Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Οι "Μάηδες" του Πηλίου!

Καλό μήνα Μάη!


Ανεξάντλητα τα πρωτομαγιάτικα λαογραφικά, άλλο αν στις μέρες μας μας έχει απομείνει, βασικά, το περίφημο μαγιάτικο στεφάνι, οι εξορμήσεις στην εξοχή κι άντε κι ένα καλό φαγοπότι. Τί κι αν έχω παρουσιάσει κάποια τις περασμένες χρονιές, όπως τα παρακάτω:
Μαγιάτικα και Πρωτομαγιάτικα..
Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..
Πρωτομαγιάτικα...
Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
... πάντα, θα φανερωθεί και μια καινούρια πηγή!
Αυτή τη φορά οι "Μάηδες" από το βιβλίο του Βασίλη Πλάτανου "Ελληνικά Λαϊκά Πανηγύρια" με πανέμορφες ξυλογραφίες του Ράλλη Κοψίδη (εκδόσεις: Φιλιππότη):


















Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Άγιος Ιωάννης ο Τριανταφυλλάς!



Για άλλο ψάχνοντας, έπεσα στον Άη Γιάννη το Θεολόγο που η μνήμη του γιορτάζεται σήμερα κι άρχισα ν'ανοίγω τα τεφτέρια μιας και τόσα χρόνια μού'χε ξεφύγει, μπας και βρω κανένα έθιμο σχετικό! Κι έπεσα στην περίπτωση! Αν και συνηθέστερα τον αποκαλούν Άη Γιάννη Χαλαζά, μιας κι είναι εποχή που οι αγρότες πολύ φοβούνται τα ξαφνικά χαλάζια, έχει ένα ακόμη προσωνύμιο που μου είναι πολύ αγαπητό, καθώς έχω ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το λουλούδι τούτο (βλέπε: Τριαντάφυλλο μου...), το "Τριανταφυλλάς"! Άη Γιάννης Τριανταφυλλάς, λοιπόν, καθώς γιορτάζεται τούτες τις μέρες που οι τριανταφυλλιές αρχίζουν να οργιάζουν κυριολεκτικά πνιγμένες στα λέλουδα, ονομάζεται κυριώς από τους Θρακιώτες, καθώς τον θεωρούνε προστάτη των καλλιεργιών τους από τριαντάφυλλα και ρόδα απ'τα οποία παίρνουν το πολύτιμο ροδέλαιο.


Πρόκειται για τον αγαπημένο μαθητή του Ιησού Ιωάννη, τον Ευαγγελιστή. Κι ο λαός μας, φαίνεται, τον έχει ορίσει προστάτη των καλλιεργειών, καθώς, όπως σημειώνει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Ανήμερα της γιορτής αυτής οι γεωργοί μας δεν εργάζονται ποτέ. Πάνε στις εκκλησιές και πανηγυρίζουν εκεί την ημέρα αυτή, για να τους βοηθάει ο Άη-Γιάννης και να προφυλάει τις καλλιέργειές τους απ'τα κακά του Μάη." Περισσότερα, όμως, καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας στο πολύτιμο βιβλίο του "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας":


και συνεχίζει:

"Μερικά άλλα έθιμα της ημέρας αυτής αποσκοπούν στην εκδίωξη των ενοχλητικών ζωυφίων του καλοκαιριού. Π.χ. στην Ίο κάθε οικογένεια την παραμονή προμηθεύεται νερό και χόρτα και το πρωί ο οικοδεσπότης βάζει δυο τρεις κατσαρίδες μέσα σ'ένα καλάμι και τα ρίχνει όλα στην θάλασσα. Έτσι καταστρέφονται οι κατσαρίδες."


Αν όμως στα βόρεια τον αποκαλούν "Τριανταφυλλά", στο νότο, δηλαδή στην Κρήτη μας, τον αποκαλούσαν κάποτε ... "Ντολμαδά", όπως μας αποκαλύπτει ο Νίκος Ψιλάκης στο έξοχο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμανωρ). Πάντως από τις καλλιέργειες, δεν ξέφευγε, απλά άλλαζε προσωνύμια ανάλογα με την περιοχή. Παραθέτω, λοιπόν, κάποια αποσπάσματα από το κείμενο του Νίκου Ψιλάκη για αυτήν την ιδιαίτερη ονομασία:

"Σε πολλές περιοχές του νησιού ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είναι προστάτης της αγροτικής παραγωγής, των δημητριακών και, όλως ιδιαιτέρως, των αμπελιών. Εκείνος θα φροντίσει, όπως πιστεύουν, να μη βρέξει την εποχή του θερισμού και να μη ρίξει χαλάζι, εκείνος θα φροντίσει ώστε να καρπίσουν και να ευδοκιμήσουν τα αμπέλια. Γι' αυτό συνήθιζαν να βάζουν, μαζί με τα λουλούδια με τα οποία στόλιζαν την εικόνα του, και βλαστούς αμπελιού. Η σύνδεσή του, όμως, με τους αμπελώνες φαίνεται περισσότερο από ένα μοναδικό (όσο γνωρίζω) έθιμο: το φαγητό της εορτής του ήταν συνήθως ντολμάδες: "μαγέρευαν φρυγιομαγεριά, μπορεί και θριγιομαγεριά όπως μου έλεγε η θεία μου. Το χειμώνα που είχανε τα λάχανα εκάνανε τους ντολμάδες πιο πολύ με λαχανοφυλλάδες [...] το καλοκαίρι εκάνανε θριγιομαγεριά με αμπελόφυλλα. Και στις 8 του Μάη έλεγαν πως τα αμπελόφυλλα είναι μεστωμένα και μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν."
Το έθιμο δεν επιβίωσε στις μέρες μας. Και φαίνεται πως σε πολλές περιπτώσεις πήγαιναν παλαιότερα τα ντολμαδάκια στις εκκλησιές, τα ευλογούσαν και τα έτρωγαν σε κοινές συνεστιάσεις. Η μαρτυρία του Παύλου Βλαστού και πάλι είναι καταλυτική. Ο πρωτοπόρος της κρητικής λαογραφίας καταγράφει μια ωραία αιτιολογική παράδοση από το χωριό Σαλί Ρεθύμνου. Ο τιμώμενος στον παλιότατο ναό του χωριού Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν γνωστός ως "Ντολμαδάς". Και ονομάστηκε έτσι γιατί οι κάτοικοι του χωριού μαγείρευαν "με τα πρωτοφανίστικα αμπελόφυλλα και [φύλλα] κληματαριάς τους ντολμάδες". Έβαζαν ρύζι και κιμά και τους πρόσφεραν στους προσκυνητές. [...] Ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές παρασκευάζουν ντολμάδες με αμπελόφυλλα κατά την ημέρα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Το έθιμο, όμως, έχει χάσει τον τελετουργικό του χαρακτήρα [...]"

