπης τους ...

Από το μικρό βασίλειο, βρέθηκαν κάποιοι να προειδοποιήσουν τη βασιλοπούλα μας, αλλά κανείς δεν τόλμησε να προειδοποιήσει τον πρίγκιπα, από φόβο μη μαθευτεί και πέσει τ'όνομά του στο δηλητηριώδες σουφρωμένο στόμα της γερασμένης Δράκαινας.

Οι λόγοι τούτου του υπόγειου πολέμου ήταν φανεροί, είναι οι λόγοι που πάντοτε ακολουθούν το Κακό. Φθόνος και συμφέροντα ... Η γριά Δράκαινα που, παρά τα κρεμασμένα ξίγκια της, βγαίνοντας από τη δρακοσπηλιά της κυκλοφορούσε πάντα ντυμένη σαν να'τανε λυγερόκορμη πριγκίπισσα προκαλώντας τον κρυφό γέλωτα των κατοίκων, μαζί με τις θηλυκές διαδόχους της, θεωρούσαν πως ήταν οι μεγαλύτερες αρχόντισσες του μικρού βασιλείου. Πώς θα ανεχόντουσαν, λοιπόν, μια ξένη βασιλοπούλα, τόσο ανώτερή τους, να σμίξει με τον πρίγκιπα που τον θέλαν για πάντα υποτακτικό τους; Πόσο μάλλον, πώς θα τον άφηναν να κατοικεί στο παλάτι της ξένης βασιλοπούλας, όταν τόσα χρόνια είχαν επαναπαυθεί ότι εκείνος θα φρόντιζε τους γέροντες γονείς του, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση η οικογένεια της Δράκαινας; Κι ακόμα περισσότερο πώς θα ανεχόντουσαν όλη η περιουσία του πρίγκιπα με την οποία η Δράκαινα υπολόγιζε να προικίσει της αντάξιες διαδόχους της, να περάσει στα χέρια κάποιου πιθανού απογόνου του; Όχι, ο πρίγκιπας έπρεπε να παραμείνει στο παλάτι των γονιών του, κλεισμένος στη διάφανη γυάλα του, να τους υπηρετεί όλους και να απομείνει άκληρος. Στη χειρότερη περίπτωση έπρεπε να τον παντρέψουν με μία δική της υποτακτική, ώστε να ακολουθεί πιστά τις εντολές τους.

Λόγια δηλητηριώδη και στρεβλά, βοτάνια φαρμακερά και πλάνα, φίλτρα παράξενα και μυστικά ανακατεύονταν μέσα στη δρακοσπηλιά. Οι δράκαινες κατόρθωσαν, με τούτα και με κείνα, να πιάσουν στον ιστό τους ακόμη και τη μάνα του πρίγκιπα που, όσο να'ναι, της κακόπεφτε ο γιος της να κοιμάται σ'άλλο παλάτι. Ο μόνος που γλίτωσε από τα κακά μάγια τους ήταν ο άλλος, ο καλόψυχος αδερφός του πρίγκιπα, ο μόνος που πραγματικά τον αγαπούσε και χαιρόταν να τον βλέπει ευτυχισμένο δίπλα στη βασιλοπούλα του. Αλλά ήταν μόνο αυτός κι η πριγκίπισσά του ενάντια σε τόσο Κακό ....

Τα μάγια, δυστυχώς, πιάσαν τόπο ... Ο καβαλάρης πρίγκιπας άρχισε να δηλητηριάζεται ... η βασιλοπούλα το'βλεπε στο βλέμμα του.. Προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει, αλλά μάταια.. Τόσοι άνθρωποι και μάλιστα δικοί του, που τους εμπιστευόταν τυφλά, εργάζονταν εναντίον τους. Κι όταν μια φορά τσακώθηκαν, από τη δρακοσπηλιά δόθηκε η χαριστική βολή! Τον περικύκλωσαν και τον απομονώσαν από τη βασιλοπούλα του. Σφραγίσαν καλά τη διάφανη γυάλα, πελεκήσαν αδαμάντινα καρφιά τριγύρω, κι ενώ εκείνος ακόμη είχε τα υπάρχοντά του στο μικρό παλάτι της βασιλοπούλας του, του παραχώσαν μες στη σφραγισμένη γυάλα του μια υποτακτική τους για νύφη, παρουσιάζοντάς την ως τη μόνη σωτηρία του. Έτσι θα ξεφορτώνονταν μια και καλή τη βασιλοπούλα. Ο πρίγκιπας, όμως, άρχισε να ασφυκτιά και σ'αυτό δεν τους έκανε τη χάρη. Όσο και να του κακολογούσαν τη βασιλοπούλα του, εκείνος αυτήν είχε στην καρδιά του, όσο κι αν τον ποτίζαν τα μαγικά τους φίλτρα ώστε να τους υπακούει, όσο και να του μεταμορφώναν κάθε φόβο του σε γιγάντιο δαίμονα και έτσι παραλύαν τη θέλησή του για να τον εξουσιάζουνε, η ψυχή του διαμαρτυρόταν και πονούσε.. Κι ας μην ήταν πια ικανός να πάρει τη ζωή του στα χέρια του ... κι ας ήταν εγκλωβισμένος απόλυτα στη διάφανη γυάλα του ....

