Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Η σιωπή των αμνών...

 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Ήθελα να γράψω δυο κουβέντες εδώ και μήνες για όλα τα δεινά που μαστίζουν τούτο τον τόπο- όχι για άλλο λόγο, παρά μήπως κι εκτονωθούν λιγουλάκι κάτι άφωνες κραυγές που κονταροχτυπιούνται μέσα μου-  αλλά τα αλλεπάλληλα φρικώδη γεγονότα διαρκώς με ξεπερνούσαν... ξεπερνούσαν τις δυνάμεις μου και να παρέλυαν τις συλλαβές μου...

 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων.

Επιπλέον μέσα στη δίνη της σύγχρονης παρανοϊκής καθημερινότητας που, θέλοντας και μη, βιώνουμε δε βρήκα και την "κρίσιμη μάζα ελεύθερου χρόνου" που χρειαζόμουν ώστε να ζορίσω αρκετά τον εαυτό μου μέχρι να απεγκλωβιστεί από τούτη τη σιωπή της οδύνης.

 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.

 


καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ·


Μέχρι πρότινος ο πόλεμος τούτος γινόταν αργά και μεθοδικά. Κυβερνήσεις, επιδοτήσεις, μέσα μαζικής εξαπάτησης, εκπαιδευτικά συστήματα, μεταρρυθμίσεις, ως κι οι σειρές στην τηλεόραση, όλα επιστρατευμένα στο να εθίσουν όλο και περισσότερους στη διαφθορά, στην κλεψιά, στην ανηθικότητα, στη διαστροφή, στην τεμπελιά, στην εξάρτηση και φυσικά να οδηγήσουν στην αποχαύνωση, στην σύγχυση, στην εξάλειψη κάθε κριτικής σκέψεως...



 

ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

 

Η παραγωγή να καταστραφεί....

Η αυτονομία να εξαλειφθεί...

Η υπακοή να επιβληθεί...



Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.


Μέχρι τώρα όμως, το χάλι τούτο απαιτούσε και κάποια υποτυπώδη συναίνεση- π.χ. κάψτε το ψαροκάικό σας και θα σας δώσουμε επιδότηση! 

Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

Αλλά, τώρα, ο πόλεμος άλλαξε.... Αποφασίζουν, διατάζουν κι εκτελούν, χωρίς κανείς να μπορεί να τους βάλει πλέον φρένο!

πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ’ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα.


 

Εν μία νυκτί μπάζωσαν τα οστά των αδικοχαμένων παιδιών στα Τέμπη και τότε ουδείς αντέδρασε! Τα γιδοπρόβατα θα λυπηθούν; 

Στο όνομα μιας πανδημίας ξέκαναν τους γονείς και τα αδέρφια μας και εμείς αποδεχτήκαμε να πεθαίνουν ολομόναχοι σε θαλάμους και να θάβονται γυμνοί και τουμπανιασμένοι σε σακούλες. Να κατασφάξουν τα πρόβατα θα διστάσουν; 


ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.



Χρόνια, δεκαετίες μας κυβερνούνε συμμορίες... Διέφθειραν γενιές, ξεπούλησαν γη και ύδωρ, αποδόμησαν αξίες, πίστη κι ιστορία, αντέστρεψαν έννοιες, βάφτισαν το ψέμα αλήθεια, παραποίησαν, παραχάραξαν, εκβίασαν, έκαψαν, έκλεψαν, φτωχοποίησαν, σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους...



ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

κι αποθρασύνθηκαν τόσο που συνεχίζουν με μανία να αποδεκατίζουν ό,τι υγιές απέμεινε σε τούτο τον τόπο.... Ό,τι αυτόνομο, ό,τι ελεύθερο, οτιδήποτε θα μπορούσε να τους αντισταθεί... 

ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.