Καταγράφει ακόμη ο Νίκος Ψιλάκης πως στα μοναστήρια που γιόρταζαν γίνονταν πάντα μεγάλες συνεστιάσεις που θυμίζαν τα γνωστά κουρμπάνια που λάβαιναν χώρο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος προς τιμήν του αγίου. Αλλά και ότι "στο οροπέδιο Λασιθίου, στο χωριό Μαρμακέτο [...] οι κάτοικοι αφήνουν τον επιτάφιο στολισμένο από τη Μεγάλη Παρασκευή και πιστεύουν ότι την ώρα της λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου τα λουλούδια ανθίζουν πάλι.[...]"

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Μαγιάτικα και Πρωτομαγιάτικα..



Μπήκε ο Μάης, λοιπόν, ο "Καλομηνάς", ο "Λούλουδος" ("Ο Απρίλης έχεις τ'όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια!", "Άλλοι πουλούν τα λάχανα κι ο Μάης τα λουλούδια!"), ο "Πράσινος", ο "Τριανταφυλλάς"("Ο Απρίλης με τα λέλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα!"), ο "Φουσκοδέντρης", ο "Κερασάρης", ο "Ανοιξιάτης", αλλά κι ο Μάης με τα μάγια του ("Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι!", "Όποιος γεννηθεί το Μάη δεν τον πιάνουνε τα μάγια!") και τις δεισιδαιμονίες ("Το Μάη δε συγκόβγεις φουστάνια, δεν ξεκινάς προύκα, δε βάνεις σπίτι σου παρασύρα, κολοκύθια και κάτη!", "Σα μπει ο Μάης Σάββατο, όφου καημός και θάνατος!"), ο Μάης ο μήνας των νεκρών..
Τ'όνομα Μάιος (Maius στα λατινικά) του δόθηκε "προς τιμήν της Μαίας, της μητρός του θεού Ερμού (μαία=σεβαστή γυνή). [...] Για αυτό ακριβώς και σήμερα η "εορτή της μητέρας" εορτάζεται αυτόν τον μήνα", μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Έλλην Λόγος").
"Κατά τον μήνα αυτόν οι Ρωμαίοι εώρταζον (από 28 Απρ.-2 Μαίου) και την Floram (Φλώραν), την θεάν της βλαστήσεως, των άνθεων και των φυτών. " αναφέρει οΦίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριότεραι εορταί των") και παρακάτω συμπληρώνει "Οι Ρωμαίου ετέλουν τα Lemuria, εορτήν προς τιμήν των Λεμούρων, οι οποίοι ήσαν πνεύματα των αποθαμένων, που είχον την ιδιότητα να επανέρχονται καθ' ωρισμένας ημέρας του έτους επί της γης και να τρομοκρατούν τους ζώντας. Τα Lemuria δεν είχον δημόσιον χαρακτήρα, αλλά οικογενειακόν προς τιμήν των συγγενών νεκρών, η δε εορτή ετελείτο την 9ην, 11ην και 13ην του μηνός Μαϊου και αφιέρωνον κατ'αυτάς άφθονα άνθη εις τους νεκρούς των, εχαρακτηρίζοντο δε και ως "αποφράδες", και οι ναοί έμενον κλειστοί, απηγορεύετο δε και η τέλεσις γάμων κατ'αυτάς (διότι ήσαν καταδικασμένοι εις αποτυχίαν) κατ'επέκταση δε και καθ'όλον τον μήναν."
Τούτη η πρόληψη, να μην τελούνται γάμοι, παρέμεινε για το Μάη. "Και εις το Βυζάντιον, κατά το θεολόγον Μιχαήλ Βρυέννιον, επειδή εθεωρείτο ο Μάιος δυσοίωνος, "δεν εστεφανούντο"". Αλλά κι αργότερα.. και μέχρι σήμερα ("Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά 'ποδίδει!" , "Όποιος παντρευτεί το Μάη, κακαποδομένος πάει!" και "Απού'ναι κακορίζικο το Μάη αποσπερίζει, το Μάη και τον Αύγουστο να κάμει τα προυκιά ντου!"), ο λαός μας αποφεύγει τους γαμούς το μήνα αυτό, το μήνα που, παρετυμολογικά ίσως έχει συνδέσει με τα μάγια ("Μάη μου μάγεψέ με"), το μήνα αυτόν που θεωρείται "αποφράς" γιατί έπεσε η Κωνσταντινούπολη, το μήνα αυτό που ζευγαρώνουν τα γομάρια κατά κόρον ("Νά'μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκκορας και γάτος το Γενάρη!") και δεν κάνει να ζευγαρώσουν επίσημα οι άνθρωποι...
Αναφέρει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος ("Οι 12 μήνες, τα λαογραφικά")""Το Μάη δε φυτεύουμε, ούτε στεφανωνόμαστε" λένε στην Κέρκυρα, "τό'χουμε για κακό!". Το λέει και το τραγούδι:
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, κι ο μικροπαντρεμένος,
το Μάη φυτείαν εφύτεψε, το Μάη γυναίκα πήρε....
και το τί τράβηξε παρακάτω!.."
Για αυτό και "Το Μάη μη φυτεύγεις πούλουδα στην κάσα μη στα βάλου!"..
Πλήθος οι προλήψεις για τον μήνα αυτόν σε κάθε τόπο, πολλές βρίσκαμε και στο Πήλιο, όπως τις καταγράφει ο λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Πήλιο: αναδρομές-καημοί-εξομολογήσεις):










Υπέροχο, με ρίζες παμπάλαιες, το έθιμο των Μάηδων όπως επιβίωνε παλιά στο Πήλιο, και το περιγράφει γλαφυρότατα ο Κώστα Λιάπης εδώ: Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
Έθιμο της Πρωτομαγιάς (βλέπε εδώ:Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..και εδώ:Πρωτομαγιάτικα...) με τα υπέροχα στεφάνια της (παλιότερα κυρίως φτιαγμένα από καρποφόρα κλωνάρια, το απαραίτητο σκόρδο, καρπούς και λουλούδια των αγρών... μ'όλη τη συμβολική τους αξία), της Πρωτομαγιάς της ανοιξιάτικης, της γονιμοποιού που συνδέεται άρρηκτα με την καρποφορία της γης κι ο εορτασμός της χάνεται βαθιά πίσω στην αρχαιότητα... Πλήθος τα έθιμα που συνδέονται με όλα αυτά... Πολλά από αυτά καταγράφει ο Γεώργιος Μέγας("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"). Όπως:











