Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτοχρονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά)

Κάλαντα, Αθήνα 1950-60-Βούλα Παπαϊωάννου
 

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε έθιμα και παραδόσεις ο νους μας πάει στην ύπαιθρο και στην επαρχία. Έτσι σπάνια κανείς πετυχαίνει αναφορές για τα της πρωτευούσης. Προφανώς γιατί τα περισσότερα σβήσανε νωρίς... Ας πάρουμε μια "λαογραφική γεύση", λοιπόν, από τον εορτασμό του Δωδεκαημέρου στην παλιά Αθήνα από την πένα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) και τα σπουδαία έργα του "Αἱ παλαιαὶ  Άθῆναι" και "Ἰστορία τῶν Ἀθηναίων -Τουρκοκρατία" (τρίτομο):

Νικηφόρου Λύτρα-Τα κάλαντα (1872)

"Τὸ Δωδεκαήμερον ἤρχιζεν ἀπό τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἐτελείωνε τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων. Κατ' αὐτὸ ἰδίως ἐσωρεύθησαν αἱ πλεῖσται θρησκευτικαὶ προλήψεις, δοξασίαι, δεισιδαιμονίαι καὶ ἐορτασμοί. Ἐλέγετο δὲ κοινῶς "τοῦ Κολοβελονίου" ' διότι κατ' αὐτὰς τὰς ἠμέρας ἤρχοντο οἱ καταχθόνιοι οὖτοι Δαίμονες [...] " ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

(Δ.Γρηγορίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")


 "Τότε ἐπέρχεται η στρατιὰ τοῦ Βάκχου, ἠ ὁποία ἀοράτως κρυφοζῇ εἰς τοὺς δρυμοὺς καὶ εἰς τὰ κάρκαρα [...], τότε τὰ μεσάνυχτα τῆς παραμονῆς ἐπέρχοναι κατὰ τῆς πόλεως διὰ νὰ παρενοχλήσουν ἰδίως τοὺς αὐστηροὺς τηρητὰς  τοῦ νἐου θρησκεύματος: τὶς γρῃές. Ἅν δὲ εἰσέρχονται διὰ τῆς καπνοδόχης, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ πορτίτσα εἶναι ἀσφαλῶς κλεισμένη καὶ Σταυρὸς διὰ κατραμίου εἰς τὸ ὑπέρυθρον σχηματισμένος. [...] Καὶ ἐν τούτοις τὸ ὄρθιον καὶ εἰδικὸν ξύλον τὸ ὀποῖον τοποθετεῖ ἡ γραῖα εἰς τὴν παραφωτιὰν, δίδουσα κ' εἰς αὐτὸ τοῦ Καλικαντζάρου το ὄνομα: Κολοβελόνη ἐν Ἀθήναις ἀποκαλουμένου -ὡς ἀπεδείξαμεν ἀλλοτε [...] πρόκειται περί τῆς αὐτῆς λέξεως, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ αἰχμηρὰ φύλλα ἔχον δένδρον: ὁ Κέντρος λέγεται καὶ Κάντζαρος- τὸ ξύλον αὐτὸν τῆς παραφωτιὰς καιόμενον δημιουργεῖ πολύτιμον τέφραν τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς περισυλλέγουσα ἡ γρῃὰ ραντίζει μὲ αὐτὴν τὸ ἀμπελάκι της." ("Αι παλαιαί Αθήναι")

καλικάντζαροι

"Τότε, ὅλες ᾑ ψυχαὶς, καλαὶς καὶ κακαίς, εἶναι στὴ γῆ - λύμα τὰ δαιμόνια. ᾙ καλαὶς βλέπουν τοὺς συγγενεῖς των ποῦ τοὺς ἔχουν ἀποθυμίσῃ καὶ ᾑ κακαὶς εἶναι οἱ κολοβελόνηδες. Εἴχαν δὲ καὶ ἄσβυστο-ἀκοίμητο- καντῆλι διὰ τῂς ψυχαὶς καὶ δεν ἐνυκτέρευον ' μιὰ πεθερὰ ὄμως δὲν 'μποροῦσε νὰ βλέπῃ τὴ νύφη της νὰ κάθεται τὸ βράδυ σταυροχεριασμένη καὶ τῆς λέει "ἔλα νύφη νὰ ξεμματίσωμε κουκιὰ" καὶ καθήσανε στὴν παραφωτιὰ ' μόνε βλέπουν εὐθὺς καὶ κατεβαίνουν ἀπό τὰ κεραμίδια δύο ἄγριοι κολοβελόνηδες' ὁ ἕνας κρατοῦσε ματσοῦκι καὶ ὁ ἄλλος καλάμι. Καὶ ἐκεῖνος ποῦ κρατοῦσε τὸ καλάμι ἐδειρε τὴ νύφη χωρὶς νὰ πονέσῃ καὶ πολὺ, καὶ ὁ ἄλλος ποῦ κρατοῦσε τὴν ματσοῦκα κατασκότωσε τὴ γρηὰ στὸ ξύλο. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τῆς ποινῆς ἐτραγώδουν διὰ φωνῆς δαιμονιώδους τὸ ἆσμα:

"Παρωρίταις εἴμαστε,

παράωρα γυρίζομε

κουκκιὰ δὲν ξομματίζομε.

Βάρα τὴ γρηὰ μὲ τὴ ματσοῦκα

καὶ τὴν νειὰ μὲ τὴν καλάμα.""

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ' & Α"')

Κάλαντα, Αθήνα 1950-Κωνσταντίνος Μεγαλοκονόμος

 

" Τὸ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ψαλλόμενον ὑπὸ τῶν παίδων ἐν Ἀθήναις ᾇσμα δὲν εἷναι τὸ γνωστὸν: "Καλὴν ἐσπὲραν ἄρχοντες, κ.τ.λ.", ἀλλ' ἕτερόν τι ἔχον οὕτω: 

Χριστόγεννα, πρωτόγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ κόσμου,

ὀποῦ 'γεννήθη ὅ Χριστὸς νὰ σὠσῃ τοὺς ἀνθρὠπους.

Στὸ μέλι ἐγεννήθηκε, στὸ γάλα ἀναθράφη.

Τὸ μέλι τρῶν' οἱ ἀρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες.

.............................................................................

Καὶ βάλε τὸ χεράκι σου στὴν ἀργυρῆ σου τσέπη' 

ἀν εἶναι χίλια, δός μάς τα, κι' ἀν εἶν' καὶ δυὸ χιλιάδες

ἀν εἶναι τρεῖς καὶ τέσσαρες, κι' αὐτὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι.

Σ'αὐτὸ τὸ σπῆτι ποὔρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραϊσῃ

κι' ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνους πολλοὺς νὰ ζήσῃ." *

 ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

[* π.β. : ευχετήρια κάλαντα Φώτων στο Πήλιο- "καλησπερίσματα" ]

κάλαντα-μοιρασιά, Αθήνα 1950-Δημήτρης Χαρισιάδης

"Τὴν ἥμέραν τοῦ Ἀγίου Βασιλείου κατ' ἐξαίρεσιν δὲν ἐσκούπιζον, ἔκρυπτον μάλιστα τὴν σκοῦπα, τὸ θυμάρι ὅπως τὴν ἔλεγον, καὶ οὔτε ἀνέφερον τὸ ὄνομὰ του. 

Ἐπήγαινον δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κρύπτοντες εἰς τὰ θυλάκιά των ἔν ρόδι καὶ ἐπιστρέφοντες ἐσπαζον τοῦτο εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς λέγοντες: "Χρόνια πολλὰ κι' εὐτυχισμένα".

Τὴν μεσημβρίαν ἔκοπτεν ὁ οἰκοδεσπότης τὴν βασιλόπητταν εἰς τὰ τέσσερα σταυροειδῶς. 

Μετὰ τὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ τὸ τραπέζι ἐστρώνετο ἐκ νέου καὶ ὅστις τοὺς ἐπεσκέπτετο ἐλάμβανε κάτι ἐξ αὐτοῦ, συνήθως γλύκισμα.