Με αφορμή τούτο το υπέροχο ποίημα του Δροσίνη που μου έστειλε ένας φίλος προχθές το βράδυ και μια ίωση που αναγκαστικά με κράτησε μακριά από άλλες υποχρεώσεις, μελέτες ή λογισμούς, κατέληξα μετά από σαράντα χρόνια να παρακολουθώ ξανά σε κινούμενα σχέδια τη Χάιντυ των παιδικών μου χρόνων... Ανάσανα μαζί της τον παγωμένο καθάριο αγέρα του βουνού, αναπαύθηκα στην απλότητα της καλύβας του παππού, γεύτηκα την ελευθερία της αυτονομίας και της επιλογής, παραβγήκα στο τρέξιμο με τα κατσίκια του κοπαδιού κι απόλαυσα την πλάση όλη ανόθευτη χωρίς περιττή φλυαρία....



Τελικά, όπως άλλαξαν τα κινούμενα σχέδια, άλλαξαν κι οι ζωές μας... 


ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,


Τί ξεπουλήσαμε τελικά για να περνάμε τη ζωή μας κολλημένη σε μιαν οθόνη; Τί ανταλλάξαμε για ένα φορητό υπολογιστή και μια ηλεκτρική κουβέρτα;; Τί μοσχοβολιές αφήσαμε πίσω για να στριμωχτούμε σε χρυσοπληρωμένα τετράγωνα γκρίζα κλουβιά;  Αποκαμωμένοι, κάθε βράδυ, στον καναπέ καταπίνοντας επεξεργασμένες σαβούρες να αναπολούμε το μοναδικό τριήμερο των διακοπών στο χωριό, την κληματαριά, τη ζεστασιά της ξυλόσομπας και της συντροφιάς και την ευωδιά της γάστρας....



καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. 

Να μεγαλώνουμε νευρωτικά παιδιά σε τσιμεντουπόλεις με μόνη μας αγωνία για αυτά πόσα περισσότερα ανούσια διπλώματα και χαρτιά θα συγκεντρώσουν ώστε να καταξιωθούμε στους γνωστούς και πώς θα καταλήξουν δυστυχείς σκλάβοι ή αφεντικά σε κάποια απρόσωπη πολυεθνική εταιρεία.



καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Και ύστερα, έντρομοι για τα γύρω μας δεινά, αντί να αναρωτιόμαστε πώς καταλήξαμε έτσι, να ευχόμαστε στις γιορτές λαχανιαστά: "Υγεία, μοναχά υγεία!", μιας και τίποτε άλλο πια για μας και την άδεια μας ζωή δεν έχει αξία....



 διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Μέχρι τώρα είχαν απομείνει κάποιες διέξοδοι διαφυγής. Για εκείνους τους ελάχιστους που πνιγόντουσαν χωρίς αγέρα. Για εκείνους τους ελάχιστους που δραπέτευαν... Για κείνους που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη γη και το βιος τους και για τους άλλους που δοκίμαζαν να επιστρέψουν. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν... Σφραγίζουν κάθε διέξοδο, κάνουν αδύνατη κάθε αυτονομία, πυροβολούν και θέλουν να αφανίσουν ό,τι ευωδιάζει πραγματική ζωή και ό,τι  κινείται ελεύθερο... 


οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. (Ιωα.10:1-18)

Έτσι, μέσα σ'όλα τα δεινά που μας μαστίζουν, φτάσαμε και  στη "σφαγή των αμνών".... με τούτα τα αθώα κι ανύποπτα πλάσματα να σφάζονται ανηλεώς υπό πρωτάκουστες, φρικώδεις κι απάνθρωπες συνθήκες-  όταν ακόμη κι οι ίδιοι οι σφαγείς τους ευθαρσώς ομολογούν ότι ούτε καν ο άνθρωπος από αυτά κινδυνεύει! Ζώα υγιή να μακελεύονται την ώρα που γεννούν μπροστά στους ανθρώπους που τα ανέστησαν, να θάβονται ζωντανά και το χώμα να ξερνάει αγανακτισμένο το αίμα τους... Κι ουδείς να μπορεί τούτο το κακό να το σταματήσει.....
Τούτη την Ύβρι θα την ακολουθήσει η Νέμεσις.....