Μπήκε ο Μάης, λοιπόν, ο ανοιξιάτικος και κοντά είναι πια το καλοκαίρι ("Απ'τον Αύγουστο χειμώνα κι απ'το Μάη Καλοκαίρι", "Τώρα είν' ο Μάης κι Άνοιξη, τωρά είναι Καλοκαίρι", "Απρίλης, Μάης, κοντά είν' το θέρος", "Το Μάη με πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα")...
ο Μάης με τη μεγάλη μέρα και τις πολλές αγροτικές εργασίες ("Απού δε χορτάσει το Μάη τη δουλειά, έει κατάρα στην κοιλιά!","Μάης πενταδείλινος και πάντα δείλι θέλει") που δεν προλαβαίνονται ("Το Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε")....
ο Μάης ο τόσο σημαντικός για την αγροτιά που από κείνον εξαρτώνται οι μετέπειτα συγκομιδές ("Μάης άβρεχος, τρυγητής χαρούμενος", Μάης άβροχος, μούστος άμετρος", "Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει", "Μάης χαλαζάς, αλιά στην καλλιέργεια", "Στον καταραμένο τόπο, το Μάη μήνα βρέχει", Στων αμαρτωλών τη χώρα, το Μάη μήνα βρέχει", "Όντας έπρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει", "Μάης άβροχος, χρονιά ευτυχισμένη", "Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ'Αυγούστου το φεγγάρι")..
ο Μάης με τις πρασινάδες του και τα τριφύλλια ("Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι", "Κάθου γέρο λίμενε να φας το Μάη χορτάρι", "Ζήσε, μαύρε μου, να φας το Μάη χλόη")..
ο Μάης με τα μάγια και τις δεισιδαιμονίες ("Του Μάη η γιώρα να σ'εύρει", "Να μη σ'εύρει η κακιά η ώρα του Μάη"), ο καταραμένος για γάμους και φυτέματα, ο Μάης με τα φίδια ("Το Μάη δεν κάνει να τρώμε μάραθα, γιατί πηγαίνουν οι όφηδες και ποσύρουν τα μάθια ντους απάνω στις αμαραθιές", "Το Μάη μάραθο μην τρως, αν είσαι και γιατρός")...
ο Μάης με την Πρωτομαγιά του... την καρποφορία, τα λουλούδια του και τα τραγούδια του, τα όμορφα έθιμά του...΄



(το απόσπασμα του Γεωργίου Μέγα..)
..που μας θυμίζουν ακόμη και την αρχαία ειρεσιώνη και χάνονται στην ιστορία του λαού μας χιλιάδες χρόνια πίσω...
Καλό μήνα, καλή Πρωτομαγιά!
(Υ.Γ. Οι παροιμίες προέρχονται και από τα βιβλία "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες" του Μιχάλη Γρηγοράκη και "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας" του Βασίλη Λαμνάτου.) 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..


του λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου:

"Η Πρωτομαγιά των ελληνικών λαϊκών παραδόσεων, όπως γιορτάζεται απ'τα παλιά ως τα νεότερα χρόνια, είναι ένα κράμα στοιχείων και επιδράσεων, που κρατούν από τα κάθε είδους Ανθεστήρια των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων και των Βυζαντινών, και φτάνουν στις νεοελληνικές γιορτές της Άνοιξης, από την Πρωτομαρτιά ως το Μάη. Ο κεντρικός άξονας των στοιχείων αυτών είναι η ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, η αυθόρμητη λατρεία της Βλάστησης, η μαγικές ενέργειες για την τελείωσή της και η προσπάθεια "μετάληψης" από τις δυνάμεις της.[...]

Αρχίζουν από την ανθρώπινη παιδιάστικη χαρά, που γεννάει η θαυμαστή βλάστηση της γης κι η ωραία ανθοφορία της. [...]

Προχωρούν στη λατρεία της βλάστησης και της νέας παραγωγής, που την προσωποποιούν με τα διάφορα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" (τα νεκραναστημένα παιδιά), ή με τους "Μάηδες" των χωριών μας, που την εκβιάζουν να φέρει την καλή σοδειά, φορτώνοντας με στάχια και με φρούτα τα κλαδιά αυτά, όπως έκαναν κι οι αρχαίοι Έλληνες με το κλαδί της "Ειρεσιώνης". Δείγμα τέτοιας λατρείας είναι κι η πομπική περιφορά που γίνεται, με τα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" ή με τις "Νυφούλες του Μάη", από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, συντροφευμένη μάλιστα με ευχές και με δώρα που θυμίζουν τα κάλαντα.

Γίνονται έπειτα ενέργειες μαγικές, που πάνε να δώσουν στους εορταστές τη νεανικότητα και τη μακροζωία της Φύσης. Τα κλαδιά και τα λουλούδια κόβονται από τους αγρούς και κουβαλιούνται στα σπίτια, για να κρεμαστούν στις αυλές και στις πόρτες ή στήνονται κάπου στη μέση του χωριού, για να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη χλοερότητα, τη δροσιά και την άνθισή τους. [...]




Δε θα περιγράψω εδώ τα πολλά πρωτομαγιάτικα έθιμα, που έχουμε σ'όλη την Ελλάδα. Θα περιοριστώ σε κείνα που γίνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κεφαλονιά, όπως τα γνώρισα μικρός ή όπως τα είδα να συνεχίζονται τα τελευταία χρόνια. [...]

Όπως λοιπόν γίνεται και στην Ελλάδα, η Πρωτομαγιά αρχίζει στην Κεφαλονιά από την παραμονή της. Η παραμονή είναι γενικά μια χαρούμενη προπαρασκευή, που τη ζούμε πιο έντονα από τη γιορτή, γιατί μας δίνει την προσδοκία και τη συμμετοχή, μέσα σε άνετα χρονικά περιθώρια. Έπειτα μας χρειάζεται η παραμονή της Πρωτομαγιάς, για να φτιάξουμε το μεγάλο στεφάνι, που θα βρεθεί κρεμασμένο το ξημέρωμα, να πάρει τη νυχτερινή δροσιά πριν το ζεστάνει ο ήλιος.

Βγαίνουν τ'απόγιομα τα κορίτσια στους κήπους, δανείζονται φιλικά τα ποικιλόχρωμα λουλούδια, και δίνει το ένα σπίτι στο άλλο ό,τι εκείνο δεν έχει, αρχίζοντας από την πρασινάδα και τον κισσό και φτάνοντας στο τριαντάφυλλο. Είναι τούτος ο δανεισμός των λουλουδιών μια συνεργασία του χωριού, στην κοινή μαγική πράξη του μαγιοστέφανου, που όσο κοινότερη γίνεται, τόσο πιο καλό αποτέλεσμα θα φέρει. Τα λουλούδια πάνε κι έρχονται μέσα στα κάνιστρα και στους δίσκους: Βιολέτες πολύχρωμες, τριαντάφυλλα, κρίνοι, γαρούφαλα και ροζαμάπες, μοσκιές και φίντες, αρμπαρόριζες, άσπρες μαργαρίτες και νεραντζάνθια, φρέζιες κι αγιοκλήματα... Στο μεταξύ θα γυρίσουν από τα χωράφια τους οι άντρες του σπιτιού (ή άλλα κορίτσια) και θα φέρουν μαζί τους την αγροτική ανθοδέσμη, σπάρτα ιδιαίτερα και μαργαρίτες κίτρινες ("τσουτσουμίδες" του κάμπου) και στάχυα από τα νέα σπαρτά, θα φέρουν και μια χοντρή αμπελίσια βέργα για το μεγάλο στεφάνι του Μάη, μια βέργα από εκείνες του κλαδέματος, που τις έχουν φυλαγμένες επίτηδες, όπως τις φυλάγαμε παλιότερα για τα στεφάνια του γάμου.