Δῶρα ἄλλα πλὴν χρυσῶν νομισμάτων δὲν ἐδίδοντο. Χάριν τῆς ἐπικρατούσης κατὰ την ἡμέραν ταύτην ἐλευθεριότητος ἔλεγον τὴν παροιμιώδη ἔκφρασιν, "Ὀ Άϊ Βασίλης κάμπος μὲ τὰ λουλούδια"." ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

 

Σπυρίδωνος Βικάτου - Χριστουγεννιάτικο δένδρο (προ 1932)

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

 

"Πολὺ χαρακτηριστικὴ εἷναι ἡ πρὸς τὸν Γεννάρην -Καλαντάρην- ἀπευθυνομένη ἰδίως προσφώνησι:

Κατὰ τὸ δεῖπνον δηλ. τῆς παραμονῆς τὰ κορίτσια τοῦ σπιτιοῦ τὴν πρώτην μπουκιὰ ποῦ ἔβαζαν εἰς τὸ στόμα των τὴν ἀπέσυρον μὲ τρόπον καὶ τὴν ἐφύλαττον μὲ προσοχή. Οἱ γεροντότεροι προσποιοῦντο ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνοντο τοῦτο. Ὅταν δὲ ἐπήγαιναν νὰ κοιμηθοῦν αἱ κόραι, ἐτοποθέτουν τὴν μπουκιά των αὐτὴν κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν των. Μὲ τὸ πρῶτον ὄνειρον -αὐτὸ ἧτο σημαντικὸν καὶ μυστηριῶδες- ἐξυπνοῦσαν, ἔπαιρναν τὴν μπουκιὰ ποῦ ἦτο κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι των, ἄνοιγον τὸ παράθυρον, τὴν ἐπετοῦσαν καὶ προσφωνοῦσαν ὡς ἐξῆς:                           

Ὥ Γεννάρη Καλαντάρη

καὶ καλὰ καλαντισμένε!

Ἐκεῖ στὴ Γέννα ποῦ θὰ πᾷς καὶ κεῖ ποῦ θὰ γυρίσῃς,

ἐκεῖ 'ναι ᾑ Μοίραις τῶν Μοιρῶν καὶ ἡ δική μου ἡ Μοῖρα.

Ἄν εἶναι πλούσια καὶ καλή, πές της νἀρθῇ να μ'εὕρῃ,

κι' ἄν εἶναι καὶ πεντάφτωχη, πάλι νἀρθῇ νὰ μ' εὕρῃ."

("Αι παλαιαί Αθήναι")

 

κουραμπιέδες -Βούλα Παπαϊωάννου

(Σημ. Τα κείμενα του Καμπούρογλου αφορούν, προφανώς, εποχές παλαιότερες εκείνων που απεικονίζουν οι φωτογραφίες (από το αρχείου Μουσείου Μπενάκη). Βέβαια εκείνα τα χρόνια δεν ήταν έτσι ραγδαία η εξέλιξη και οι αλλαγές στον κοινωνικό βίο, στα ήθη και στα έθιμα...)

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Τα κάλαντα

Ένα πρωτοχρονιάτικο διήγημα του Στρατή Τσίρκα:


 Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.
       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.
       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;
       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.
       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!
       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.
       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:
       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;
       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.
       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.
       — Τί λές, μω­ρέ!
       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.
       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.
       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.
       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».
       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.
       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.
       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.


Πη­γή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).


Διαδικτυακή πηγή: Ιστορίες Μπονζάι

Καλή κι ευλογημένη Χρονιά!!!

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Το μοιρασμένο φλουρί...

του Παύλου Νιρβάνα...

[Τὸ φλουρὶ τοῦ φτωχοῦ]

"Τὸ πρῶτο φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας, ποὺ μοῦ ἔπεσε, βγῆκε μοιρασμένο. Ἦταν ἀληθινὸ φλουρί, γιατί ὁ πατέρας μου τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συνήθιζε νὰ βάζει στὴ βασιλόπιτα τοῦ σπιτιοῦ μας μιὰ χρυσὴ ἀγγλικὴ λίρα.

Πῶς ἔρχονται τὰ πράματα καμιὰ φορά!

Ὁ πατέρας μου, ὄρθιος μπροστὰ στὸ ἁγιοβασιλιάτικο τραπέζι, ἔκοβε τὴν πίτα, ὀνοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πρὶν κατεβάσει τὸ μεγάλο μαχαίρι τοῦ ψωμιοῦ. Ἀφοῦ ἔκοψε τὸ κομμάτι τοῦ σπιτιοῦ, τῶν ἁγίων, τὸ δικό του καὶ τῆς μητέρας μου, πρὶν ἀρχίσει τὰ κομμάτια τῶν παιδιῶν, σταμάτησε σὰν νὰ θυμήθηκε κάτι.

- Ξεχάσαμε, εἶπε, τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νά ῾ρθει ὕστερα ἀπὸ τοὺς ἁγίους. Ἂς εἶναι ὅμως. θὰ τὸ κόψω τώρα κι ὕστερα θ᾿ ἀρχίσω τὰ κομμάτια τῶν παιδιῶν. Πρῶτα ὁ φτωχός. Κατέβασε τὸ μαχαίρι καὶ εἶπε:

- Τοῦ φτωχοῦ.

Ἔπειτα θὰ ἐρχόταν τὸ δικό μου κομμάτι, ποὺ ἤμουν ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τὰ παιδιά.

Καθὼς τραβοῦσε ὅμως τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ, γιὰ νὰ κόψει τὸ δικό μου, τὸ χρυσὸ φλουρὶ κύλησε στὸ τραπεζομάντιλο. Τὸ κόψιμο τῆς πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κι ὁ πατέρας ὅλους μας.

-Ποιανοῦ εἶναι τώρα τὸ φλουρί; εἶπε ἡ μητέρα μου. Τοῦ φτωχοῦ ἢ τοῦ Πέτρου; Ἐγὼ λέω πῶς εἶναι τοῦ Πέτρου.

Ἡ καημένη ἡ μητέρα! Τὸ εἶχε καημὸ νὰ πέσει σ᾿ ἐμένα.

-Οὔτε τοῦ φτωχοῦ εἶναι, εἶπε ὁ πατέρας μου, οὔτε τοῦ Πέτρου. Τὸ σωστὸ σωστό. Τo φλουρὶ μοιράστηκε. Ἦταν ἀνάμεσα στὰ δυὸ κομμάτια. Καθὼς τὰ χώρισα μὲ τὸ μαχαῖρι, ἔπεσε κάτω. Τὸ μισὸ λοιπὸν εἶναι τοῦ φτωχοῦ, τὸ μισὸ τοῦ Πέτρου.

- Καὶ τί θὰ γίνει τώρα; ρώτησε στενοχωρημένη ἡ μητέρα μου.

- Τί θὰ γίνει;... Συλλογιζόμαστε κι ἐμεῖς.

- Μὴν πονοκεφαλᾶτε, εἶπε ὁ πατέρας. Ἄνοιξε τὸ πορτοφολάκι του, ἔβγαλε ἀπὸ μέσα δυὸ μισὲς χρυσὲς λίρες (τὸ χρυσάφι δὲν εἶχε κρυφτεῖ ἀκόμα) καὶ τὶς ἀκούμπησε στὸ τραπέζι.

- Νά, τί θὰ γίνει. Αὐτὴ φυλάξτε τη, νὰ τὴ δώσετε στον πρῶτο ζητιάνο, ποὺ θὰ χτυπήσει τὴν πόρτα μας. Εἶναι ἢ τύχη του. Ἡ ἄλλη μισὴ εἶναι τοῦ Πέτρου. Καὶ μοῦ τὴν ἔδωσε.

- Καλορίζικη! Καὶ τοῦ χρόνου, παιδί μου! Εἶσαι εὐχαριστημένος;

Ἤμουν καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Ἡ ἰδέα μάλιστα πὼς είχα συντροφέψει μὲ τὸ φτωχὸ μὲ διασκέδαζε.

- Θὰ τοῦ τὴ δώσω ἐγὼ μὲ τὸ χέρι μου, εἶπα καὶ γελούσαμε ὅλοι μὲ τὴν παράξενη τύχη μου.

Τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ πείραζαν. Ὁ σύντροφος τοῦ φτωχοῦ. Μονάχα ὁ πατέρας μου δὲ γελοῦσε.

Ἐκεῖνος μὲ τράβηξε κοντά του, μὲ φίλησε καὶ μοῦ εἶπε:

- Μπράβο σου! Εἶσαι καλὸ παιδί.

Τὸ ἄλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε ἡ πόρτα. Κάτι μοῦ ἔλεγε πὼς ἦταν ζητιάνος, ποὺ ἔφτανε βιαστικὸς νὰ πάρει τὸ μερίδιό του. Ἔτρεξα στὴν πόρτα μὲ τὴ μισὴ λίρα. Ἦταν ἕνας γέρος φτωχός, μὲ κάτασπρη γενειάδα, γυρτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια, καὶ τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μουρμούριζε εὐχές.

