Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστού...

 

"Μὴ ζητῆς εἰς τὰς θλίψεις σου παράκλησιν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ παρακληθῆς ἀπὸ τὸν Θεό. 

Ἡ γέφυρα διὰ τῆς ὁποίας διαβαίνομεν πάντες εἶναι ἡ συγχώρησις είς τοὺς πταίοντας' καὶ ἄν τὸν πταἰοντα δὲν συγχωρῆς, χαλᾶς τὴν γέφυρα, ὅθεν ἤθελε διαβῆς. Γίνου λοιπὸν τύπος καλὸς καὶ παράδειγμα εἰς τοὺς ἀλλους διὰ τῶν ἔργων σου τῶν καλῶν καὶ εὐάρεστων τῶ Κυρίω, καὶ μὴ θἐλε διὰ τῆς γλώσσης σου νὰ νικήσεις τοὺς πάντες. 

Μὴ νομίζης ἀνάπαυσιν, ὁπόταν ὁμιλήσης ἐάν ζητήσης νὰ εὕρης τὸ δίκαιον. Τὸ δίκαιον εἶναι νὰ ὑπομένης ἀνδρείως τὸν ἐπερχόμενον πειρασμὸν διὰ νὰ βγῆς νικητής, κἄν ἔπταισες ἤ δὲν ἔπταισες. Εἰ δὲ καὶ λέγεις' "μά, διατί;" μάχεσαι τὸν Θεό, τὸν ἀποστείλαντα λυπηρὰ διὰ τὴν ἐμπαθῆ σου κατάστασιν. Ὁ Θεὸς μᾶς παιδεύει διὰ νὰ ἔλθουμεν εἰς ἀπάθειαν. Καί, ἀν δὲν τὰ βαστάζης, ὄντως τὸν Θεὸν πολεμεῖς." 

(ΣΤ' Ἐπιστολή)



"...Μὴ κρύπτης λύπην εἰς τὴν καρδίαν σου. Διότι ἡ χαρὰ τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ λύπη, ἡ ἀθυμία, ἐξ ἧς γεννῶνται πολλὰ καὶ ἐξ ὧν γεμίζει πικρίαν ἡ ψυχή τοῦ ἔχοντος ταῦτα. Ἐνῶ τοῦ μετανοοῦντος ἡ διάθεση λέγει: "Ἥμαρτον, συγχώρησον πάτερ!" Και διώκει τὴν λύπην. "Μήπως, λέγει, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος ἀσθενής; Λοιπόν, τί ἔχω νὰ κάνω;" Όντως, τέκνον μου, οὕτως ἔχει. Ἔχε θάρρος. 

Μόνο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ὅταν ἔλθη, τότε στέκει στὰ πόδια ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλέως, χωρὶς χάριν, πάντοτε περιτρέπεται καὶ πάντοτε πίπτει. Ἀνδρίζου λοιπόν καὶ μὴ φοβῆσαι ποσῶς..." 

(ΙΘ' Ἐπιστολή)

 


"...Πᾶν ὅ,τι προξενεῖ ἡδονὴν θεραπεύεται μὲ οδύνην..." 

(ΚΓ' Ἐπιστολή)

 


"...Εἰς τρεῖς τάξεις διαιρεῖται ἡ χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Εἰς τρεῖς καὶ ἡ πολιτεία: Κατὰ φύσιν, ὑπὲρ φύσιν, παρὰ φύσιν. Εἰς αὐτὰς τὰς τρεῖς τάξεις ἀνέρχεται καὶ κατέρχεται. Τρία εἶναι καὶ τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπου λαμβάνει: Θεωρία, ἀγάπη, ἀπάθεια...."  

(Ι' Ἐπιστολή)

 


"...Ἡ δὲ σάρξ χωρὶς τὴν χάριν οὐ δύναται ποιῆσαι οὐδέν. 

Ἡ σάρξ μὴ οὔσης τῆς χάριτος ἀρνεῖται τὸν Ἰησοῦν. Φωνάζει ἀλέκτωρ. Μιμνήσκεται ὁ Πέτρος. Κλαίει πικρῶς. Φωνάζει τὸ "ἥμαρτον". Ἀλλὰ κρύπτεται πάλιν εἰς τὸ ὑπερῶον. Φοβεῖται τοὺς Ἰουδαίους. Ὡσὰν ποντικὸς κτυπᾶ ἡ καρδιά του αἰσθανόμενος τοὺς γάτους ἀπ' ἔξω. "Συν σοί, λέγει, κἄν δέη ἀποθανεῖν με"! Δὲν Σὲ ἀρνοῦμαι, λέγει, ὅταν εἶναι ὁ Χριστός. Ἀλλὰ τρεῖς Τὸν ἀρνεῖται, ὅταν φεύγη ὁ Χριστός. 

Βλέπεις λοιπόν;Ἐννοεῖς τί μέγα μυστήριον κρύπτεται ἐδῶ εἰς τὸν λόγον; Χριστὸς ἐντυγχάνει ὑπὲρ ὑμῶν ἐν Ἁγίω Πνεύματι. Δι' αὐτὸ ὅταν ἔρχεται γινόμεθα ρήτορες. Οἱ ψαράδες διδάσκαλοι. Οἱ πόρνοι σωφρονοῦν. ΟἹ κλέπται δὲν κλέπτουν. Καὶ ὅλοι μετανοοῦν. Καὶ ποιός ἐνήργησεν ὅλα αὐτά; Ὁ μόνος εἰδώς. Ὁ ἀγαθὸς κυβερνήτης, ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς. Ἡ μόνη Ἀγάπη. 

Πότε ὁ ἄνθρωπος ἐννοεῖ τὸν ἀνθρώπινον πόνον; Ὅταν καὶ αὐτὸς συμπονέση. Ὁταν περάση τὰ ὅμοια. Τότε μανθάνει, κατανοεῖ τοῦ ἄλλου τὸν πόνο. Εἰ δὲ μή, εἶναι σκληρός, δὲν λυπεῖται' ἐκτὸς καὶ τύχη φύσεως ἀγαθῆς. Ἀλλὰ τὰ τῆς φύσεως πάντα οὐτε τιμῆς ἀξιοῦνται οὐδὲ ἀτιμίας' τῆς προαιρέσεως εἶναι τὰ κατορθώματα καὶ αἰ πτώσεις..." 

(ΚΒ' Ἐπιστολή)

 


"...Προηγεῖται τὸ μέλι τῆς χάριτος καὶ ἀκολουθεῖ ἡ πικρία τῶν πειρασμῶν.

Ὅταν θελήση νὰ σοῦ στείλη τὰ βάσανα σέ εἰδοποιεῖ καὶ ὡς ἀγγελιαφόρο σοῦ στέλνει ἀνάλογον χάριν ὡς νὰ σοῦ λέγη: Γίνου ἕτοιμος! Νὰ περιμένης πόθεν θὰ σὲ προσβάλη καὶ θὰ χτυπήση ὁ ἐχθρός. Καὶ οὕτως ἀρχίζει ὁ σὸς ἀγὼν καὶ ἡ πάλη. 

Πρόσεχε, μὴ δειλιάσης. [...] Διότι ἐδῶ ἡ παροῦσα ζωὴ εἶναι στάδιον τοῦ πολέμου. Ἐκεῖθεν θὰ εἶναι ἀνάπαυσις. Ἐδῶ ἐξορία, ἐκεῖθεν ἡ ἀληθινή μας πατρίδα..."

(ΚΔ' Ἐπιστολή)

 


"...Εἶδον γὰρ καὶ πολυειδῶς ἐδοκίμασα ὅ,τι , ἄν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν φωτίση τὸν ἄνθρωπο, τὰ λόγια ὅσα κι ἄν ὁμιλήσης δὲν βγάνεις ὠφέλειαν. Πρὸς στιγμὴν τὰ ἀκούει καὶ τὴν ἄλλην στρέφει πάλιν αἰχμάλωτος εἰς τὰ ἴδια. Ἐάν ὅμως εὐθὺς μὲ τὸν λόγον ἐνεργήση ἡ χάρις, τότε γίνεται κατ' ἐκείνην τὴν ὥραν ἀλλοίωσις μὲ τὴν ᾶγαθὴν τοῦ άνθρώπου προαίρεσιν. Καὶ ἀλλάσσει θαυμαστῶς ἡ ζωή του ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ὅμως αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅσους δὲν ἐσκλήρυναν ἀπὸ μέσα τοὺς ἀκοὴν καὶ συνείδησιν. Εἰς δὲ τοὺς ἀκούοντας καὶ ἐν παρακοή παραμένοντας εἰς τὰ κακά των θελήματα' εἰς αὐτοὺς κἄν ἡμερονύκτια ὁμιλῆς, κἄν τὴν σοφίαν τῶν Πατέρων εἰς τὰς ἀκοάς των κενώσης, κἄν θαύματα πρὸ ὀφθαλμῶν των ποιήσης, κἄν τὸ ρεῦμα τοῦ Νείλου ἐπάνω των γυρίσης, αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ὠφέλειαν. Μόνο θέλουν νὰα ἔρχονται, νὰ ὁμιλοῦν νὰ περάση ἡ ὥρα των χάριν τῆς ἀκηδείας. Διὰ αὐτὸ λοιπὸν κλείω καὶ ἐγὼ τὴν θύραν καὶ ὠφελοῦμαι τουλάχιστον ἐγὼ διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἠσυχίας. Καθότι τὴν εὐχὴν ὑπὲρ πάντων ὁ Θεὸς πάντοτε τὴν ἀκούει, ἐνῶ τὴν ἀργολογίαν πάντοτε ἀποστρέφεται, ἀς φαίνεται καὶ πνευματικὴ ότι εἶναι. Ἐπειδὴ κατά τοὺς Πατέρας, ἀργολογία εἶναι κυρίως νὰ περνᾶς τὸν καιρόν σου μὲ λόγια, χωρὶς νὰ κάμης τοὺς λόγους σου πράξεις..." 

(ΚΖ' Ἐπιστολή) 

 


Γέροντος Ἰωσὴφ, Ἐκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας

Ἐκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, Ἁγιον Ὁρος

!6η Αὐγοῦστου: Μνήμη Ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστοῦ...

