Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαζαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαζαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μολόχα η φαρμακευτική! ("μπες μολόχα, βγες τσουκνίδα!")



 "Γιατί την κληρονομιά μας πια τη μεράσαμε κι άλλα πολλά άρπαξες και πήρες καλοπιάνοντας επίμονα τους δωροφάγους βασιλιάδες, που πρόκειται να δικάσουν αυτή τη δίκη. Οι ανόητοι, δεν ξέρουν πόσο καλύτερο είναι το μισό από το όλο, ούτε πόσο μεγάλη ωφέλεια έχει κανείς με τη μολόχα* και τον ασφόδελο**. Οι θεοί, αλήθεια, κρατούν κρυμμένα τα μέσα της ζωής από του ανθρώπους' αλλιώς θα μπορούσες εύκολα να εργάζεσαι μια μέρα και νά'χεις να τρως για όλον τον χρόνο μένοντας άνεργος [...] Όμως ο Ζεύς τά'κρυψε, επειδή θύμωσε η ψυχή του που τον γέλασε ο πανούργος Προμηθεύς..." 

(Ησιόδου, "Έργα και Ημέραι" 37-48)

* Μαλάχη: Τροφή των πενήτων κατά τους αρχαίους χρόνους, πβ. Αριστοφάνη "Πλούτος" (543-4):

· σιτεῖσθαι δ᾽ ἀντὶ μὲν ἄρτων

μαλάχης πτόρθους, ἀντὶ δὲ μάζης φυλλεῖ᾽ ἰσχνῶν ῥαφανίδων,

545ἀντὶ δὲ θράνου στάμνου κεφαλὴν κατεαγότος, ἀντὶ δὲ μάκτρας

πιθάκνης πλευρὰν ἐρρωγυῖαν καὶ ταύτην

με απόδοση Κώστα Βάρναλη:

 Κι αντίς για μπουκιά, της μολόχας βλαστάρια

για καρβέλι φτωχά ραπανόφυλλα και για σκαμνί

μια σπασμένη λαγήνα· κι αντίς ζυμωτήρα, τον πάτο

πιθαριού τσακισμένου.

** Ασφόδελος: Παλαιοτάτη επίσης τροφή των πενήτων, ως εξάγεται εκ του Πλουτάρχου λέγοντος ότι οι Δήλιοι προσέφερον εις τον ναόν "της πρώτης υπομνήματα τροφής και δείγματα μετ'άλλων ευτελών κι αυτοφυών μαλάχην και ασφόδελον" ("Δείπνον Επτά Σοφών" 41). Αναφέρων ο ποιητής τα ευτελή ταύτα αγριόχορτα ως παρέχοντα μεγάλην ωφέλειαν εις τον άνθρωπον, κηρύσσει την λιτότητα ως προτιμοτέρα των πολυτελών εδεσμάτων, τα οποία επιζητεί ο πλεονέκτης άνθρωπος εις βάρος των άλλων. [απόδοση και σημειώσεις: Σπ.Φίλιππα, εκδόσεις: Πάπυρος]


Γράφει ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες", εκδόσεις Υγεία):

"Ποιός ένιωσε όταν ήταν παιδί τσούξιμο και φαγούρα αγγίζοντας, χωρίς να το θέλει, μια τσουκνίδα και δεν αναζήτησε εκεί κοντά ένα φύλλο μολόχας να τρίψει το ερεθισμένο του δέρμα για να πάψει να πονάει; Θυμάμαι ότι ήταν το πιο απλό φάρμακο στην εξοχή, μαζί με το ξίδι και την αμμωνία για κάθε είδους τσιμπήματα ή δαγκώματα... Όπως έμαθα από τις μελέτες μου για την πρώτη γραφή του βιβλίου, οι θεραπευτικές μαλακτικές και καταπραϋντικές ιδιότητες της μολόχας οφείλονται στις άφθονες βλέννες που περιέχει. Και θαύμασα τη σοφία της φύσης, μια και η μολόχα φυτρώνει στα ίδια μέρη με την τσουκνίδα. 

Η μολόχα είναι γνωστή και αγαπητή από το 700π.Χ.. Ο Πυθαγόρας* και ο Πλάτων την επαίνεσαν. Οι Ρωμαίοι τη θεωρούσαν λιχουδιά στα τραπέζια τους. Ο Κικέρων και ο Οράτιος αναφέρουν τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Ο Πλίνιος μάλιστα έλεγε ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα την ημέρα δε θα μας βρει καμιά αρρώστια. 

Οι φτωχοί φελάχοι, που τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας ζουν με χόρτα, φτιάχνουν ένα νόστιμο φαγητό με μολόχες (βράζουν τις ρίζες τους και μετά τις τηγανίζουν μαζί με κρεμμύδια).

Στα χωριά της Γαλλίας προσθέτουν συχνά στις πατάτες τους τις τρυφερές κορυφές και τα φύλλα της μολόχας, γιατί ευκολύνουν τη λειτουργία των νεφρών. Και οι πρακτικοί θεραπευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας φτιάχνουν μια γλυκιά πάστα από ρίζες μολόχας, που είναι μαλακτική για τον πονεμένο λαιμό, το βήχα κα τη βραχνάδα."

* π.β. Αιλιανού, "Ποικίλη Ιστορία" (Δ'17): "Πυθαγόρας... ἔλεγε δὲ ἱερότατον εἶναι τὸ τῆς μαλάχης φύλλον.


Οι θεραπευτικές ιδιότητες της μολόχας δε διαφεύγουν κι από τον ιατρό της αρχαιότητας Διοσκουρίδη. Σημειώνει, μεταξύ άλλων, για αυτήν στο έργο του "Περί ύλης ιατρικής Β'118" (εκδόσεις Κάκτος):

"Μολόχη: εδωδιμοτέρα η κηπευτή... κακοστόμαχος και ευκοίλιος, και μάλλον οι καυλοί (βλαστοί), εντέροις δε και κύστει ωφέλιμος. [...] Κάνει καλό ως κατάπλασμα στα τσιμπήματα σφηκών και μελισσών [...] Τα φύλλα βραστά με λάδι  αν τεθούν ως κατάπλασμα ωφελούν τα εγκαύματα και το ερυσίπελας. [...]  Το αφέψημά της είναι μαλακτικό για ατμόλουτρα της μήτρας ενώ είναι κατάλληλο και για κλύσματα στους δηγμούς των εντέρων, της μήτρας και του πρωκτού. Ο ζωμός της βρασμένης μαζί με τις ρίζες βοηθά σε όλα τα θανατηφόρα δηλητήρια[...]"

Ενώ ο Αθήναιος (2ος αι. μ.Χ.) στους περίφημους "Δειπνοσοφιστές" του (Β' 58d) αναφέρει: 

"Ὁ Ἡσίοδος ἔγραψε "μαλάχη",ὅπως οἱ Ἀττικοί. Ἐγώ ὅμως, λέει ὁ Ἀθήναιος, εὑρῆκα είς πολλἂ άντίγραφα τοῦ "Μίνωος",ἔργο τοῦ Ἀντιφάνους, "μολόχη", διὰ τοῦ "ο" δηλαδἢ γεγραμμένην τἢν λέξην: "τρώγοντες μολόχης ρίζαν". Έπίσης καὶ ὁ Ἐπίχαρμος ἔγραψε "ἐγὼ εἶμαι μαλακώτερος κι ἀπὸ τὴν μολόχα ἀκόμη". Ὁ Φαινίας ἐξάλλου εἰς τὰ "Φυτικά" του λέγει: "Τῆς ἡμέρου μαλάχης ὁ σπερματικὸς τύπος όνομάζεται πλακοῦς, διότι μὲ αυτόν ὁμοιάζει. Διότι τὸ μὲν κτενοειδές μέρος αὐτοῦ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀνωτέραν ραβδωτήν κρούσταν τοῦ πλακοῦντος, εἰς δὲ τὸ μέσον τοῦ πλακουντικοῦ .ὄγκου τὸ κέντρον εἶναι ὅμοιον μὲ ὀμφαλὸν. Καὶ ἄν συμπεριληφθῆ ἡ περιφέρεια μαζὶ μὲ τὴν βάσιν, γίνεται τὸ σπέρμα τοῦτον ὅμοιον μὲ θαλασσίους περιγεγραμμένους ἐχίνους." Ὁ δὲ Σίφνιος Δίφιλος βεβαιώνει ὅτι ἡ μολόχα εἶναι εὔχυμος, μαλακτικὴ τῆς τραχείας ἀρτηρίας καὶ ἀποχωρίζει καὶ απεκκρίνει τὰ εἰς τῆν ἐπιφάνειάν της ὀξέα. Εἶναι κατάλληλον φάρμακον, λέγει, διὰ τοὺς ἐρεθισμοὺς τῶν νεφρῶν καὶ τῆς κύστεως, εὐκόλως ὁπωσδήποτε ἐκκρίνεται, εἶναι θρεπτική, ἀλλὰ προτιμοτέρα τῆς καλλιεργημένης εἰς τοὺς κήπους εἶναι ἡ ἀγρία. Ὁ δὲ Ἕρμιππος, μαθητὴς τοῦ Καλλιμάχου, λέγει ὅτι ἡ μολόχα προστίθεται καὶ εἰς τὴν κατὰ τῆς πείνης καὶ τῆς δίψης σκευασίαν, ποὺ ὀνομάζεται ἄλιμος καὶ προσέτι καὶ ἄδιψος, ἐπειδὴ εἶναι χρησιμοτάτη διὰ αὐτά."  [απόδοση: Στ. Αλεξιάδου, εκδόσεις: Πάπυρος]


 "[...] Σκόνταψαν και πέσαν χάμου. Το κορίτσι βάνει τα κλάματα. Το πρόσωπο του γεμίζει δάκρυα, σαν τα μαργαριτάρια στις εικόνες από τις Άγιες που μαρτύρησαν. Το χτυπημένο γόνατο μοιάζει με κάστανο που προβάλλει απ' τον αχινό των τριγύρω στο τραύμα χωμάτων. Τ' αγοράκι χωρίς να κλαίει, κοιτά με το στόμα ανοιχτό. Θυμάται την ιστορία της τσουκνίδας και της μολόχας. Η πρώτη αγκυλώνει, η δεύτερη είναι καλή. Άμα τρίψεις το πόδι μ' αυτή κι έμπει μέσα, γίνεσαι καλά. «Βγες τσουκνίδα, μπες μολόχα» επαναλαμβάνει πολεμώντας το πονεμένο γόνατο μ' ένα φύλλο χορτάρι. Στο τριανταφυλλί καμπανάκι ενός λουλουδιού σκυμμένου στη γη, μια απ' τις μέλισσες που επέστρεψαν στην ποτίστρα χώθηκε βαθιά, αντλώντας νέκταρ από τη σπιρουνάτη απόφυση του άνθους. Το κοριτσάκι δεν παραπονιέται για το πόδι, μόνο κουτσαίνει λίγο καθώς επιστρέφουν, αφήνοντας το δάσος στον ύπνο, όπου μόνη μιλά η βρύση.[...]"(Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, "Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης")



Χρόνια φυτρώνει στον κήπο μου μοναχή της με πείσμα και όρεξη! Από τότε που ακόμη αγνοούσα τα χαρίσματά της και πάλευα να ξεπατώσω τις καροτένιες ρίζες της που ανάμεσα στα ποτιστικά ζαρζαβατικά θέριευαν και πάλευαν ν'αναστήσουν ολόκληρο δέντρο! Τώρα κάθομαι και συλλέγω ένα-ένα τα άνθη της να τα αποξηράνω για τα θεραπευτικά τσάγια του χειμώνα... Φέτος τα πρόσθεσα όχι μόνο σε χορτόσουπες αλλά ακόμη και φρέσκα σε ομελέτες - κι όχι μόνο για τις ιδιότητες, αλλά έτσι, και για την τσαχπινιά! Δοκίμασα, μάλιστα, κι έδεσα τα ανθάκια της με κάλτσα στα παραδοσιακά πασχαλινά αυγά και το αποτέλεσμα πολύ με ικανοποίησε: 