Το μαγιοστέφανο φτιάχνεται μπροστά στις πόρτες και στις λότζες των σπιτιών με κοινή συνεργασία της γειτονιάς, όπως γίνεται στις βεγγέρες. Το φτιάχνουν οι κοπέλες με τη βοήθεια των μικρών, ενώ οι μεγάλοι παραστέκουν και λένε τα αστεία τους. Οι γριές εξηγούνε από κοντά τη σημασία που μπορεί να έχει για τη ζωή και την τύχη του κοριτσιού το κάθε λουλούδι. Κι οι νοικοκυρές πάνε και φέρνουν από μέσα τους απαραίτητους "καρπούς", σκόρδο και κρεμμύδι, για το βάσκανο μάτι, κι έπειτα κανένα ρόγδι ή και πορτογάλι και μέσπολες, για να μπουν στο στεφάνι, απ'τη νέα σοδειά.

Έτοιμος ο "Μάης", θα δεθεί στον κόμπο της βέργας του με μια κόκκινη κορδέλα (το κόκκινο χρώμα φέρνει υγεία), και θα κρεμαστεί στην πόρτα ή το παράθυρο, πάνω στο ξύλινο θυρόφυλλό τους, να 'κουμπάει με ζεστασιά στο σπίτ και να του φέρνει, από την έξω ζωή, μαγεία και δύναμη, όσο μεγαλύτερο μέρος μπορεί. Τα στεφάνια είναι απαραίτητα εκεί που ζουν κορίτσια. Μπορεί να κρεμάσουν και περισσότερα στο σπίτι, αν το ζητήσουν. Όπου όμως είναι αγόρια, θα κρεμάσουν γι'αυτά ανθοδέσμες σκέτες ("φούντες" ή "μποκέδες"), με την ίδια ποικιλία λουλουδιών και με την κορδέλα την κόκκινη...

"Και του χρόνου! Καλό μας Μάη! Με το καλό ναν τον κάψουμε τ'Άι-Γιαννιού!". Είναι οι ευχές που ακούονται εκείνο το βράδυ, την ώρα που όλα ετελείωσαν, κι οι άντρες κερνιούνται στη γειτονιά με κανένα κρασί. Οι κοπέλες, πριν κοιμηθούν, μπορεί να πουν και τούτο το Μαγιάτικο τραγούδι:

Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη με τα ρόδα,

όλον τον κόσμο γιόμισες με λουλούδια και μ'άνθια

κι εμένα με περίπλεξες στης λεμονιάς τα φύλλα!...

Ξημέρωσε. Σηκώνονται όλοι, μικροί και μεγάλοι, κορίτσια και νέοι, αντρόγυνα και παιδιά, να βγούνε πρωί στον κάμπο, να προφτάσουν τον ήλιο, να προφτάσουν τον κούκο και το γάιδαρο, να δούνε τα χρώματα της αυγής, να βρούνε τα λουλούδια και τα κλαδιά αξύπνητα με τη δροσιά τους και το κυριότερο, να βρέξουν τα χέρια, τα μαλλιά και το πρόσωπο με τη δροσιά αυτή, να πιουν απ'τη δρόσο των ασταχυών και να πάρουν δύναμη, φρεσκάδα και ξανάνιωμα... να γίνουν καλά για πάντα από τον πονοκέφαλο. Τα τραγούδια τους τώρα ανακατεύονται με τα πρωινά κελαηδήματα των πουλιών:

Ελάτε όλοι να μάσουμε, ω νιες και νιοι, το Μάη

τώρα που η Άνοιξη σε μας γλυκά χαμογελάει...

[...]

Ω, εκείνοι οι χοροί των γλεντιών, έξω στη φύση, πόσο είναι πάντα γραφικοί και ταιριασμένοι με την κίνηση των λουλουδιών και των κλαδιών και των σπαρμένων! Πόσο φυσικοί φαίνονται οι άνθρωποι στις κινήσεις τους, έτσι καθώς πιάνονται αλυσιδωτοί και ρυθμοπατούν αλαφροβήματοι στη μαλακιά γη! [...]"

(Δημήτριος Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")

(για περισσότερα, βλέπε:

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
 και Πρωτομαγιάτικα... )

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

Η Αγία Μαύρα και το μαύρο...





Οι προλήψεις κι οι δεισιδαιμονίες χαρακτήριζαν, αλλά και χαρακτηρίζουν ακόμη, πάρα πολλές εθιμικές εκδηλώσεις, αλλά και καθημερινές αντιδράσεις του λαού μας. Το μαύρο χρώμα είναι συχνά τόσο συσχετισμένο με την έννοια του κακού, του θανάτου ή της γρουσουζιάς, που ακόμα και σήμερα, από πολλούς, θεωρείται άσκημος οιωνός να διασχίσει το διάβα τους μαύρη γάτα! Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από βιβλίο του Αθανάσιου Μπουτούρα ("Προλήψεις του ελληνικού λαού"): "Θεωρείται καλόν να τρέφει τις κατοικίδια ζώα χρώματος μελανός, πάντως διότι πιστεύεται ότι αι εκ μέρους των κακοποιών πνευμάτων επήρειαι επισύρονται ένεκα του χρώματος επ'αυτών και αποτρέπονται από των ενοίκων"! Κοινώς, καλά κάνω κι έχω μαύρο γατί στο σπίτι μου, καθώς όλα τα κακά πνεύματα θα με αφήσουν εμένα ανέγγιχτη και θα τρυπώσουν στην καημένη την ψυχούλα του, γιατί τους έλκει η μαύρη εμφάνισή του! Αχ, και νά'ταν όλοι οι ξανθωποί, οι ασπρουδεροί μα κι όσοι στολίζονται πολύχρωμα απελευθερωμένοι από τα πνεύματα τούτα! Θα ξέραμε και να φυλαγόμαστε.. Παρόλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως αμέσως μόλις διάβασα το απόσπασμα τούτο, το μετέφερα στη μάνα μου, η οποία το έχει καημό που μας έτυχε μαύρο γατί, κι όχι κανένα ασπρούλικο. Όχι πως δεν το αγαπά, μα την ακούω κάθε τόσο να του λέει με γλύκα "Καημενούλι μου, έπρεπε νά'σαι τόσο μαύρο.." και να κοιτάζει με αγωνία το άσπρο σημάδι στην κοιλιά, μπας και έχει μεγαλώσει..

Της Αγίας Μαύρας σήμερα, κι όπως ήταν φυσικό, λόγω της ετυμολογίας του ονόματός της, η μέρα της γιορτής της καταγράφεται στην παράδοση του λαού μας ως μέρα ιδιαίτερα δυσοίωνη. Και αναμενόμενος είναι ο συνειρμός αυτός, όπως αναμενόμενος ήταν κι ο φόβος του ανθρώπου για το σκοτάδι, όταν μάλιστα η νύχτα δε φωτιζόταν ούτε καν από ηλεκτρικά λαμπιόνια κι οι κίνδυνοι καραδοκούσαν ύπουλα στο μαύρο φόντο της καθημερινής και πολύωρης βασιλείας της. Κι έτσι το "μαύρο" έβγαλε το κακό το όνομα και, από την άλλη, κοντέψαμε να ξεχάσουμε πως χάρη σ'αυτό μπορούμε και διακρίνουμε το φως!