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η ανεστραμμένη πυραμίδα του Αγίου Σωφρονίου

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ (22 Σεπτεμβρίου 1896 - 11 Ιουλίου 1993)

του Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ (μέρα μνήμης η 11η Ιουλίου):

 "Στη δομή του κόσμου παρατηρείται ιεραρχική τάξη, διαίρεση σε ανώτερο και κατώτερο: "πυραμίδα του είναι". Όμως στο ανθρώπινο πνεύμα βρίσκουμε την ιδέα της ισότητας ως έμμονη απαίτηση των μυχίων της συνειδήσεώς μας. [...]

Είναι όμως άραγε δυνατή η ισότητα εκεί, όπου θεμελιώδης αρχή υπάρξεως είναι η ελευθερία; Η πείρα χιλιάδων ετών της ιστορίας της ανθρωπότητας επιβάλλει την απάντηση: όχι. [...]

Ας στραφούμε προς τον Χριστό και ας δούμε πώς Εκείνος λύνει αυτό το πρόβλημα. 

Ο Κύριος δεν αρνείται το γεγονός της ανισότητας, την ιεραρχία, τη διαίρεση σε ανώτερο και κατώτερο, καλύτερο ή χειρότερο, αλλά ανατρέπει την "πυραμίδα αυτή του είναι" αναστρέφοντας την κορυφή της προς τα κάτω και έτσι εγκαθιστά την έσχατη τελειότητα. 

Αναμφίβολη κορυφή της "πυραμίδας του είναι" είναι ο Ίδιος ο Υιός του ανθρώπου, ο Μόνος αληθινός αιώνιος Κύριος. Και λέει για τον Εαυτό Του ότι "οὐκ ἤλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν Αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν" (Ματθ.κ28). 

Η διδασκαλία, την οποίαν παραλάβαμε, λέει για τους Αγγέλους ότι συγκριτικά με την επίγεια ύπαρξή μας είναι όντα ανώτερα από μας, και στη γνώση και στον τρόπο της υπάρξεως' ο Απόστολος, όμως, λέει για αυτά τα όντα ότι είναι λειτουργικά πνεύματα "εἰς διακονίαν αποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν" (Εβρ.α14). 


Ο Κύριος εντέλλεται στους μαθητές Του να ακολουθούν το υπόδειγμα που ο Ίδιος έδωσε πλένοντας τα πόδια τους (βλ.Ιωαν.ιγ15). Λέει: "Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν· ἀλλ’ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος" (Ματθ.κ25). 

Με τα λόγια αυτά ορίζεται η σύσταση και η έννοια της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας, δηλαδή η ανάβαση όσων βρίσκονται σε χαμηλό βαθμό πνευματικής τελειότητος στη θέση εκείνων που βρίσκονται ιεραρχικώς υψηλότερα [...] (βλ.Εφεσ.δ11-13).

Ο Χριστός και ως Δημιουργός, δηλαδή ως αιτία της υπάρξεως του κόσμου, πήρε επάνω Του το βάρος των αμαρτιών όλου του κόσμου "γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα" (Γαλ.γ13). Αυτός είναι η κορυφή της αντεστραμμένης πυραμίδας, κορυφή που επάνω της πέφτει όλο το βάρος της υπάρξεως. 

Όσοι ακολουθούν τον Χριστό, με άρρητο τρόπο εξομοιώνονται μαζί Του, σηκώνοντας τα βάρη ή τις αδυναμίες των άλλων: "Ὀφείλουσι δέ οἱ δυνατοί τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν" (Ρωμ.ιε1).

Μιλούμε εδώ για όλα αυτά, για να δείξουμε τη χαρακτηριστική ιδιότητα της χριστιανικής οδού. [...] Αναγνωρίζουμε την αδυναμία μας να εκφράσουμε τη ζωή αυτή με λόγια και εικόνες. 

Ο χριστιανός πορεύεται προς τα κάτω, προς το βάθος της ανεστραμμένης πυραμίδας, όπου συγκεντρώνεται η φοβερή πίεση, όπου είναι ο Χριστός, "ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου".

Όταν η μεγάλη χάρη του Θεού εγγίσει την καρδιά, τότε αρχίζει να ενεργεί μέσα της η δύναμη της αγάπης του Χριστού και η ψυχή ελκύεται από την αγάπη αυτή και κατεβαίνει πραγματικά στο βάθος της αντεστραμμένης πυραμίδας, ποθεί τον Χριστό, εξομοιώνεται με Αυτόν. Στα όρια των δυνάμεών του ο άνθρωπος σηκώνει επάνω του το βάρος των αδερφών του. Και τότε δημιουργείται μια κατάσταση, για την οποία είναι αδύνατον να δώσει ο λόγος πληροφορίες. 

Το βάθος και η δύναμη των θλίψεων που βιώθηκαν στη ζωή γέμισαν την καρδιά με μεγάλη συμπόνοια για κάθε πάσχοντα. Η συμπάσχουσα αγάπη γεννά την ετοιμότητα για αυτοθυσία για το καλό του πλησίον και συγχρόνως η αγάπη ελκύει με ακράτητο τρόπο τον όλον άνθρωπο προς τον Θεό. Ο νους, η καρδιά και το ίδιο το σώμα, η όλη ύπαρξη του ανθρώπου ελκύεται προς τον θεό με βαθιά φλογερή προσευχή για τους ανθρώπους, άλλοτε για γνωστούς ή και αγνώστους, άλλοτε για όλη την "ἀπ'αἰῶνος" ανθρωπότητα΄ άλλοτε πάλι η ψυχή εξαντλημένη από τον μεγάλο πόνο της αγάπης παραδίνεται ολοκληρωτικά στον Θεό και λησμονεί τον κόσμο. 

"Όταν η ψυχή είναι στο Θεό τότε ο κόσμος λησμονείται εντελώς και η ψυχή βλέπει μόνο το Θεό."

Μετά την εσωτερική θυσία, όταν δηλαδή εσωτερικά προσφερθεί το παν, το πνεύμα του ανθρώπου γεύεται την ανάπαυση σε όλα και απολαμβάνει βαθιά εσωτερική ειρήνη, ειρήνη Χριστού, που είναι ασύλληπτη στον ανθρώπινο νου. (βλ.Φιλ.δ7) "

Αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ του Αθωνίτου "Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης",

εκδόσεις: Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας



Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Μυσταγωγία... (Μαξίμου Ομολογητού)

"Έλεγε, λοιπόν, ο μακάριος εκείνος γέροντας (σημ.: ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης) , κατά ένα πρώτο συμβολισμό της θεωρίας του, ότι η αγία Εκκλησία είναι τύπος και εικόνα του Θεού, επειδή έχει το ίδιο μ'αυτόν έργο κατά τη μίμηση και κατά τη μορφή. 

Αφού δημιούργησε δηλαδή ο Θεός τα πάντα με την άπειρη δύναμή του και τα έφερε στην ύπαρξη, τα συγκρατεί, τα συνενώνει και χαράζει τα όριά τους. Συνδέει με την πρόνοιά του το ένα με το άλλο και με τον εαυτό του, και τα νοητά και τα αισθητά. Και κρατώντας μαζί γύρω από τον εαυτό του τα πάντα, στα οποία είναι αιτία και αρχή και τέλος, ενώ κατά τη φύση βρίσκονται σε διάσταση, τα κάνει να συγκατανεύουν το ένα στο άλλο σύμφωνα με μία τάση τους, την τάση προς αυτόν, σαν βασική αρχή της σχέσης. [...]" (σελ.99)



"Και πάλι με άλλο τρόπο μυστικής θεωρίας, έλεγε, ότι η αγία Εκκλησία του Θεού είναι άνθρωπος'  σαν ψυχή έχει το ιερό βήμα, νου της το ιερό θυσιαστήριο, σώμα της το ναό. Γιατί είναι εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, γινομένου κατά την εικόνα και την ομοίωση του Θεού.*  Έτσι με το ναό, όπως με σώμα, προβάλλει την ηθική φιλοσοφία'  με το ιερό βήμα, όπως με ψυχή, αναπτύσσει πνευματικά τη φυσική θεωρία'  με το ιερό θυσιαστήριο, όπως με νου, φανερώνει τη μυστική θεολογία.** 

Έλεγε ακόμα, ότι ο άνθρωπος είναι εκκλησία μυστική, που με το σώμα του, όπως με ναό, λαμπρύνει την πρακτική ικανότητα της ψυχής με την ενάρετη άσκηση των εντολών σύμφωνα με την ηθική φιλοσοφία'  με την ψυχή του, όπως με ιερό βήμα, προσφέρει με το λόγο στο Θεό τους από τις αισθήσεις προερχόμενους λόγους κατά τη διενέργεια της φυσική θεωρίας, αφού δεχθούν την καθαρή πνευματική περιτομή της ύλης'  και με το νου, όπως με θυσιαστήριο, με άλλη πολύλογη και πολύφθογγη σιγή προσκαλεί την πολυύμνητη μέσα στα άδυτα της σκοτεινής κι ακατανόητης μεγαλοφωνίας σιγή της θεότητας.[...]" (σελ.119-120)

* Η Εκκλησία είναι κατ'εικόνα και ομοίωση του ανθρώπου, γιατί ο άνθρωπος είναι κατ'εικόνα και ομοίωση του Θεού. [...] Η ενότητα των μελών της Εκκλησίας μέσα στο Θεό, με την πίστη και την αγάπη, κάνει την εκκλησιαστική κοινότητα ένα είδος μοναδικό υποκείμενο που προχωρεί στην ομοίωση με τον Θεό, στο μέτρο της προόδου των μελών της σ'αυτή την ομοιότητα.[...]

 ** Ο άνθρωπος, θεωρημένος σαν Εκκλησία, ασκεί με το σώμα, σαν με ναό την πρακτική φιλοσοφία, με την ψυχή, σαν με ιερατικό χώρο, πραγματοποιεί την πνευματική θεωρία, τέλος με το νου, σαν με θείο θυσιαστήριο, εισδύει μέσα στη μυστηριώδη γνώση του Θεού.[...]