Ο Μπαζαίος στο έργο του ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") καταγράφει, μεταξύ άλλων, ως ιδιότητές της:
(*Χρήσιμα μέρη: άνθη, ρίζα, φύλλα)
> Μαλακτική, αποχρεμπτική, αντιβηχική: Το έγχυμα ξεραμένης ρίζα της ανακουφίζει από προβλήματα στο στήθος και στο λαιμό, βρογχικά, λαρυγγίτιδα, βήχα. 
> Καταπραϋντική: Το ίδιο έγχυμα κάνει καλό σε εντερικά και γαστρίτιδα, στην κυστίτιδα και σε κολικούς, σε εμετό και διάρροια (ειδικά στα παιδιά).
> Καθαρτική: Αφέψημα με μέλι διώχνει τις τοξίνες από τον οργανισμό.
> Αποτελεσματική για την επιληψία: Όπως γράφει ο γιατρός Ι.Χαβάκης ("Φυτά και βότανα της Κρήτης"), ένα μεγάλο φλιτζάνι πρωί και βράδυ με δυνατό αφέψημα μολόχας αραιώνει τις κρίσεις επιληψίας.
> Από τη ρίζα γίνονται αλοιφές και καταπλάσματα για πληγές, εγκαύματα, σπυριά, "καλογήρους" και εξανθήματα. Μαλακώνει και τους κάλους.
> Το αφέψημα, σταματάει τους πόνους των αυτιών. 
>Ρίζες ή φύλλα και άνθη (μαζί με ξερά σύκα) ως έγχυμα είναι αντιβηχικό.
> Το ίδιο έγχυμα χρησιμοποιείται για πλύσεις (φλεγμονών δέρματος, κολπικές, κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα) και γαργαρές για φλεγμονές βλενογόνων.
> Για τσιμπήματα μέλισσας και σφήκας.
> Για ψαμμίαση (Βάζουμε κορφές μολόχας με φύλλα και λουλούδια σε μια γυάλινη κανάτα. Προσθέτουμε ζεστό νερό και τη σκεπάζουμε με ένα πανί. Τα αφήνουμε για τρεις ώρες και σουρώνουμε. Πίνουμε κάθε πρωί για τέσσερις μέρες από ένα φλιτζάνι. Σταματάμε για λίγες μέρες και ξαναρχίζουμε.)






"Έτσι μίλησε και έπεισε όλους γενικά ν'αρχίσουν να εξοπλίζονται.

Με φύλλα από μολόχες σκέπασαν γύρω-γύρω τις κνήμες των ποδιών τους,

είχαν θώρακες καμωμένους από όμορφα χλωρά κοκκινογούλια,

φύλλα από λάχανο μαστόρεψαν καλά κι έκαναν μ'αυτά ασπίδες,

βούρλο μακρύ και μυτερό ταίριαξε καθένας τους για κοντάρι

και τα κεφάλια τους τα σκέπαζαν καύκαλα μικρών σαλιγκαριών.

Αρματώθηκαν λοιπόν κι στάθηκαν πλάι στις ψηλές τις όχθες

κουνώντας τα κοντάρια τους κι ήταν γεμάτος οργή καθένας τους.[...]"

(Ομήρου;;; ,"Βατραχομυιομαχία" 
απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδόσεις: Ζήτρος)

 

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

γεμάτη χώμα φρέσκο από χαμομήλι αμόλυντο...


[...] ὅρμινον τε, καί εἰρύσιμον, κύκλαμις τ’ ἰοειδής, 
στοιχάς, παιονίη τε πολύκνημόν τε κάτερνες· 
μανδραγόρης, πόλιόν τ', ἐπί δέ ψαφαρόν δίκταμνον· 
εὔοδμος τε κρόκος, τε και κάρδαμον· 
ἐν δ' ἄρα κῆμος, σμίλαξ, ἠδέ χαμαίμηλον, μήκων τε μέλαινα [...]
(Ορφέως "Άργοναυτικά" στίχοι: 920-4)



Περιγράφοντας ο Ορφέας το παλάτι του Αιήτη στην Κολχίδα... "Διότι εμπρός από τον οίκο του Αιήτου και του ερατεινού ποταμού υπήρχε περίφραγμα [...] Εκτός δε αυτού είναι τρεις υπερμεγέθεις πύλαι [...] πάνω εις τον προστάτη των πυλών στέκεται κάποια βασίλισσα ... η οποία ανάβει την φλόγα του πυρός και την οποία οι Κόλχοι εξιλεώνουν ως Άρτεμιν εμπύλιαν ... Αυτή είναι δια τους ανθρώπους φοβερά κατά την όψιν ... Ούτε κανείς εντόπιος εισεχώρησε περισσότερον εις το εσωτερικόν εκείνης της οδού ούτε και κανείς ξένος επέρασε από το κατώφλι .... Εις δε το έσχατον μέρος του μυχού του περιφράγματος υπάρχει άλσος, κατάσκιον από θάλλοντα δένδρα ... υπάρχουν επίσης χόρτα σκεπασμένα με χαμηλές ρίζες, δηλαδή ασφόδελος .... κυκλάμινον ... και ρίγανη ... Ακόμη φύονται εκεί και μανδραγόρας και πολιόν και δίκταμνον ... και κρόκος ευώδης και κάρδαμον .... σμιλακιά και χαμομήλι και παπαρούνα η μαύρη [...] Εις το μέσον ... απλώνεται ο πανύψηλος κορμός της φηγού (βελανιδιάς) .... επάνω εις ένα μακρόν κλάδον επεκρέματο εδώ κι εκεί το χρυσούν δέρας, το οποίο προφυλάττει ένας φοβερός όφις, καταστρεπτικό δια τους ανθρώπους τερατόμορφον θηρίον [...]"
(απόδοση: Ιωάννου Πασσά- "Τα Ορφικά")

Το χαμομήλι, λοιπόν, κάνει πολύ νωρίς την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα. Κι αν ο Ιάσων, ξεκινώντας απ'τα λημέρια του Χείρωνα, το αντίκρυσε στο άλσος της Κολχίδας, ο Κώστας Βάρναλης το αντικρύζει στον τόπο των Κενταύρων:

"Σε θεμωνιές, πηγάδια ή σε κουφάλες
ελιών τρυπώστε, ω Θεσσαλές, που λάβρη
σκιρτά η καρδιά σας· όλοι αφρό και γαύροι
με τις στερνές κατηφοράνε στάλες

της βροχής, καταρράχτες, οι Κενταύροι
με πηδήματα οργιές, κραξές μεγάλες
απ’ των φαράγγων μέσα τις διχάλες
κάτασπροι, κατακόκκινοι και μαύροι.

Αλιφασκιά, θυμάρι, χαμομήλι
καπνίζοντας και στα ίδια τους καπούλια
καβάλα, μες στων σύγνεφων τα τούλια

ορθοί και ανάεροι στάθηκαν σαν ήλιοι
και με ρουθούνια πίνουν ματωμένα
τα μύρα των κορμιώ σας τ’ αναμμένα."

(Κώστα Βάρναλη, "Κένταυροι")



Χαμομήλι ή Χαμαίμηλον από το χαμαί (χάμω) και "δια την προς τα μήλα ομοιότητα τη οσμή", σύμφωνα με τον αρχαίο ιατρό Διοσκουρίδη. Ο Διοσκουρίδης, μάλιστα, το συγκαταλέγει στην ευρύτερη κατηγορία των "ανθεμιδών": 
"Ανθεμίδα: Άλλοι την αποκαλούν "λευκάνθεμο", άλλοι "ηράνθεμο", επειδή ανθίζει την άνοιξη (σημ. έαρ/ ηρ), άλλοι "χαμομήλι", επειδή μοιάζει στη μυρωδιά με τα μήλα, άλλοι "μηλάνθεμο", άλλοι "χρυσοκαλλία" και άλλοι "καλλία". Αυτής υπάρχουν τρία είδη τα οποία διαφέρουν μόνο στα άνθη' βλαστοί μιας σπιθαμής , με τη μορφή θάμνου, οι οποίοι έχουν πολλές διακλαδώσεις, μικρά φυλλαράκια, λεπτά και κεφάλια σφαιρικά τα οποία από μέσα έχουν μικρό λουλουδάκι λευκό και χρυσαφί, ενώ απ'έξω περιβάλλεται κυκλικά από λευκά ή κίτρινα ή πορφυρόχρωμα φυλλαράκια στο μέγεθος του απήγανου. Φυτρώνει σε πετρώδεις περιοχές και δίπλα στους δρόμους, ενώ μαζεύεται την άνοιξη. [...]" (Διοσκουρίδου, "Περί Ύλης Ιατρικής", Γ 136 - απόδοση: "Φιλολογική Ομάδα Κάκτου")

Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν": "Χαμαίμηλον (Matricaria)... περί τα 70 είδη... Το αξιολογώτερον είνε Χ. το κοινόν... Το μόνον είδος του προκειμένου γένους όπερ απαντά  έν Ελλάδι, ένθα είνε κοινότατον και κν. γνωστόν υπό τα ονόματα Χαμομήλι, Χαμόμηλο, Μαρτολούλουδο (Κοραής)' εν Αιγίνη Λουλούδι του Αγ.Γεωργίου, εν δε τη Κύπρο Μουγιόχορτο. Το φυτό τούτο είνε πιθανός το Χαμαίμηλον του Γαληνού, εις τούτο δε κατά τινάς αναφέρεται μία των Ανθεμίδων του Διοσκουρίδη. Τα άνθη του φαρμακευτικά' αλεθόμενα και μεταβαλλόμενα εις λεπτήν κόνιν δυνατόν ν'αντικαταστήσωσι το Πύρεθρον εν τη καταπολεμήσει πολλών εντόμων, αποσταζόμενα δε παρέχουσι κυανούν φαρμακευτικόν αιθέριον έλαιον πολύτιμον. [...]"











Η  αλήθεια είναι πως στο βουνό του Χείρωνα δυσκολεύομαι, πλέον, να βρω καθαρό χαμομήλι. Ίσως επειδή, καθώς γράφει κι ο Διοσκουρίδης "φύεται ... παρά τας οδούς" και, στις μέρες μας, δεν είναι και το ιδανικότερο να συλλέγεις βοτάνια από τέτοιες τοποθεσίες! Γιατί κι εδώ το πανέμορφο χαμομηλάκι θα το εντοπίσω συχνά σε ισόπεδες αλάνες που παρκάρουν αυτοκίνητα ή ανάμεσα σε πετρούλες καλντεριμιού που περιδιαβαίνουν γατιά, σκυλιά και άνθρωποι... Είναι και τόσο πλούσια η βλάστηση στο βουνό μας που, που να ξεχωρίσει το χαμηλό του ανάστημα ανάμεσα στην πνιγηρή άγρια πρασινάδα; Άσε που οι περισσότεροι σύγχρονοι το ξεπατώνουν από τη ρίζα βιαστικά (η εποχή της "κεκτημένης ταχύτητας", βλέπεις...), γιατί δεν έχουν την υπομονή να συλλέξουν όπως οι παλιοί, μ'ευλάβεια, μοναχά τ'ανθάκια του, αποσπώντας τα με το άνοιγμα των δαχτύλων τους ("καθώς η φούχτα άμα τρυγά πυκνό το χαμομήλι κι ανάμεσα στα δάχτυλα το δέχεται" -Άγγελος Σικελιανός). Κι επιπλέον, οι τόσοι ψεκασμοί με φονικά δηλητήρια για τα χορτάρια δυσχεράναν ακόμη περισσότερο την επιβίωσή του...
Πάντως, κουτσά-στραβά, τελικά τα καταφέρνω να μαζέψω τα εύοσμα ανθάκια του. Από τα ωραιότερα αρώματα της φύσης κατ'εμέ! Κι αν και δεν είμαι φίλος των ζεστών αφεψημάτων και "τσαγιών" (προτιμώ κάτι σε τσίπουρο ή κρασάκι!!), είναι από τα λίγα βότανα που το ρόφημά τους με δελεάζει. Κι ακόμη περισσότερο για τις τόσες φαρμακευτικές ιδιότητες που διαθέτει! Πολλές εκ των οποίων έχω τσεκάρει! Από φλεγμονή στο δόντι μέχρι δερματικά... Έτσι συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα βότανα του "της φύσης φαρμακείου μου", μαζί με το περίφημο βάλσαμο ή σπαθόχορτο.