Έτσι, δυστυχώς, μια δράκαινα με το επιτελείο της κατάφερε να καταστρέψει μια τόσο όμορφη ιστορία αγάπης, αν και δεν κατόρθωσε να καταστρέψει την ίδια την αγάπη. Αυτή είναι η δύναμη του Κακού: ατρόμητη που ισοπεδώνει κάθε τι όμορφο στο διάβα της ... κι όμως, παρ'όλα τούτα, δε μπορεί να σβήσει τα πάντα ... γιατί αλλιώς δε θα'χε απομείνει τίποτα σ'αυτή τη ζωή που ν'αξίζει ... ...

Ίσως να μην είχαν άδικο οι παλιοί, που μιλούσαν στα παιδιά για ιστορίες όπου κακές μάγισσες μεταμορφώνανε τους πρίγκιπες σε βατράχια κι αρκούσε το φιλί της αγάπης μιας βασιλοπούλας για να ξαναπάρει ο πρίγκιπας την πρότερη μορφή του. Μονάχα, να, ξεχάσαν να μας εξιστορήσουν τι γίνεται όταν το φιλί της βασιλοπούλας έχει προηγηθεί από τα μάγια της μάγισσας ... Αν γνωρίζει κανείς, ας μου πει κι εμένα ..... μπας και ξεκινήσω να γράψω κανένα άλλο παραμύθι, πιο ευχάριστο ...

Υ.Γ.
 

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

στιγμές χαμογελαστές κι ανοιξιάτικες...

για τη Μάνια.........



Άνοιξη στο βουνό των Κενταύρων κι ο ήλιος μας χαμογελά! Αν κι ακόμη ο χειμώνας δεν τό'βαλε κάτω και μας κλείνει το μάτι με το που σουρουπώνει, την ώρα που ο καπνός ξαναρχίζει να γαργαλά ντροπαλά καμινάδες και μπουριά και να χάνεται στη σκοτεινιά της νύχτας... Όμως, η κυκλική τροχιά της ζωής ξαναστέλνει τον ήλιο κοντά μας με τη χαραυγή κι όλη πλάση θαρρείς γεννοβολά για να τον φτάσει, για να γευτεί ένα ζεστό άγγιγμά του... Μέσα σε λίγες μέρες όλα αλλάξαν μορφή. Ο τόπος γέμισε πρασινάδα, τα πουλιά τραγουδούν με κέφι κι αν χαρίσεις στην πάρτη σου δυο στιγμές -μόνο τόσες- κι επιτρέψεις στην ψυχή σου να γευτεί τ'αρώματα, να λευτερωθεί απ'τα δεσμά, είναι -έστω για τούτες τις στιγμές- σαν να κάνεις μακροβούτι σε μια θάλασσα από νέκταρ...

Μικρές στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς... με ή χωρίς αιτία σοβαρή... εξάλλου η σοβαρότητα είναι μια έννοια τα μάλα παρεξηγημένη!



Ο κούνελος τό'σκασε απ'τη μάνα του και τρύπωσε κάτω απ'το παχνί. Τ'αρνάκια τριγύρω τον κυττούν παραξενεμένα. Κι εσύ θες να γελάσεις με το ύφος τους, θες να τσακώσεις και με το φακό τη στιγμή, πρέπει να γραπώσεις όμως και τον συγχυσμένο κούνελο να τον επιστρέψεις στη φωλιά του. Και σαστισμένα γελάς, με τον κούνελο, με σένα, με τ'αρνάκια και με την άνοιξη που σου σφυρίζει κλέφτικα αναστατώνοντας αθόρυβα ψυχές ανθρώπων και ζώων...