"ίδε ο αμνόσ του θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου" (Ιωα.1:29)

Η σφαγή των αμνών... Αλήθεια, ποιών αμνών;
Κι όλοι σιωπούν.... 
Οι επίσημοι φορείς με τα συμφέροντα...
Εκείνοι που θαλασσοδέρνονται με τα δικά τους δεινά....
Εκείνοι που αγνοούν, που αποκοπήκαν από την πλάση και δεν αντιλαμβάνονται....
Κι οι άλλοι που πονούν και νιώθουν τόσο, μα τόσο ανήμποροι....

[...] ἀλλ’ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν.

τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.

ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μεῖζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.

Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. [...]

(Ιωα.10:26-30)

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

Τα λιοπερίβολα των Αγίων Αναργύρων....


Γλυκιά βραδιά, γλυκιά κούραση και φορώντας ακόμη τα ρούχα της δουλειάς μη και χάσω τη λιγοστή ενέργεια που μου απομένει παλεύω να συγκεντρώσω τις σημερινές εικόνες σε λέξεις, μπας κι αποτυπώσω τα χρώματα της μέρας στην ψυχρή οθόνη.... Χρώματα λαδιά, πράσινα και καφετιά... χρώματα της ελιάς, της γης, των ζωντανών, κι ύστερα των καντηλιών που αχνοφέγγουν στο σκοτάδι...


Λιγοστές οι ελιές, λιγοστό το μαξούλι φέτος στα χωριά μας, για λίγους τυχερούς που θα πουλήσουν λάδι σε τιμές πρωτόγνωρες. Ή, όπως, είπε κι η μάνα μου σε κάποιον που παραπονέθηκε πως φέτος με τέτοιες τιμές είχε ελάχιστη σοδειά, "Φροντίζει ο Θεός... φέτος που δεν έχεις μαξούλι νά'χει τιμή το λάδι για να τα βγάλετε πέρα..."  Να δούμε, βέβαια, πώς θα τα βγάλουμε γενικότερα πέρα...


Στα πρώτα δένδρα λιγοστός ο καρπός, τόσο που καθώς γυρνοβολούσα
 να μαζέψω ό,τι έπεφτε καταγής, μέχρι να γεμίσουν τα πανιά, ένιωθα σαν ν'ακολουθώ τα χνάρια του Κοντορεβυθούλη...Κι όμως, παρακάτω, νά'σου και κλαδιά να λυγάνε απ'τον καρπό: "Καλέ τούτες, είναι φορτωμένες! Αντώνηηη δες εδώ!" Και μια οι αρίλογες, μια οι φορτωμένες, μια να καθαρίσουν τα πανιά και μια να μαζευτεί η φρέσκια πεσιά... μας έπιασε η νύχτα... 


Τα πουλιά κουρνιάσανε, τα τιτιβίσματα λιγόστεψαν, τα γιδοπρόβατα που σεργιανίζανε ν'αρπάξουν τα τρυφερά λιόφυλλα φύγαν για το μαντρί τους κι εμείς φορτώναμε κλούβες στο αγροτικό καθώς το σκοτάδι άπλωνε το πέπλο του στο περιβόλι. Η νύχτα γλυκιά, σχεδόν καλοκαιρινή, να σε ξεγελά. Πρώτη χρονιά με φωνάζουν για ελιές τόσο νωρίς. Είναι, βλέπεις, λιγοστές και πρέπει να τις προλάβουμε πριν πέσουν στη γη και δεν απομείνει τίποτα...