Μας πληροφορεί ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"): 
"Το χαμομήλι είναι ένα βότανο με πολύπλευρη δράση. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν ως αντιπυρετικό και στους διαλείποντες πυρετούς (Γαληνός), ο Διοσκουρίδης το θεωρούσε εμμηναγωγό και ο Ιπποκράτης το συνιστούσε σε υστερικές κρίσεις και σε λευκόρροια. Συνίσταται σχεδόν για κάθε οργανική ανωμαλία, αν και η σπουδαιότερη ικανότητά του είναι να χαλαρώνει άτομα φορτισμένα από συναισθηματικά προβλήματα. Η δράση του είναι αντισπασμωδική. Και σπασμός είναι το αποτέλεσμα μιας εντάσεως, φυσικής ή πνευματικής. Πολλά πειράματα... έδειξαν ότι το χαμομήλι έχει την ικανότητα να θεραπεύει φλεγμονές του δέρματος, εκζέματα, αναφυλαξίες, κυστίτιδες, χρόνιες γαστρίτιδες και άλλες αρρώστιες."  Κατόπιν παρουσίαζει τις κυριότερες ιδιότητές του:
"- Σπασμολυτικό, ηρεμιστικό των νεύρων (ημικρανίες, νευραλγίες, ζαλάδες, αυπνίες, υστερία, παροξυσμός ασθματος)
- Επουλωτικό (εγκαύματα, σπυριά, λειχήνες, εκζέματα)
- Καταπραϋντικό, αναλγητικό, παυσίπονο, αντιφλογιστικό (οδυνηρή οδοντοφυϊα, διαταραχές εμμηνόπαυσης, κυστίτιδες, ρευματισμούς, βήχα, νευραλγία τριδύμου)
- Ανθελμινθικό
- Αντιαλλεργικό (αναφυλαξία, φαγούρα)
- Ορεκτικό, διεγερτικό
- Χωνευτικό, αντιφυσητικό, αντιδιαρροϊκό
- Ανακουφίζει φλογισμένες αιμορροϊδες, κράμπες, πόνους αυτιών
- Εφιδρωτικό, αντιπυρετικό
- Χολαγωγικό
- Βακτηριοκτόνο (πληγές στόματος, άφθες, δέρμα)
- Εμμηναγωγό (δυσμηνόρροια) [...]"



Εμπνεόμενη από τη διαδικασία παρασκευής του βαλσαμέλαιου, μια χρονιά δοκίμασα να παρασκευάσω και "χαμομηλέλαιο" με την ίδια λογική: Σ'ένα βάζο στριμωγμένα ανθάκια χαμομηλιού (πάντα θέλω "δυνατή" δόση από την πρώτη ύλη μου) περιλουσμένο με ελαιόλαδο (βιολογικό και άθερμο), τοποθετημένο για κανένα μήνα σε μέρος φωτισμένο μεν από τον ήλιο αλλά και σκιερό συνάμα κι έπειτα στράγγισμα. Τελικά, μου χρησίμευσε όσο δεν το περίμενα, οπότε και φέτος μπήκα στην ίδια διαδικασία...



Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Υδροπέπων ο ... Χειμωνικός!

Γούρνα μου πελεκητή, μαρμαρένια και χυτή
πού'χεις μαύρα ψάρια μέσα και γλυκό κρασί!


Ότι μαζί με τον Οκτώβρη και τις βροχές θα έμπαινε κι ένα καρπούζι στο σπίτι μου, δεν το περίμενα! Όχι μόνο γιατί μοιάζει παράταιρο για την εποχή, αλλά κι επειδή ζήτημα είναι αν έχω ψωνίσει καρπούζι μία φορά στη ζωή μου. Δεν τρελαίνομαι κιόλας... Όσο για τον κήπο, σε σχολική ηλικία, θυμάμαι, είχα φυτέψει καρπουζιές, μία εκ των οποίων με τα χίλια ζόρια εδέησε να μας φιλέψει ένα λιλιπούτειο καρπό τον οποία μάλιστα είχα ονομάσει -και μη με ρωτήσετε γιατί, ιδέα δεν έχω- Βύρωνα! Δεν τα πολυσηκώνει εδώ ο τόπος, δεν είναι το μέρος για καρπουζιές. Άσε που θέλουν χώρο ν'απλωθούν, οπότε και τις απέφευγα για πειραματισμούς.
Φέτος, λοιπόν, κάποια στιγμή, καθώς πότιζα το μπαξέ μου, παρατήρησα μια μικρή καρπουζιά από μόνη της φυτρωμένη. Κύττα να δεις που βρέθηκε σποράκος από μακριά -σίγουρα όχι από το σπιτικό μου- να φυτρώσει σε μια γωνιά ανάμεσα στις πιπεριές. Τη λυπήθηκα και την άφησα εκεί, να δω τί θα καταφέρει, μην πολυελπίζοντας σε καρπό μιας και ως σπόρος πιθανότατα υβριδίου, θα ήταν στείρα. Έστω, νά'βγαζε καμιά καρικατούρα καρπουζιού!
Απουσιάζοντας κανα μήνα από τα λημέρια μου, επίστρεψα κι αντίκρυσα έναν κήπο να ψυχομαχάει, πλην πιπεριάς και μελιτζάνας. Βροχές κι αέρηδες είχαν γκρεμίσει τις φασολιές -που, ευτυχώς επέμεναν να εξακολουθούν να καρπούν- οι κολοκυθιές τρομοκρατημένες από το ξαφνικό κρύο είχαν ζαρώσει, οι μπαμιές αγκομαχούσαν από τους ξεχασμένους υπερμεγέθεις καρπούς τους κι οι ντοματιές είχαν κυριολεκτικά πυρποληθεί από τον τετράνυχο! Μέσα σ'αυτή τη διάλυση, το πιο εντυπωσιακό που συνάντησα ήταν ένα πελώριο -ε, ψιτ, για τα δικά μας δεδομένα εδώ αναφέρομαι... και χωρίς λιπάσματα κι ορμόνες- καρπούζι που είχε στρογγυλοκαθήσει κυριολεκτικά -πώς διάλεξε τη θέση το άτιμο- μέσα σ'ένα πιθάρι με λεβάντες! Κύττα να δεις! Εκεί που δεν το περιμένεις κι εκεί που οι συνθήκες συνομωτούσαν εναντίον του! Κύττα να δεις όταν κάτι θέλει να γίνει! Δεν πα να παλεύεις με τ'άλλα! Δεν πα να σκαλίζεις, να βάζεις κοπριές, να ψεκάζεις με όποια βιολογική μπαρούφα και μη μπαρούφα και να τά'χεις στα ώπα-ώπα. Το καρπούζι κι η ντοματιά που φύτρωσε μονάχη μες στα σκαλάκια της αυλής επιβιώσανε! Οι άλλες ντοματιές, όσο ταχτάρισμα κι αν φάγανε, μας αποχαιρετήσανε! Είναι, λοιπόν, κάτι σπόροι ανθεκτικοί, σαν κάτι σκληραγωγημένα πιτσιρίκια! Πού'χουν περάσει τ'άπειρα στη σύντομη ζωή τους, που γυρνάν ξιπόλυτα και δεν έχουν νιώσει τί πάει να πει συνάχι! Είναι και σαν την αγάπη ίσως... που αλλού την προσφέρεις απλόχερα, χωρίς ανταπόκριση... κι από κει που δεν το περιμένεις μπορεί να σού'ρθει ξαφνικά...
Ε, να μην το τιμήσω κι εγώ το καρπουζάκι μου; Να μην κάνω μια εγγραφούλα για πάρτη του; Να μην ψαχουλέψω λιγάκι τη βιβλιοθήκη;


"Σίκυς ο Υδροπέπων" αναφέρεται στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του Γενναδίου."Η κοινή καρπουζιά (αγγλ. Water Melon) και εν Κύπρω "Πατισχιά" (*).[...] Ο Δε-Κάνδολος λέγει ότι ο Υδροπέπων εκαλλιεργείτο υπό των αρχαίων Αιγυπτίων' ο καρπός του απαντάται εικονιζόμενος εις τας σωζομένας τοιχογραφίας των. [...] Το όνομα "Χειμωνικόν" (**) είναι καθαρώς ελληνικόν και αναφέρεται ιδίως εις διαφοράς οψικάρπους, ων ο καρπός είναι παχύφλοιος και διατηρείται καθ'όλον σχεδόν τον χειμώνα. Η καταγωγή του ονόματος "Καρπουζιά" είναι αμφίβολος 'απαντά και παρά τοις Τούρκοις (Καρπούζ) και τοις Ρώσσοις (arbus)."
[(*) πρβλ και γαλλ. pasteque, ιταλ. pasteca, από αραβικό battich
(**) Λεγόταν ευρέως και "Χειμωνικό" το καρπούζι, πρβλ και Παντελή Πρεβελάκη: "Τα χειμωνικά τα κρέμασε στο σταυροδόκαρο, σταυρωμένα με τη βουρλοτριχιά..."]

Κατά το Γεννάδιο τα "μηλοπέπονα" που αναφέρει ο Γαληνός ("...Κι ενώ υπολείπονται πολύ από τα φρούτα που είναι καλά για το στομάχι, δεν κάνουν κακό στο στομάχι εξίσου με τα πεπόνια...", "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων Β 5") είναι τα καρπούζια , αν και οι γνώμες διϊστανται σχετικά μ'αυτό καθώς επικρατεί μια μικρή σύγχυση ως προς τις ακριβείς ονομασίες της οικογένειας των κολοκυνθοειδών από τους αρχαίους. Ο ίδιος πιθανολογεί πως και η ονομασία "σίκυς ήμερος" που καταγράφει ο Διοσκουρίδης αφορά το καρπούζι. Κι εδώ οι γνώμες αποκλείνουν, αν πρόκειται για το καρπούζι ή για άλλο είδος αγγουριού ή πεπονιού.

Να και τι γράφει επακριβώς ο Διοσκουρίδης ("Περί ύλης ιατρικής Β 135") για το φυτό αυτό: "...διευκολύνει τις κενώσεις τις κοιλιάς, κάνει καλό στο στομάχι, παγώνει, δεν αλλοιώνεται, είναι κατάλληλο για την ουροδόχο κύστη και, όταν εισπνέεται, επαναφέρει όσους έχουν λιποθυμήσει. Και ο σπόρος του είναι μέτρια διουρητικός, κατάλληλος μαζί με γάλα ή γλυκό κρασί στα έλκη της ουροδόχου. Και τα φύλλα του, αν γίνουν κατάπλασμα μαζί με κρασί, θεραπεύουν τα δαγκώματα από σκύλο, ενώ μαζί με μέλι, θεραπεύουν και τις γεμάτες αίμα φλύκταινες των ποδιών." (απόδοση: φιλολογικής ομάδα Κάκτου)

Ακόμη, ο Γεννάδιος υποστηρίζει πως "Η γνώμη καθ' ην ο Υδροπέπων ήτον άγνωστος εις τους αρχαίους Έλληνας μέχρι του πρώτου μ.Χ. αιώνος δε συμβιβάζεται με το γεγονός ότι το φρούτο τούτο ήτο γνωστό εις τους αρχαίους Αιγυπτίους μεθ' ων οι Έλληνες έκπαλαι ευρίσκοντο εις διαρκή συγκοινωνίαν."