 

"Η αλήθεια και το αγαθό, έλεγε, δηλώνουν το Θεό '  αλλά η αλήθεια τον δηλώνει, όταν είναι να δηλωθεί το θείο κατά την ουσία του, γιατί η αλήθεια είναι πράγμα απλό, μόνο, ένα, ίδιο, ασύνθετο, αμετάβλητο, ανεπίδεκτο πάθους, αλάθευτο, εντελώς χωρίς διάσταση. Και το αγαθό τον δηλώνει, όταν το θείο σημαίνεται από την ενέργειά του'  γιατί το αγαθό είναι τέτοιο, ώστε να ευεργετεί, να προνοεί για όσα προέρχονται απ'αυτό και να τα παρακολουθεί σαν φρουρός. Κατά τη γνώμη των γραμματικών, το αγαθό προέρχεται από το "ἄγαν" και "εἶναι" ἤ "τεθεῖσθαι" ἤ "θέειν". Γι'αυτό χαρίζει σε όλα τα όντα την ύπαρξη (εἶναι), τη διατήρηση (τεθεῖσθαι) και την κίνηση (θέειν). 

[...] Η συζυγία που φανερώνει το Θεό είναι η αλήθεια και το αγαθό. Με τη βοήθειά τους, η ψυχή κινείται προοδευτικά κι ενώνεται με το Θεό των όλων κι επιτυχαίνει να μιμηθεί τη σταθερότητα κι ευεργετικότητα της ουσίας και της ενέργειάς του με τη σταθερή κι αμετακίνητη κατά την προαίρεση έξη της προς το καλό." (σελ.129-131)


"[...] η ανάγνωση του ιερού Ευαγγελίου. Σκοπός της ειδικός είναι να προβάλει στους φιλόπονους την ταλαιπωρία για χάρη του θείου λόγου* που έπειτα απ'αυτήν ο Λόγος της γνωστικής θεωρίας φτάνοντας κοντά τους ... από τον ουρανό περιορίζει το σαρκικό φρόνημα σαν μέρος του αισθητού κόσμου που είναι.**

Τους λογισμούς που σκύβουν ακόμα στη γη τους παραμερίζει και τους φέρνει από δω στη θέαση των νοητών λόγων και πραγμάτων με το κλείσιμο των θυρών κι την είσοδο των αγίων μυστηρίων, καθώς έχουν σφαλίσει πια τις πύλες των αισθήσεων. Κι αφού τους έχει απομακρύνει από τη σάρκα και τον κόσμο τους μαθαίνει τα άρρητα***, ενώ έχουν με τον ασπασμό συνδεθεί μεταξύ τους και μαζί του**** και του αντιπροσφέρουν μονάχα με ευγνωμοσύνη μπροστά στην απέραντη προς αυτούς ευεργεσία του την ευχαριστήρια ομολογία για τη σωτηρία τους. Αυτής υπαινιγμό αποτελεί το θείο σύμβολο της πίστεως.

Αφού έπειτα με το Τρισάγιο τους κάμει να συναριθμούνται με τους αγγέλους και τους χαρίσει την ίδια μ'αυτούς γνώση της εξαγιαστικής θεολογίας*****, τους οδηγεί κοντά στο Θεό και πατέρα, γινομένους γιούς του χάρη στο Πνεύμα με την προσευχή, που μ'αυτήν αξιώθηκαν να καλούν πατέρα το Θεό. Κι από δω πάλι καθώς έχουν πια περάσει με επιστήμη από όλους τους λόγους των όντων, τους φέρνει μ'ακατανόητο τρόπο την ακατανόητη Μονάδα με το "Εἷς Ἅγιος..." και τα παρακάτω. Έχουν ενωθεί μαζί Της με τη χάρη και έχουν γίνει όμοιοί Της επικοινωνώντας με Αυτή σε μία όσο μπορεί να γίνει αδιαίρετη ταυτότητα******." (σελ.179-183)

* ... Η ανάγνωση του Ευαγγελίου εμπιστεύεται στον άνθρωπο την αποστολή να ομολογήσει το λόγο του Θεού και ανοίγει την προοπτική του θανάτου μαζί με το Χριστό γι'αυτό το λόγο, γιατί ανοίγει την προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό που έχει θυσιαστεί. [...] Ακούγοντας το λόγο του  Ευαγγελίου ο πιστός δεσμεύεται στην ομολογία αυτού του λόγου και στο να βαδίσει το δρόμο του πόνου που κλείνει μέσα της αυτή η ομολογία, δηλαδή υψώνεται στην ικανότητα να παραιτηθεί όχι μόνο από τις κατώτερες απολαύσεις της επίγειας ζωής, αλλά και από την ίδια τη ζωή αυτή προς χάρη της αιώνιας ζωής.

** Ο λόγος του Ευαγγελίου... είναι... ο λόγος του ενσαρκωμένου θείου Προσώπου... που φωτίζει το νόημα αυτού του αισθητού κόσμου μέσα στο φως του θείου κόσμου, καταργεί ολότελα τη σαρκική σκέψη και μαζί με αυτό απομακρύνει από τη θέα μας τον αισθητό κόσμο, με τον οποίο η σαρκική σκέψη μας κρατεί δεμένους.

*** Ο θείος Λόγος με την κάθοδό του στους πιστούς, τους απομακρύνει από τις σκέψεις που τους κρατούν δεμένους στη γη και τους ανεβάζει στη θέα των νοητών πραγματικοτήτων. Το πρώτο συμβολίζεται με το κλείσιμο των θυρών, το δεύτερο με την είσοδο των αχράντων Μυστηρίων. [...] 

**** Οι πιστοί δε μπορούν να έχουν εμπειρία της ένωσης με το Θεό, παρά ταυτόχρονα με την εμπειρία της μεταξύ τους ενότητας. Αλλά οι πιστοί δε μπορούν να ζήσουν την ενότητα με τον εαυτό τους και την ενότητά τους με το θείο, παρά μόνο μέσα στη μεταξύ τους αγάπη και στην αγάπη ανάμεσα σ'αυτούς και το Θεό. 

***** Ενωμένοι με το Θεό και ανάμεσά τους, οι πιστοί γίνονται άξιοι να υψώσουν από κοινού με τους αγγέλους προς το Θεό τον Τρισάγιο Ύμνο. [...] 

****** Ο θείος Λόγος.... τους ενώνει μ'αυτή τη Μονάδα με τη χάρη, σε μίαν ενότητα αδιαίρετη όσο τούτο είναι δυνατό. [...] Είναι ένας βαθμός κατά τον οποίο όποιος έγινε άξιος για αυτόν, αισθάνεται ότι ταυτίζεται με το Θεό. Αυτός ο βαθμός πραγματοποιείται με την ευχαριστηριακή κοινωνία. [...]

 


Μαξίμου Ομολογητού, "Μυσταγωγία"

(σχόλια: Δημήτριος Στανιλοάε, απόδοση: Ιγνάτιος Σακαλής, εκδόσεις: Αποστολική Διακονία) 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Η σιωπή των αμνών...

 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Ήθελα να γράψω δυο κουβέντες εδώ και μήνες για όλα τα δεινά που μαστίζουν τούτο τον τόπο- όχι για άλλο λόγο, παρά μήπως κι εκτονωθούν λιγουλάκι κάτι άφωνες κραυγές που κονταροχτυπιούνται μέσα μου-  αλλά τα αλλεπάλληλα φρικώδη γεγονότα διαρκώς με ξεπερνούσαν... ξεπερνούσαν τις δυνάμεις μου και να παρέλυαν τις συλλαβές μου...

 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων.

Επιπλέον μέσα στη δίνη της σύγχρονης παρανοϊκής καθημερινότητας που, θέλοντας και μη, βιώνουμε δε βρήκα και την "κρίσιμη μάζα ελεύθερου χρόνου" που χρειαζόμουν ώστε να ζορίσω αρκετά τον εαυτό μου μέχρι να απεγκλωβιστεί από τούτη τη σιωπή της οδύνης.

 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.

 


καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ·


Μέχρι πρότινος ο πόλεμος τούτος γινόταν αργά και μεθοδικά. Κυβερνήσεις, επιδοτήσεις, μέσα μαζικής εξαπάτησης, εκπαιδευτικά συστήματα, μεταρρυθμίσεις, ως κι οι σειρές στην τηλεόραση, όλα επιστρατευμένα στο να εθίσουν όλο και περισσότερους στη διαφθορά, στην κλεψιά, στην ανηθικότητα, στη διαστροφή, στην τεμπελιά, στην εξάρτηση και φυσικά να οδηγήσουν στην αποχαύνωση, στην σύγχυση, στην εξάλειψη κάθε κριτικής σκέψεως...



 

ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

 

Η παραγωγή να καταστραφεί....

Η αυτονομία να εξαλειφθεί...

Η υπακοή να επιβληθεί...



Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.


Μέχρι τώρα όμως, το χάλι τούτο απαιτούσε και κάποια υποτυπώδη συναίνεση- π.χ. κάψτε το ψαροκάικό σας και θα σας δώσουμε επιδότηση! 

Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

Αλλά, τώρα, ο πόλεμος άλλαξε.... Αποφασίζουν, διατάζουν κι εκτελούν, χωρίς κανείς να μπορεί να τους βάλει πλέον φρένο!

πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ’ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα.


 

Εν μία νυκτί μπάζωσαν τα οστά των αδικοχαμένων παιδιών στα Τέμπη και τότε ουδείς αντέδρασε! Τα γιδοπρόβατα θα λυπηθούν; 

Στο όνομα μιας πανδημίας ξέκαναν τους γονείς και τα αδέρφια μας και εμείς αποδεχτήκαμε να πεθαίνουν ολομόναχοι σε θαλάμους και να θάβονται γυμνοί και τουμπανιασμένοι σε σακούλες. Να κατασφάξουν τα πρόβατα θα διστάσουν; 


ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.



Χρόνια, δεκαετίες μας κυβερνούνε συμμορίες... Διέφθειραν γενιές, ξεπούλησαν γη και ύδωρ, αποδόμησαν αξίες, πίστη κι ιστορία, αντέστρεψαν έννοιες, βάφτισαν το ψέμα αλήθεια, παραποίησαν, παραχάραξαν, εκβίασαν, έκαψαν, έκλεψαν, φτωχοποίησαν, σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους...



ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

κι αποθρασύνθηκαν τόσο που συνεχίζουν με μανία να αποδεκατίζουν ό,τι υγιές απέμεινε σε τούτο τον τόπο.... Ό,τι αυτόνομο, ό,τι ελεύθερο, οτιδήποτε θα μπορούσε να τους αντισταθεί... 

ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.



Με αφορμή τούτο το υπέροχο ποίημα του Δροσίνη που μου έστειλε ένας φίλος προχθές το βράδυ και μια ίωση που αναγκαστικά με κράτησε μακριά από άλλες υποχρεώσεις, μελέτες ή λογισμούς, κατέληξα μετά από σαράντα χρόνια να παρακολουθώ ξανά σε κινούμενα σχέδια τη Χάιντυ των παιδικών μου χρόνων... Ανάσανα μαζί της τον παγωμένο καθάριο αγέρα του βουνού, αναπαύθηκα στην απλότητα της καλύβας του παππού, γεύτηκα την ελευθερία της αυτονομίας και της επιλογής, παραβγήκα στο τρέξιμο με τα κατσίκια του κοπαδιού κι απόλαυσα την πλάση όλη ανόθευτη χωρίς περιττή φλυαρία....



Τελικά, όπως άλλαξαν τα κινούμενα σχέδια, άλλαξαν κι οι ζωές μας... 


ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,


Τί ξεπουλήσαμε τελικά για να περνάμε τη ζωή μας κολλημένη σε μιαν οθόνη; Τί ανταλλάξαμε για ένα φορητό υπολογιστή και μια ηλεκτρική κουβέρτα;; Τί μοσχοβολιές αφήσαμε πίσω για να στριμωχτούμε σε χρυσοπληρωμένα τετράγωνα γκρίζα κλουβιά;  Αποκαμωμένοι, κάθε βράδυ, στον καναπέ καταπίνοντας επεξεργασμένες σαβούρες να αναπολούμε το μοναδικό τριήμερο των διακοπών στο χωριό, την κληματαριά, τη ζεστασιά της ξυλόσομπας και της συντροφιάς και την ευωδιά της γάστρας....



καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. 

Να μεγαλώνουμε νευρωτικά παιδιά σε τσιμεντουπόλεις με μόνη μας αγωνία για αυτά πόσα περισσότερα ανούσια διπλώματα και χαρτιά θα συγκεντρώσουν ώστε να καταξιωθούμε στους γνωστούς και πώς θα καταλήξουν δυστυχείς σκλάβοι ή αφεντικά σε κάποια απρόσωπη πολυεθνική εταιρεία.



καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Και ύστερα, έντρομοι για τα γύρω μας δεινά, αντί να αναρωτιόμαστε πώς καταλήξαμε έτσι, να ευχόμαστε στις γιορτές λαχανιαστά: "Υγεία, μοναχά υγεία!", μιας και τίποτε άλλο πια για μας και την άδεια μας ζωή δεν έχει αξία....



 διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Μέχρι τώρα είχαν απομείνει κάποιες διέξοδοι διαφυγής. Για εκείνους τους ελάχιστους που πνιγόντουσαν χωρίς αγέρα. Για εκείνους τους ελάχιστους που δραπέτευαν... Για κείνους που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη γη και το βιος τους και για τους άλλους που δοκίμαζαν να επιστρέψουν. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν... Σφραγίζουν κάθε διέξοδο, κάνουν αδύνατη κάθε αυτονομία, πυροβολούν και θέλουν να αφανίσουν ό,τι ευωδιάζει πραγματική ζωή και ό,τι  κινείται ελεύθερο... 


οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. (Ιωα.10:1-18)

Έτσι, μέσα σ'όλα τα δεινά που μας μαστίζουν, φτάσαμε και  στη "σφαγή των αμνών".... με τούτα τα αθώα κι ανύποπτα πλάσματα να σφάζονται ανηλεώς υπό πρωτάκουστες, φρικώδεις κι απάνθρωπες συνθήκες-  όταν ακόμη κι οι ίδιοι οι σφαγείς τους ευθαρσώς ομολογούν ότι ούτε καν ο άνθρωπος από αυτά κινδυνεύει! Ζώα υγιή να μακελεύονται την ώρα που γεννούν μπροστά στους ανθρώπους που τα ανέστησαν, να θάβονται ζωντανά και το χώμα να ξερνάει αγανακτισμένο το αίμα τους... Κι ουδείς να μπορεί τούτο το κακό να το σταματήσει.....
Τούτη την Ύβρι θα την ακολουθήσει η Νέμεσις.....




"ίδε ο αμνόσ του θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου" (Ιωα.1:29)

Η σφαγή των αμνών... Αλήθεια, ποιών αμνών;
Κι όλοι σιωπούν.... 
Οι επίσημοι φορείς με τα συμφέροντα...
Εκείνοι που θαλασσοδέρνονται με τα δικά τους δεινά....
Εκείνοι που αγνοούν, που αποκοπήκαν από την πλάση και δεν αντιλαμβάνονται....
Κι οι άλλοι που πονούν και νιώθουν τόσο, μα τόσο ανήμποροι....

[...] ἀλλ’ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν.

τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.

ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μεῖζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.

Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. [...]

(Ιωα.10:26-30)

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

"..."Ἄφησε τὰ παραληρήματά σου. Ἡ ζωὴ μας εἶναι θάλασσα, ἡ ἁγία ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι τὸ πλοῖο και πηδαλιοῦχος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἄν καὶ ἔχουν τέτοιο πηδαλιοῦχο, λόγω τῆς ἐξ ἁμαρτιῶν ἀδυναμίας τους κολυμβοῦν μὲ χίλια δύο βάσανα μέσα στὰ κύματα τῆς ζωῆς καὶ δὲν σώζονται ὅλοι ἀπὸ τὸν πνιγμό. Ποῦ πᾶς λοιπὸν ἐσύ μὲ τὴν βαρκοῦλα σου καὶ σὲ τί στηρίζεις τὴν ἐλπίδα σου νὰ σωθῆς, χωρὶς πηδαλιοῦχο;"..." (σελ.55*)


" Ὁ ὅσιος φοροῦσε συνεχῶς τὴν ἴδια ἁπλῆ καὶ εὐτελῆ ἐνδυμασία ' στὸ κεφάλι ἕνα φθαρμένο καλυμαύχι, στὸ σῶμα παλαιωμένο λευκὸ ζωστικό, στὰ χέρια δερμάτινα γάντια καὶ στὰ πόδια δερμάτινες κάλτσες καὶ τσαροῦχια. [...] (σελ.21*)

Τὶς παγερὲς ἡμέρες ὁ ὁσιος ἐκοβε μὲ τὸ τσεκοῦρι του κλαδιὰ καὶ συγκέντρωνε χλωρὰ καὶ ξηρὰ ξύλα γιὰ νὰ ζεσταίνη τὸ φτωχό του κελλάκι. Τὸ καλοκαίρι ἐργαζόταν στον μικρό του κῆπο, τὸν ὁποῖο καλλιεργοῦσε ὁ ίδιος καὶ τρεφόταν κυρίως ἀπὸ τὰ λαχανικά του. 

[...] Ὁ ἀσκητὴς τοῦ Θεοῦ ὑπέμενε ἐκουσίως τἰς βασανιστικὲς αὐτὲς πληγὲς χάριν τοῦ Κυρίου καὶ μάλιστα χαιρόταν, διότι, ὅπως ὁ ίδιος ἔλεγε ἀργότερα: 

"τὰ πάθη εκριζώνονται μὲ κόπους καὶ δεινοπαθήματα, είτε ἐκούσια είτε στελλόμενα ἀπὸ την Θεία Πρόνοια". (σελ.22*)

Σὲ κάθε ἀντικείμενο, σὲ κάθε ἔργο ὁ ὁσιος ἔβλεπε τὴν κεκαλυμμένη σχέση τους πρὸς τὴν πνευματικὴ ζωή ' ἀπ' αὐτὰ διδασκόταν καὶ ἔστρεφε πρὸς τὰ ἄνω τοὺς νοητοὺς ὀφθαλμούς. Ἔτσι ὄταν ἔκοβε ξύλα, κόβοντας ἕνα ἤ τρία ἐμβάθυνε στὴν θεωρία τοῦ μεγάλου μυστηρίου τοῦ Ἑνός ἐν Τριάδι δοξαζομένου Θεοῦ. (σελ.23*)"


"Στο βάθος τοῦ ἀδιαπέραστου δάσους την νύχτα, ἐντελῶς ἀθέατος ἀνέβαινε σὲ ὑψηλὸ γρανιτένιο βράχο για νὰ ἐντείνη τὴν προσευχὴ καὶ ὄρθιος ἤ γονατιστὸς προσευχόταν ἐπὶ πολύ, κράζοντας ἀπὸ τἀ βάθη τῆς ψυχῆς του τὴν προσευχὴ τοῦ τελώνου:
  Ὁ Θεὸς ἰλάσθητὶ μοι τῶ ἁμαρτωλῶ."

"..."Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Γραφῆς φωτίζεται ἡ διάνοια καὶ ὑφίσταται θείαν ἀλλοίωσι."