Γενικά, ο Μάης, παρόλο που είναι ο μήνας των λουλουδιών, γεννά πολλές προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Γράφει ο Γ.Α.Μέγας "Αυτός ο μήνας, λέγουν, έχει πολλές κακές ώρες. ...Το Μάη δεν κόβουν ρούχα, ούτε παντρεύονται γιατί 'τους παίρνει ο Μάης'. .Η δεισιδαιμονία αυτή συναντάται σε όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς κι εξηγείται από τη λατρεία των αρχαίων Ρωμαίων, που το Μαϊο τελούσαν γιορτή προς τιμή των θεοτήτων του κάτω κόσμου...." Ε, είναι και της "Αγίας Μαύρας" στις 3 του μηνός, ήρθε κι έδεσε! Οι φόβοι κι οι απαγορεύσεις εντείνονται στο έπακρο. "Στη Μεσσηνία μάλιστα, όποια μέρα πέσει της αγίας Μαύρας, αυτή τη μέρα τηνε φυλάνε όλο το χρόνο' δεν κόβουν ρούχο, δε λευκαίνουν πανί, δεν αλωνίζουν, δεν κάνουν ελιές στο λιοτριβειό, γιατί γίνεται μαύρο το λάδι... Κι οι Κύπριοι χωρικοί τη μέρα αυτή δεν τυροκομούν γιατί γεμίζει το σπίτι και το τυρί 'μαύρες' (κατσαρίδες)" (Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας").

Στην Αιτωλία δε σπέρνουν γιατί δε φυτρώνουν, λένε, οι σπόροι και στην παλιά Αθήνα οι νοικοκυρές, δεν έπιαναν βελόνα για να μη βγάλουν το μαύρο σπυρί, τη "μαύρη".

Σημειώνει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") για τους τσοπάνηδες: "Τη γιορτή της Αγίας Μαύρας, θα τη συναντήσουμε στις 3 του Μάη και τ'όνομά της φυτεύει στην ψυχολογία του λαού μας 'μαύρα προαισθήματα' για ολάκερη την υπόλοιπη χρονιά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η γιορτή αυτή για τις γυναίκες. Της Αγίας Μαύρας, οι γυναίκες δεν κάνουν καμιά δουλειά, γιατί τό'χουν σε μεγάλο κακό. Φοβούνται κι ο φόβος 'φυλάει τα έρημα', λέει η παροιμία. Έτσι, δεν κόβουν ρούχα, δε ράβουν, δε λευκαίνουν πανιά, δε γνέθουν, δεν υφαίνουν, δεν τραβούν διασίδια, δεν απλώνουν γνέματα, δε λαναρίζουν, δεν ξαίνουν μαλλιά και, μάλιστα, μερικές τη μέρα που πέφτει τη φυλάνε ολοχρονίς ή "χρονικίς", όπως λένε.

Οι τσοπάνηδες την ημέρα της Αγίας Μαύρας δεν τυροκομούν. Το γάλα το δίνουν στους φτωχούς την ημέρα αυτή, για το καλό των ζωντανών τους."

Τέτοιος, λοιπόν, ήταν ο φόβος για τη μέρα τούτη που η εκκλησία μας τιμά την αγία Μαύρα αλλά και το σύζυγό της άγιο Τιμόθεο, ένα νεαρό και νιόπαντρο ζευγάρι που απλά πίστεψε στο Φως και για την πίστη του αυτή θανατώθηκε με τα χειρότερα βασανιστήρια από ανθρώπους που σίγουρα είχαν βασιλιά της ψυχής τους το Σκοτάδι κι ας μην το πρόδιδε αυτό καμιά ονομασία και κανένα χρώμα πάνω τους... Πώς λέμε, "άλλος έχει τ'όνομα κι άλλος τη χάρη"!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Πρωτομαγιάτικα...



Πλήθος τα έθιμα του τόπου μας για τον εορτασμό της μέρας τούτης που συμβόλιζε πάντοτε την τελική νίκη του καλοκαιριού και της ζωής κατά του χειμώνα και του θανάτου.. Της μέρας τούτης, που δεν ξεχνάμε πως εκτός από γιορτή της άνοιξης, είναι αφιερωμένη και στον εργατικό αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Πρωτομαγιά, λοιπόν, η Εργατική και η Ανοιξιάτικη, πάντα όμως για ένα πιο φωτεινό Αύριο, πάντα δυναμική κι ελπιδοφόρα...

Πέρα από τον παραδοσιακό στολισμό της θύρας του σπιτιού με το ολάνθιστο στεφάνι, τα τραγούδια, οι αναπαραστάσεις, οι προλήψεις, οι γιορτινές συνήθειες κι οι συμβολισμοί ανθούσαν και παράλλαζαν από περιοχή σε περιοχή της Ελλάδας για τη μέρα της Πρωτομαγιάς.

Όπως καταγράφει ο λαογράφος μας Γ.Α.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"), "...στην ηρωική Πάργα, από το πρωί της Πρωτομαγιάς τα παιδιά εγύριζαν τα σπίτια και τραγουδούσαν το τραγούδι του Μαϊου, στεφανωμένα με λουλούδια και κρατώντας στα χέρια τους μεγάλους κλώνους πορτοκαλιάς ή νεραντζιάς, γεμάτους άνθη.. [...]... Στην Κέρκυρα περιφέρουν κορμό τρυφερού κυπαρισσιού, ίσιου και φουντωτού' τον έχουν σκεπασμένο με κίτρινες μαργαρίτες και άλλα άνθη, του κρεμούνε κι ένα στεφάνι' από τα χλωρά κλαδιά του δένουνε μεταξωτά μαντίλια, ζουνάρια και κορδέλες' από το στεφάνι τέλος κρεμάνε φρούτα και χορταρικά πρώιμα..[...]..Αλλού, όπως στον άγιο Λαυρέντιο του Βόλου, ο Μάης ενσαρκώνεται στο Μαγιόπουλο, ένα παιδί στολισμένο με λουλούδια' χορός από προσωπιδοφόρους το συνοδεύουν τραγουδώντας τα Μαγιάπριλα τραγούδια τους στους δρόμους του χωριού, ενώ χορεύει το Μαγιόπουλο. Στη Ναύπακτο το Μαγιόπουλο το συντροφεύουν γέροι φουστανελάδες βαστώντας στο ένα χέρι κουδούνια στολισμένα με ανθισμένη ιτιά...[...] Το έθιμο το βρίσκουμε και στο Ξηροχώρι Ευβοίας, συνδιασμένο με την παράκληση για βροχή. Εκεί ένας χωρικός, ντυμένος σ'όλο του το σώμα με λουλούδια και κλαδιά ελιάς, καρυδιάς και άλλων δέντρων, λέγεται Πιπεριά...[...]Στην Πορταριά (πριν από 80 περίπου χρόνια) την Πρωτομαγιά μεταμφιέζοντο πέντε πρόσωπα: το κορίτσι, ο γιανίτσαρος, όλο άρματα κι ασήμι, ο γιατρός με το ψηλό φράγκικο καπέλο και δυο άλλα πρόσωπα. Πήγαιναν εν πομπή ανά το χωρίον και στην πλατεία άρχιζε η παράστασις. Ο γιανίτσαρος εδοκίμαζε να κλέψει το κορίτσι' το κορίτσι απ'την τρομάρα του πέφτει λιγωμένο. Ακολουθούν μοιρολόγια και κοπετοί. Ο γιατρός ανασταίνει την κοπέλα. Ακολουθούν χοροί, τραγούδια και χαρές...[...] Η παράσταση αυτή, δηλαδή η έκθεση του νεκρού και η ανάστασή του, συνηθίζεται ακόμη, με ολότελα αρχαιότερη μορφή, στο Ζαγόρι της Ηπείρου. ...[...]"