Όσο για την ονομασία "Υδροπέπων" θεωρείται μεταγενέστερη, προερχόμενη βέβαια από την σύνθεση των αρχαιοτάτων "ύδωρ" και "πέπων", όπου "πέπων" το κοινό πεπόνι και όχι μόνο, καθώς:
πέπων (ορισμοί από το λήμμα του "Μεγάλου Ελληνικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης" του Δ.Δημητράκου):
"κυρ. επί καρπών, ο πεπανθείς, καταστάς μαλακός υπό του ηλίου, ώριμος, γινωμένος("εκ του πέσσω=μαλακώνω, πεπαίνω=ωριμάζω", Α.Τζιροπούλου "Ο εν τη λέξει λόγος") // όθεν εύγευστος, ο ηδύς και επί οίνου γλυκύς // επί αποστημάτων ώριμος, μαλακωμένος, ωριμασμένος προς εμπύησιν "
Και κατά συνέπεια: "ήπιος, μετριασμένος, ξαλαφρωμένος /// (μτφ. επί ανθρώπων) μαλθακός, πλαδαρός, τεμπελχανάς, χαλβάς" αλλά και: "όθεν επί προσ. μεταφορικά... ως προσφώνησις προσώπου τινός μετά στοργής"
Η προσφώνηση "ω πέπων" ή "ω πέπονες" συναντάται αρκετά στον Όμηρο και αποδίδεται άλλοτε ως "ω μαλθακοί", "ω δειλοί", άλλοτε ως "μετά στοργής προσφώνηση". Έτσι:


Ως πέμπτο ορισμό, το λεξικό του Δημητράκου, δίνει αυτόν του συγκεκριμένου φρούτου, του πεπονιού:
"πέπων σίκυος ή σικυός, ο καρπός του φυτού πέπονος του κοινού, το πεπόνι ομόνον ώριμον τρώγεται εν αντιθ. προς το σίκυον (απλώς) το αγγούρι, ο τρώγεται μόνον άωρον." (εξ ου και αγγούρι εκ του αγγούριον= υποκοριστικό του άγουρος εκ του αρχ. άωρος < α+ώρα, δηλ. προ της ώρας του... βλ. και: Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια...)
Η ελληνική γλώσσα έχει τη σοφία της. Δεν ξέρω σήμερα, που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει την επαφή με τη φύση και με την ανάπτυξη των φυτών, αν συνειδητοποιούν οτι όντως το αγγούρι και το κολοκύθι είναι καρποί που τους καταναλώνουμε εν όσω είναι άγουροι (όπως και τη μελιτζάνα ή την πιπεριά και τόσα άλλα) εν αντιθέσει με το πεπόνι (αλλά και το υδροπέπονο!) που τα καταναλώνουμε στη φάση της απόλυτης ωριμότητάς τους, όπως καταγράφει και η ετυμολογία του! Τούτο είναι περισσότερο εμφανές από τους σπόρους τους... ένα αγγούρι καλά σποριασμένο δεν τρώγεται (εδώ, το δίνουμε στις κότες, αν μας ξεφύγει και δεν το κόψουμε νωρίς -καθώς, κατά Τζιροπούλου, "σικυός"=αγγούρι, εκ τουσεύω και κίω, "ορμητικό γαρ υπάρχει", αυξάνεται ταχέως), ενώ το πεπόνι περιμένουμε να ωριμάσει και να σποριάσει για τα καλά μέχρι να το γευτούμε. Έτσι, αν θέλουμε να κρατήσουμε σπόρους (μη υβριδίων φυσικά) για να φυτέψουμε την επόμενη χρονιά, απ'το πεπόνι ή το καρπούζι (υδροπέπονο γαρ) μπορούμε να μαζεψουμε όταν το κόψουμε για να το φάμε, ενώ το αγγούρι πρέπει να το αφήσουμε να ωριμάσει πάνω στο φυτό αρκετά μετά τη φάση συγκομιδής του.

Ο Κώστας Μπαζαίος κατατάσσει το καρπούζι στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" με επικεφαλίδα "Για ψαμμίαση, αρθριτικά και ρευματισμούς". Αναφέρει πως ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως διουρητικό και για τη δυσκοιλιότητα και προτείνει όταν αγοράζουμε ένα καρπούζι να προτιμούμε "τα στρογγυλά, γιατί τα μακρουλά γίνονται με διασταύρωση σε ρίζες κολοκυθιάς γι'αυτό είναι πιο άνοστα". Έτσι μου λύθηκε κι η απορία γιατί το δικό μου καρπούζι μου φάνηκε σχεδόν σφαιρικό σε σχέση με τα περισσότερα του εμπορίου!
Το καρπούζι, παρ'όλο που το μεγαλύτερο ποσοστό του αποτελείται από νερό (μας ενυδατώνει) περιέχει αντιοξειδωτικά καθώς είναι πλούσιο σε βιταμίνη C (ο αρχηγός!) και βιταμίνη Α (β-καροτίνη, βασική για την υγεία των ματιών και όχι μόνο...), αλλά και λυκοπένιο (εξουδετέρωση καταστρεπτικών ελεύθερων ριζών, αντικαρκινική δράση). Αποτελεί καλή πηγή βιταμίνης Β1 (βασική για το μεταβολισμό των υδατανθράκων, απαραίτητη για το κεντρικό νευρικό σύστημα) και Β6 (σημαντική για μεταβολισμό πρωτεϊνών και λιπών και για ορμονική ισορροπία). Επίσης, περιέχει σημαντική ποσότητα Καλίου αλλά (λιγότερο) και Φωσφόρου, Ασβεστίου και Μαγνησίου καθώς και το αμινοξύ Αργινίνη (καρδιοπροστατευτική δράση). Και φυσικά είναι μια αρκετά καλή πηγή φυτικών ινών και βοηθά στην καλή λειτουργία του εντέρου.
Σύμφωνα με το Μπαζαίο, το καρπούζι, όπως και το πεπόνι, ως διουρητικό, "είναι πολύ ωφέλιμο για αυτούς που υποφέρουν από ψαμμίαση, πέτρες στα νεφρά, αρθριτικά, ρευματισμούς και προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος", ενώ "στην Αίγυπτο πίνουν για τον πυρετό χυμό καρπουζιού με λίγο ροδόνερο". Όσο για τους σπόρους του, "είναι χρήσιμοι σε προστατίτιδα και στραγγουρία (δύσκολη ούρηση) ή άλλες φλεγμονές του ουροποιητικού" και "στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης"τους χρησιμοποιούν "στην υδρωπικία και στην ηπατική συμφόρηση". Επιπλέον είναι και ελμινθοκτόνοι (δηλαδή καταπολεμούν τα σκουλήκια του εντέρου) και, πάνω σ'αυτό, ο Μπαζαίος προσθέτει και μια προσωπική του εμπειρία: "Θυμάμαι, όταν ήμαστε μικροί, μας έδιναν καρπουζόσπορους και κολοκυθόσπορους με μέλι, για να φύγουν τα σκουλήκια και τα παράσιτα του εντέρου, που είχαν όλα τα παιδιά".
Για τη σωστή χρήση σημειώνει πως "για να είναι πιο αποτελεσματικοί οι σπόροι πρέπει να είναι ώριμοι και καλύτερα όχι πιο παλιοί από ενός μήνα". Επίσης, "ένα έγχυμα με 30 γρ. καρπουζόσπορους σε ένα ποτήρι βραστό νερό είναι δραστικό σε ουρικές ενοχλήσεις", ενώ "η Λαϊκή Κρητική Θεραπευτική χρησιμοποιεί τη φλούδα των καρπουζιών σε σκόνη (την ξεραίνουν στο φούρνο) σαν διουρητικό και ειδικότερα για την καλοήθη υπερτροφία του προστάτη". Τέλος, "Φέτες καρπουζιού παίρνουν τη φλόγωση από τα ερεθισμένα και κόκκινα μάτια."
Όσο για παροιμίες κι εκφράσεις... :
Γυναίκα και χειμωνικό η τύχη τα διαλέγει!
Το καρπούζι κι ο άνθρωπος δε φαίνονται απ'έξω (τί λογής είναι από μέσα)!
Δυο καρπούζια δε χωράνε σε μια μασχάλη!
Στο καρπούζι χερούλι δεν μπαίνει!
Όποιος έχει το μαχαίρι, έχει και το καρπούζι! 
Μάπα το καρπούζι!
Καρπούζι με τη βούλα!
Έσκασε σαν καρπούζι!

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Κουμαριές και κούμαρα στο βουνό των Κενταύρων..

Μες στο κιτρινοχρυσαφιό φθινοπωρινό τοπίο, αλλά ακόμη και στο πιο μουντό και γκρίζο όταν αρχίζει να χειμωνιάζει, ξεπροβάλλουν κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλιά, θαρρείς κι είναι στολίδια που κάποιο χέρι ξωτικού απόθεσε στις αειθαλείς φυλλωσιές για να σπάσει τη μονοτονία, για να γιορτάσει κάποια δική του μυστική, άγνωστη σε μας τους ανύποπτους θνητούς, χαρά. Η φύση δεν παύει να χαμογελά με χρώματα σ'όλες τις γωνιές που δεν της ισοπεδώσαμε, να ζωγραφίζει ομορφιές με την αθάνατη παλέτα της, να μας χαρίζει χίλιων λογιών γεύσεις και μυρωδιές, να μας σιγομιλά αν την αφουγκραζόμαστε και να γιορτάζει τη ζωή ακόμη και στο συναπάντημα του θανάτου....



Ακόμα κι αν δε γνωρίζω πως θα χαρακτήριζα τη γεύση τους, που ίσως και ποτέ να μη με συγκινούσε αν τη δοκίμασα στα ράφια κάποιας υπεραγοράς, είναι αδύνατον ν'αντισταθώ και να μην απλώσω την παλάμη μου να δοκιμάσω τον κατακόκκινο μεστωμένο καρπό που μου κλείνει το μάτι προκλητικά όταν ανταμωθώ με κουμαριές στο βουνό μας. Γιατί, μπορεί στην εποχή μας να τα βάλαμε όλα χώρια, σε διαφορετικά πακετάκια μ'ετικέτες, ακόμα και τις ίδιες τις αισθήσεις μας, αλλά πολλές φορές τούτες δεν ξεχωρίζουν! Δεν είναι μοναχά η γεύση, είναι τ'ακούσματα και τα σιγομιλητά, τ'αρώματα κι οι πινελιές, τα παγωμένα από το κρύο χέρια, οι σκέψεις που χάνονται σε μια θημωνιά κι ακόμη-ακόμη η ίδια η στιγμή....