- Πάρε, παππού, τοῦ εἶπα. Ὁ γέρος, ποὺ δὲν ἔβλεπε καλὰ καὶ τοῦ εἶχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα ἀπὸ τὰ χρονιὰ τὸ χρυσὸ νόμισμα, τὸ ἔφερε κοντὰ στὰ μάτια του, γιὰ νὰ τὸ κοιτάξει καλύτερα. Δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς κρατοῦσε χρυσάφι στὰ χέρια του, τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ποὺ ὅλοι ἔδιναν στοὺς φτωχοὺς δίλεπτα καὶ μονόλεπτα.

- Τί εἶναι αὐτό, παιδάκι μου; μὲ ρώτησε.

-Μισὴ λίρα εἶναι, παππού, τοῦ εἶπα. Πάρε την, δική σου εἶναι.

Ὁ καημένος δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψει. Μήπως ἔκαμες λάθος, παιδάκι μου; Γιὰ ρώτησε τοὺς γονεῖς σου.

Τοὺ ἐξήγησα μὲ τί τρόπο εἴχαμε μοιραστεῖ τὸ φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας. Ὁ γέρος ἔτρεμε ἀπὸ τὴ χαρά του. Σήκωσε ψηλὰ τ᾿ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ εἶπε:

-Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος! Νὰ ζήσεις, παιδάκι μου, καὶ νὰ σὲ χαίρονται οἱ γονιοί σου. Καὶ ὁ Θεὸς νὰ σ᾿ ἀξιώσει νὰ ῾χεις πάντα ὅλα τὰ καλὰ καὶ νὰ τὰ μοιράζεις μὲ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδικημένους. Τὴν εὐχή μου νά ῾χεις!

Μοῦ ἔδωσε τὴν εὐχή του, σήκωσε πάλι ψηλὰ κατὰ τὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ κατέβηκε μὲ τὸ ραβδί του τὴ σκάλα."


Καλή Πρωτοχρονιά!

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Ενας αλλιώτικος Αη Βασίλης...

του Νίκου Ψιλάκη (Εκδόσεις ΚΑΡΜΑΝΩΡ,  http://karmanor.gr/el)


"Τον είχα γνωρίσει κι εγώ. Χειμώνας καιρός, με τον ουρανό να φοβερίζει και τους παλιούς χωμάτινους δρόμους γεμάτους. Βιάζονταν οι άνθρωποι, άλλος να σπείρει, άλλος να μαζέψει τις ελιές του. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Άη Βασίλης. Ούτε ράσα και καλυμμαύχια ούτε κόκκινες κάπες.

Στα πρώτα παιδικά χρόνια με ξυπνούσε ο πατέρας κάθε πρωί Πρωτοχρονιάς με τα κάλαντα. Σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, άρχιζε να καλαναρχεί κι η φωνή του έμοιαζε με αρχαίο ψαλμούδισμα:

«Ταχιά - ταχιά 'ναι αρχιμενιά, ταχιά 'ναι αρχή του χρόνου...» έλεγε κι έφερνε μπροστά μου το θάμα.

Χρόνο με το χρόνο το έμαθα κι εγώ το τραγούδι. Και χτυπούσα πόρτες για ν' ανοίξουν και να μπει ο δικός μου Άη Βασίλης φορτωμένος με όλα τα μυριάκριβα δώρα του κόσμου, στάρια και κριθάρια και λάδια κι ελιές. Όλα τ' άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Όλα εκτός από τα γράμματα, τον ανυποχώρητο πόθο των γονιών μας. Γιατί κι ο Άη Βασίλης πήγαινε κάποτε στο σχολειό. Κάποτε, όταν ήταν μικρός - έτσι δεν λένε τα κάλαντα; Τον προκαλούσαν οι μεγάλοι, τον ρωτούσαν, όπως μας ρωτούσαν κι εμάς:

«Και σαν κατέχεις γράμματα, πες μας την άλφα βήτα...»



Ξωμάχος ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης. Με στιβάνια και τρίχινο γαμπά (ρασίδι το λέγανε στα μέρη μας), με μια λουράτη ποδιά γεμάτη καρπό και δεμένη στη χοντρή κρασόχρωμη ζώνη του. Ίδιος ο παππούς, έτσι τον ένιωθα, προφανώς θα είχε κι εκείνος μεγάλες μουστάκες και γένια. Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που κάποιοι παλιοί τον είχαν κάμει τραγούδι κι έλεγαν πως ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε ο νιογέννητος Χριστός όταν βγήκε να περπατήσει στον κόσμο. Τον είδε ν' αλετρίζει και τον χαιρέτησε:

«Ταχιά - ταχιά 'ναι αρχιμενιά, ταχιά 'ναι αρχή του χρόνου

ταχιά 'ναι που περπάτησε ο Κύριος στον κόσμο

και βγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες

κι ο πρώτος που χαιρέτησε ήταν ο Άη Βασίλης:

- Ώρα καλή σου, Βασιλειό, καλό ζευγάρι -ν- έχεις...

-Καλό το λέει αφέντης μας, καλό κι ευλοημένο

απού το βλόησ' ο Θεός με τη δεξά του χέρα

με τη δεξά, με τη ζερβή, με τη μαλαματένια.

- Πες μου, να ζήσεις, Βασιλειό, τι σπέρνεις την ημέρα;

- Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε

ταγή και ρόβι δεκοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

- Μα σένα, αφέντη, σου 'πρεπε το πιο καλό ζευγάρι

το μαύρο και το μελισσό και το στεφανοκέρι

να 'ναι τ' αλέτρι σου χρυσό και μάλαμα ο ζυγός σου

τ' απανοζεύλια του ζυγού να 'ναι μαργαριτάρι

να 'ναι και το βουκέντρι σου βασιλικού κλωνάρι...»



Ζευγολάτης ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης. Σαν όλους τους άλλους, ένας απ' όλους εκείνους που κινούσαν κάθε πρωί για τα χωράφια τους φορτωμένοι με τα σπορικά και τα ζυγάλετρα. Κι έζεφνε τα καματερά, και κρατούσε βουκέντρι, κι έσπερνε στάρι και κριθάρι, κι έκανε τη γης να βλασταίνει. Ούτε ράσα και καλυμμαύχια ούτε κόκκινες κάπες σαν αυτές που φόρεσαν οι ζωγράφοι της κατανάλωσης στον ροδαλό γεράκο της παγκόσμιας φτιασιδωμένης κουλτούρας.

Σε τούτα τα μέρη και οι άγιοι δεν αντέχουν να μένουν μόνο ζωγραφιές και να την αράζουν ξένοιαστοι στα εικονοστάσια· κατεβαίνουν στη γης, μοχτούν μαζί με τον εργάτη και τον ρεσπέρη, σπέρνουν, αλωνίζουν, συνάζουν τον καρπό κι αφήνουν πάντα ρεγάλο για τα πουλιά και τα περδίκια. Έτσι γιατί τούτος ο κόσμος ανήκει και σε μας και σ' εκείνα, ανήκει και στους αγίους που παραστέκουν τους δουλευτάδες. Όλοι έχουν το μερτικό τους από τα γεννήματα της γης.

«Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε...». Ίσως τόσο χρειαζόταν το νοικοκυριό του για τον επόμενο χρόνο. Έτσι επέβαλλε ο πολιτισμός της αυτάρκειας. Στάρι, κριθάρι, ρόβι, ταγή. Τούτος ήταν ο πλούτος. Το Άγιο Ψωμί που το μοιράζονταν οι άνθρωποι με τους αγίους, που το έκαναν προζυμένιο κι εφτάζυμο, πρόσφορα κι άρτους, που ζύμωναν βασιλόπιτες κι ανεβατά λουκούμια για τη μεγάλη μέρα, την πρώτη του χρόνου.

Όλα τα άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Το ήξερε ακόμη κι ο Άη Βασίλης, που ακόμη και τούτη τη μεγάλη μέρα, την Αρχιχρονιά, κρατούσε την έχερη κι αλέτριζε της γης για να καρπίσει.

Από τον Νίκο και τη Μαρία Ψιλάκη (και τη φαμίλια τους) πολλές ευχές για τον καινούργιο χρόνο. Με τις αξίες του πολιτισμού μας ψηλά. Και γλυκοσαλισμένα τα χείλη.