Καληνυχτηθήκαμε. Εκείνοι θα πήγαιναν στο καλύβι να ξεφορτώσουν... Μα, τί όμορφη βραδιά! Κι αυτή η γλυκιά κούραση του σώματος, όταν το μυαλό έχει καθαρίσει από τη σκαρταδούρα με το φως του καταγάλανου ουρανού, με τα κελαρύσματα των πουλιών και το ρυθμικό, υπόκωφο χτύπο του λούρου... Και, να, συναπαντήθηκα με το ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων. Ανάμεσα στα λιοπερίβολα, κρυμμένο μες στη σκοτεινιά... "Γιορτάζουν απόψε" σκέφτηκα και μου κακοφάνηκε το τόσο σκοτάδι. Θυμήθηκα εκείνα τα λόγια του Αντώνη πέρσι το χειμώνα, παραμονές Χριστουγέννων:
"Ευλογημένο το δέντρο της ελιάς. Θέλω να πιστεύω πως είμαστε κι εμείς που ασχολούμαστε μ'αυτά. Χθες, Ολγίτσα μου, βράδυ ήταν, φεύγοντας από το καλύβι σταθήκαμε στους Αγίους Αναργύρους ν'ανάψουμε τα καντηλάκια και να κάνουμε το σταυρό μας... Ήταν μαγικά... Ουρανός με αστέρια και σύννεφα ανάμεικτα, χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα υγρή και γαλήνια, το εκκλησάκι μικρό κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, το χωριό καθισμένο στην πλαγιά του βουνού φωταγωγημένο, το ρολόι να χτυπά μες στη νύχτα επτά και το εκκλησάκι να φωτίζεται με τα αναμμένα καντηλάκια του μέσα στο Χριστουγεννιάτικο βράδυ, Φαντάζεσαι Ολγίτσα μου ...αγρυπνία... με χριστουγεννιάτικες καταβασιές... πόσο ωραία εορταστική ατμόσφαιρα θα δημιουργούσαν; Και μετά να κοινωνούσαμε και μετά στο καλύβι κοντά στο τζάκι για κρασόζουπα και ελιές πατσαστές...!"
Κοντοστάθηκα. Τηλεφώνησα στον Αντώνη: "Εσύ θα ξέρεις, που είναι το κλειδί ν'ανάψω ένα καντήλι;" "Γύρνα πίσω, να σου δώσω και λάδι!"



Βρεθήκαμε να πίνουμε από ένα τσιπουράκι στην αυλή του καλυβιού, ανάμεσα στα λουλούδια και τα δένδρα. Κι ύστερα όλοι μαζί, φεύγοντας, ν'ανάψουμε τα καντηλάκια σ'τσΑγιανάργυροι που γιορτάζανε απόψε... Κι αύριο, δυστυχώς, δε θα λειτουργηθούν. Γιατί, λέει ο παπάς, κόσμος δε μαζεύεται... Τουλάχιστον να μην νομίζουν πως όλοι τους ξεχάσαμε... και πως μοναχά τους θυμόμαστε όποτε έχουμε κάποια ανάγκη...



Κλειδώσαμε. Από το μικρό παραθύρι αχνοφέγγιζαν οι φλογίτσες από τα φυτίλια... Μας καληνύχτιζαν μ'ένα τρεμάμενο φως, θαρρείς και χαμογελούσαν στα κρυφά, χαρίζοντάς μας μια ζεστή θαλπωρή στην ψυχή μας... Τ'αποχαιρετήσαμε συνωμοτικά, τ'αφήσαμε να πανηγυρίσουν μονάχα στη τόση γαλήνη τούτης της βραδιάς, χωρίς ανθρώπινες παραφωνίες, τους αγίους που τόσα χρόνια πιστά διακονούνε...


Χρόνια πολλά κι ευλογημένα...

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

καταιγίδα... (ή, στην Παναγιά τη Λαμπηδόνα)

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κατήφορος:

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. 'Ισα που προλαβαίναμε να φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει για τα καλά. Και δε γνωρίζαμε καν αν είχε απομείνει μονοπάτι ή κάτι που να μοιάζει με αυτό μετά από τόση καταστροφή. Η τόση θλίψη των ημερών έπρεπε, θαρρείς, κάπως να κατανικηθεί έστω με την αύξηση της αδρεναλίνης! Αλλιώς δεν εξηγείται πώς μπήκαμε στη διαδικασία. 

Τελικά, παρόλες τις βαθιές αυλακιές απ'το ορμητικό νερό και τις κατολισθήσεις σε κάποια σημεία, ήταν σχετικά βατό. Απλά σε συνδυασμό με τον απότομο κατήφορο και τη σκοτεινιά ο βαθμός δυσκολίας μεγάλωνε κι η αίσθηση πως κινδυνεύεις να γλυστρίσεις στο πουθενά προκαλούσε μια εσωτερική αναταραχή. 