Κουμαριά "για κουρασμένους", σημειώνει σαν υπότιτλο στο βιβλίο του ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), σε μια εποχή που οι περισσότεροι αισθανόμαστε λίγο-πολύ κάπως έτσι. Ως τονωτικό προτείνει τη διάλυση ώριμων καρπών σε σπιτικό κρασί (χωρίς φάρμακα και συντηρητικά) στο οποίο προσθέτουμε ένα φλιτζάνι νερό όπου έχουμε βράσει κανέλα και ζάχαρη. "Μπορείτε να πίνετε ένα κρασοπότηρο μετά το βραδινό φαγητό." Προτείνει, επίσης, την εντριβή από ρακή που φτιάχνεται με κούμαρα η οποία βοηθάει στην καταπολέμηση του πυρετού.
Τα κούμαρα θεωρούνται αιμοστατικά και στυπτικά, επίσης λιθοτριπτικά, καταπραϋνικά σε φλογώσεις των ουροφόρων οδών, αποτελεσματικά σε διάρροιες και εντεροκολίτιδες και άλλες παρόμοιες παθήσεις. Ο Μπαζαίος παρατηρεί ότι "στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη βλέπουμε ότι οι πρακτικοί γιατροί, στην Επανάσταση του '21 καθάριζαν τις πληγές των τραυματιών με κρασί στο οποίο είχαν βράσει κούμαρα." Επιπλέον μας μεταφέρει μια συνταγή αντιφλεγμονώδους αλοιφής κατάλληλης για "καλογήρους" (δοθιήνες), αποστήματα και σπυριά σταφυλόκοκκου, που παρασκευάζεται απλά "δουλεύοντας σε γουδί 10-15 κούμαρα με λίγο παρθένο ελαιόλαδο και αγνό κερί, ώσπου να γίνουν πηχτός χυλός".



Ξεχασμένη τροφή, λιγουλάκι "πρωτόγονη" κι "απλοϊκή", γι'αυτό και λέμε "Δεν τρώγω κούμαρα!", δηλαδή "δεν είμαι απλοϊκός ώστε να σε πιστεύω!". Τροφή μάλλον των αγριόχοιρων πλέον κι έτσι κάπως και το "υβριστικό": "άι να φας κούμαρα!". Τροφή "ώρας ανάγκης" για τον άνθρωπο, όταν δεν υπάρχει κάτι καλύτερο στη γύρα, όταν δυσκολεύουν οι καιροί....

Ο αρχαίος ιατρός Γαληνός (2ος-1ος αι.π.Χ.) στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων" συγκαταλέγει τα κούμαρα στους καρπούς "αγρίων φυτών" (38) και τα κατατάσσει, μαζί με τα κάστανα και τα βελανίδια, ανάμεσα στους μοναδικούς τρεις άγριους καρπούς που "δίνουν αξιόλογη τροφή στο σώμα", καθώς οι υπόλοιποι ("άγριοι") "έχουν λίγη θρεπτικότητα" και "κακούς χυμούς". Επιπλέον σημειώνει πως "Το κούμαρο είναι σε όλα χειρότερο από το βελανίδι (βάλανον) των βελανιδιών, όπως ακριβώς και το βελανίδι είναι χειρότερο από τα επονομαζόμενα κάστανα' γιατί τα κάστανα είναι τα καλύτερα βελανίδια (βάλανοι) και μερικοί τα αποκαλούν "βελανίδια που ξεφλουδίζονται εύκολα"." (απόδοση στα νεοελληνικά: "Κάκτος")

Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν" αναφέρει τον καρπό ως "βρώσιμο και χρήσιμο προς κατασκευήν οινοπνεύματος, όπερ εις τινά μέρη λαμβάνουσι και χρησιμοποιούσι οι αγρόται" και παραθέτει και τη γνώμη του Διοσκουρίδη ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως "αχυρώδη, κακοστόμαχον και κεφαλαλγή" σχολιάζοντας ότι πράγματι έτσι είναι. Μάλιστα, "κεφαλαλγές είνε και κακοστόμαχον και το μέλι το προερχόμενον εκ μελισσών νεμομένων εις τόπους ένθα φύονται πολλαί κουμαριαί." Βέβαια, φαντάζομαι, μιλάμε για μεγάλες ποσότητες και ιδιαιτέρως για κούμαρα που δεν έχουν ωριμάσει ή τα υπερώριμα τα οποία μπορούν και να προκαλέσουν στομαχικές διαταραχές. Σήμερα, εξάλλου, κάποιοι φτιάχνουν λικέρ, αλλά και μαρμελάδες από τα κούμαρα.

Αλλά ας δούμε κι ένα απόσπασμα των "Δειπνοσοφιστών" Β35 (Αθήναιος, απόδοση: Σ.Αλεξιάδου) που αφορά την κουμαριά:




Στα αρχαιοελληνικά η κουμαριά λέγεται κόμαρος και οι καρποί της μιμαίκυλα. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") δίνει ως ετυμολογική ρίζα τα "κομάω" ή "κομέω", όπου:
κομαώ= έχω κόμη, δηλ. μακριά μαλλιά ή (επί δένδρων και φυτών) πολλά φύλλα, κλαδιά, άνθη, κτλ. και
κομέω= περιποιούμαι, συγυρίζω ή (επί φυτών) καλλιεργώ, κτλ.
εκ του κόμη=μαλλιά μακριά και περιποιημένα ή (επί δένδρων και φυτών) φυλλάς, χλόη ' (κυρ.δε) το ανθισμένον μέρος.

Ο δε Ι. Σταματάκος ("Λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης") σημειώνει, μεταξύ άλλων, "ορθότερον είναι τούτο να συγγενεύει προς το κάμαρος (δελφίνειον, φυτόν)."

Αυτά τα ολίγα περί κουμαριάς, η οποία δε διέφυγε ούτε από τις "Όρνιθες" (620) του Αριστοφάνη, ο οποίος πλάθοντας την περίφημη "Νεφελοκοκκυγυία" του βάζει τον Πισθέταιρο ν'αναφωνεί: "Σε πουρνάρια από κάτω και θάμνους θα ζούνε, τα σεβάσμια πουλιά μας' για ναό δέντρο ελιάς θά'χουνε πάλι. Κι ούτε πια στους Δελφούς ή στον Άμμωνα για θυσίες θα τρέχουμε εμείς, παρά ανάμεσα σε αγριλιές και σε κουμαριές ολόρθοι, με κριθάρι και στάρι, τα δυο χέρια σηκώνοντας προσευχή θα τους λέμε, απ' τ'αγαθά τους σε μας να χαρίζουν μερίδιο. Και για λίγα σπειριά που θα ρίχνουμε μείς, οι ευχές μας ευθύς θα εκπληρούνται."!



Πάντως, όπως και νά'χει, μια χούφτα πορφυρά κούμαρα καθώς διαβαίνεις τη γη των Κενταύρων δε βλάπτει.. Ένα τσιμπολόγημα στο διάβα, σαν τα πουλιά, χωρίς υπερβολή, με τόση απλότητα κι ομορφιά.. Ελπιδοφόρα κουμαριά που πρώτη ανασταίνεται μετά την πυρκαγιά, πρώτη πετάει βλαστάρια στα καμένα....

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Βαλσαμέλαιο και το βοτάνι του Προδρόμου!



Ένα από τα αγαπημένα μου βοτάνια είναι το βάλσαμο, επισήμως ονομαζόμενον Υπερικό το διάτρητον. Θά'ναι καμιά δεκαριά χρόνια που το γνώρισα, όταν μια γυναίκα μου μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι'αυτό καθώς και για τις εκπληκτικές ιδιότητες του βαλσαμέλαιου που κατασκευάζεται απ'τις ανθισμένες κορφούλες του. Κι αναγνωρίζοντάς το, άρχισα να το συλλέγω. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που με διασκέδαζε ήταν οι μεταμορφώσεις του! Τα κατακίτρινα ανθάκια του που καθώς βουτάνε στο πρασινοχρυσαφένιο ελαιόλαδο το μεταμορφώνουν σιγά-σιγά σ'έναν κατακόκκινο πολτό! Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η αλλαγή των χρωμάτων. Για το λόγο τούτο και πολύ πιτσιρίκα είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στο μπρόκολο, το οποίο τότε (σήμερα μάλλον εξαφανίστηκαν αυτές οι ποικιλίες) με το βράσιμο άλλαζε απόχρωση και μόλις το πότιζες με χυμό λεμονιού τα "λουλουδάκια" του ροζίζανε. Αντιθέτως, το συγγενές του κουνουπίδι, με άφηνε αδιάφορη.


Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα να φτιάχνω κάθε χρόνο λίγο βαλσαμόλαδο, αλλά -να πω τη μαύρη αλήθεια- δεν είχα που να το χρησιμοποιήσω. Μάλλον ξεχασμένο σε κάποιο ράφι της αποθηκούλας την έβγαζε. Ώσπου μια μέρα είχα έντονο πόνο στην ωμοπλάτη (κάποιο μυϊκό τράβηγμα ίσως... αφού σε ησυχία δεν κάθομαι!) κι εκεί που τρωγοπίναμε με μια παρέα, μου πετάει κάποιος "Το βαλσαμόλαδο θα σε ανακουφίσει. Το ξέρεις το βαλσαμόλαδο;" "Πώς δεν το ξέρω; Τόσα μπουκαλάκια περιμένουν στο ράφι να βρουν λόγο ύπαρξης!" Κι έτσι, άρχισε να χρησιμοποιείται από όλους μας, καταρχάς με επαλείψεις σε ταλαιπωρημένα σημεία του σώματος, σε πονεμένα χέρια, σε "τραβήγματα" και σχετικά.. Μετά, είχαν σειρά τα εγκαύματα! Όταν έχεις ξυλόσομπα για κύρια θέρμανση, δε μπορεί, κάποια στιγμή θα καείς! Θά'σαι ταλαιπωρημένος όλη μέρα και προσπαθώντας το βράδυ να στριμώξεις ένα μεγάλο κουτσουμπάνι, θα τ'ακουμπήσεις το άτιμο το πυρωμένο μέταλλο! Αν δε, ξεπεράσεις, και τα όριά σου, και ξεθεωμένος μαγειρεύεις μες στη μαύρη νύχτα, μπορεί να σου χυθεί και στο χέρι σου καυτό νερό απ'την κατσαρόλα... κι εκεί το βαλσαμόλαδο, βάλσαμο για το έγκαυμα! Διαβάζοντας, εν συνεχεία, και τις λοιπές ιδιότητές του στο Μπαζαίο, θα βρεις περιπτώσεις για να δοκιμάσεις την αξία του ή να πειραματιστείς! Σε πληγές, πόνους αρθριτικών, κλπ, κλπ... όλο και κάποιος μας το χρησιμοποίησε με επιτυχία! Οπότε, φέτος, ήμουν σ'ετοιμότητα και μόλις πρωτοάνθισε -πριν λίγες μέρες στα χαμηλά- έτρεξα για συγκομιδή!


Η κατασκευη του βαλσαμόλαδου είναι ιδιαιτέρως απλή. Κόβεις τις ανθισμένες κορφούλες, τις στουμπώνεις σε μια γυάλα, περιχύνεις με καλό ελαιόλαδο μέχρι να σκεπαστούν, σφραγίζεις και το ξεχνάς στον ήλιο για κανένα μήνα. Ύστερα στραγγίζεις το υγρό και το φυλάς σε μπουκαλάκια. Αυτό είναι όλο κι έχεις έτοιμο ένα φάρμακο της φύσης στο σπιτικό σου.


Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" περιγράφει πολλές από τις ιδιότητες του φυτού αυτού, που μπορεί να ληφθεί εσωτερικά ως αφέψημα ή έγχυμα των αποξηραμένων ανθισμένων κορφών του, είτε εξωτερικά με επάλειψη, συνήθως, ως βαλσαμέλαιο.(* Βέβαια, κάποιοι πίνουν ακόμη και το βαλσαμέλαιο, σε ελάχιστες ποσότητες-σταγόνες φυσικά, για θεραπεία έλκους στομάχου, κ.α.!) Ας δούμε ποιές καταγράφει, εν τάχει:
  • Αντικαταθλιπτικό.
  • Για αϋπνίες. (Ιδέα: Γεμίστε ένα μαξιλάρι με φύλλα βαλσάμου. Η μυρωδιά τους βοηθάει να σταματήσουν οι αυπνίες.) 
  • Διουρητικό.
  • Εμμηναγωγό. (Και ρυθμιστικό των εμμήνων αν προσθέσετε έγχυμα από φύλλα του στο νερό του μπάνιου.)
  • Σπασμολυτικό. (Ιδιαίτερα σε υστερία, νευρική κατάθλιψη.)
  • Τονωτικό και διεγερτικό.
  • Χωνευτικό.
  • Αντιφυσιτικό.
  • Ανθελμινθικό, δηλ. για παράσιτα του εντέρου. (¨Ενα φλιτζάνι αφέψημα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, για τρεις συνεχόμενες μέρες.) 
  • Για παιδική ακράτεια. (Φτιάχνουμε έγχυμα, μουλιάζοντας δυο κουταλάκια ψιλοκομμένο φυτό ή φύλλα σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό.)
  • Για σπασμωδικό βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα και κολικούς.
  • Για επούλωση τραυμάτων. (Επαλείψεις με βαλσαμέλαιο.) [* εξ ου και σπαθόχορτο/ σπαθέλαιο]
  • Αντισηπτικό (σε δαγκώματα εντόμων, πληγές)
  • Για αρθριτικά, ρευματισμούς, πληγές.
  • Αντιφλογιστικό και επουλωτικό. (Με βαλσαμέλαιο επουλώνονται εγκαύματα, πληγές και έλκος στομάχου.)
Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν λεξικόν" του σημειώνει πως "το διάτρητον Υπερικόν όχι μόνον εν Ελλάδι και πανταχού της Ανατολής, αλλά και πολλαχού της λοιπής Ευρώπης χαίρει φήμη αρίστου φαρμακευτικού είδους προς επούλωση πληγών και θεραπείαν τραυμάτων και δερματικών τινών νοσημάτων".

Επιπλέον, ο Μπαζαίος αναφέρει πως, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, "η υπερικίνη που περιέχει το βάλσαμο έχει εντυπωσιακή δραστηριότητα και μικρή τοξικότητα κατά των ιών όπως του έιτζ, σε δοκιμαστικό σωλήνα και σε πειράματα με ζώα. Αρχικά μόλυναν ποντίκια με ιούς που προκαλούν λευχαιμία και μετά τους χορήγησαν μια μοναδική ένεση εκχυλίσματος βαλσάμου που "πρόλαβε απολύτως τη νόσο"."  Αλλά και σημερινές δημοσιεύσεις τονίζουν τις αντικαρκινικές του ιδιότητες και τις προσπάθειες που γίνονται να χρησιμοποιηθεί από την ιατρική κατά της νόσου.

Όπως και νά'χει, δεν είναι τυχαίο που ο λαός μας το ονόμασε βάλσαμο, λέξη που ταυτίζεται με κάθετι που προκαλεί έντονη ανακούφιση από πόνους, σωματικούς αλλά και ψυχικούς....

Ακόμη, από το βότανο αυτό ονομάστηκε η ταρίχευση βαλσάμωμα, γιατί, όπως αναφέρει ο Μπαζαίος και πάλι, "Αρχές καλοκαιριού μάζευαν παλιά βάλσαμο, το πολτοποιούσαν και με το ζουμί που φύλαγαν, άλειφαν τους πεθαμένους για να μη μυρίζουν."

Όμως, επειδή κάθε φάρμακο μπορεί να αποβεί και φαρμάκι (δεν είναι τυχαίο που για τους αρχαίους ημών προγόνους η λέξη "φάρμακον" είχε διττή έννοια...), όταν χρησιμοποιούμε βάλσαμο χρειάζονται κάποιες προφυλάξεις και στις ποσότητες που λαμβάνουμε, αλλά κυρίως στη συνδυαστική του δράση με άλλα φάρμακα ή ισχυρά βότανα, που μπορεί να προκαλέσει άσκημες παρενέργειες! Λόγω της έντονης δραστικότητάς του απαγορεύεται σε έγκυες και θηλάζουσες και λόγω της φωτοτοξικότητάς του, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στον ήλιο μετά από τη λήψη του, ιδιαιτέρως σε άτομνα με πολύ λευκό δέρμα. (Θεωρείται, μάλιστα, πως είναι επικίνδυνη η λήψη του σε μεγάλες ποσότητες από βοοειδή και άλλα ζώα εκτροφής έκθετα στον ήλιο, καθώς συγκεντρώνεται στο δέρμα τους και τους προκαλεί δερματικό έγκαυμα με φουσκάλες.)

Αλλά, ας πούμε και λίγα λόγια για την ιστορία του...

Το βάλσαμο κυκλοφορεί στην πιάτσα με πλήθος ονόματα πέραν της επισήμου ονομασίας του (Υπερικό το διάτρητο), όπως βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, περίκη, λειχηνόχορτο, ψειροβότανο, χελωνόχορτο, σπαθόχορτο, κοψοβότανο, κουκτσούδι, αλλά και "μαστίγιο του διαβόλου", "Χάρη του Θεού", "Θαύμα του Θεού", "Βότανο του Προδρόμου"! Αυτήν την τελευταία ονομασία, ο Μπαζαίος την ερμηνεύει ως εξής: "Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμασαν το φυτό έτσι προς τιμήν του Ιωάννη του Βαπτιστή, επειδή πίστευαν ότι αποδέσμευε το σαν αίμα έλαιο στις 29 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής του Αγίου."  
Στο διαδίκτυο, όμως, κυκλοφορούν αρκετές ακόμη εκδοχές, όπως ότι ονομάστηκε έτσι είτε επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανθοφορία κατά την 24η Ιουνίου που γιορτάζουμε το γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, είτε γιατί συγκαταλεγόταν στις "ακρίδες" (δηλαδή τις άκρες των φυτών) με τις οποίες τρεφόταν ο Βαπτιστής στην έρημο ή λόγω του ότι τα μαυροκόκκινα και τα ημιδιάφανα στίγματα στα πέταλά του συμβολίζουν αντίστοιχα το αίμα και τα δάκρυα, του Ιωάννου όταν εκείνος αποκεφαλίστηκε. Ακόμη, είδα να αναφέρεται πως πήρε το όνομά του από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ καθώς θεράπευαν μ'αυτό τις πληγές στις Σταυροφορίες! Όπως και νά'χει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν έχει κάποιο τυχαίο όνομα, όπως δεν είναι και τυχαίες οι ιδιότητές του!
Ο Μπαζαίος προσθέτει πως "το μεσαίωνα οι Χριστιανοί υιοθέτησαν την παγανιστική πεποίθηση ότι το βάλσαμο απωθούσε τα κακά πνεύματα και το έκαιγαν την παραμονή της γιορτής του Αγ.Ιωάννη για να εξαγνίσουν τον αέρα, να διώξουν τα κακά πνεύματα και να εξασφαλίσουν υγιείς σοδειές." Πάντως, όπως προδίδουν και οι άλλες ονομασίες του ("Χάρη του Θεού", "μαστίγιο του διαβόλου"), το κύρος του μικρού μας βάλσαμου παρέμεινε, στο πέρασμα των χρόνων, αναμφισβήτητο! Κι ίσως να δίναν, όπως λέγεται, κάποτε στους "δαιμονισμένους" βάλσαμο, καθώς είχαν παρατηρήσει πως το βότανο αυτό καταπραϋνει διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα νευρολογικής φύσεως που κάποια εποχή τα ταυτίζαν με "δαιμόνια"!

Στην αρχαιότητα αναφερόταν και ως "Υπέρεικον", "Ανδρόσαιμον", "Άσκυρον"...Σύμφωνα με το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης" των Liddell-Scott:



Το λεξικό, λοιπόν, το ετυμολογεί από την ερείκη ("ρείκι"). Στο διαδίκτυο, συνάντησα δυο εκδοχές για την ετυμολογία του. Μία αναφέρει ότι συντίθεται εκ των "υπό" και "ερείκη", ότι δηλαδή φύεται κάτω από τα ρείκια, αλλά ομολογώ πως εγώ δεν εχω παρατηρήσει ποτέ τέτοιο πράγμα και θα μου φαινόταν πολύ περίεργο να ξεπροβάλει κάτω από τούτους τους πυκνούς θάμνους! Η δεύτερη ετυμολόγησή του είναι, λέει, από το "υπέρ" και "εικών", είτε διότι οι αρχαίοι Έλληνες διακοσμούσαν με αυτό τα θρησκευτικά τους είδωλα (όμως, ούτε αυτό μπόρεσα να το πιστοποιήσω κάπου..), είτε διότι είναι "υπεράνω της εικόνας του", "πέραν αυτού που φαίνεται"....Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") το ετυμολογεί από το "υπέρ" και "ερείκη", χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, ενώ ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") απλά από το "ερείκη" και, δυστυχώς, δε μπόρεσα να βρω κάπου αλλού κάτι περισσότερο διαφωτιστικό...

Πάντως αναφέρεται και ως "ανδρόσαιμον" λόγω του ερυθρού χυμού του:



κι ως "άσκυρον", είδος υπερικού:





Οι φαρμακευτικές του ιδιότητες ήταν, φυσικά, γνωστές από την αρχαιότητα. Όπως συνοψίζει ο φαρμακοποιός Μ.Μιτάκης (βλέπε: http://www.iama.gr/ethno/Hypericum_files/2Hypericum_Mitakis%20Manolis.pdf), ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως αναλγητικό σε περιπτώσεις ρήξης της πνευμονικής αρτηρίας, αλλά και σε περιπτώσεις λυγγώδους πυρετού. Ο Διοσκουρίδης ως διουρητικό, εμμηναγωγό, αντιπυρετικό, κατά του τεταρταίου πυρετού (όταν πίνεται με οίνο), για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας (όταν τα σπέρματά του πίνονται επί σαράντα ημέρες) και ως κατάλληλο κατάπλασμα (σπέρματα και φύλλα) για εγκαύματα. Ο Γαληνός αναφέρεται στην διουρητική, ξηραντική εμμηναγωγή δράση του, αλλά και στη χρήση του για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας, του ίκτερου και των εγκαυμάτων.

Αυτά, προς το παρόν, περί βαλσαμόχορτου (που θα μπορούσαν νά'ταν κι άλλα... εδώ για την παρασκευή ενός απλού ελαίου ξεκίνησα να κάνω εγγραφή και κατέληξα να ψάχνω ασταμάτητα σε τόμους και διαδίκτυα... χωρίς να βρίσκω κι αυτά που θέλω! Αλλά ο χρόνος με κυνηγά...), που μου φαίνεται ότι τελικά θα με προβληματίσει περισσότερο κι από κείνον τον Ερμοδάκτυλο!

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

αγκινάρες με τ'αγκάθια..


Σήμερα μάζεψα τις τελευταίες... Εντάξει, έχει και κανα-δυο κούτσικες ακόμη, αλλά δεν περιμένω και πολλά πράγματα τέτοια εποχή! Καιρό ήθελα να γράψω για τούτες τις αγκαθωτές πριγκιπέσσες αλλά δε μου καθότανε ο χρόνος! Όπως και να το κάνεις, είναι ένα φυτό ιδιαίτερο. "Να τη δεις να φοβηθείς, να τη φας να γλυκαθείς!" λέει το αίνιγμα. Κι όντως, η γλύκα της είναι απρόβλεπτη για κάποιον που πρωτοσυναντά το αγριεμένο κι αγκαθωτό της παρουσιαστικό! Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει, αλλά εκείνοι που την προτιμούν, τη λατρεύουν!