[...] Καὶ ὁ ὅσιος ἀπὸ τὴν ἀκατἀπαυστη ἐξἀσκησι στὴν ἀνάγνωση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπόκτησε αὐτὸ τὸ χάρισμα τῆς κατανοήσεως καὶ παράλληλα τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ τὸ ὑψηλὸ χάρισμα τῆς καρδιακῆς κατανύξεως. Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν ζητοῦσε μόνο τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ τὴν θερμότητα τοῦ πνεύματος καὶ συχνά, ὅταν διάβαζε τὰ ἱερὰ βιβλία ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια του δάκρυα κατανύξεως. ..." (σελ.24*)

Τὶς ἀνατάσεις τῆς προσευχῆς ὁ μακάριος ἀσκητὴς συνεδύαζε μὲ μεγάλη ἐγκράτεια καὶ νηστεία. Στην άρχὴ τῆς ἐρημικῆς ἀναχωρητικῆς ζωῆς του τρεφόταν μὲ σκληρὸ καὶ ξηρὸ ψωμὶ ποὺ τὸ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ μοναστήρι κάθε Κυριακὴ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἐβδομάδα. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ποσότητα ξεχώριζε ἀρκετὸ γιὰ τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ τῆς ἐρήμου, τὰ ὁποῖα τὸν ὑπεραγαποῦσαν καὶ συχνὰ ἐπισκέπτονταν τὸν τόπο, ὅπου προσευχόταν καὶ ἀσκήτευε. Ἀκόμη καὶ στὰ ἄγρια θηρία ἐνέπνεε ὁ ὅσιος το δέος. Συχνὰ τὸν πλησίαζε μιὰ πελώρια ἀρκούδα στὴν ὁποῖα ἔδινε τροφή. [...] (σελ.25*)

 "Γιὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ ὁσίου Σεραφείμ κατὰ τὴν περίοδο του ἐγκλείστου βίου του πολύ λίγα εἶναι γνωστά, διότι δὲν δεχόταν οὔτε συνομιλοῦσε με κανέναν. Στὸ κελὶ του δὲν εἶχε τίποτε, ἀκόμη οὔτε καὶ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα πράγματα. ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἔκαιε πάντοτε κανδήλα, καὶ ἔνα κουτσουρο που χρησίμευε ὡς κάθισμα, αὐτά ἦσαν ὁλα κι ὁλα. ὁ αὐστηρὸς ἀγωνιστὴς οὔτε κἄν χρησιμοποιοῦσε γωτιά."(σελ.41*)

"... Κατόπιν ἄρχισε ὁ ἁγιος γέροντας νἀ δέχεται... Ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του ἦταν ἀνοιχτὴ γιὰ ὅλους... Ὅλους τοὺς δεχόταν πρόθυμα, σὲ ὅλους ἔδινε εὐλογία καὶ ἀπαραίτητες σύντομες νουθεσίες. [...]

Ἡ ἀγάπη τοῦ χαρισματούχου γέροντα ἦταν ἀπεριόριστη καὶ περιελάμβανε τὰ πάντα. Φαινόταν ὅτι ἀγαπᾶ ὅλους καὶ καθέναν χωριστά. .... Δὲν ὑπῆρχε λύπη ἤ συμφορὰ τοῦ πλησίον ποὺ νὰ μὴν τὴν συναισθανθῆ, νὰ μὴν τὴν εἰσδεχθῆ στὴν ψυχὴν του καὶ νὰ μὴν εὕρη τὰ κατάλληλα φάρμακα. Γιὰ αὐτὸ ἔγινε τὸ καταφύγιο τοῦ ρωσικοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ..." (σελ.57*)


"... Στὴν ἐρώτηση τοῦ Μπογκντάνωφ ἄν πρέπη νὰ ζητᾶ κανεὶς θεραπεία ἀπὸ τὶς ἀσθένειες καὶ πῶς πρέπει γενικῶς νὰ περνᾶ τὴν ζωή του, ο θεόσοφος ἀσκητὴς ἀποκρίθηκε:

... "Ἡ ἀρρώστια καθαρίζει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Πάλι, ὄπως θέλεις. Βάδιζε τὴν μέση ὁδό ' μὴν παίρνης ἐπάνω σου αὐτὂ ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις σου διότι θὰ πέσης καὶ ὁ διάβολος θὰ σὲ περιγελάση. Κάποτε ὁ διάβολος πρότεινε σὲ κάποιον δίκαιο ὰ πηδήση σὲ μιὰ βαθειὰ χαράδρα. Αὐτὸς τὸ δέχτηκε, ἀλλὰ ὁ ἁγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὸν συγκράτησε. νά τί θὰ κάνης: Ὅταν σὲ ὑβρίζουν, μὴν ὑβρίζης ' ὅταν σὲ διώκουν, νά ὑπομένης ' ὅταν σὲ ἀτιμάζουν, νά ἐπαινῆς ' νά κρίνης μόνο τον ἑαυτόν σου καὶ τότε οὔτε ὁ Θεὸς θὰ σὲ κρίνη ' νά ὑποτάσσης τὸ θέλημά σου στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ' ποτὲ μὴν κολακεύεις ' νά γνωρίζης τί εἶναι καλὸ καὶ τί κακὸ μέσα σου ' εἶναι μακάριος ὁ ἄνθρωπος που το γνωρίζη αὐτό ' ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν (Μαρκ.12,31). Ἄν ζήσης κατὰ σάρκα, θὰ ἀπωλέσης καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν σάρκα ' ἄν ὅμως ζήσης κατὰ Θεόν θα σώσης καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Αὐτὰ εἶναι κατορθώματα μεγαλύτερα ἀπὸ τὸ νὰ πᾶς γιὰ προσκύνημα στὸ Κίεβο καὶ ἀκόμη μακρύτερα."..."(σελ.63*)



" Ἡ ἡμέρα ἥταν συννεφιασμένη ' ἡ γῆ εἶχε καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ στρῶμα χιονιοῦ τὸ ὁποῖο ἔπεφτε συνεχῶς ὁταν ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω δίπλα του σὲ ἔνα πεσμένο κορμὸ δένδρου. 

"Ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν παιδικὴ σας ἡλικία ἐπιθυμούσατε νὰ μάθετε ποιὀς εἶναι ὁ σκοπὸς τἦς χριστιανικῆς ζωῆς. Σᾶς συμβούλευαν νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ προσεύχεσθε, νὰ κάνετε καλὲς πρἀξεις, διότι σ' αὐτὰ, σᾶς ἔλεγαν, συνίσταται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀπάντησις δὲν μποροῦσε νὰ σᾶς ἱκανοποιήση. Ὄντως ἡ προσευχἠ, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ὅπως καὶ ὅλη ἡ χριστιανικὴ ἄσκησις εἶναι καλὰ καθ' αὐτά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι μόνο νὰ ἐκπληρώσουμε αὐτά, διότι αὐτὰ εἶναι μόνο μέσα. Ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι νὰ ἀποκτήσωμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι μόνο ἐκεῖνο το καλὸ ἔργο που ἔχει γίνη ἀπὸ ἀγάπη προς το Χριστὸ φέρει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σύμφωνα μὲ αὐτὰ ἡ ἀπόκτησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας."

"Μὲ ποιὰ ἔννοια λέτε ὅτι πρέπει νὰ κερδίσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ρώτησα ἐγώ, δὲν τὸ καταλαβαίνω καλὰ αὐτό."

"Κερδίζω σημαίνει ἀποκτῶ, μοῦ ἀπάντησε. Ἐσεῖς γνωρίζετε σίγουρα τἰ σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Αὐτὸ τὸ ίδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς γιὰ τὸν κοινὸ ἄνθρωπο εἶναι νὰ κερδίση χρήματα ἤ νὰ ἀποκτήση τιμές, διακρίσεις καὶ βραβεῖα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐπίσης κεφάλαιο καὶ μάλιστα τὸ αἰώνιο κεφάλαιο καὶ ὁ μοναδικὸς θησαυρός, ἀστείρευτος στον αἰώνα. Κάθε ἔργο ποὺ ἔγινε ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ φέρει τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ' ὅμως τοῦτο κατορθώνετε εὐκολότερα μὲ τὴν προσευχὴ διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ὄργανο που διαθέτουμε. Μπορεῖ νὰ τύχει νὰ θέλετε νὰ πᾶτε στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ ἡ ἐκκλησία νὰ μὴν εῑναι κοντὰ ἤ νὰ ἔχη τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἤ ἔχετε ἐνδεχομένως ἐπιθυμία νὰ ἐλεήσετε κάποιον πτωχό, ἀλλὰ πτωχὸς δὲν ὑπάρχει. Ἰσως ἐπιθυμεῖτε νὰ γίνετε ἀπαθῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχετε γιὰ αὐτὸ δυνάμεις. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὅμως ὑπάρχει πάντοτε δυνατότητα ' αὐτὴ εἶναι προσιτὴ τόσο στὸν πλούσιο ὅσο καὶ στὸν πτωχό, τόσο στὸν ἐγγράμματο ὅσο και στὸν ἁπλοϊκό, στὸν ἰσχυρὸ ὅσο καὶ στὸν ἀδύναμο, στὸν ὑγιὴ ὅσο καὶ στὸν ἀσθενή, στὸν δίκαιο ὅσο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς εἶναι τεράστια καὶ περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο αὐτὴ ἐλκύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.[...] "(σελ.71*)


"... Καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνισις τοῦ ὁσίου ἀσκητῆ πρόδιδε ὁτι ἡ ζωὴ του θὰ σβήση σύντομα. Πλἠν ὅμως τὸ πνεῦμα του ἥταν ρωμαλεώτερο παρὰ ἐνωρίτερα. [...] Τότε τοῦ ἔδωσε καὶ τὶς τελευταῖες ψυχωφελεῖς νουθεσίες:

Σπέρνε, πάτερ Τίμων, σπέρνε το σιτάρι ποὺ σοῦ ἔχει δοθεῖ. Σπέρνε στὴν καλὴ γῆ, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀμμο, στὴν πέτρα, στὸ πλάι τοῦ δρόμου, στ' ἀγκάθια ' σπέρνε, μήπως κάπου βλαστήση καὶ αὐξηθῆ καὶ δώση καρπό, ἔστω καὶ μὲ καθυστέρηση. Καὶ το τάλαντο πού σοῦ δόθηκε, μἢν το κρύβης στἢν γῆ, γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθῆς ἀπὸ τὸν Κύριὀ σου, ἀλλὰ δως το στοὺς ἐμπόρους καὶ ἄς ἐμπορεύονται μ' αὐτό." " (σελ.95*)


Κατά Λουκά 8,4-8,8

* Από το έργο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς: "Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ βίος", εκδόσεις: "Το περιβόλι της Παναγίας"

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Η Πεποικιλμένη (εις τα Εννιάμερα της Παναγίας)

του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη...



Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν᾿ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) 〈καὶ〉 ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ᾿ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.


Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ᾿ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:


― Δὲν πῆγες, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγιὰ τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.


― Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!


―Ἔχει φεγγαράκι.


Ἔπια, κ᾿ ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.


― Θὰ πᾷς σίγουρα, Κωσταντή;… Πῶς σοῦ ἦρθε;… Ἔχεις συντροφιά;


―Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσῃ.


― Ποιόν;


― Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.


Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διὰ νὰ εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμάντην, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα· δύο ὧρες νύκτα.


Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.


― Κωσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνιψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισε ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. «Ποῦ θὰ πᾷς τέτοιαν ὥρα;» καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν… Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;


― Λέγε.


―Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη-νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρῇς, ἢ ἕνα παιδί… ἢ ἕνα πουλί.


― Καλά.


― Μὴν ξεχάσῃς.


―Ὄχι.


―Ἐγὼ θὰ πάω πεζός, καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ᾿ ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου. Θὰ πάρῃς καὶ κουμπάνια*;


― Θὰ πάρω.


― Σὲ περιμένω στὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.


― Καλά.


*

* *


Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κ᾿ ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας ἀνήφορον ἕως τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τὴν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.


Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς «Σακαλάρους», ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου «ἐκρότιζεν»* ὁ τόπος, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην· δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ «Πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα τὸ ρέμα, ἐμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτίριον, τὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ᾿ ἐγαύγισαν, ἀλλ᾿ ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὅπου εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν, κ᾿ ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.


Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ᾿ αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος». Ἐκάθισα ἐπὶ τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τὸ μελαγχολικὸν φῶς τῆς σελήνης, τὸ χωρίον μας, κάτασπρον, κτισμένον ἐπὶ δύο λόφων καὶ μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καὶ τὸν λιμένα τὸν τρίκολπον μὲ τὰ τρυφερὰ νησάκια, ὁποὺ φαίνονται ὡς νὰ «ἐγκαινίζωνται» εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.


Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.


―Ἐδῶ εἶσαι, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε;


―Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;


― Μ᾿ ἐγέλασε… Μὴν τὰ ρωτᾷς, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα… καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα… ὅλα τὰ εἶπα στὸν δρόμο.


― Γιατί; Φοβήθηκες;


― Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ᾿ ἔμελε;


―Ὄχι τόσο. Ἀπ᾿ τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;


―Ἀπ᾿ τὸ Πετράλωνο. Ἐσύ, ἀπ᾿ τοῦ Βαραντᾶ;


― Ναί.


― Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;


― Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου… τίποτε.


*

* *


Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρματσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχεν ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωστής.


Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράκτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωστής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῷον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκε. Ὁ Κωσταντὴς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγὼ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;


Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κ᾿ εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁποὺ εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νὰ συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὶ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.


Ὅταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμί ― καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ᾿ ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ βασιλικὰ καὶ ροσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸ λιτὸν δεῖπνόν μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κ᾿ ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.


―Ὅλα καλά, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε· μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας…


―Ἀλήθεια;… Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.


Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα, μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ᾿ ἕνα φανάρι, κ᾿ ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνά της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.


― Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα… Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.


― Πᾶμε, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε.


Ἐσηκώθη, κ᾿ ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῷον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του, καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἢ τοῦ Κυρίου). Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβήσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στὴν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.


Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν δρυμῶνα, κ᾿ ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιον ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνε.


Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλύτερ᾿ ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλύτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ᾿ εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρομίσκοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακόν, καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσῃ, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν, ὡς εἰκός, τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον, καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μου.)


Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρί, κ᾿ ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβησε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δὲν ἠξεύρω ποῦ, καὶ ἵππευσε πάλιν.


Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὣς τόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἐβλέπαμεν κάτι ν᾿ ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι· μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ καταυλισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν· πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον, ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν᾿ ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐνθυμούμην ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι, καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβηναν πρὶν ν᾿ ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν᾿ ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβησε τὸ ἀεράκι.


Τέλος ὁ Παπᾶς ―τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλᾶτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω― μᾶς ᾐσθάνθη ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν ― διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.


*

* *


Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παρὰ μικρὸν μεσάνυχτα, ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας ―τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες, καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιά― εἶχαν ὑπάγει διὰ ν᾿ ἀγρυπνήσουν ― ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.


Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ᾿ ἑσπέρας, μ᾿ ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ πάτερ Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν᾿ ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κ᾿ ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελέσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.


Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.


― Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειό, χριστιανοί, εἶπα ἐγώ, κ᾿ ἐκάθισα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπαν, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ᾽κεῖνα τὰ χρόνια!


Ἤρχισε τὸ Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, κ᾿ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, κ᾿ ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτου, νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κὺρ Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ᾿ ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Μαλαματίνας, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.


Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειά. Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.


Ἔγινε δύο ἡ ὥρα, κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο, κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.


― Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾷς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κ᾿ ἐγὼ θ᾿ ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα… δηλαδή, διὰ ν᾿ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίον σου τὸ μουσικό, καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ᾿ ἀρχίσω τὸ «Δοῦλοι Κύριον». Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾷς τὸ «Λόγον ἀγαθόν». Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν Πολυέλεον· ἦρθα διὰ τὸ «Πεποικιλμένη».


*

* *


Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον ― Βυζαντινόν, μὲ χηβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἠρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κ᾿ ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.


Μετὰ εἴκοσιν λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμῳδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην:


― Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος, καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν᾿ ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.


― Καλά, καλά.


Τέλος, ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος μειδιῶν μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ Μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ᾿ ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρῴην ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαυμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν᾿ ἀρνηθῶ.


Ὕστερον ἔμαθα ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ «μαχμουρλὴς» ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθεῖσα Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:


― Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση, σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.


― Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ Γούμενος.


Ἐννοοῦσεν ἐμέ.


(1909)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ, ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

πηγή: www.papadiamantis.org

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Η ανάσταση του Λαζάρου-" Έγκλημα και τιμωρία"

 

 «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνη, ζήσεται’ καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνη εἰς τόν αἰώνα» (Ἴω. 11, 25-26).


του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι


"[...]

Ο Ρασκόνλικοβ σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο. Πέρασε κάπου ένα λεπτό. Η Σόνια στεκόταν με τα χέρια πεσμένα, με σκυμμένο το κεφάλι, τρομερά θλιμμένη.

-Και δεν μπορείτε να βάλετε τίποτα στην πάντα για καμιά κακιά ώρα; ρώτησε σταματώντας ξαφνικά μπροστά της.

-Όχι! ψιθύρισε η Σόνια.

-Και βέβαια όχι! Δοκιμάσατε μήπως; πρόσθεσε αυτός σχεδόν κοροϊδευτικά.

-Δοκίμασα.

-Κι αποτύχατε! Μα και βέβαια, εννοείται! Τι κάθομαι και ρωτάω.

Και ξανάρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο. Πέρασε ακόμη ένα λεπτό.

-Δεν έχει δουλειά κάθε μέρα, ε;

Η Σόνια τά’χασε ακόμα περισσότερο και τα μάγουλά της ξανακοκκίνισαν.

-Όχι, ψιθύρισε με βασανιστική προσπάθεια.

-Και με την Πόλετσκα το ίδιο θα γίνει σίγουρα, είπε κείνος ξαφνικά.

-Όχι! Όχι! Δεν μπορεί, όχι! ξεφώνισε δυνατά σαν απελπισμένη η Σόνια, λες και τη χτύπησαν ξαφνικά με μαχαίρι. Ο Θεός, ο Θεός δε θ’ αφήσει να γίνει ένα τόσο φριχτό πράμα!...

-Άλλους αφήνει όμως

-Όχι , όχι! θα την προστατέψει ο Θεός, ο Θεός! έλεγε και ξανάλεγε σαν να μην ήξερε πια τι της γίνεται.

-Μα μπορεί να μην υπάρχει καθόλου Θεός, απάντησε με κάποια χαιρεκακία ο Ρασκόλνικοβ, γέλασε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της Σόνια, άλλαξε ξάφνου τρομερά: οι σπασμοί το αυλάκωναν. Τού'ριξε ένα βλέμμα ανείπωτης μομφής, κάτι θέλησε να πει, μα δεν μπόρεσε να προφέρει τίποτα και μονάχα, ξαφνικά, έβαλε τα κλάματα και σκέπασε το πρόσωπό της με τις παλάμες∙ έκλεγε πικρά μ’ αναφιλητά.

-Λέτε πως η Κατερίνα Ιβάνοβνα τά’χει χαμένα, μα βλέπω πως και εσείς δεν πάτε καθόλου πίσω, πρόφερε αυτός ύστερ'από μικρή σιωπή. Περάσανε κάπου πέντε λεπτά. Αυτός όλο και βημάτιζε πέρα-δώθε, σωπαίνοντας και χωρίς να την κοιτάει. Τέλος την πλησίασε. Τα μάτια του αστράφτανε. Ακούμπησε τα χέρια στους ώμους της και την κοίταξε κατάματα. Το βλέμμα του ήταν στεγνό, πυρετώδικο, κοφτερό, τα χείλη του τρέμανε.. ξάφνου έσκυψε, και πέφτοντας στο πάτωμα, φίλησε το πόδι της. Η Σόνια πισωπάτησε με φρίκη , σαν νά’χε μπροστά της κανένα τρελό. Και πραγματικά φαινόταν ολότελα τρελός.

-Τι κάνετε, τι πάθατε; Μπροστά μου! μουρμούρισε αυτή χλομιάζοντας, κι η καρδιά της σφίχτηκε, σφίχτηκε τόσο που πόνεσε.

Αυτός σηκώθηκε αμέσως.

-Δεν προσκύνησα εσένα, μα προσκύνησα όλο τον ανθρώπινο πόνο, είπε άγρια και πήγε στο παράθυρο. Άκου, πρόσθεσε γυρίζοντας κοντά της ύστερ’ από λίγο. Είπα απόψε σ’ ένα φανατισμένο πως δεν αξίζει ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι…και πως έκανα σήμερα τιμή στην αδερφή μου όταν σ’ έβαλα να κάτσεις δίπλα της.

- Αχ, γιατί τους το είπατε αυτό! Και μπροστά της; ξεφώνισε φοβισμένη η Σόνια. Να κάτσει δίπλα μου! Τιμή! Μα εγώ..εγώ μια τέτοια…Αχ, γιατί το είπατε αυτό!