Ένα αντίστοιχο έθιμο, τους Μάηδες του Πηλίου (βλ. Οι "Μάηδες" που χάθηκαν... ) , ιστορεί κι ο Κώστας Λιάπης στο βιβλίο του "Ώρες του Πηλίου".

Όπως σημειώνει ακόμα ο Γ.Α.Μέγας, "Την ομορφιά και τη δροσιά από τη φύση θέλουν να φέρουν έπειτα και στο σπίτι τους, κόβοντας λουλούδια του αγρού και πλέκοντας στεφάνι πολύχρωμο, που το κρεμούν στην πόρτα του σπιτιού. Αλλ'αν το λουλούδι είναι για τον κάτοικο της πόλης σύμβολο της άνοιξης και της χαράς, για τον αγρότη το άκαρπο λουλούδι δε σημαίνει αυτό που θέλει και ζητά: να εξασφαλίσει από τη μητέρα γη τη θαλερή βλάστηση, την πλούσια καρποφορία. Γι'αυτό το "Μάη" τους ο αγρότης κι η αγρότισσα δεν κάνουν με λουλούδια, αλλά με λογής λογής πρασινάδες και καρπούς, χωρίς να παραλείπουν το σκόρδο για τη βασκανία και το αγκάθι για τον εχθρό. Π.χ. στο Ρεϊσδερε της Σμύρνης οι αγρόται επήγαιναν την παραμονή της Πρωτομαγιάς στην εξοχή κι έκοβαν από όλα τα πράγματα πού'χουν καρπό: σιτάρι, κριθάρι, συκιά με τα σύκα, σκόρδο, κρομμύδι, αμυγδαλιά με τ'αμύγδαλα, ροδιά με το ρόδι και τα κρεμούσαν στην πόρτα απάνω. Αυτός ήταν ο Μάης και τον είχαν κρεμασμένο ως τ'Αϊ Γιαννού του Θεριστή. Τότε τον έβγαζαν και τον έριχναν στη φουρνάρα."

Γράφει η Μαρία Μιχαήλ-Δέδε ("Γιορτές-έθιμα και τα τραγούδια τους"), για το Τρίκερι της Θεσσαλίας: Την ημέρα της Πρωτομαγιάς, η Τρικεριώτισσα γυναίκα του βαρκάρη, θα φτιάξει μια ανθοδέσμη και θα την προσφέρει στον άντρα της. Αυτός με τη σειρά του, θα την προσφέρει στη βάρκα του που τον περιμένει στο γιαλό. Μα η σημασία του λουλουδιού, δε δηλώνεται μόνο έτσι. Οι κοπέλλες έχουν τη σειρά τους το απόγευμα. Φοράνε τα καλά τους που τα ταυτίζουν σε ένα θαυμάσιο ψυχολογικό κρίκο με την όμορφη και πλούσια τοπική τους φορεσιά. Θα μαζέψουνε λουλούδια στις πλαγιές και τα πλατώματα των αγρών κι ύστερα κρατώντας λουλούδια θα κατέβουν στην πλατεία του χωριού τους να χορέψουν. Η πρώτη του χορού δε θ'αποχωριστεί την ανθοδέσμη της και θα δηλώνει έτσι ολόκληρος ο χορός την πραγματική του έννοια. Τον θαυμασμό, την αγάπη, την τιμή στο Μάη.[...]"



Παρακάτω ένα απόσπασμα του Γεώργιου Βιζυηνού από το διήγημά του "Πρωτομαγιά" (που βρήκα μονάχα σε μετάφραση στα νεοελληνικά), μας ταξιδεύει μοναδικά σε κείνα τα χρόνια, που ο απλός λαός μας βίωνε μοναδικά την ιδιαιτερότητα κάθε μέρας, κάθε γιορτής, κάθε εποχής..:

"[...]

-`Ακουσες τι σε είπα Μόσκο; 
-`Ακουσα , με συμπάθιο, είπε ο Μόσκος, μα δεν κατάλαβα . 
-Αύριο πρέπει να είμαι στην Πόλη, είπα εγώ πιο διακριτικά. 
-Ω , Θεός και Παναγία! είπε ο Μόσκος και έκανε το σταυρό του πολλές φορές. Αύριο είναι επίσημη ημέρα, με συμπάθιο, και οι φρόνιμοι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν. 
-Μα μήπως σ΄ερώτησα τι ημέρα είναι αύριο, χριστιανέ; Η εργασία μου είναι πιο σημαντική απ΄όλες τις επισημότητές σου, και αναβολή δεν επιδέχεται. Πρώτη σου δουλειά λοιπόν άμα πάμε στο σπίτι θα είναι να μου βρεις ένα γερό αμάξι με δύο καλά άλογα, για να μη με αφήσουν , σαν την άλλη φορά, μέσα στους δρόμους. 
Ο Γέρο-Μόσκος ξεστόμισε, όπως συνήθιζε , πολλά κλαψουρίσματα και θρήνους, επειδή δεν ήθελα να τιμήσω γιορτάζοντας την αυριανή ημέρα αφού είδε ότι δεν κατορθώνει τίποτα. 
-Καλά , είπε απειλητικά , θα ξεκινήσεις αύριο; 
-Και βέβαια! Αφού σου το λέω . 
-Λοιπόν σου το λέγω κι εγώ , με συμπάθιο, όποιος ξεκινήσει αύριο για ταξίδι, κάτι κακό θα τον βρει στο δρόμο, θα γυρίσει μισόστρατα. 
`Ανοιξα το στόμα μου για χιλιοστή τώρα φορά να τον επιπλήξω για τις προλήψεις του , αλλά τότε ακριβώς πρόβαλε πίσω από τους θάμνους απέναντί μας ένα τσούρμο παιδιά αγόρια και κορίτσια, αλλά χωρίς καπέλο, άλλα ξιπόλητα , μα όλα φορώντας τη γραφικότατη τοπική ενδυμασία και κρατώντας μεγάλες ανθοδέσμες από αγριολούλουδα στα χέρια τους. Μόλις πρόφτασα να τα περιεργαστώ και η μικρή εκείνη στρατιά με περικύκλωσε με θόρυβο, αλαλάζοντας, χοροπηδώντας ενώ πάντοτε συναγωνίζονταν ποιός θα βρει τις ανεμώνες και τουλίπες και όποιο άλλο αγριολούλουδο βρισκόταν στις όχθες του κατακάθαρου ρυακιού. 
Όταν σε λίγο ο δίσκος του ήλιου κρύφτηκε εντελώς πίσω απ΄τα δυτικά βουνά, το μεγαλύτερο παιδί υψώνει ξαφνικά μεγάλο ανθοστέφανο, που στο μέσο μ΄άνθη πλεγμένο είχε το σημείο του σταυρού, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά , παραταγμένα τριγύρω του , κυκλικά άρχισαν να χορεύουν ενθουσιασμένα, τραγουδώντας δυνατά κάποιο δημοτικό τραγούδι, που οι πρώτοι του στίχοι , αν δε με απατά η μνήμη μου ήταν: 
Εμβήκ΄ ο Μας, εμβήκ΄ ο Μας, 
εμβήκ΄ ο Μας, ο μήνας , 
με τα΄άνθη, με τα λούλουδα, 
με τα τριανταφυλλάκια. 
Και η γραφικότατη αυτή σκηνή που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, επαναλαμβάνεται μ΄όλη την ειδυλλιακή χάρη της απ΄όλες τις παρέες που τριγυρνούν στην εξοχή, μια και η ατμόσφαιρα αντηχεί τώρα απ΄όλες τις διευθύνσεις μακριά και κοντά , είτε μόνο με το σκοπό που ψέλνουν τα παιδιά. [...]" 