ΥΓ 1. Κάθε που ακούω τα παλιά κάλαντα συνάζω τον πλούτο των λέξεων: στεφανοκέρι είναι το ζώο που τα κέρατά του σχηματίζουν στεφάνι, μελισσό το μελισσόχρωμο.

ΥΓ 2. Στη φωτογραφία: λεπτομέρεια από εικόνα του φίλου Τάκη Μόσχου."

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

"Τα πρώτα μας Χριστούγεννα"



της Μαρίζας Κωχ
από το νοσταλγικό αυτοβιογραφικό αφήγημά της "Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης" (εκδόσεις: Μεταίχμιο)

"Φθινόπωρο 1952
Ο "Γλάρος", το καράβι της άγονης γραμμής, σαλπάρει για τα νησιά των κυκλάδων από τον Πειραιά κάθε Δευτέρα μεσημέρι. Χρόνια τώρα κάνει αυτή τη διαδρομή. Όλοι λένε πως είναι σαπιοκάραβο, αλλά όλοι μ'αυτό ταηιδεύουν! Κάνουν τον σταυρό τους κι ανεβαίνουν![...]
Μόλις που προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο κατάστρωμα του πλοίου, η αδερφή μου η Ειρήνη, ο κυρ Φώτης, ο ταχυδρόμος του χωριού μας, κι εγώ. Ο κυρ Φώτης είχε αναλάβει από τη μάνα μας να μας παραδώσει στην οικογένεια του αδερφού της, του θείου μας του Μανώλη, στο χωριό μας, στη Μέση Γωνιά Σαντορίνης.
[...]

Τα πρώτα μας Χριστούγεννα, 1952
Μετά από λίγο καιρό, έφθασαν και οι μέρες των Χριστουγέννων.
Ο παπα-Μανώλης, ο δεύτερος παπάς του χωριού, πήγε στο σχολείο να κάνει κατηχητικό στα παιδιά και να τους μιλήσει για τα Χριστούγεννα. Πήγα κι εγώ εκείνη την ημέρα. Μου άρεσε τόσο πολύ, που δεν έγραφε τίποτα στον πίνακα και που όλο έλεγε κι έλεγε πράγματα που τ'άκουγα για πρώτη φορά!
Αγάπησα τους Τρεις Μάγους, τα γαϊδουράκια και τα προβατάκια που ζέσταιναν με την αναπνοή τους τη φάτνη του Χριστού με τα άχυρα και αισθάνθηκα μεγάλο θυμό για τον βασιλιά Ηρώδη. Στο τέλος μας έμαθε και τα κάλαντα και ήμασταν έτοιμοι να τα πούμε αποβραδίς, την παραμονή των Χριστουγέννων, κρατώντας τα φαναράκια μας. Όλα θα ήταν ονειρεμένα, αν δεν είχα ακούσει ότι αυτή την τελευταία βδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα οι άντρες του χωριού είχαν κανονίσει παρέες παρέες, να κατεβαίνουν στις μάντρες όπου η κάθε οικογένεια είχε το γουρούνι της και το μεγάλωνε για να το σφάξουν!... Θα πήγαινε κι ο Χαράλαμπος με τον αδερφό του το Νίκο.
Στις αυλές των σπιτιών επικρατούσε μια αναταραχή. Διάλεγαν ποιά κομμάτια του ζώου θα κρατούσαν για μαγείρεμα τα Χριστούγεννα, ποιά θα γίνονταν λουκάνικα, ποιά θα έμπαιναν στο λίπος για να φυλαχθούν για τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλο κρέας δεν υπήρχε όλο τον χρόνο. Έβαζαν στη μάντρα πάλι ένα γουρουνάκι να μεγαλώσει για τα άλλα Χριστούγεννα. Τα σκυλιά και τα γατιά της γειτονιάς τριγύριζαν στα ταρατσάκια μήπως ξεκλέψουν κανένα μεζέ! Όσοι άντρες δε φοβούνταν μην τους μαλώσει ο παπάς, επειδή ήταν ακόμη νηστεία, τηγανίζανε και τρώγανε τσιγαρίδες και πίνανε μπρούσκο κρασί. Ευτυχώς που εμείς στο σπίτι του θείου δεν είχαμε γουρούνι, ούτε η κυρία Ζαμπέλη στο διπλανό σπίτι.
Εκείνες τις ημέρες, για να μη βλέπω και να μην ακούω τί γίνεται στο χωριό έπαιρνα τα κατσικάκια μου κι έφευγα μακριά στα χωράφια.
Ήρθε η παραμονή των Χριστουγέννων. Εμείς τα παιδιά με το φαναράκι μας αναμμένο κι ένα καλαθάκι στο χέρι γυρίζαμε το χωριό μικρές μικρές ομάδες και λέγαμε τα κάλαντα. Στο καλάθι που κρατούσαμε και τί δε μας έβαζαν μέσα οι νοικοκυρές! Αυγά, πορτοκάλια, κουλούρια, κίτρινα παξιμάδια σαν της θείας μου και ζαχαρωτά. Τί χαρά που νιώθαμε!
Το πρωί πριν ξημερώσει, χτύπησε η καμπάνα των Χριστουγέννων. Λουσμένες και μπανιαρισμένες στη σκάφη, όπως σε κάθε γιορτή, από την προηγούμενη ημέρα, η αδερφή μου κι εγώ με τα καλά μας καινούρια φορέματα, που μας είχε στείλει η μάνα μας απ'την Αθήνα, ξεκινήσαμε για την εκκλησία για να κοινωνήσουμε. Η θεία δεν ήρθε γιατί έπρεπε να μαγειρέψει για το μεσημέρι. Μαζί μας ήταν κι η γιαγιά η Μαρία και η γιαγιά το Ρηνιώ.
Η θεία μου είπε μυστικά πριν πάω μπροστά στον παπά για να κοινωνήσω να πω στην αδερφή μου τη φράση: "Συγχώρα με". Μετά να ανοίξω το στόμα μου για να μεταλάβω με μεγάλη προσοχή, κι όχι βιαστικά, όπως κάνω όλες μου τις δουλειές! Και αφού κοινωνήσω, να μη μιλήσω και μόνο το σταυρό μου να κάνω.
Στην εκκλησία σκεφτόμουνα συνέχεια τί κακό έχω κάνει στην αδερφή μου και πρέπει να της πω συγχώρα με. Ήρθε η ώρα να κοινωνήσουμε. Όλα τα παιδιά στη σειρά. Η αδερφή μου μπροστά από μένα γυρίζει ξαφνικά και μου λέει στ'αυτί: "Συγχώρα με, Μαρία!" Έμεινα άφωνη. Ήμουνα ήδη μπροστά στον παπά και πριν προλάβω να πω κι εγώ στην αδερφή μου να με συγχωρέσει, ο παπάς με κοινώνησε!
Πρώτη φορά κατάλαβα και ένιωσα τί είναι τα Χριστούγεννα. Έξω απ'την εκκλησία ο κύριος Λάμπρος πουλούσε τις στριφτές, μελένιες καραμέλες. Ο θείος μας είχε δώσει από ένα πεντακοσάρικο και αγοράσαμε κι εμείς. Μέχρι το μεσημέρι ακόμη της γλείφαμε και παλεύαμε να τις τελειώσουμε. Όλα ήταν αλλιώτικα τούτη τη μέρα. Το μεσημέρι όλοι γύρω απ'το τραπέζι κι ένα μεγάλο ταψί στη μέση. Χοιρινό με πατάτες! Για μια στιγμή πήγα να θυμηθώ τί γινότανε τις προηγούμενες μέρες στο χωριό που έσφαζαν τα γουρούνια. Αλλά αμέσως το έβγαλα απ'το μυαλό μου.
Η πρώτη μου σκέψη τώρα είναι να μάθω τα κάλαντα για την Πρωτοχρονιά. Έπαιζα κουτσό με τ'άλλα κορίτσια στην αυλ'ή της κυρίας Βιολέτας που έλειπε και έλεγα τα λόγια: "Αρχιμηνιά κι αρχίχρονια, ψηλή μου δενδρολιβανιά...".
Την παραμονή της Πρωτοχρονιά όλα έγιναν όμορφα όπως και τα Χριστούγεννα. Με το φαναράκι, το καλάθι και τα γλυκά. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς φάγαμε κοκκινιστό. Όταν τελειώσαμε το φαγητό, ο θείος μας φώναξε να φέρουμε τους κουμπαράδες μας και μας έριξε μέσα χρήματα, την "καληχέρα" όπως μας είπε. Καληχέρα μας έδωσε κι ο παππούς όταν πήγαμε και του είπαμε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς...
Οι μέρες των γιορτών κυλούσαν χωρίς να χτυπάει η καμπάνα του σχολείου κι ήμουνα πολύ ευχαριστημένη γι'αυτό! [...]"

Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

-Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

Κοντοζυγώνανε τα Χριστούγεννα κι εγώ πυρετωδώς πάσχιζα να στριμώξω στις ώρες πού'μουν ξυπνητή τα τόσα πού'χα να κάνω, να ξεμπερδεύω, βρε αδερφέ, με όλα τούτα που μαζεύτηκαν και μαζεμό δεν είχαν, να τα συμμαζέψω επιτέλους, να τα δω όμορφα και ταχτικά, να προφτάσω να πάρω μιαν ανάσα για να στολίζω τη Φάτνη με χαμόγελο κι όχι με όψη ασφυξίας! Κι όλο κάτι έβγαινε στη μέση κι εκεί που καθάριζα έπρεπε ξανά-μανά να στοκάρω και να περιμένω και να στεγνώσει το άτιμο για να περάσω ένα χέρι μπογιά και - ούπς!- να ξαναθέλει τώρα καθάρισμα μετά από όλα τούτα! Ήτανε κι οι ελιές που τελειωμό δεν είχανε (Τ'ακούς φιλενάδα; Εσύ να τ'ακούς! Πού σε ρώτησα αν έχει μαξούλι φέτος κι αν θα με χρειαστείτε για δουλειά και μου τσαμπούνισες ένα "Εεε...κάτι έχει..θα το πάρουμε και το λαδάκι μας και φέτος..." και, δε λέω, Δόξα να έχει ο Ύψιστος, αλλά "Ποιό "λαδάκι" μας μωρέ τρελή που θα φτάσει Πάσχα κι εμείς ακόμη θα μαζώνουμε;;!) και μου "τρώγανε" όλες τις φωτεινές ώρες της μέρας, κι ήταν και τα μαστόρια που, επιτέλους, θυμήθηκαν να καταφθάσουν λίγο καιρό πριν αποχαιρετήσουμε τη χρονιά και βρέθηκα παραμονές Χριστουγέννων κατάκοπη να σπάω με το τσεκούρι τα παλιοσάνιδα της στέγης του μπάνιου για προσανάμματα, να μπογιατίζω τοίχους και να καρφώνω καλώδια μες στη μαύρη νύχτα με το φακό! Τέλος πάντων, παραμονές τα κατάφερα και ξεμπέρδεψα με μια σπονδυλική στήλη να διαμαρτύρεται για τα πάντα και τους πάντες - κι αυτό το έρ'μο το στρώμα που βούλιαζε κι είπα να το αλλάξω για να σωθώ και κατέφθασε το καινούριο ,μα τόσο εντυπωσιακά ακλόνητο, σαν να ξαπλώνεις στο μπετό, μα τόσο πολύ που, στοίχημα πάω, και μενίρ να πέσει πάνω του, ανέπαφο θα τ'αφήσει, δε θα το καταφέρει να γουβιάσει ούτε τόσο δα... ε κι αυτό το στρώμα, λοιπόν, εναντίον της, να μη μπορεί να ξαποστάσει πουθενά..- κι εδέησα κι εγώ να στολίσω! Όχι πολλά πράγματα... λίγο λιόπουρνο στις πόρτες για το καλό, λιγοστά φωτάκια, ένα μικρό ξύλινο δεντράκι μα, πάνω από όλα, τη λιλιπούτεια Φάτνη μας...



Ήτανε χρόνια πριν που η μάνα μου, με τα χέρια της τα θαυματουργά, έπλασε από πηλό μια μικρή Παναγιά να κρατά αγκαλιά το Θείο Βρέφος, δίπλα της τον Ιωσήφ, έναν φοίνικα και τρία αρνάκια. Λιτή κι απέριττη την τοποθετούσαμε κάθε Χριστούγεννα στο σχιστόλιθο πάνω στο τζάκι. "Δε φτιάχνεις και τους Μάγους;" την ξεσήκωσα κάποτε. Κι ύστερα την άλλη χρονιά "Κι ένα γαϊδουράκι μήπως; Και το μοσχάρι να ζεσταίνει με την ανάσα του το μωρό;" Κι έτσι κάθε χρονιά η εικόνα μεγάλωνε. Νά'σου κι οι βοσκοί, νά'σου κι άλλα αρνάκια, κι ένα τσοπανόσκυλο να τα φυλάει, κι οι καμήλες των μάγων κι οι άγγελοι... Τί θα φτιάξουμε φέτος; Τί λείπει ακόμη; "Μιαν ελιά!", "Πώς θα την φτιάξω την ελιά, είναι δύσκολη;" ,"Ε, εσύ θα τα καταφέρεις..Κι είναι κι ένα βοσκόπουλο στην εικόνα που καθιστό παίζει τον αυλό."...Κι έτσι η μικρή μας φάτνη έγινε μικρή υπερπαραγωγή! Κι είναι το κύριο μέλημά μου κι η χαρά να τη στολίζω κάθε χρόνο, ακόμη κι όταν δεν έχω διάθεση για στολίδια και γιορτές. Μόλις, λοιπόν, τοποθετώ και το τελευταίο μικροσκοπικό αρνάκι, ναι, είμαι έτοιμη πια να καλωσορίσω τα Χριστούγεννα...



"Σπάνια βλέπεις φάτνη πια... Εσύ, που καταγράφεις τα λαογραφικά, θα πρέπει να αρχίσεις να τις φωτογραφίζεις... θα τις καταργήσουνε κι αυτές." μού'πε η μάνα μου. Δεν έχει κι άδικο. Παραμορφωμένοι αγιοβασίληδες, ξωτικά, πολύχρωμα λαμπάκια και κάθε λογής δέντρα πολυφορτωμένα δεσπόζουν παντού, αλλά σχεδόν τίποτα δε θυμίζει πια την ουσιαστική έννοια των Χριστουγέννων, τη γέννηση του Χριστού. Κι άντε να δεχτώ πως για την Πρωτοχρονιά υιοθετήσαμε τον Σάντα-Κλάους της κόκα-κόλας και της αμερικανιάς και τον ταυτίσαμε με τον δικό μας Άη Βασίλη, αλλά μου κακοφαίνεται πάρα πολύ που τα τελευταία χρόνια, κατά τα χολλυγουντιανά πρότυπα, του αλλάξαμε και ημερομηνία και τον καλωσορίζουμε την νύχτα της Γεννήσεως. Και να ακούω κάτι μικρά να με ρωτάνε Χριστουγεννιάτικα "Ξέρεις τί μου έφερε ο Άη Βασίλης;" . "Πότε, καλέ, ήρθε και σού'φερε δώρο ο Αη Βασίλης;". "Μα χθες...αφού ήταν Χριστούγεννα." Βέβαια, ίσως δε θά'πρεπε να απορώ, μιας κι αν καλούμουν να χαρακτηρίσω μ'ένα όνομα την εποχή μας πολύ πιθανόν να την ονομάτιζα "η εποχή της σύγχυσης", σύγχυσης κάθε λογής εννοιών και αξιών, λέξεων και θέσεων, λογικής και συναισθημάτων, με όλες τις σημασίες που αποδίδει το λήμμα της σ'ένα κοινό λεξικό (π.χ. βλ. Μείζον Ελληνικό Λεξικό: σύγχυση= ανακάτωμα, μπέρδεμα/ έλλειψη σαφήνειας/ ψυχική ταραχή/ (νομ.) συσκοτισμός της διάνοιας που ελαφρύνει ή αίρει τον καταλογισμό) και τα μικρά παιδιά, φυσικά, είναι τα πρώτα που βάλλονται από όλο τούτο το σκηνικό. Να κρατηθώ, λοιπόν, και να μην προχωρήσω στην επόμενη ερώτηση: "Μα, τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;"



Καλή Χρονιά σε όλους!!!

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο Γενάρης, οι Μοίρες και το κυνηγητό της Τύχης...

"Ένας πατέρα κεφαλή,

δώδεκα γιοι ποδάρια
και κάθε γιος στη ράχη του
έχει τριάντα κόρες.
Καθε βραδύ πεθαίνει η μια
ταχιά γεννιέται η άλλη..."