-Δεν το είπα για την ατιμία και την αμαρτία σου, μα το είπα γιατί υπόφερες πολύ. Όσο για τ'ότι είσαι μα μεγάλη αμαρτωλή, ναι, αυτό είναι αλήθεια, πρόσθεσε σχεδόν με έξαρση. Και η μεγαλύτερη αμαρτία σου είναι που νέκρωσες και πρόδωσες άσκοπα τον εαυτό σου. Και βέβαια είναι φριχτό! Και βέβαια είναι φριχτό να ζεις σ’ αυτή τη λάσπη, που τη μισείς τόσο και ταυτόχρονα το ξέρεις κι η ίδια- φτάνει μονάχα ν’ ανοίξεις τα μάτια σου- πως κανένα δε βοηθάς μ’ αυτό, που, και κανένα δε σώζεις από τίποτα! Μα πές μου λοιπόν επιτέλους, πρόφερε σχεδόν παράφορα, πως μπορείς και συνταιριάζεται μέσα σου αυτό το αίσχος και η ποταπότητα μαζί με τ’ άλλα, τ ’ανώτερα και ιερά αισθήματα; Θά'ταν , μα την πίστη μου , πολύ πιο δίκαιο, χίλιες φορές πιο δίκαιο και λογικό να πέσεις στο ποτάμι και να τελειώνεις μεμιάς!

-Και κείνοι τι θ’ απογίνουν; ρώτησε μ’ αδύνατη φωνή η Σόνια και τον κοίταζε μαρτυρικά, ταυτόχρονα όμως σαν να μην απόρησε καθόλου με την πρόταση του.

Ο Ρασκόλνικοβ την κοίταξε παράξενα.

Τα διάβασε όλα στο βλέμμα της. Ώστε λοιπόν τό'χε σκεφτεί κι η ίδια. Ίσως να τό'χε σκεφτεί πολλές φορές στα σοβαρά, τις στιγμές της απελπισίας, να τελειώνει μια και καλή, και τό'χε σκεφτεί σοβαρά, που τώρα δεν απόρησε σχεδόν καθόλου με την πρότασή του. Δεν παρατήρησε και τη σκληράδα που είχαν τα λόγια του κι ούτε ένιωσε τη σημασία πού'δινε στις κατηγόριες του και τον ιδιαίτερο τρόπο που αντιμετώπιζε τη ζωή. Ο Ρασκόλνικοβ το είδε καθαρά. Κατάλαβε όμως εντελώς ως ποιόν τερατόμορφο πόνο την είχε κατασπαράξει αυτή η σκέψη για τη βρομερή και ντροπιασμένη ζωή της. Τί νά'ταν λοιπόν, τί μπορούσε να τη σταματάει ως τα τώρα απ’ το να τελειώνει μια και καλή; Και τότε μονάχα κατάλαβε ως το τέλος τί σήμαιναν γι’αυτήν εκείνα τα μικρά, φτωχά ορφανά κι εκείνη η αξιολύπητη , μισότρελη Κατερίνα Ιβάνοβνα με το χτικιό της και με τα χτυπήματα του κεφαλιού στον τοίχο.

Παρ’ όλα αυτά όμως, καταλάβαινε πολύ καλά πως η Σόνια με το χαρακτήρα της και τη μόρφωση που είχε πάρει, δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να μείνει έτσι. Ωστόσο απόμενε αναπάντητο το ερώτημα: γιατί μπόρεσε κι έμεινε τόσον καιρό σ’αυτή την κατάσταση και δεν τρελάθηκε, αφού δεν είχε το σθένος να πέσει στο ποτάμι. Αντιλαμβανόταν φυσικά πως η περίπτωση της Σόνιας είναι συμπτωματικό φαινόμενο στην κοινωνία, αν και δυστυχώς, κάθε άλλο παρά μοναδικό. Μα ακριβώς επειδή ήταν συμπτωματικό, επειδή ακριβώς η Σόνια είχε την πνευματική ανάπτυξη που είχε κι έζησε προηγούμενα τη ζωή που έζησε, θα μπορούσε στο πρώτο της βήμα πάνω σ’ αυτό τον αποκρουστικό δρόμο. Τί ήταν λοιπόν αυτό που της έδινε κουράγιο; Όχι βέβαια η διαφθορά! Όλη αυτή η ντροπή ήταν φανερό πως την είχε αγγίξει μονάχα μηχανικά∙ απ’ την πραγματική διαφθορά δεν είχε περάσει ακόμα ούτε μια σταγόνα στην καρδιά της∙ αυτό τό'βλεπε: στεκόταν μπροστά του σαν ολάνοιχτο βιβλίο.

«Τρεις δρόμους έχει ν’ ακολουθήσει, σκεφτότανε. Να πέσει στο κανάλι, να βρεθεί στο φρενοκομείο ή…τέλος να ριχτεί στη διαφθορά, που ναρκώνει το μυαλό και πετρώνει την καρδιά».

Η τελευταία σκέψη ήταν γι’ αυτόν η πιο αποκρουστική: μα ήταν κιόλας σκεπτικιστής, ήταν νέος, τύπος εγκεφαλικός και κατά συνέπεια σκληρός, και γι’αυτό δεν μπορούσε να μην πιστεύει πως η τελευταία διέξοδος, δηλαδή η διαφθορά, ήταν η πιθανότερη απ’ όλες.

« Μα είναι λοιπόν δυνατό νά’ναι αλήθεια αυτό;» ξεφώνισε μέσα του. «Είναι λοιπόν δυνατό κι αυτό το πλάσμα να πέσει στο τέλος συνειδητά σ’ αυτόν το σιχαμερό βούρκο; Είναι δυνατό η πτώση αυτή νά'χει αρχίσει κιόλας, κι είναι τάχα δυνατό να μπόρεσε να τα υποφέρει όλ’ αυτά ως τώρα γιατί η διαφθορά δεν της φαίνεται πια τόσο αποκρουστική; Όχι , όχι , δεν μπορεί νά’ναι έτσι!» αναφωνούσε όπως πριν από λίγο η Σόνια. «Όχι, ως τα τώρα τη συγκρατούσε απ’ το κανάλι η σκέψη της αμαρτίας και κείνοι, εκείνα τα παιδιά …της. Αν δεν τρελάθηκε ως τώρα…Μα ποιος μπορεί να βεβαιώσει πως δεν τρελάθηκε; Μήπως είναι στα καλά της; Είναι δυνατό να μιλάει κανείς όπως μιλάει αυτή; είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς έτσι αν δεν του’χουν σαλέψει; Είναι δυνατόν να κάθεται πάνω απ’ την καταστροφή, πάνω απ’ το βρώμικο βούρκο που την τραβάει κιόλας κα να μη θέλει να δει που βρίσκεται, και να βουλώνει τ’αυτιά της όταν την προειδοποιούν για τον κίνδυνο; Μα τί, μήπως περιμένει κάνα θαύμα; Σίγουρα έτσι θά’ναι. Μήπως τάχα όλ’αυτά δεν είναι σημάδια τρέλας;»

Σταμάτησε με πείσμα σ’αυτήν τη σκέψη. Αυτή η λύση μάλιστα του άρεσε περισσότερο από κάθε άλλη. Άρχισε να τη εξετάζει πιο προσεχτικά.

-Ώστε προσεύχεσαι πολύ στο Θεό, Σόνια; τη ρώτησε.

Η Σόνια σώπαινε. Αυτός στεκόταν μπροστά της και περίμενε να του απαντήσει.

-Τι θα γινόμαστε χωρίς το Θεό; ψιθύρισε αυτή γρήγορα και ζωηρά και τού'ριξε ένα βλέμμα∙ τα μάτια της φωτίστηκαν ξαφνικά και τού'σφιξε το χέρι.

«Έτσι λοιπόν , καλά το σκέφτηκα!» είπε μέσα του.

-Κι ο Θεός τι σου δίνει σ’ αντάλλαγμα! ρώτησε συνεχίζοντας την ανάκριση.

Η Σόνια έμεινε για κάμποσο σιωπηλή, σαν να μην μπορούσε ν’απαντήσει. Το αδύνατο στήθος της ανεβοκατέβαινε απ’την ταραχή.

-Σωπάστε! Μη με ρωτάτε! Δεν είστε άξιος…ξεφώνισε ξαφνικά κοιτάζοντας τον αυστηρά και θυμωμένα.

«Αυτό είναι ! Αυτό είναι!» έλεγε και ξανάλεγε εκείνος επίμονα μέσα του.

-Όλα μου τα δίνει! ψιθύρισε βιαστικά και χαμήλωσε πάλι τα μάτια.

«Να η διέξοδος λοιπόν! Να κι η εξήγηση της» έβγαλε μέσα του την απόφαση , κοιτάζοντας την μ'αχόρταγη περιέργεια.

Μ’ένα καινούργιο , παράξενο, σχεδόν νοσηρό συναίσθημα, κοίταζε τώρα αυτό το χλομό, αδύνατο , ακανόνιστο και γωνιώδες προσωπάκι, αυτά τα ταπεινά γαλάζια μάτια που μπορούσαν να λάμπουν με τόση φλόγα, με τόση αυστηρή επιθετικότητα, αυτό το μικρό κορμί που έτρεμε ακόμα από αγανάχτηση κι οργή κι ό’ αυτά του φαινόταν όλο και πιο παράξενα, σχεδόν απίθανα. «Βλαμμένη, βλαμμένη!» έλεγε και ξανάλεγε μέσα του.

Πάνω στο κομό ήταν ένα βιβλίο. Κάθε φορά που περνούσε από μπροστά του, την ώρα που πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο, το κοίταζε∙ τώρα το πήρε και τα’ άνοιξε. Ήταν η Καινή Διαθήκη σε ρούσικη μετάφραση. Το βιβλίο ήταν παλιό , μεταχειρισμένο, με δερμάτινο δέσιμο.

-Που το βρήκατε αυτό; της φώναξε απ’ την άλλη γωνία του δωματίου.

Αυτή στεκόταν στο ίδιο μέρος, τρία βήματα μακριά απ’ το τραπέζι.

-Μου το φέρανε, του απάντησε ανόρεχτα και χωρίς να τον κοιτάξει.

-Ποιός τό'φερε;

-Η Λιζαβέτα∙ της το ζήτησα.

«Η Λιζαβέτα! Παράξενο!» σκέφτηκε αυτός.