Παραπέρα η Ελπινίκη, κοτζάμ γίδα πια (αν και παρέμεινε μικροκαμωμένη) με το καινούριο της.... αρνάκι! Καθώς η πρώτη γέννα της υπήρξε ατυχής, ανέλαβε το ρόλο της θετής μάνας σ'ένα ορφανό αρνάκι. Ε, μπορεί να το κυττούσε περίεργα στην αρχή, να τσινούσε και λίγο μόλις τη βάζαν να το θηλάσει, αλλά με τον καιρό -και τον καλό της χαρακτήρα, βεβαίως-βεβαίως- το δέχτηκε. Κι έτσι το αρνάκι βρήκε μια γίδα για μάνα. Είναι να μη χαμογελάς;



Ο "Καλορίζικος"μεγάλωσε -πότε πρόλαβε;!- και κάνει μαγκιές με τις φοράδες, τρελαμένος απ'το ανοιξιάτικο κάλεσμα, λεύτερος μες στα κτήματα με τα λιόδεντρα. Όχι πως καταφέρνει τίποτα -πιτσιρικάς ακόμη γαρ- αλλά καθώς μας βγήκε "πολλά" ερωτιάρης, θέλει κι αυτός να κάνει το κομμάτι του! Να φανεί.. να διαλαλήσει πως γίνεται αντράκι! Κι εγώ γελώ, κι ας φοβάμαι μην την φάει την κλωτσιά από καμιά θυμωμένη, έτσι που γκομενίζει ασύστολα κι απροκάλυπτα! Κι ο θυμός ζωγραφίζεται στο πρόσωπάκι του που αγριεύει, καθώς τίποτα δεν κατόρθωσε, κι άντε πάλι πρέπει να ξαναπαλεύει να δοκιμάσει, να προσπαθεί... χωρίς ούτε καλά-καλά να ξέρει τι θέλει να καταφέρει!

Η φύση μας χαμογελά...καμιά φορά μας περιπαίζει... μας τραμπαλίζει ψηλά... μας προσγειώνει ανώμαλα... κι άντε πάλι από την αρχή...



Οι ανεμώνες μας αποχαιρέτησαν για να δώσουν τη σκυτάλη στις πασχαλιές...



Τα χρώματα, όμως, δε χάθηκαν ' παρέμειναν για να θρέψουν καινούριες πινελιές....



Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

το μικρό σπίτι στο χωράφι

Ήταν τότε που πήγαμε να μαζέψουμε κεράσια. Δεν είχα ξανανέβει κατα κει. "Έχει πολλές κερασιές.. να μαζέψετε όσα θέλετε.. να φτιάξετε γλυκό.." Σουρούπωνε, είχαμε αργήσει.. δεν προλαβαίναμε και πολλά και μες στα γέλια σκαρφάλωνα στα δέντρα και πιο πολύ τσιμπολογούσα, παρά μάζευα στη σακούλα. Πάντα μου άρεσε να γεύομαι τα φρούτα απ'το δέντρο. Χωμένα στο ψυγείο δε με προκαλούν να τα τιμήσω.


Ένα χωράφι ορεινό, με λογής-λογής δέντρα' γέρικα και νια και ξεπεταρούδια, "οργωμένο" από τα τόσα αγριογούρουνα του βουνού, που δε σ'αφήνουν ούτε μια γούρνα της προκοπής να φτιάξεις, έτσι που αναστατώνουν τα χώματα ψάχνοντας τροφή και τσιλιμπουρδίζοντας, τραυματίζοντας τα τρυφερά φρεκοφυτεμένα δεντράκια καθως ξύνουν ατσούμπαλα τις χοντροκομμένες πλάτες τους. Ένα χωράφι με κερασιέςβυσσινιέςμηλιέςφιρικιές, αχλαδιές, ροδακινιές, λεμονάτες.. ως και θεόρατες καστανιές πέρα, κοντά στη ρεματιά. Χαρούμενο χωράφι, περιποιημένο, βλαστερό. Κι ένα μικρό λιλιπούτειο σπιτάκι πέτρινο κι η αποθήκη πιο δίπλα. Δεν πρόλαβα να δω το σπιτάκι εκείνο το βράδυ. Σκοτείνιασε νωρίς, ηλεκτρικό φυσικά δεν είχε και γίναν όλα τόσο βιαστικά. Το είδα την επόμενη φορά, καθώς πήγαμε να δέσουμε το νερό -εκείνο το νερό το κρυστάλλινο που δεν περνά από βρωμερές δεξαμενές με χλώρια, ούτε από σαπισμένους σωλήνες αμιάντου, πόυ'ρχεται καρσί από τις αγκάλες του βουνού. "Μπορούμε να το φτιάξουμε.. μην το βλέπεις έτσι. Η στέγη είναι γερή καινούρια. Αν αδειάσουμε πρώτα όλη τη σαβούρα.."