Νέα χρονιά, νέος μήνας...

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Ο Γενάρης είναι ο πιο ψυχρός και πιο βροχερός μήνας του Χειμώνα. Με το έμπα του, ξεσκίζει τα πέλαγα και σωριάζει στα βουνά αμέτρητα χιόνια. Τα κρύα του κρυσταλλώνουν τις λιθαρόβρυσες κι οι αγέρηδές του μουγκρίζουν στις στέγες των σπιτιών, σα λαβωμένα θηρία. Κανένας άλλος μήνας δεν θυμώνει τόσο πολύ όσο ο Γενάρης. Λες κι έχει προηγούμενα με τους ανθρώπους και τα ζωντανά της φύσης.
Το παγερό του χνώτο σε φτάνει, όπου κι αν βρίσκεσαι, και σε περονιάζει ως το κόκαλο. Οι άνθρωποι ντύνονται σαν τα κρεμμύδια και τις μακρές του βραδιές κάθονται ανάγυρα στα παραγώνια και σοφίζονται ένα σωρό παραμύθια κι ιστορίες. Κουβεντιάζουν ολάκερες ώρες και παίρνουν σβάρνα όλες τις πτυχές της ζωής. Και τί δε λένε! Αρχίζουν απ'τον πέρα μαχαλά και φτάνουν ως τον δώθε. Πώς να μεσιάσουν τούτες οι νύχτες! Γι'αυτό από μερικές θ'ακούσεις να λένε πως: "Οι γεναριάτικες νύχτες, για να περάσουν, θέλουν συντροφιά και κουβέντα."


Τσαρούχης, "Γενάρης"
Την πρώτη μέρα του Γενάρη οι άνθρωποι γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου και τον Άη-Βασίλη. Τον κατάκοπο κι ασπρομάλλη Γέροντα, που φέρνει, από μακριά, τα δώρα στα αθώα παιδιά και σκορπάει καινούρια όνειρα και νιόφαντες ελπίδες στις σκέψεις και στις καρδιές των μεγάλων ανθρώπων. Η αρχιμέρα αυτή τούτο το μήνα, με τη διπλή γιορτή, πανηγυρίζεται, απ' άκρη σ' άκρη, με ιδιαίτερη χαρά και σπάνια ξεφαντώματα.
Ο λαός μας την πρώτη μέρα του Γενάρη τη θέλει συννεφιασμένη και κρυερή "για να μην μπορέσει να λιάσει η αρκούδα τ'αρκουδόπουλά της", γιατί τό'χει σε κακό. Οι ξώμαχοί μας πιστεύουν πως άμα τα λιάσει, η χρονιά δε θα πάει καλά. Θα φέρει πολλά ανάποδα.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα με το θαμποχάραμα. [...]
Μόλις τελειώσουν το τραγούδισμα τα παιδιά, οι νοικοκυρές τα φιλεύουν νομίσματα και γλυκά κι εκείνα φεύγουν χαρούμενα γι' άλλα σπίτια και γι' άλλες γειτονιές.
Ιδιαίτερο χαρακτήρα γιορτασμού παίρνει η αλλαγή της χρονιάς, στα χειμαδιοκόνακα. Η Πρωτοχρονιά για τους τσελιγκάδες, γι' αυτούς τους ανθρώπους των βουνών μας, έχει μεγάλη σημασία και θεωρείται ξεχωριστή μέρα μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Απ' την παραμονή, κιολας, της αρχιμηνιάς αρχίζουν οι προετοιμασίες και τ'αναστατώματα στα τσελιγκάτα. [...]
Σύνταχα της Πρωτοχρονιάς, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγγαδίσια νερά γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουνε μέσα στο θαμποσκόταδο, χορεύοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ' τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε ' "θα μας πάει καλά η χρονιά και τα πράγματά μας θα προκόψουν".
Αν, όμως, τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. Πιστεύουν πως η χρονιά θά'ναι κακιά κι ανάποδη. Πως θα φέρει πολλά παιδέματα, κακοπάθειες και πεθαμούς.
Την αρχιχρονιά, αυτός που θά'ρθει στα κονάκια, εύχονται όλοι τους νά'χει καλό ποδαρικό. Πρωτομπαίνοντας δε μέσα στο καλύβι τους, πρεπει να πατήσει με το δεξί του πόδι, για το καλό του χρόνου. Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν, μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά. "Θηλ'κά", θα τ'ακούσεις απ'τον τσοπάνη.
Για τον ίδιο σκοπό, πάλι, ταϊζουν τα γιδοπρόβατά τους και φακή την ημέρα αυτή. Μ'όλα αυτά οι τσοπάνηδες πιστεύουν πως φέρνουν γούρι στα μαντριά τους κι αυγατίζουν τα κοπάδια τους.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς κι ο πιο ανάποδος μπιστικός μπαίνοντας στο μαντρί του, θα κάνει το σταυρό του και θα σιγοειπεί και μιαν ευχή: "Καλή χρονιά με το κοπάδι μου και μ'όλο το βιος μου". [...]"




Γράφει κι ο Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών") για "της τύχης το κυνηγητό":
""Ο λαός πλάθει μες στα όνειρά του κόσμους καλύτερους από τούτον τον πεζό, όπου ζει και βασανίζεται" (Γιάννης Βλαχογιάννης)
Πλάθει και ποθεί και κυνηγάει τους κόσμους αυτούς μ'όποιον τρόπο μπορέσει. Όσο κι αν βλέπει να περνούν τα χρόνια του "ίδια πάντα κι απαράλλαχτα", όσο κι αν αναγκάζεται να ομολογεί πως "κάθε πέρσι και καλύτερα", κρατάει πάντα τις ελπίδες του γερές για τα μελλοντικά και κυνηγάει το καλύτερο και περιμένει... [...]
Ο λαός -χρόνια τώρα με την παράδοση και τη λαχτάρα- έχει μάθει καλά τα τερτίπια του κυνηγητού της Τύχης, τα μυστικά για το κάλεσμα και τη φιλία της. Κι αν δεν το καταφέρει να τη φέρει κοντά του από μονάχη της, βάνει σ'ενέργεια άλλους τρόπους μαγικούς, που την κάνουν, λέει, θέλοντας και μη να του χαρίσει, έστω και για μια χρονιά, την ευτυχία. [...]

Πώς να περάσω Ανατολή, πώς να περάσω Δύση,
να πά' να βρω την Τύχη μου να με παρηγορήσει;
Σηκώνει τα παιδιά της απ'τα χαράματα η νοικοκυρά, τα πλένει, τα φρεσκαλλάζει, τα καμαρώνει παστρικά και ροδοκόκκινα' νά'ναι καλά, να ξυπνάνε έτσι χαρούμενα και γερά όλον τον χρόνο. Βάζει το γιο του ο πατέρας να δουλέψει από πρωί την τέχνη του, ν'ανοίξει ένα βιβλίο, να διαβάσει λίγο' να γίνει προκομμένος μέσα στη χρονιά, όχι τεμπέλης κι άπραγος δίχως γνώση. Ο κάθε νοικοκύρης σήμερα, έχει δεν έχει, θα βάλει όλα του τα δυνατά να τα βολέψει πλουσιοπάροχα, να φάνε τα παιδιά του και τα ζώα άφθονα κι αρχοντικά. Χαρούμενοι όλοι τους μπρος στα αγαθά τους, πρέπει να περάσουν τούτην την "χρονιάρα" μέρα ευχαριστημένοι. Δεν πρέπει να γκρινιάζουν, δεν πρέπει να πικραθούν, δεν πρέπει να πεινάσουν. Να μη μελετήσουν καν τις λέξεις τις κακές -φτώχεια, κρύο, φυλακή, ξυπολισιά, ψύλλοι, περονόσπορος, χτικιό, θανατικό- που όλον τον χρόνο τους βασανίζουν. Σήμερα, μελετάνε μόνο το καλό. Ποιός ξέρει! Μπορεί η Τύχη να ξεγελαστεί και να το πάρει απόφαση, πως μπήκε πια στο σπίτι τους η γειάκαι η καλοπέραση.[...]
-"Κι εσύ κορίτσι, που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιον άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά απ' τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Και σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψέ τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά, και στάσου εκεί, την ώρα τα μεσάνυχτα, και πες:
Ω Γενάρη, καλαντάρη, και καλά καλαντισμένε,
εκεί στις Άκριες που θα πας, κι εκεί που θα γυρίσεις
εκεί 'ναι οι Μοίρες των Μοιρών και η δική μου Μοίρα'
αν είναι πλούσια και καλή, πες της να'ρθεί να μ'εύρει,
αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να'ρθεί να μ'εύρει.
Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο, και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες."
Ο Ιανουάριος, ο πρώτος μήνας του έτους, οφείλει το όνομά του στη θεότητα των Ρωμαίων Ιανό.