Εδώ, στο Πήλιο, τη μαγειρεύουν συνήθως με κουκιά. Να πω την αλήθεια, ποτέ δεν την έφτιαξα έτσι, κι ούτε σκοπεύω. Νομίζω ότι χάνεται όλη η ξεχωριστή διακριτική γεύση της μέσα στην "κουκίλα". Κι επειδή με το νά'χεις πολλές και διάσπαρτες ρίζες στο γενεαλογικό σου, υπάρχει μια γενικότερη ποικιλία στις οπτικές, ακόμη και τις γαστρονομικές, έμαθα να τις λατρεύω αλά πολίτα, αλλά και ως σαλατικό με λαδολέμονο!
Όσο για την παλαιά ονομασία της, ακόμη κι ο Αθήναιος (2ος-3ος αι.μ.Χ.) στους "Δειπνοσοφιστές" του είχε τους προβληματισμούς του: "Κινάρα (αγκινάρα). Ταύτην ο Σοφοκλής εις τας "Κολχίδας" την ονομάζει "κυνάραν", εις δε τον "Φοίνικα""κύναρον", δια του "υ" δήλονότι: "Κύναρος αγκαθωτή γεμίζει όλον τον αγρόν". [...] Ο δε Δίδυμος ο Γραμματικός εξηγών την παρά τω Σοφοκλεί απαντώσα λέξη"Κύναρος άκανθα" λέγει: "Μήπως τέλος πάντων εννοεί τον κυνόσβατον, επειδή το φυτόν τούτο είναι τραχύ και ακανθώδες. Διότι και η Πυθία το ωνόμασε "ξύλινην κύνα" (ξύλινη σκύλα). Ο Λοκρός δηλαδή αφού έλαβε χρησμόν, εκεί να κτίζη πόλιν, όπου ήθελε δαγκασθή υπό ξύλινης σκύλας, καταξεσχισθείς εις τας κνήμας του υπό κυνοσβάτου έκτισεν την πόλιν." Ο δε κυνόσβατος είναι φυτόν μεταξύ θάμνου και δέντρου, όπως λέγει ο Θεόφραστος, και έχει καρπόν ερυθρόν παραπλήσιον με το ρόιδο [...]".  
Πάντως σίγουρα, όπως μας πληροφορεί, από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ύστερα η αγκινάρα ονομάζεται κινάρα και είναι το αυτό φυτό. Συμπληρώνει δε: "Ο δε Πτολεμαίος ο Ευεργέτης [...] γράφει.... "Επειδή δε εις τα μέρη εκείνα γίνονται πολλαί κινάραι (αγκινάρες), πάντες οι συνακολουθούντες ημάς στρατιώται κόπτοντες τας εχρησιμοποίουν προς τροφήν και, αφού τας απεγύμνωναν από τας ακάνθας, προσέφερον και εις ημάς".

Η αγκινάρα και το ακόμη πιο άγριο ξαδερφάκι της, το γαϊδουράγκαθο [ή, αρχαϊστί -για όποιον ενδιαφέρεται- ονόπορδον (όνος+πορδή), καθώς ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") καταγράφει "Ονόπορδον (πέρδω): Φυτόν τι, είδος αγριοκυναρίας", αλλά και το περίφημο Liddell-Scott ("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") σημειώνει: "Ονόπορδον: "είδος ακάνθου, ην όταν φάγωσιν οι όνοι πέρδονται, κατά τον Πλίνιον"], συγκαταλέγονται στα πολυτιμότατα φυτά-βοτάνια του φαρμακείου της φύσης, κυρίως διότι προστατεύουν το ήπαρ και την καρδιά, αλλά και για πλήθος άλλες θεραπευτικές τους ιδιότητες.


Συγκεκριμένα για το γαϊδουράγκαθο (το οποίο έμαθα πως τρώγεται ωμό και τρυφερό και θέλω να το δοκιμάσω!)
ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), καταγράφει, μεταξύ άλλων:
> Χολαγωγό που συνίσταται σε κάθε αρρώστια του ήπατος.
> Τονωτικό για εξασθενημένους από διαλείποντες πυρετούς.
> Αιμοστατικό σε ρινορραγία, βαριά έμμηνα, πληγές.

Αλλά και: "Η λαϊκή θεραπευτική χρησιμοποιεί το αφέψημά του ως αποχρεμπτικό, εμετικό, εφιδρωτικό, αντιπυρετικό και ταινιοκτόνο.", "Ο Culpepper συνιστούσε το έγχυμα από φρέσκια ρίζα και σπόρους για το θρυμματισμό και την απομάκρυνση της πέτρας ουρικού οξέος από τα νεφρά και για υδρωπικία....", "Ο Μ.Μεσσεγκέ το θεωρεί αποτελεσματικό φάρμακο για πολλά είδη αλλεργίας, για τη ναυτία, για το άσθμα, για την αλλεργική καταρροή...". Θεωρείται ότι "δυναμώνει τα κύρια όργανα του σώματος' μυαλό, καρδιά, νεφρά, συκώτι, στομάχι, πνεύμονες" και "καθαρίζει τον οργανισμό από μολυσματικούς παράγοντες". Επίσης, "Τα φύλλα του ξεραμένα και σε μορφή σκόνης συνιστώνται στις μητέρες που θηλάζουν για περισσότερη γαλακτοφορία και στα παιδιά με παράσιτα εντέρου", ενώ για το "κακό σπυρί" "οι πρακτικοί βοτανολόγοι κοπανάνε ρίζες γαϊδουράγκαθων, τις βάζουν στο σπυρί, το δένουν με γάζα 4-5 ώρες, για να ωριμάσει και ν'ανοίξει." Αυτά και τόσα άλλα....για ένα αγριάγκαθο που όταν ανθίζει, προβάλλει όλη την κρυμμένη του εξωτική ομορφιά....


όπως κι η πιο πριγκιπική ξαδέρφη του, η αγκινάρα...




Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Εις τα όρη χαίρει! (ρίγανη, αλλά και ριγανοκεφτέδες!)

Εις τα όρη χαίρει! Ποιός άλλος; Η γνωστή μας ρίγανη! Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" (Etymologicon Μagnum), η ρίγανη ή το ορίγανον εις την αρχαία ελληνική, έπρεπε να γράφεται με "ει", καθώς η ετυμολογία του προέρχεται από τη λέξη όρος (και συγκεκριμένα στη δοτική πληθυντικού "όρει", "τω όρει"= "εις τα όρη") και γάνος= "το σημαίνον την χαράν", δηλαδή "το γαρ ορίγανον εις τα όρη χαίρει", καθώς -αν μη τί άλλο- η ρίγανη βρίσκει τη χαρά της να εξαπλώνεται πανταχού στα όρη του τόπου μας! Υπάρχει, βέβαια, κι η έννοια γάνω= λαμπρύνω, οπότε σύμφωνα με αυτή την εκδοχή (που δεν επιβάλει τη γραφή με "ει"), το ορίγανον "λαμπρύνει τα όρη" μας.




Το Ε.Μ., όμως, δίνει μια ακόμη πιθανή ετυμολόγηση εκ του "οράν" (=βλέπω) και "γάνω", δηλαδή "λαμπρύνον την όρασιν", μιας και θεωρούνταν ότι η ρίγανη βελτίωνε την όραση.
Όλες τούτες τις ανοιξιάτικες μέρες, η πηλιορείτικη φύση δε μας έχει αφήσει παραπονεμένους. Τα δέντρα αρχίσαν να στολίζονται νυφούλες με μπουμπούκια λευκά και ρόδινα και τριανταφυλλιά, τα κτήματα και τα χωράφια πλημμύρισαν μ'αγριολούλουδα λογιώ-λογιώ χρωμάτων, τα λουλούδια στις αυλές αρχίσαν ν'ανασταίνονται και ν' ανθίζουν με το φεύγα του χειμώνα, ο τόπος μοσκοβόλησε κι επιπλέον ένα σωρό καλούδια, μεζέδες ιδιαίτεροι, εποχιακοί, μας χαρίζουν τη νοστιμιά τους αντάμα μ'ένα τσιπουράκι ή ένα μυρωδάτο κρασί! Μεταξύ άλλων (βλέπε: τσιτσίραβα, φτέρες, Άγρια σπαράγγια και βεργιά, γαϊδαροουρές και κούκοι) την τιμητική της έχει η ρίγανη! Όχι η ξερή που συνηθίζουμε σαν καρύκευμα στα φαγητά μας, αλλά η ολόφρεσκη που πρωτοβγαίνει τώρα και συλλέγεται για τους περίφημους ριγανοκεφτέδες!




"Μια απλωσιά, μια χούφτα ρίγανη για τέσσερις πατάτες. Κι αν τους θες νηστίσιμους και δε βάλεις αυγό, βάζεις και μια κουταλιά της σούπας ταραμά. Και λίγη φρυγανιά ή αλευράκι για να σφίξει, αφού δε θά'χεις το αυγό. Μαϊντανό, τριμμένο πιπεράκι, κι ένα μεγάλο κρεμμύδι. Αλατάκι λίγο, γιατί έχει κι ο ταραμάς." Ξεδιαλέγουμε μόνο τις φρέσκες κορφούλες και τα φυλλαράκια και τα βράζουμε με τις πατάτες (κομμένες σε κομμάτια μικρά) για να πάρουν κι αυτές νοστιμιά απ'το ζωμό. Τα στραγγίζουμε καλά, λιώνουμε μ'ένα πιρούνι και προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά. Πλάθουμε τα κεφτεδάκια, τ'αλευρώνουμε και τηγανίζουμε σε καυτό ελαιόλαδο. Κι ύστερα... απολαμβάνουμε!




Πέραν, όμως, της απολαύσεως, από την αρχαιότητα κιόλας ήταν γνωστή η θεραπευτική αξία του φυτού τούτου. Καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"):
"Τονωτικό, ορεκτικό, διεγερτικό.
Καταπραϋντικό και σπασμολυτικό σε πόνους των μυών και σε νοσήματα των πνευμόνων.
Πολύτιμο για προβλήματα του στομαχιού..... Σταματάει την ευκοιλιότητα (το αφέψημα)...
Για αεροφαγία, τυμπανισμό, αέρια....
Αναλγητικό σε οξείς ή χρόνιους ρευματισμούς, σε πόνους μυών και αρθρώσεων (τρία φλιτζάνια με εγχύματα την ημέρα και ζεστά καταπλάσματα).
Σε πονόδοντο (με γαργάρες ή μασώντας ένα κλαράκι).
Αποχρεμπτικό (... σε χρόνια βρογχίτιδα και κοκίτη)
Αντισηπτικό των αναπνευστικών οδών σε άσθμα και φυματίωση των πνευμόνων.
Στυπτικό σε εντερικές διαταραχές και πόνους στην κοιλιά.
Εμμηναγωγό σε περιπτώσεις αμηνόρροιας.
Με εξωτερική χρήση είναι παρασιτοκτόνο (σε φθειρίαση) και επουλωτικό."

Και πόσες άλλες ακόμη ιδιότητες.... Πλούσια σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, αλλά και πλούσια σε φυτικές ίνες που μειώνουν τα επίπεδα χοληστερίνης και τριγλυκεριδίων. Ερευνάται, μάλιστα, και η πιθανή αντικαρκινική της δράση.

Από ορισμένους, λοιπόν, θεωρείται από τα ισχυρότερα "φάρμακα" της φύσης. Πόσο, μάλλον, αν συγκαταλέξουμε στο γένος της και το περίφημο κρητικό δίκταμνο ("Ορίγανον η Δίκταμνος"). Ίσως και για τη δύναμή της αυτή, εκτός της διαπεραστικής μυρωδιάς της, να χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες την έκφραση:"ορίγανον βλέπω" = "δριμύ τι βλέπω" (λεξικόν Δ.Δημητράκου), όπως ο Αριστοφάνης στους "Βατράχους" (604) του:

"Κι όμως θενά δείξω, βρε παιδιά,
πόχω αντρεία καρδιά,
κι αψύ το ανάβλεμμα, σα ρίγανη."
(απόδοση:Α.Μελαχρινού) 

Αλλά και ο Όμηρος(;) στη "Βατραχομυιομαχία" (259):

"ο άξιος Οριγανίωνας, που προσομοίαζε τον ίδιο το θεό Άρη
και που μόνος ανάμεσα στο στρατό των βατράχων νικούσε..." 