Ίσα-ίσα ένα μικρό δωματιάκι.. Ποιός χρειάζεται παραπάνω κλειστό χώρο μες στον παράδεισο του χωραφιού; Ένα δωματιάκι μαστορεμένο με πέτρα απ'τα χέρια του παππού τόσα χρόνια πίσω, με στεγούλα ανακαινισμένη πρόσφατα απ'τα δικά του χέρια. "Φυσικά και θα το φτιάξουμε!" συμφώνησα μ'ενθουσιασμό! Κι έτσι πήραμε ν'αδειάζουμε τη σαβούρα! Και δεν ήταν λίγη... Τόσα χρόνια παρατημένα άχρηστα αντικείμενα, σαπισμένα απ'τα νερά, ροκανισμένα από την πολυμελή οικογένεια ποντικών που, για κακή της τύχη, αναγκάστηκε απροειδοποίητα να μετακομίσει σ'άλλη γειτονιά. Μια μέρα φάγαμε μοναχά για να καθαρίσουμε το πάτωμα με νερό και σκούπα.. Ύστερα να σουλουπώσουμε το τζάκι, ν'ασβεστώσουμε τρία και τέσσερα χέρια τα άγρια φαγωμένα ντουβάρια, να βάλουμε δυο πετρούλες στην αυλή, τζαμάκι καινούριο στο παραθύρι, κόκκινη λαδομπογιά στα φύλλα και στο τενεκεδένιο νιπτηράκι. Θες οι δουλειές οι άλλες, θες το ξεμυάλισμα του καλοκαιριού, μας πήγαν λιγάκι παραπίσω. Μπήκε ο Οκτώβρης με τις απανωτές βροχές -που να πας; πού να κουνηθείς;- μες στη λασπουριά με πείσμα να κάνουμε τα τελειώματα- όχι σπουδαία πράγματα, ίσα νά'ναι σφραγισμένο από τους ποντικούς, να λειτουργεί το τζάκι (μα τι καπνιά φάγαμε μέχρι να το πετύχουμε!) κι ένα ραφάκι βρε αδερφέ, να ακουμπήσουμε δυο πράγματα! Αυτά και τ'άλλα, μας φάγανε κάμποσες μερούλες. Αλλά τελικά προλάβαμε, στο μάζεμα των φιρικιών νά'μαστε κομπλέ κι οργανωμένοι!


Να μπορούμε να κεράσουμε ένα τσίπουρο  μ'αλμυρό κι ελιές το γείτονα του πέρα χωραφιού, να ψήσουμε μια μανιτάρα που μόλις μαζέψαμε, κρεμμύδια και κάστανα στη θράκα του τζακιού, να γευτούμε τον πιο νόστιμο τραχανά του κόσμου μαγειρεμένο στο μικρό γκαζάκι (με δυο κουτάλια απ'το κόκκινο κατσαρόλι), να γείρουμε δυο λεπτά στην κουρελού καθώς παίρνει να σουρουπώνει κι έρχεται η κούραση η λυσιμελής...





Ένα μικρό παλάτι στο χωράφι του βουνού, μια καμαρούλα τοσοδούτσικη μ'όλα τα καλά του κόσμου τούτου. Φρεσκοαλεσμένο καφεδάκι ελληνικό και δεν κρατήθηκα να μην πάρω και πολύχρωμες καραμέλες! Κι ήτανε τόσο μαγικά.. εκείνη την πρώτη βραδιά που ξεμπερδέψαμε με τις χοντροδουλειές, που, επιτέλους, πήρε τη μορφή του. Μουσκεμένοι, ασβεστωμένοι, λασπωμένοι, άυπνοι και ταλαιπωρημένοι, μ'ένα διάλειμμα για μεζέ και δυναμωτικό κρασί, κουβαλήσαμε μες στα σκοτάδια και τη βροχή το σιδερένιο κρεβάτι με τις σούστες και την κουρελού. Ίσα που προλάβαμε τη μαύρη νύχτα! Κι ύστερα να στριμωχτούμε στη γωνιά του τζακιού να στεγνώσουμε, μ'ένα ζεστό κακάο μοιρασιά στην πήλινη κούπα, τη λάμπα πετρελαίου να φεγγοβολά και τ'όνειρο μισοτελειωμένο... Σάμπως κι ο Θεός ο ίδιος να κατέβηκε στο μικρό καλύβι του χωραφιού να πάρει μιαν ανάσα...

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Χρόνια πολλά στη Φωτεινούλα μας...

Για τη Φωτεινούλα μας, την αγαπημένη συγκαπετάνισσα του πειρατικού μας (Χρονια πολλα στη συγκαπετανισσα μου Την Φωτεινουλα μας), την πολύτιμη πεταλούδα μας, που, όπως γράφει και το Γιωτάκι, παρέα αρμενίσαμε κι αρμενίζουμε τα πέλαγα της καρδιάς, του νου και της φαντασίας, των ονείρων...



Για την πιο όμορφη ψυχή που ακτινοβολεί άπλετο φως κι αγάπη... που παρέα ανταλλάξαμε σκέψεις, χαμόγελα και δάκρυ.. μοιραστήκαμε στιγμές και συναισθήματα.. που βρίσκεται και θα βρίσκεται πάντα κοντά μας στις καρδιές και στα "ταξίδια" μας...

... όλη μου την αγάπη και τις πιο θερμές ευχές μου...