"Διπρόσωπος θεός της Ιταλίας. Είναι ο θεός κάθε αρχής, και στις
ρωμαϊκές προσευχές αναφερόταν πρώτος [...] Δεύτερη ιδιότητα του Ιανού ήταν του φρουρού και του προστάτη των δημόσιων εσόδων και εξόδων. Για αυτό και τα ιερά του βρίσκονταν κοντά στις πύλες και σ'όλες τις διασταυρώσεις. [...] Το περίεργο είναι πως ο Ιανουάριος ήταν αρχικά ο ενδέκατος μήνας του ρωμαϊκού έτους και μόνο αργότερα έγινε ο πρώτος." (από το "Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Λάμψα)

Γράφει για το Γενάρη κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "...όνομα που έδωσαν στον Ιανουάριο προς τιμήν του θεού Janus, που ήτο θεός της ειρήνης και του πολέμου." Ο βασιλιάς Νουμάς (715-672π.Χ.) "προς τιμήν του Ιανού ανήγειρεν είς την αγοράν της Ρώμης ναόν, ο οποίος εσυμβόλιζε την αρχήν και το τέλος της βλαστήσεως και είχε τας πύλας του εν καιρώ μεν πολέμου ανοικτάς, εν καιρώ δε ειρήνης κλειστάς. Επί του ναού ο Νουμάς ετοποθέτησε και άγαλμα του θεού Ιανού, όπου παρίστατο διπρόσωπος, και το μεν ένα πρόσωπον έβλεπε προς Ανατολάς, το δ'άλλο προς Δυσμάς." Όσο για την αντιστοιχία του με το Αττικό ημερολόγιο, ο Ιανουάριος, πάνω-κάτω, αντιστοιχούσε με τον αρχαίο μήνα "Γαμηλιών" κατά τον οποίο γίνονταν και οι περισσότεροι γάμοι. Κι όσο για τις δημώδεις ονομασίες του ο Βρετάκος μας πληροφορεί πως λέγεται "Γενάρης, αλλά και εσφαλμένα Γεννάρης εκ παρετυμολογίας προς το "γέννα", Μεσοχείμωνος, Κρυαρίτης (επειδή κατ'αυτόν δυναμώνει το κρύο), Κλαδευτής (διότι είναι κατάλληλος δια την κλάδευσιν μήνας), Καλαντάρης ή Καλεντέρης, Τρανός, Μέγας μήνας ή Μεγαλομηνάς(κατ'αντίθεσιν προς τον Φεβρουάριον που λέγεται Μικρός ή Κουτσός)."


Ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες") μας δίνει κι άλλες λαϊκές ονομασίες του απ'την Κρήτη, όπως "Κατσουλομήνας, γιατί τότε οι γάτες οργιάζουν, Χειμωνιάρης, γιατί ο χειμώνας έχει μπει για τα καλά, Γεννολοήτης, γιατί τότε γεννοβολάνε τα κοπάδια". Σύμφωνα με τις ονομασίες αυτές, είναι κι οι περισσότερες παροιμίες που αφορούν το Γενάρη:
Γενάρη μήνα κλάδευγε, φεγγάρι μην ξετάζεις.
Το Γενάρη κόψε κλήμα και φεγγάρι μη γυρέψεις. 
Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θά'ν' τον Αλωνάρη.
Χιόνιασ' έβρεξε ο Γενάρης, ούλοι οι μύλοι μας αλέθουν.
Χειμωνιάτικη η Γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
Χαράς τα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βρεχούμενη, τ'αμπάρια γεμισμένα. 
Το Γενάρη το ζευγάρι, διάβολος θε να το πάρει.
(επειδή κατά το Γενάρη η αροτρίωση είναι παράκαιρη κι ανώφελη) 
Ο Γενάρης κι αν γεννά του καλοκαιριού μηνά.
Ο Γενάρης κι αν γεννάται, του Καλοκαιριού θυμάται.
(αφορούν τις Αλκυωνίδες μέρες) 
Κόψε ξύλο το Γενάρη και μην καρτερείς φεγγάρι.
Γενάρη, Καλαντάρη, τα κορίτσια σου πού τά'χεις στα θολόσταχτα κρυμμένα;
Ο λαγός και το περδίκι κι ο κακός ο νοικοκύρης τον Γενάρη χαίρονται. 
Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.
(για τη διατροφή) 
Όποιος θε να βαμβακώσει, το Γενάρη θε να οργώσει.
(ειδικά για το βαμβάκι) 
Αδελφέ Μιχάλη, τώρα το Γενάρη, οι δυο ένας γίνονται κι ο μοναχός κουβάρι.
(επειδή το ψύχος είναι δριμύ.)
Στσοι δεκαεφτά του Γεναριού, είν' κερά τ' Αγιαντωνιού. Τοτεσές κερά μαντόνα, είν' η φούρια του χειμώνα

Καλό μήνα, καλή χρονιά!

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς!

Ένα από τα παραδοσιακά και δημοφιλή εδέσματα του Δωδεκάμερου, ιδιαιτέρως της Πρωτοχρονιάς αλλά συχνά και των Χριστουγέννων εδώ στο Πήλιο είναι η γεμιστή κότα. Φαγητό που συναντάμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος τούτες τις γιορτινές μέρες.Κι αν και πλέον η παραλλαγές στη γέμιση ποικίλλουν με τους διάφορους νεωτερισμούς, βασικό συστατικό νοστιμιάς αποτελεί πάντα το πηλιορείτικο κάστανο. Αλλά ας δούμε πως τη φτιάχνει μια φίλη, ακολουθώντας τη συνταγή που έμαθε από τη "μανιά" (γιαγιά) της:

Καταρχάς, η γέμιση:


"Τσιγαρίζουμε σ'ελαιόλαδο τα συκωτάκια και το στομαχάκι ψιλοκομμένα με κρεμμυδάκι. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο μαϊντανό και τα κάστανα (ωμά, ξεφλουδισμένα φυσικά) να τσιγαριστούν κι αυτά και τέλος ρίχνουμε κομματάκια τυρί (φέτα)."


Όσο για την κότα, αφού την καθαρίζουμε και την πλένουμε καλά, "ράβουμε πρώτα το "γκαργκαλιάνο" (λάρυγγα) και την τρυπούλα που αφήνει η "γάσγα" ("σακουλάκι")


και μετά γεμίζουμε και ράβουμε από πίσω".


Κι είναι έτοιμη για βράσιμο.


Σε νεράκι με λίγο αλάτι, πιπέρι και λαδάκι την καπακώνουμε και τη βράζουμε όλη νύχτα σε χαμηλή φωτιά.


"Τη βράζαμε νύχτα όταν έσβηνε το τζάκι με λίγη φωτιά για να μην ανοίξει η "γιόμιση". Ένα δαυλί έπρεπε νά'χει από κάτω." 'Ετσι, σιγά-σιγά και σκεπασμένη ροδίζει.

Κι ύστερα το πρωί:
"Την βγάζεις την κότα και φτιάχνεις το ζουμάκι σουπίτσα με ρυζάκι ή μανεστρούλα. Ανοίγεις την κότα και σε μια πιατελίτσα δίπλα βάζεις τη γέμιση."

