Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Άγρια σπαράγγια και βεργιά!



Φάνηκε η άνοιξη κι αντάμα με τ'ανθίσματα των λουλουδιών του αγρού, άρχισαν να ξεβλασταρώνουν και διάφορα άλλα καλούδια της φύσης! Θαρρείς συνεννοημένη κι αυτή, με τα έθιμα τα δικά μας, τούτη την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρει ένα σωρό νηστήσιμους μεζέδες, ταπεινούς αλλά γευστικότατους... Πρώτες ξεπετάχτηκαν οι φτέρες κι ακολούθησαν τα βεργιά και τ'άγρια σπαράγγια, οι γαϊδαροουρές του βουνού κι οι κούκοι, για να πάρουν όπου νά'ναι τη σκυτάλη τα φημισμένα πηλιορείτικα τσιτσίραβα! Είναι απίθανο το τί μπορεί να μαζέψει κανείς σε ενός τσιγάρου δρόμο ανάμεσα στα λιόδεντρα. Φτάνει νά'χει τα μάτια του ανοιχτά και να γνωρίζει... Χαλί οι τρυφερές κορφούλες απ'τις φτέρες φαίνονται με την πρώτη ματιά να φλερτάρουν με τις άγριες ανεμώνες και τα τοσοδούλικα και παραδίπλα προφυλαγμένα τα βλαστάρια απ'τις σπαραγγιές, ανάμεσα στα περσινά και τα προπέρσινα αγκάθια, τρυγύρω από τους γέρικους κορμούς. Κι αν είναι ο τόπος υγρός κι είσαι και τυχερός θα ξετρυπώσεις και τα βεργιά που αναζητούν τον ουρανό, μοναχά ή αγκαλιασμένα μεταξύ τους ή ακόμη τυλιγμένα σε βάτα ακαθάριστα... Τέτοιες μέρες, όποιον δρόμο και να πάρω, το αυτοκίνητο είναι απαραιτήτως εφοδιασμένο μ'άδειες σακούλες για συγκομιδή!


Έτσι και προχθές το μεσημέρι, καθώς κατηφορίζαμε για ένα τσιπουράκι παραλιακά, κάναμε μια μικρή παράκαμψη σ'ένα "φτερότοπο"! Στα ψηλά, δεν έχουν βλασταρώσει ακόμα... Κι όπως χωθήκαμε στο χωματόδρομο αντικρύσαμε και τα πρώτα σπαράγγια στη μια μεριά. Ο αγαπημένος μου, όμως, μεζές, είναι κείνα τα πικρούτσικα βεργιά που γλυκαίνουν αμέσως στο ντόπιο κρασόξυδο. Δεν έχω παράπονο. Περπατώντας στην πλαγιά, ξετρυπώσαμε μερικά, όσα πρέπει για μια βρασιά!



Τα βεργιά αλλού τα λένε οβριές ή αβρωνιές. Η Vita έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή για τις αβρωνιές της Κρήτης εδώ: Αβρωνιές (μια σπάνια συνταγή). Και στα δικά μας μέρη τα κάνουμε μαγειρευτά -αν και δε συνηθίζουμε τα μπαχαρικά, όπως το κύμινο- σκέτα ή και με κρέας, αλλά και σαλάτα -αφού τα ζεματίσουμε- με αρκετό ξυδάκι να φύγει η πολλή πίκρα κι ελαιόλαδο. Σημειώνει οΠ.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Εις το είδος τούτο αναφέρεται η παρ'αρχαίοις Βρυώνη ή Βρυωνίς και η κατ'εξοχήν Βρυωνία ή Άμπελος λευκή του Διοσκουρίδου, όστις λέγει ότι "ταύτης οι ασπάραγοι" κατά την πρώτην εκβλάστησιν εφθοί εσθίονται", ως δ.δ. εσθίονται ούτοι και σήμερον εν τε τη Ελλάδι και αλλαχού εξουδετερουμένης της τοξικής των ιδιότητος δια της ζέσεως."




Τ'άγρια σπαράγγια, πάλι, που τους μοιάζουν λιγάκι όταν είναι τρυφερά, αλλά διαφοροποιούνται πλήρως καθώς αναπτύσσονται και σκληραίνουν τ'αγκάθια τους, τρώγονται και σα σαλάτα, μετά από λίγο βράσιμο (ή και ψήσιμο στην ξυλόσομπα), καθώς και παντρεμένα μ'αυγά, δηλαδή σε ομελέτα. Για τα σπαράγγια κάνει μνεία κι ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές" του (Β62, απόδοση: Στ.Αλεξιάδου) και μεταξύ άλλων αναφέρει: "Οι ασπάραγοι ονομάζονται έλειοι (του βάλτου) και ορεινοί, εξ ων οι κάλλιστοι δεν σπείρονται. Τους μεταχειρίζονται δε προς θεραπείαν όλων των εσωτερικών παθήσεων. Οι σπαρτοί εξ άλλου γίνονται καθ' υπερβολήν υπερμεγέθεις." Τα σπαράγγια είναι όντως πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα κι ιχνοστοιχεία, αλλά χρειάζεται προσοχή την κατανάλωσή τους από όσους δε μεταβολίζουν τις πουρίνες και πάσχουν από ουρική αρθρίτιδα. Όσο για την ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") είναι εκ του σπαργάω=είμαι πλήρης, ενώ το "Μεγάλο Ετυμολογικόν"αναφέρει: "Έστι δε τι και βοτάνης είδος ασφάραγος, προς τας καθάρσεις επιτήδειον. Ούτως μεν οι Αττικοί, δια του Φ' οι δε λοιποί, μη ακριβούντες, δια του Π λέγουσι. Και απλώς τα των λαχάνων όρμενα ασπαράγους καλούσιν." Ακόμη: "Ασπάραγος: Κυρίως επί του ελείου ή ορείου, ο μη σπειρόμενος."