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...



του Κώστα Λιάπη (αποσπάσματα)

"..[...].. Ένας μικρός, λοιπόν, Διόνυσος πλαντούσε από παλία στην ψυχή του κάθε πηλιορείτη, ένας ανθοστόλιστος κι αγκρισμένος "Μάης" ασφυκτιούσε στην καρδιά του κάθε ξωμάχου του βουνού των πανάρχαιων μύθων.

Με τον ερχομό της ευωδιασμένης `Ανοιξης τούτος ο Μάης ξεπεταγόταν αλλοπαρμένος μέσα απ'το πανηγύρι της οργασμένης φύσης και πιλαλούσε λαγνισμένος πάνω στο παχύ χορτάρι κι ανάμεσα στις μοσχοβολιές των λουλουδιών. Σύμβολο ακατάλυτο λες της παγανιστικής χαράς και της αναγέννησης της φύσης, για να ξαναφέρει την πίστη του πανάρχαιου λαού στις παλιές ρίζες της και να ξαναδώσει, ανάμεσα από τους αιώνες της ελληνικής ζωής, ατόφιες τις οργιαστικές ιεροτελεστίες, όπου συμβολίζεται ο παμπάλαιος δεσμός της πηλιορείτικης γης με το θεό της βλάστησης και της αναπαραγωγής.

Έτσι, λοιπόν, στο πηλιορείτικο χορευτικομιμητικό έθιμο των Μάηδων, που αποτελεί μία απ'τις γνωστότερες και γραφικότερες εκδηλώσεις της ελληνικής Πρωτομαγιάς, βλέπουμε, μ'όλο τον καταιγισμό των ξενικών επιδράσεων, διατηρημένες ακέραιες τις βασικές ομοιότητες με τους πανάρχαιους Διονυσιακούς μύθους και τα θεμελιώδη τελετουργικά γνωρίσματα της λατρείας της φύσης που εκφράζονται με παρόμοιες με τη γιορτή των Μάηδων αρχαίες τελετές.

Στους μύθους, ιδιαίτερα, τους σχετικούς με τον `Αδωνη και το Διόνυσο αναγνωρίζουμε πάμπολα στοιχεία των Μάηδων της εποχής της τουρκοκρατίας, αλλά και των κατοπινών, μέχρι την εποχή του μεσοπολέμου, χρόνων. Σε πολλούς απ'αυτούς τους μύθους, όπως και στο μύθο των Μάηδων, ο κεντρικός καμπάς είναι ο ίδιος: Ένα πρόσωπο δολοφονείται, θάβεται μ'ένα χλωρό κλαρί ή μ'ένα λούλουδο στο χέρι και στα στερνά ανασταίνεται κάτω απ'την επίδραση των τραγουδιών και των χορών των φίλων του.

Κάτι παρόμοιο, εξάλλου, με το παραπάνω, βλέπουμε και στα ΄"Ελευσίνια" όπου, όπως μας πληροφορεί ο Πρόκλος, η Περσεφόνη δίνει με τη βοήθεια του άντρα της, του Πλούτωνα, μια νέα ψυχή σε έναν από κείνους που λίγο πιο πριν είχαν χτυπηθεί καίρια απ'το θάνατο. Ο Συμβολισμός που επισημαίνεται σε τούτους τους αρχαίους μύθους είναι τόσο φανερός, όσο κι η ομοιότητα των τελευταίων με το νεότερο μύθο των Μάηδων.

Τί ήταν όμως τούτοι οι Μάηδες στο Πήλιο και πώς γιορτάζονταν;

Ο μακαρίτης ο Κορδάτος μας πληροφορεί πως η γιορτή τούτη δεν ήταν παρά μια δραματική παράσταση που γινόταν από 15-20 μεγάλους νέους μασκαρεμένους πού'χαν στη μέση το "Μάη", έναν νέο δηλαδή, καταστόλιστο από λουλούδια. Σε κάποια στιγμή, ένας απ'τους μασκαρεμένους νεόυς πείραζε άσεμνα το κορίτσι που ακολουθούσε τη συντροφιά και τότε ο νέος, πού'ταν ντυμένος σα γενίτσαρος, πυροβολούσε και "σκότωνε" το φταίχτη. Όταν ο θάνατος του τελευταίου διαπιστωνόταν από την κουστωδία του Μάη, η παρέα έβαζε ένα λουλούδι πάνω στο "νεκρό" κι έστηνε γύρω του εύθυμο χοροκόπι. Μέσα στο ξέφρενο τότε πανδαιμόνιο που ακολουθούσε, ο "σκοτωμένος" ανασταινόταν κι ακολουθούσε ολόγερος την πανεύθυμη συντροφιά του.

Αυτή ήταν η αρχική βασική πλοκή του μύθου των Μάηδων. Αργότερα όμως τούτος ο μύθος παράλλαξε στις λεπτομέρειές του κι απ'την όλη εκδήλωση, που ξομπλιάστηκε στο μεταξύ και με καινούρια γραφικά στοιχεία, έλειψαν τα ... αίματα και προστέθηκε το ωφελιμιστικό στοιχείο.