δεν επέλεξε τυχαία το όνομα τούτο, καθώς, όπως σημειώνει κι ο Ι.Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό")
"Ο πλάσας το κωμικόν τούτο όνομα είχε κατά νουν και την φράσιν "ορίγανον βλέπειν"= αγριοκυττάζειν' διότι ο Οριγανίων παραβαλλόμενος με τον Άρη πρέπει να ήνε αγριωπός."

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ο Κυπάρισσος και το κυπαρίσσι...

Παρ'όλο που ο χειμώνας δε φάνηκε ακόμα στο βουνό των Κενταύρων (όλες κι όλες κανα-δυό απόπειρες μονάχα έκανε να προβάλει κι αμέσως οπισθοχώρησε), τα ξυλαράκια μας μια χαρά λαμπαδιάζουν στη φωτιά και φυσικά χρειάστηκε να κουβαλήσουμε κι άλλα στην αποθηκούλα. Καθώς έφτιαχνα την τρακάδα, λοιπόν, με τα φρεκοκομμένα, κάθε τόσο σταματούσα ν'ανασάνω μιαν ευωδιά. Ήταν όταν τ'αλυσοπρίονο διάλεγε κανέναν κορμό κυπαρισσιού, ανάμεσα στα τόσα αράδια και τις οξιές, και μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα καθώς σκόρπιζαν τα ροκανίδια! Κύττα μοσχοβολιά, το άτιμο! Τόσα, χρόνια, λοιπόν, δεν είχα να πω και κάτι το ιδιαίτερο για το ψιλόλιγνο κυπαρίσσι, μέχρι που γνώρισα το άρωμά του, και το αγάπησα... Τόσο, που με πιάνει και μια μικρή στεναχώρια, όποτε πετυχαίνω κομμάτι του κι ύστερα το βλέπω να καίγεται στην ξυλόσομπα.


"Ευώδης κυπάρισσος" ... μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ο Όμηρος (ε 64);

Που στόλισε με την ευωδιά του το νησί της Καλυψούς....

"Ξύλα περίσσια στη γωνιά, κέδροι και θυές σκισμένες, 
που μοσκοβόλαε το νησί παντού απ΄ τη μυρουδιά τους. 
Στον αργαλειό της ομπροστά γλυκοτραγούδαε εκείνη, 
και το πανί της έφαινε με τη χρυσή σαγίτα, 
Τριγύρω δάσια φουντωτά με σκλήθρες και με λεύκες, 
και μυρωδάτα ανάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια. 
Λογής πυκνόφτερα πουλιά κουρνιάζανε στα δέντρα, 
γκιώνηδες, και γεράκια, και φωναχτερές κουρούνες 
της θάλασσας, που χαίρουνται να ζούνε στα νερά της. 
και γύρω στις βαθιές σπηλιές της νύφης απλωνόταν

ήμερο κλήμα θαλερό σταφύλια φορτωμένο‡ 
αράδα βρύσες τέσσερες άσπρο νεράκι χύναν, 
κοντά κοντά, μα καθεμιά κι αλλού κατρακυλούσε. 
Πλάγι λιβάδια μαλακά με σέλινα και βιόλες, 
που αθάνατος κι αν ήρχουνταν σε τέτοιες πρασινάδες, 
με θαμασμό θα κοίταζε και θ΄ άνοιγε η καρδιά του."

(απόδοση: Α.Εφταλιώτη)

Αλλά κι ο παραστάτης που στήριζε την οροφή των ανακτόρων του Οδυσσέως ήταν κυπαρισσένιος (ρ 340)




Το ευωδιαστό κυπαρίσσι, όμως, εκτός απ'τη μοσχοβολιά του κρύβει και μια λυπητερή ιστορία....

Ήταν, λοιπόν, κάποτε ένα νέο παλικαράκι που το λέγαν Κυπάρισσο κι είχε αγαπημένο του σύντροφο ένα πανέμορφο ιερό ελάφι. Κάποια μέρα, όμως, μαύρη μέρα, ο Κυπάρισσος κάρφωσε κατά λάθος με το δόρυ του τον αγαπημένο του αυτό σύντροφο και τον σκότωσε. Η οδύνη του νέου για το χαμό του ελαφιού ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε κι ο ίδιος να πεθάνει και παρακάλεσε τους θεούς να κυλούν τα δάκρυά του αιώνια, μέχρι που το κορμάκι του μεταμορφώθηκε σε δέντρο, στο δέντρο τούτο που κυττάζει τους ουρανούς και σιωπηλά πια θρηνεί....




("Οβιδίου Μεταμορφώσεις", απόδοση στη νεοελληνική: Θεοδώρου Τσοχαλή, εκδόσεις του ιδίου, από όπου και οι εικόνες)


Αναφέρει μάλιστα, ο Π.Γ.Γεννάδιος ("Λεξικόν φυτολογικόν") ότι έκτοτε (δηλ. μετά τη μεταμόρφωση του νέου) "το αειθαλές τούτον δένδρον, αφιερωθέν εις τον Πλούτωνα, κατέστη έμβλημα πένθους", για αυτό και αναρτούσαν κλάδο του από τις θύρες "της οικίας εις ην έκειτο νεκρός". "Κυπάρισσοι δ' εφυτεύοντο παρά τους τάφους και τους ναούς και εις τα ιερά άλση (βλ.Παυσανίας)", συνήθεια που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Προσθέτει ότι το ξύλο του είναι "ευωδέστατον και ευέργαστον, ασαπές δε..." και εις τη "βαλσαμώδη οσμήν, τη μεγάλην διάρκειαν" και την αντοχή του ξύλου αυτού στις προσβολές των εντόμων πρέπει να αποδοθεί η "κατά προτίμησιν χρήσις αυτού παρ'αρχαίοις (Θουκυδίδης Β34) και ιδίως παρ' Αιγυπτίοις προς κατασκευή φερέτρων." Επιπλέον, οι αρχαίοι "την ρητίνην της κυπαρίσσου μετεχειρίζοντο εις την ταρίχευσιν των νεκρών, ως φάρμακα δε εχρησιμοποίουν τα φύλλα, τον φλοιόν και τους καρπούς". Κάποτε, αναφέρει, υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση του ξύλου αυτού για την κατασκευή φερέτρων στην Αίγυπτο, που το κυπαρίσσι καλλιεργούνταν συστηματικά στην Κρήτη και η παραγωγή του ξύλου ήταν τόσο επικερδής, ώστε τα κυπαρίσσια δίνονταν ως προίκα στις θυγατέρες, για αυτό και ονομαζόταν "το δένδρον τούτον υπό των Ρωμαίων  "Προίξ θυγατρός""!


Μα, φυσικά, το κυπαρίσσι δε θα μπορούσε να μην τραγουδιέται μέχρι και σήμερα απ'τον λαό μας καθώς, οι θεοί άκουσαν την ευχή του και διατήρησαν αθάνατη την ανάμνηση της λύπης του...

"...Εκεί που θάψανε το νιο εβγήκε κυπαρίσσι 
και κει που θάψανε τη νια εβγήκε καλαμιώνα, 
λυγογυρίζει η καλαμιά, στρέφει το κυπαρίσσι 
κι ένα πουλί κελαήδησε και σ' άλλο το ξηγιόταν: 
-Για δες τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα 
σα δε φιλήθ'καν ζωντανά, φιλιόνται πεθαμένα."

"Βλέπεις σ΄εκείνο το βουνό δυο μαύρα κυπαρίσσια
και κάτωθέν τους κάτασπρην μιάν άλλην στενήν πλάκα;
Σύντας φυσύση άνεμος τες άκρες τους κολλούσι
και τα κλαδιά τους σμίγουσι κι' αρχίζουν και λαλούσι......"

"...Το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι..."

"... Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξεριζώθη 
κι η τέντα η κατακόκκινη και κείνη μαύρη εγίνη, 
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κι ετσακίστη, 
το ασημοκάντηλο έσβησε το σπίτι δε φωτάει."

αλλά και λόγω του επιβλητικού παρουσιαστικού του που σαν να θέλει να φτάσει στα ουράνια...
"...Ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου, 
και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου...".

"Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο, 
μικρό μικρό σου το'δωκα, μεγάλο φέρε μου το. 
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι 
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται, σ' ανατολή και δύση."

Όσο για την ετυμολογία του, η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας δίνει δύο πιθανές εκδοχές: Μία του Ευστάθιου: "κύει παρίσους η κυπάρισσος κλάδους" ("παρίσους κλάδους", παρίσος εκ του παρά + ίσος) Και μία δεύτερη: "Είναι μέγα και υψηλόν δένδρον, εξ ου η κατάληξις -ιττος, -ισσος. Η ρίζα κυπ-, κυβ- (πρβλ. κύβη, κύπελλον), επειδή τα άρρενα άνθη αποτελούν ωοειδείς κεφαλίδας, και το σπέρμα καλύπτεται από καρπικά λέπια."



Υ.Γ.1 Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, Κυπάρισσος ήταν κι ο "υιός του Μινύαντος και αδελφός του Ορχομενού από του οποίου λέγεται ότι ωνομάσθη η εν Φωκίδι πόλις Κυπάρισσος, (Ευστάθιος)" (Λεξικό Νικολάου Λωρέντη)

Υ.Γ. 2 Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του για τα βοτάνια ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") συγκαταλέγει και το κυπαρίσσι! Μας πληροφορεί ότι το αφέψημα από τα πράσινα κυπαρισσόμηλα, χρησιμοποιούμενο με ξύδι, σταματάει την τριχόπτωση και σκουραίνει τα μαλλιά, το βάμμα κυπαρισσιού (30-60 σταγόνες) πριν τα γεύματα είναι πολύτιμο για τις αιμορροϊδες και τους κιρσούς, αλλά και κατά τη δυσμηνόρροια, τη μητροραγία, την εμμηνόπαυση. Το αιθέριο λάδι του πάνω στις μαξιλαροθήκες είναι αντισπασμωδικό σε κοκίτη και βήχα, τα καβουρντιμένα σαν καφές κυπαρισσόμηλα είναι αντιδιαρροϊκά και το ξύλο του κυπαρισσιού αν το βράσουμε και πιούμε το ζουμί του όταν έχουμε γρίπη είναι εφιδρωτικό.

Αλλά, ως ευώδες, είναι κι αποσμητικό, όταν πλένουμε με έκχυμα κυπαρισσόμηλων δύσοσμα πόδια. Επιπλέον αν βράσουμε μια χούφτα ροκανίδια σ'ένα λίτρο νερό και πλύνουμε το πρόσωπό μας, θα καθαρίσει βαθιά και θα λάμψει, ενώ αν ρίξουμε στη μπανιέρα νερό όπου βράσαμε κυπαρισσόμηλα θα νιώσουμε ευεξία. Τέλος, τα κλωνάρια των κυπαρισσιών διώχνουν τις μύγες και τα κουνούπια, έτσι σε κάποια σπίτια τα κρεμούν από τις στέγες. Το αιθέριο λάδι, αν και βγαίνει με απόσταξη, μας ενημερώνει ότι μπορούμε να το φτιάξουμε και ως εξής: "Σ'ένα μπουκάλι με φαρδύ στόμιο βάζουμε ελαιόλαδο, τεμαχισμένα κυπαρισσόμηλα μαζί με φύλλα και τρυφερά βλαστάρια και το αφήνουμε 20 μέρες στον ήλιο. Ύστερα μπορούμε να το χρησιμοποιούμε σε επαλείψεις για αντινευραλγικό και αντιρρευματικό."