Ανήφορος: 

Νύχτωσε. Ανηφορίζαμε σχεδόν στα τυφλά. Γρήγορα, πριν μας καταπιεί εντελώς το σκοτάδι. Χαλαρά, όμως, και κουβεντιάζοντας. Στον ανήφορο δεν κινδύνευες να γκρεμοτσακιστείς! Κι ας θεωρείται πιο κοπιαστικός. Συλλογιζόμουν την ανατομία μας, την κλίση των μελών μας στο περπάτημα... Ναι, είμαστε πλασμένοι για ανηφόρες! Η ίδια η φύση μας το μαρτυρά! Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για ν'ανηφορίζει. Είναι ουσιαστικά κατασκευασμένος να ακολουθεί δρόμο ανηφορικό. Πώς δεν το έχουμε αντιληφθεί; Στον κατήφορο χάνει την ισορροπία του κι αγωνιά, κινδυνεύει... να τσακιστεί, να κατρακυλήσει, νά'χει μια πορεία γεμάτη ταραχή, να χάσει την ψυχή του...


"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι".... (Μαρκ.8,34)

Πόσο παράλογο ν'αντέξεις πια; Επήλθε κορεσμός. Σαν τούτο τον κορεσμό της γης μετά από τη συνεχόμενη καταιγίδα. Και σφουγγάρι νά'ταν, θα ξερνούσε νερό. Έτσι κι η ψυχή δεν το χωράει τόσο παράλογο! Γιατί παντού, μα παντού κυριαρχεί μια τρέλα, μια παράνοια, μια διαστρέβλωση των πάντων, μια παραμορφωμένη εικόνα, ένας αποσυντονισμός, ένα ψέμα, μια αηδία, ένα χάος... που σου επιβάλλουν βίαια να αποδεχτείς, να ζήσεις μέσα σ'αυτό: να το καταπιείς και να το χωνέψεις αμάσητο, μάλιστα! Αντιδράσεις και διαμαρτυρίες δε γίνονται δεκτές. Αν αντιδράσεις μαστιγώνεσαι ή λοιδορείσαι άγρια και γελοιοποιείσαι βασανιστικά. Πρέπει απαρεγκλίτως να αποδεχτείς το επίσημο αφήγημα, την πραγματικότητα/κανονικότητα που σου σερβίρουν. Τί επιλέγεις;

"ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου"
(Μαρκ.8,15)

Πολλοί καταπίνουν τούτο τον παρανοϊκό αχταρμά που τους σερβίρουν ως πραγματικότητα, νομίζοντας ίσως πως μόνον έτσι θα επιβιώσουν και θα ανταπεξέλθουν στις συνθήκες, με αποτέλεσμα τον κορεσμό της ψυχής τους από "παρά φύσιν" χαοτικό υλικό το οποίο, εν συνεχεία, αναγκαστικά αρχίζει να "ξερνάει" και να αναπαράγει αυτή η ίδια. Όμως η πάλη για επιβίωση με τούτο τον τρόπο οδηγεί μαθηματικά σε "βίο αβίωτο" και για τους ίδιους και για τους διπλανούς. Και σε σίγουρο βασανιστικό μελλοντικό πνιγμό.  Κάποιοι λίγοι μπόρεσαν κι έστησαν κάποια αναχώματα ώστε να μην τους πάρουν σβάρνα τα ορμητικά λασπόνερα, αλλά αυτοί συνήθως σιωπούν για να προφυλαχτούν, μην αντέχοντας να ανοίξουν μια πιθανή δίοδο κινδύνου. Είναι, βλέπεις, κι αυτοί στα όρια του κορεσμού, λίγο πριν ξεπεραστεί η κρίσιμη στάθμη. Κι ελάχιστοι, όπως πάντα, παλεύουν να κολυμπήσουν μέσα σε τούτα λύματα προσπαθώντας ν'αναπνεύσουν ουρανό, για να χτίσουν αναχώματα για τους γειτόνους τους, για να πετάξουν παραδίπλα λέμβους σωτηρίας. Αλλά, δυστυχώς, μαζί με τούτους φροντίζουν να ανακατεύονται κι οι διάφοροι μασκοφορεμένοι σατανάδες του αφηγήματος καθώς και ουκ ολίγοι μη σκεπτόμενοι φανατισμένοι γραφικοί, ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση, να τους καταστήσουν δυσδιάκριτους και να τους απομονώσουν...

"Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο,
το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του·
το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη
ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών —
αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο..."

"ἀλλ᾿ ἄγε δὴ μετάβηθι καὶ ἵππου κόσμον ἄεισον
δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ,
ὅν ποτ᾿ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεὺς
ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἵ ῥ᾿ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν."
(Οδύσσεια θ492)

Πήραμε τον κατήφορο... κι όχι μόνο τούτο! Κι εκεί που κάνεις στροφή ν'αλλάξεις κατεύθυνση, κάποιος θα κατρακυλήσει καταπάνω σου να σε πάρει αντάμα! 

Κι αν μέχρι τώρα κατοικούσαμε δεσμώτες μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα (βλέπε: το σπήλαιο και οι δεσμώτες - πάντα επίκαιρο!), τώρα, όχι μόνο δε βγήκαμε στο φως, αλλά οδεύουμε σε μια μορφή ανθρωπότητας που περιέγραφε κάλλιστα ο Αισχύλος με τα λόγια του Προμηθέα: "νήπιοι όντας το πριν, νου τους έδωσα και ικανότητα να το χρησιμοποιήσουν..... εκείνοι πρώτα , ενώ έβλεπαν, μάταια έβλεπαν κι ενώ άκουγαν, δεν άκουγαν. Αλλά με ονείρων μορφές όμοιοι στο μακρύ τους βίο όλα τά'χαν ανακατεμένα...."

"ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.[...]
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον
ἔφυρον εἰκῇ πάντα..."
("Προμηθεύς Δεσμώτης", 443-4 &447-50)

Καταιγίδα....
Τα νερά παρέσυραν στα χαμηλά όλες τις αμαρτίες μας! Κι έγινε ένας βόρβορος... πώς να σωθείς; Τα υψώματα κατακρημνίστηκαν κι οι κάμποι γέμισαν πτώματα κι αποκαϊδια... Πόσος πόνος, πόση θλίψη... οι λέξεις ηχούν τόσο πάμφτωχες να περιγράψουν την πραγματικότητα, ή να φωτογραφίσουν το συναίσθημα... Αληθινή τραγωδία.. 

Κι όμως, καθώς περπατούσα παρατηρούσα πόσο άστραψε το αυλάκι κι οι πέτρες του καλντεριμιού μετά από τους χειμάρρους που ξεχύθηκαν παντού επί εικοσιτετράωρα, πώς φάνηκε λαμπερό στο βάθος το πλακόστρωτο στη γειτονική ρεματιά που η μανία του νερού κατάπιε τους όχθους κι άφησε τις κολώνες των τηλεπικοινωνιών μετέωρες, πώς έλαμψε κάθε ύψωμα, ενώ πνίγηκε στις λάσπες κάθε χαμήλωμα της γης... Τα ορεινά χωριά γκρεμίστηκαν και ξεπλύθηκαν, τα παραλιακά βουλιάξαν στα λασπόνερα. Κι εμείς; 