Πρωταγωνιστής όμως πάντα, μέχρι δηλαδή τις παραμονές του τελευταίου μεγάλου πολέμου που το βαθιά ριζωμένο στην παράδοση του πηλιορείτικου λαού έθιμο γιορταζόταν σε όλα τα πηλιορείτικα χωριά και κυρίως στη Μακρυνίτσα, ήταν ο Μάης. Τούτος είχε, όπως τον παρουσιάζει ο λαογράφος Βασίλης Πλάτανος, το σώμα του σκεπασμένο με κισσούς, κλήματα, δάφνες, αγιοκλίματα, τριαντάφυλλα, γαρούφαλλα, παπαρούνες, μαργαρίτες, ανεμώνες, βιόλες, σπαρτιές και ήταν πλουμισμένος με τα χρώματα των λουλουδιών τα πράσινα, τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα μενεξελιά, τα βυσσινιά, τα γαλάζια, τα καφετιά, τα λιοτροπιασμένα, απ'την κορφή ίσαμε τα νύχια των ποδιώνε του, και στο κεφάλι φορούσε μυριοπλεγμένο στεφάνι μ'ολάκερο τον ανθισμένο κόσμο της γης. Στα χέρια του κρατούσε το οργιαστικό σύμβολο του προκατόχου του Διόνυσου, το μαγιόξυλο, καταφορτωμένο με λουλούδια και καρπούς και καθώς το χτύπαγε πάνω στο χώμα, τραγούδαγε ένα αψάφωνο σκοπό με τούτα τα λόγια:

"Κόρη ξανθή τραγούδησε από γυαλένιον πύργο,

και πήρ'αγέρας τη φωνή και στο γυαλό την πάει,

κι όσα καράβια τ'άκουσαν όλα λιμάνια πιάσαν,

κι ένα καράβι κρητικό βαθιά καλαρμενίζει.

Με τον αγέρα μάλωνε, με το βοριά μαλώνει.

-Δε σε φοβάμαι κυρ-βοριά, μαέστρο-τραμουντάνα

έχω καράβ' από καρυά, κατάρτ' από πλιξάρι,

έχω και καραβόσκοινα όλο μαργαριτάρι,

έχω κι ένα μουτσόπουλο θαλασσογυρισμένο

-Ανέβα βρε μουτσόπουλε στο μεσιανό κατάρτι,

να δεις τι αγέρας μας βαρεί και τι καιρός μας δέρνει.

Παιζογελώντας 'νέβαινε, κλαίγοντας κατεβαίνει.

-Τί είδες βρε μουτσόπουλε, και κλαις και κατεβαίνεις;

-Κορ' είδα με ξανθά μαλλιά και με τα μαύρα μάτια.

-Κόρη ξανθιά μου άνοιξε την πόρτα την καρένια,

έχω δυο λόγια να σου πω γλυκά και ζαχαρένια.

Κόρη σα θέλεις φίλημα, σα θέλεις μαύρα μάτια

πάρε κι αρμάθιασε φλουριά και κάν' πέντ' αρμάδες,

κι έλα μαζί μου μια βραδιά, αμάν, αμάν, αμάν ένα Σαββάτο βράδυ,

Πού είν' η μάνα μ' στ'ν εκκλησιά, πατέρας στο παζάρι,

τα δυο 'δελφάκια στο σκολειό, σ'ένα χαρτί διαβάζουν,

τό'να διαβάζει λεμονιά και τ'άλλο κυπαρίσσι."

Με το σκοπό τούτο ο Μάης κουβαλούσε ως την εποχή μας τις περιπλανήσεις του Διονύσου στις θάλασσες του ελληνικού αρχιπελάγους, όταν ο θεός του κρασιού, όντας αιχμαλωτισμένους από τυρρηνούς πειρατές, κατάφερε να τους γητέψει με τις μαγείες του και να βγει στα στερνά της Νάξου όπου και παντρεύτηκε την ξανθιά Αριάδνη, την προδομένη απ'το Θησέα, κόρη του Μίνωα. Έτσι διαιωνίστηκε ως τις μέρες μας ο τραγουδισμένος κι απ'τον θείο Όμηρο αρχαίος μύθος που συμβολίζει την ένωση του αγροτικού θεού Διονύσου με την Αριάδνη, που προσωποποιεί την ανοιξιάτικη φύση, τη γονιμοποιημένη κάτω απ'την επίδραση του αγκρισμένου αρχαίου θεού.

Ο Μάης όμως δεν ήταν μονάχος σε τούτο το εθιμικό γιορτάσι. Και μπορεί βέβαια σ'αυτή τη διθυραμβική πορεία του πάνω στη λουλουδόσπαρτη πηλιορείτικη γη να μην τον ακολουθούσαν οι παλιοί σάτυροι, οι τράγοι, οι σειληνοί, οι νύμφες και οι λήνες, τον περιτριγύριζαν όμως χορευτικά οι σύγχρονοι ακόλουθοί του πού'ταν κυρίως τα ζεϊμπέκια, γιορτινοντυμένα με πλουμιστά γελέκια και σαλβάρια, με φαρδιά ζωνάρια γιομάτα γιαταγάνια και πιστόλες και σαρίκια όλο φούντες και κρόσια.

[...]

Και σόδευαν τα φιλέματα οι μασκαρεμένοι Μάηδες (σύκα, καρύδια, φουντούκια, αμύγδαλα και παράδες) κι έτρεχε ασταμάτητο κι ερεθιστικό απ'τις τσιτούρες και τις κρασόφλασκες στους ξαναμμένους καταπιόνες το ντόπιο κοκκινέλι, η μπραϊλα και το φραουλί.

Οχτώ ολάκερα μερόνυχτα κρατούσε στα καλά τα χρόνια τούτο το πηλιορείτικο γιορτάσι. Και τριγύριζαν ξεφρενιασμένοι οι Μάηδες από χωριό σε χωριό, και ξεδίπλωναν το ασίγαστο κι οργιαστικό χοροκόπι από καλντερίμι σε καλντερίμι κι από παζάρι σε παζάρι...

[...]

...Ανεπίστροφα κύλισε η χαρισάμενη εκείνη εποχή. Ξεθυμασμένα πια κάτω από τις σύγχρονες επιταγές τα πηλιορείτικα ραβαϊσια, άφαντοι ξορκισμένοι κι οι Μάηδες της ντόπιας παράδοσης. Ο αγέρας της "προόδου" σάρωσε στις μέρες μας την "οσμή της πνευματικής ευωδίας" που πλατάγιζε πυκνή κι ευφρόσυνη στους παλιότερους καιρούς πάνω απ'τον πηλειορίτικο χώρο. Απογυμνωμένη φαντάζει πια η λαϊκή ψυχή απ'τα παραδοσιακά της ξόμπλια, γυμνή απ'τις πατροπαράδοτες εθιμικές της καταβολές. Πολλή "τζαζ" ακούγεται πια στο Τέμενος της γνήσιας Τέχνης και Παράδοσης, καλά το είπε ο μακαρίτης ο Μυριβήλης, πολλή "σκοπιμότητα" αλλοτρίωσε τους ιερούς εθιμικούς μας Ναούς. Κάτω από τούτες, λοιπόν, τις συνθήκες, όπου τα παραδοσιακά μας έθιμα γίνονται κακόγουστα "σήριαλς" και "σλόγκαν" για φτηνή τουριστική εκμετάλλευση, φυσικό ήταν κι οι "Μάηδες" να μην ξαναδιώσουν μεταπολεμικά με την αλλοτινή τους τουλάχιστο, εθιμική γνησιότητα. [...]"

Κώστας Λιάπης, "Ώρες του Πηλίου"