Από στιγμή σε στιγμή το κάθε τι της Σόνιας του φαινόταν όλο και πιο παράξενο και πιο θαυμαστό. Έφερε το βιβλίο στο φως κι άρχισε να το ξεφυλλίζει.

-Που είναι το μέρος που λέει για τον Λάζαρο; ρώτησε ξαφνικά.

Η Σόνια κοίταζε επίμονα το πάτωμα και δεν απαντούσε. Στεκόταν κάπως πλάγια στο τραπέζι.

-Που είναι το μέρος για την ανάσταση του Λαζάρου; Βρές μου το, Σόνια.

Αυτή τον κοίταξε απ’το πλάι.

-Δεν είναι εκεί που ψάχνετε…στο τέταρτο Ευαγγέλιο…πρόφερε αυστηρά , χωρίς να τον πλησιάσει

-Βρές το και διάβασέ μου το, είπε αυτός και κάθισε∙ ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι , στήριξε το πιγούνι στην παλάμη και βάλθηκε να κοιτάει βλοσυρά στα πλάγια, έτοιμος ν’ακούσει.

«Σε δυο-τρείς βδομάδες θα βρίσκομαι κιόλας στο δρόμο για την εξορία, αν δε γίνει τίποτα χειρότερο», μουρμούριζε μέσα του.

-Μα τι; Δεν τό'χετε διαβάσει; ρώτησε αυτή κοιτάζοντάς τον απ’ την άλλη μεριά του τραπεζιού κάτω απ’ τα φρύδια της.

Η φωνή γινόταν όλο και πιο τραχιά.

-Είναι καιρός…Όταν πήγαινα σχολείο. Διαβάστε!

-Και στην εκκλησία; Δεν τ’ακούσατε;

-Εγώ…δεν πάω. Εσύ πας συχνά;

-Ο-ο-όχι , ψιθύρισε η Σόνια.

Ο Ρασκόλνικοβ χαμογέλασε ειρωνικά.

-Καταλαβαίνω…ώστε δε θα πας στην κηδεία του πατέρα σου;

-Θα πάω. Είχα πάει και την περασμένη εβδομάδα, έκανα μνημόσυνο.

-Για ποιον;

-Για την Λιζαβέτα. Τη σκοτώσανε με τσεκούρι.

Τα νεύρα του ερεθίζονταν όλο και πιο πολύ. Άρχισε να ζαλίζεται.

-Είχες φιλίες με τη Λιζαβέτα;

-Ναι…Ήταν δίκαιη…ερχόταν εδώ…σπάνια…δεν ήταν σωστό…Διαβάζαμε μαζί και κουβεντιάζαμε. Θα πάει στον Παράδεισο.

Ηχούσαν παράξενα στ’ αυτία του αυτά τα λόγια∙ κι ύστερα, άλλο και τούτο πάλι: κάτι μυστηριώδεις συναντήσεις με τη Λιζαβέτα…κι οι δυο τους βλαμμένες.

«Εδώ μπορούν να σου στρίψουν και σένα! Είναι κολλητικό!» σκέφτηκε.

-Διάβασε! φώναξε ξαφνικά επίμονα και νευριασμένα.

Η Σόνια δεν τα’ αποφάσιζε. Η καρδιά της χτυπούσε. Σαν να μην τολμούσε να του διαβάσει. Αυτός κοίταζε σχεδόν υποφέροντας τη «δυστυχισμένη τρελή».

-Τί σας χρειάζεται; Αφού δεν πιστεύετε, ψιθύρισε σιγά, ανασαίνοντας δύσκολα.

-Διάβασε! Έτσι θέλω! Επέμενε αυτός. Της Λιζαβέτας της διάβαζες.

Η Σόνια άνοιξε το βιβλίο και βρήκε το χωρίο. Τα χέρια της τρέμανε, η φωνή της έβγαινε βραχνή. Δυο φορές έκανε ν’αρχίσει κι όλο δεν τα κατάφερνε να προφέρει λέξη.

«Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας» , πρόφερε επιτέλους με προσπάθεια, μα ξαφνικά, στην Τρίτη κιόλας λέξη, η φωνή της υψώθηκε κι έσπασε σαν παρατεντωμένη χορδή. Το στήθος της σφίχτηκε.

Ο Ρασκόλνικοβ καταλάβαινε ως ένα σημείο γιατί δεν τ’αποφάσιζε η Σόνια να του διαβάσει κι όσο πιο πολύ το καταλάβαινε, τόσο επέμενε όλο και πιο νευριασμένος. Καταλάβαινε πολύ καλά πόσο οδυνηρό της ήταν τώρα να παραδώσει και να ξεσκεπάσει ό,τι δικό της. Καταλάβαινε πως τα συναισθήματα αυτά ήταν από καιρό τώρα το πιο κρυφό μυστικό της, από τότε ίσως που ζούσε ακόμα με την οικογένειά της, μαζί με το δύστυχο πατέρα και την τρελή απ’ τα βάσανα μητριά, μαζί με τα πεινασμένα παιδία, μέσα σε σιχαμερούς καβγάδες και βρισιές. Ταυτόχρονα όμως έμαθε τώρα στα σίγουρα πως μ’ όλο που φοβόταν τρομερά κάτι που κι αυτή δεν ήξερε καλά-καλά τι ήταν, τώρα που άρχισε να διαβάζει, είχε κι η ίδια τη βασανιστική επιθυμία να διαβάσει, παρ’ όλο το σπαραγμό της και παρ’ όλο το φόβο της και το δίχως άλλο γι’ αυτόν , για να τ’ακούσει αυτός και το δίχως άλλο τώρα, κι ας γίνει ό,τι γίνει ύστερα!...Αυτό ο Ρασκόλνικοβ το διάβασε στα μάτια της , το κατάλαβε απ’ την ταραγμένη της έξαρση. Η Σόνια υπερνίκησε τον εαυτό της, έπνιξε το σπασμό που έκοψε στην αρχή της φράσης της και συνέχισε το διάβασμα απ’ το ενδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην. Έφτασε έτσι ως το κεφ. ια΄, 19ο εδάφιο:

«…καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός».

Εδώ σταμάτησε και πάλι όλο ντροπαλοσύνη, γιατί προαιστάνθηκε πως φωνή της θα τρεμουλιάσει και θα κοπεί ξανά…

«Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο; λέγει αὐτῷ·»

(Και σαν να’παιρνε με πόνο την ανάσα της η Σόνια πρόφερε καθαρά, λες κι έκανε ομολογία πίστης μπροστά στον κόσμο):

«Ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος»

Έκανε να σταματήσει, έκανε να σηκώσει βιαστικά τα μάτια της να κοιτάξει αυτόν, μα υπερνίκησε αμέσως τον εαυτόν της και συνέχισε το διάβασμα. Ο Ρασκόλνικοβ καθόταν κι άκουγε ακίνητος, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, με τους αγκώνες πάνω στο τραπέζι. Φτάσανε στο εδάφιο 32.

«ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός. ᾿Ιησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ ᾿Ιουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε· ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ ᾿Ιησοῦς. ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν· τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ;»

Ο Ρασκόλνικοβ γύρισε και την κοίταξε ταραγμένος. Ναι, έτσι είναι! Έτρεμε κιόλας σύγκορμη από πραγματικό πυρετό. Ο Ρασκόλνικοβ το περίμενε αυτό. πλησίαζε στο μέρος όπου γινόταν λόγος για το μεγαλύτερο και πρωτάκουστο θαύμα, κι ένα αίσθημα μεγάλου θριάμβου την έζωνε από παντού. Η φωνή της έγινε ηχερή σαν μέταλλο∙ ο θρίαμβος κι η χαρά ηχούσαν μέσα της και τη δυνάμωνε. Οι γραμμές χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια της, γιατί τα μάτια της σκοτάδιζαν, μα ήξερε απ’ όξω αυτό που διάβαζε. Στον τελευταίο στίχο-«οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ»…χαμήλωσε τη φωνή της και μετέδωσε με θέρμη και πάθος την αμφιβολία, τον ψόγο και το χλευασμό των απίστων, των τυφλών Ιουδαίων, που τώρα αμέσως, ύστερ’ από’να λεπτό, θα πέσουν σαν να τους χτύπησε κεραυνός, θα βάλουν τα κλάματα, και τους λυγμούς και θα πιστέψουν… «Κι αυτός, αυτός επίσης είναι τυφλωμένος και άπιστος , κι αυτός θ’ ακούσει επίσης και θα πιστέψει κι αυτός, ναι! Ναι! Τώρα αμέσως!» αυτά ονειρεύονταν και τρεμούλιαζε από ευτυχισμένη προσμονή

«᾿Ιησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ' αὐτῷ. λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι».

Τόνισε ιδιαίτερα το  τεταρταῖος ∙ «λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω∙ καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς…»

Διάβαζε δυνατά, ριγόντας και τρέμοντας απ’ την έκσταση , λες και τά'βλεπε ολ'αυτά μπρος στα μάτια της.

«…δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν»

Η Σόνια δεν μπορούσε να διαβάσει άλλο, έκλεισε το βιβλίο και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα της.

-Αυτό είναι όλο για την ανάσταση του Λαζάρου, ψιθύρισε αυστηρά και με κομμένη φωνή και γυρίζοντας αλλού το πρόσωπό της στάθηκε ακίνητη , μη τολμώντας να σηκώσει τα μάτια της και να τον κοιτάξει. Έτρεμε ακόμα σαν νά’χε πυρετό. Το κερί στο λιγδωμένο σαμντάνι έφτανε στο τέλος του και τρεμόσβηνε, φωτίζοντας αχνά, μέσα σε κείνο το φτωχικό δωμάτιο, το φονιά και την πόρνη που είχαν συναντηθεί τόσο παράξενα στο διάβασμα του αιωνίου βιβλίου. Περάσανε πέντε λεπτά , ίσως και περισσότερα….

[...]"

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, "Εγκλημα και τιμωρία"
(μετάφραση: Άρη Αλεξάνδρου, εκδόσεις: Γκοβόστη, πηγή: Τάλαντο)


Καλή κι Ευλογημένη Μεγαλοβδομάδα...
Καλή Ανάσταση!