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο"):
"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα."
Η κότα, όμως, τούτες τις μέρες πρωταγωνιστεί και αλλαχού. Άλλο αν ,πολλές φορές, εδώ και χρόνια, αντικαταστάθηκε με την ξενόφερτη γαλοπούλα. Παρατηρεί ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών"):
"Ήταν φυσικό, το ξενικό και καλοθρεμμένο αυτό πουλερικό (η γαλοπούλα) ν'αποτελεί κι ένα καλό δώρο (πεσκέσι) για φίλους ή ισχυρούς άρχοντες τις μέρες των Χριστουγέννων, που από παλιά απαιτούσαν στο γεύμα τους όρνιθα ή πετεινό. Οι παλιές παροιμίες έλεγαν: "Κότα πίτα τον Γενάρη (που είναι παχιά τα πουλερικά) και παπί τον Αλωνάρη." Ή, στον Πόντο: "Του Χριστού, όλ'αναλλάζουνε' και τα πετεινάρια σφάζουνε". [...]
Από την Κέρκυρα έχουμε περιγραφή, σχετικά πρόσφατη (1934), για τον αρχοντομαγείρευτο γάλο, που τον παραγέμιζαν με σταφίδες, κανέλα, γαρούφαλο, κουκουνάρα, και που τον "βάφτιζαν" τελετουργικά στο ζεστό νερό την παραμονή των Χριστουγέννων, φωνάζοντας τη λέξη "Χρίστος" (για να μην πουν Χριστός), καθιστώντας τον έτσι ευλογητικό φαγητό. Ο πολύς λαός όμως παντού εσυνέχιζε να περνά τα Χριστούγεννα με βραστή όρνιθα ή πετεινό (καπόνι), που έδιναν την εποχή αυτή και καλό ζουμί, και μόνο σε περίπτωση αρραβώνας προσπαθούσε να στείλει γαλόπουλο στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς."

Ο Ι.Κρίκελλος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική") σημειώνει: "Στη Βάλτα μολονότι το κρέας αφθονούσε μετά τη σφαγή του γουρουνιού, εντούτοις έσφαζαν κι ένα μικρό πετεινάρι «για να ματώσ' του σπίτ'». Κατάλοιπο, προφανώς, των αρχαίων θυσιών, για εξευμενισμό των δαιμόνων, προκειμένου να χαρίσουν καλοχρονιά στους σπιτικούς."

Όσο για τη γεμιστή πρωτοχρονιάτικη κότα, σίγουρα η γέμισή της, πέραν της νοστιμιάς, κρύβει και έναν συμβολισμό για την υποδοχή της νέας χρονιάς. Εξάλλου, στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι είθισται να παρατίθεται το πιο πλούσιο γεύμα, ώστε από τη χρονιά που θα ακολουθήσει να μη λείψει τίποτα. Μια κότα γεμιστή, θα μπορούσε να πει κανείς "εμπλουτισμένη", και μάλιστα με γέμιση που αποτελείται από καρπούς (κάστανα, καρύδια, κουκουνάρια, μύγδαλα, σταφίδες, κ.α., ανάλογα τον τόπο και την παραλλαγή) δε μπορεί να μην υποδηλώνει την ευχή της οικογένειας για ευκαρπία και την ελπίδα της ότι θα υποδεχτεί ένα νέον έτος πλούσιο σε κάθε λογής αγαθά.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Το ποδαρικό της αγελάδας κι άλλα έθιμα πρωτοχρονιάτικα!



("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Το βράδυ τούτο, που όλος ο κόσμος περιμένει την αλλαγή και μαζί με την αλλαγή του χρόνου και την αλλαγή της τύχης του, δεν κοιμάται, αν δε βεβαιωθεί για "τα μέλλοντα συμβήναι άγνωστα τοις θνητοίς" και αν δε γνωρίσει το άγνωστο τμήμα της Μοίρας του. Γι'αυτό και παίζει, γι'αυτό και γλεντάει, γι'αυτό και κάνει διάφορα μαντέματα.
Στο Δρυμό της Μακεδονίας, σαν συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχουλεύοντας τα παχνιά με τα χέρια του, μάζευε κάμποσα σπυριά στάρι, όπως έπεφτε απ'τ'άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπειρί για τον καθένα, τόβαζε στη ζεστή πλάκα της "παρστιάς" του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα πού θα πήγαινε, την ώρα που θάσκαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας. Κι' αν σκάζοντας πετούσε προς τ'απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γερωσύνης, για κείνον που το βάζανε. Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν'αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας....[...]
....τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας [...] κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ'ένα καθρέφτη περίμεναν ν'ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ'τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ'έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Τ'όνομά που άκουσα, νά είναι τ'όνομά του!
Του χρόνου νάναι κύρης μου, κι εγώ νά'μαι κυρά του."

(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Για τον Κρητικό κάτοικο της υπαίθρου ο Άγιος Βασίλης ήταν ζευγολάτης που ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια για να προλάβει τη σπορά πριν προχωρήσει ο χειμώνας. Έσπερνε κριθάρι, σιτάρι, ταγή και ρόβι, όπως λένε τα κάλαντα, όπως έκανε και ο κάθε κρητικός αγρότης. [...]
Για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες πρωτοχρονιάτικες επισκέψεις, οι άνθρωποι λάμβαναν τα μέτρα τους επιλέγοντας για το ποδαρικό της χρονιάς ένα παιδί "άκακο και προκομμένο". Ωστόσο, σε πολλές περιοχές δεν το διακινδυνεύανε. Αντί για άνθρωπο επέλεγαν ένα ζώο ή ένα εικόνισμα. Κατά γενικό κανόνα, οι οικογένειες που είχαν ως κύρια κατεύθυνσή τους την αγροτική παραγωγή, επέλεγαν μιαν αγελάδα για να τους κάνει το ποδαρικό. Κι αν είχαν ως προτεραιότητα την κτηνοτροφία, ένα πρόβατο. [...]
Το πρωί της Αρχιχρονιάς φρόντιζαν να βάλουν την αγελάδα στο σπίτι, να την κεράσουν με ψωμί ή γλυκίσματα και να την αφήσουν εκεί για κάμποση ώρα. Αλλού είχαν ζυμώσει ειδικά κουλουράκια τα οποία κρεμούσαν στα κέρατά της, ένα στο καθένα, και αλλού ειδική πίτα, τη βουιδόπιτα, πάνω στην οποία είχαν βάλει ένα κορδόνι με ζυμάρι και είχαν σχηματίσει το ζυγό, σύμβολο της επίπονης αλλά και της ευλογημένης και έντιμης εργασίας, όπως και της καλής σοδειάς. Θεωρούσαν πολύ καλό σημάδι το να "κατουρήσει μέσα στο σπίτι" η αγελάδα.[...]
Τα κουλούρια που κρεμούσαν στα κέρατα των βοδιών γίνονταν με το ζυμάρι των πρωτοχρονιάικων ψωμιών. Ήταν η "καλή χέρα" που έπαιρναν τα ζώα. [...]"


(Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)






("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Σύνταχα την Πρωτοχρονια, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγκαδίσια νερά, γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά, για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουν μες στο θαμποσκόταδο, χορέυοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ'τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε..[...] Αν όμως τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. [...]
Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά....."


(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Αλλά κι εδώ στα χωριά μας στο Πήλιο, έτσι θυμούνται οι παλιοί: "Στην αλλαγή του χρόνου έβανε η μάνα μου ένα μεγάλο κουτσουμπάνι στη φωτιά να καίει όλη μέρα. Έσβηνε την παλιά φωτιά κι έβαζε καινούρια μ'αυτό." Και το πρωί, "πάαινε η μάνα μου, έπαιρνε μια πέτρα και την έβαζε πίσω απ'την πόρτα για νά'ναι το σπίτι γερό, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Πάαινε το πρωί κι έπαιρνε με το κανάτ' νερό στη βρύση για νά'ναι αμίλητο και τό'φερνε να πιούμε στα ποτήρια."



(Νίκος Καζαντζάκης, "Αλέξης Ζορμπάς", εκδόσεις Δημητράκου)


"Στη Σούδα και σ'άλλα μέρη της Κρήτης την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, τα παιδιά περνούσαν και σπάζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών από μια "ασκελετούρα" λέγοντας "χρόνια πολλά!".
Στα χωριά της Πρέβεζας, κρεμούσαν κρεμμύδες στις πόρτες των σπιτιών ή τις βάζανε στα κεραμίδια, "για να διώχνουν τα κακά". [...]
Οι μπότσικες, οι κρεμμύδες, τα σφερδούκλια και οι ασκελετούρες είχαν τον ίδιο σκοπό και το ίδιο νόημα. Όλα τούτα είναι σύμβολα της μακροζωϊας και της ανανέωσης του ανθρώπινου οργανισμού, που τόσο τα ποθούσε ο άνθρωπος και τα δυο, γιατί τούτα τα φυτά, αντί να μαραθούν και να σαπίσουν, όταν τα ξεριζώνουν και τα χωρίζουν από τη μάνα γη, αυτά όχι μόνο δε μαραίνονται και δεν σαπίζουν, μα βγάζουν καινούρια φύλλα και νέα βλαστάρια από το σώμα τους...."


(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)

("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Καλή Χρονιά!

Χρόνια πολλά, όμορφα και λεύτερα!