Μπαίνει η άνοιξη, λοιπόν, κι η φύση αρχίζει να γεννοβολάει και να μοιράζει απλόχερα τους πρώτους της καρπούς... τουλάχιστον εκεί που δεν την έχουμε ακόμη δηλητηριάσει... εκεί που σεβαστήκαμε τη ζωή... 

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Χάσκα και φωτιές!

Έχω σπάσει το κεφάλι μου να θυμηθώ που πρωτοδιάβασα για τη "χάσκα"! Αδυνατώ... Κι ας έχω ανοίξει γύρω μου ένα σωρό λαογραφικά βιβλία... Κάπου αλλού ήτανε.. Τό'χε πάρει το μάτι μου σαν αναφορά σ'ένα ξεχασμένο έθιμο κάπου βορειοελλαδίτικα.. Θυμάμαι πολύ καλά, όμως, πόση εντύπωση μού'κανε, δυο-τρία χρόνια πριν, όταν πήρε τ'αυτί μου σε μια κουβεντούλα "Θυμάσαι εκείνες τις απόκριες τί γέλιο κάναμε με τη χάσκα, όταν είχαμε μαζευτεί....". Πετάχτηκα πάνω! "Κάνετε χάσκα την αποκριά;!" "Κάνουμε!" "Ακόμη;!" "Ε,να, πέρσι δεν κάναμε...Πότε ήταν; Έχουμε λίγα χρόνια που δεν κάναμε.." "Φέτος θα κάνουμε;!" ρώτησα όλο αγωνία... "Να κάνουμε, γιατί να μην κάνουμε;" Το καταχάρηκα, λοιπόν, που βρήκα ζωντανό -έστω σε λίγους- το έθιμο τούτο το ξεχασμένο και, επιπλέον, όχι από μια "φολκλορική" αναβίωση, αλλά από φυσική συνέχεια και μάλιστα στα χωριά μας!



Το έθιμο τούτο συναντάται στον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και λαμβάνει χώρα την Κυριακή της Τυρινής κατά το τελευταίο αρτύσιμο γεύμα της αποκριάς. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο συνήθως κατέχει το αυγό (που μερικές φορές, όμως, δίνει τη θέση του στον νηστίσιμο χαλβά), καθώς είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να καταναλωθεί πριν τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής και μέχρι τη μέρα της Ανάστασης, όπου και πάλι θα ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο χαρμόσυνο δείπνο που ακολουθεί! Με άλλα λόγια, με αυγό βουλώνουμε το στόμα μας καθώς κλείνει το Τριώδιο και ξεκινάει η Σαρακοστή, με αυγό το ξεβουλώνουμε μετά την Ανάσταση!



Ένα βρασμένο καλά και καθαρισμένο αυγό δένεται από μια κλωστή απ'το ταβάνι του σπιτιού, πάνω απ'το τραπέζι όπου έχει μαζευτεί η οικογένεια και κάποιος αναλαμβάνει να ταλαντώσει το σκοινί, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να το γραπώσουν με το στόμα! Σε κάποιες παραλλαγές κρεμιέται κι από τον πλάστη με τον οποίο ζυμώνουν οι γυναίκες -ή κάποιο άλλο μακρύ ξύλο- που ένας αναλαμβάνει να το κρατάει και να το κουνά, σαν καλάμι του ψαρέματος, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν με το στόμα να το πιάσουν.



"Τέλος οι μασκαράδες μαζεύονταν στα συγγενικά ή φιλικά τους σπίτια, γλεντούσαν κι έπαιζαν ένα παιχνίδι τη "Χάσκα". Κρεμούσαν με μια κλωστή, απ'το ταβάνι, ένα αυγό. Αυτό το γύριζαν γύρω-γύρω, και χωρίς τη βοήθεια των χεριών, προσπαθούσαν να πιάσουν με το στόμα τους το αυγό. Όποιος κατόρθωνε να το πιάσει ήταν ο κερδισμένος." ("Κοντά στις ρίζες μας", Λαογραφικά Μαγνησίας, Μαθητ.Κοινότ. Στ2 τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου, 1984)

Σημειώνει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας", τεύχος 3ον:





Την ίδια μέρα μάλιστα, το αυγό, πρωταγωνιστούσε και σε ένα είδος πυρομαντείας:



Η Κυριακή της Τυροφάγου αποτελεί στο τέλος της τρίτης βδομάδας των Απόκρεω, της μεταβατικής βδομάδας προς την νηστεία της Σαρακοστής όπου εθιμικά δεν καταναλώνεται πλέον κρέας, αλλά μονάχα τα προϊόντα των ζωικών οργανισμών, όπως το τυρί, το γάλα και το αυγό.

"Πάει ου κριάτους πέθανι

ψουχουμαχάει κι ου τύρους

κι παίρνει τη bεριφανιά

ου σκόρδους κι ου κρουμύδους!",

μας διασώζει το παλιό στιχάκι ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός στα λαογραφικά του Κλήματος Σκοπέλου ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια").

Τα έθιμα της ημέρας, πέρα από τις καθιερωμένες μασκαράτες, ήταν πάρα πολλά. Σημαντικό εξ αυτών οι συμβολικότατες "φωτιές", όπως και κατά την παραμονή της γεννήσεως του Άη-Γιαννιού, αλλά και κατά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Βέβαια, ακόμα και σήμερα έχουμε την παραδοσιακή καύση του Καρνάβαλου. Αλλά ας δούμε και μερικά ακόμη σχετικά στοιχεία από τα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας" του Μέγα:



Καλή Αποκριά!!!