Αφού πέρασε το σοκ των πρώτων ημερών για όσα συμβαίνουν γύρω μας, παραμονή του Σταυρού, ακολουθώντας ένα τσακισμένο οδικό δίκτυο φτάσαμε στην πρώτη από τις λίγες, πλέον, προσβάσιμες -προφανώς μετά προσοχής- παραλίες του Αιγαίου, αναζητώντας την ύστερη εικόνα. Κορμοί κάθε λογής και μεγέθους σχημάτιζαν παντού σωρούς. Ο χείμαρρος είχε κατεβάσει ολόκληρα δέντρα, μαζί με πέτρες που απλώθηκαν και μετακίνησαν τα όρια του αιγιαλού, με τη θάλασσα να οπισθοχωρεί και την παραλία να διπλασιάζεται! Οι κορμοί γδαρμένοι, ξεφλουδισμένοι, λειασμένοι, τρυφεροί... νεκρά κούτσουρα που είχαν επανέλθει, θαρρείς, στη βρεφική φρεσκάδα τους! Και τούτα τα νερά! Πόσο καταγάλανα! Πού χάθηκε όλη η λασπουριά πού'χαν καταπιεί; Πότε πρόλαβαν να αλλάξουν οι καφετιές εικόνες των προηγούμενων ημερών και να κερδίσουν ξανά το γαλάζιο του ουρανού; Πόσο λεύτερη ν'αναγεννηθεί η θάλασσα, πόσο τραγικά υποδουλωμένη στη μοίρα της η λίμνη, τελικά.... Εσένα η ψυχή σου τί νερά κουβαλά;



Λίγο πιο πάνω έστεκε αγέρωχο το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμπηδόνας.

Οι μελωδικές φωνές από τις μοναχές που έψαλλαν τον Εσπερινό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έφτασαν μέχρι τα αυτιά μας. Ανηφορίζοντας και πάλι, μια στάση εδώ, για την Παναγιά, το Σταυρό και λίγο μοσχοβολιστό θυμίαμα τριαντάφυλλο... Για μιαν ανάσα απ'τον ουρανό.... μακριά από το παραλήρημα του άρχοντα του κόσμου τούτου...


"Κατοικούσαν μες στη γη σα μικροσκοπικοί μέρμηγκες στους μυχούς ανήλιαγων σπηλαίων. Για αυτούς δεν υπήρχε ένδειξη χειμώνα, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε καρπερού καλοκαιριού, αλλά χωρίς κρίση το παν έπρατταν...", συνεχίζει ο μεγάλος Αισχύλος, μιλώντας για την ανθρωπότητα...

"... κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
455οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον..."
(Προμηθεύς Δεσμώτης, 452-7)

Καλό φθινόπωρο, καλή δύναμη και φώτιση για όσα μύρια έπονται... 

   Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
        Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
        τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
        την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
        Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
        ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
        στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
        ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
        στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
        Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
        Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
        Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
        Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
        Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
(Οδυσσέας Ελύτης,  Αξιον Εστί- Ψαλμός Z)

Υ.Γ. Θερμοπαρακαλώ... μη μου γράψει κανείς περί κλιματικής κρίσης και λοιπών εικονικών κρίσεων... Δεν αντέχω! Έχει επέλθει κορεσμός στην ψυχή μου, θα ξεχειλίσω...

Υ.Γ. 2. Πάμε άλλη μία:

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα τζίνια της αυλής

 


Πρέπει νά'ταν του Σταυρού που μας είχε καλέσει για καφεδάκι. Θαύμασα την περιποιημένη αυλή -ούτε ένα τόσο δα φυλλαράκι λησμονημένο- και τα λουλούδια. Κι αμέσως η ματιά μου καρφώθηκε σ'αυτά! Από παιδί είχα να τα συναπαντήσω! Μια χρονιά μοναχά βρήκα κάποια σε κάτι φυτώρια, μα ήταν αλλιώτικα, σαν καημένα' δεν παίρναν μπόι σαν και τούτα - μόνο τόσο όσο, θαρρείς, για να στέκονται στο γλαστράκι τους χωρίς να λυγάνε- και, ύστερα, τόσο φιλάσθενα - γρήγορα σταχτιάσαν κι αρρωστήσανε.

Έτρεξα να τη ρωτήσω:

"Έχεις τζίνια;!!"

"Τί τζίνια; Ποιά λες;"

"Τα λουλούδια, αυτά τα ψηλά με το μεγάλο ανθό. "

"Τις ντάλιες λες;"

"Όχι καλέ! Τ'άλλα. Εκεί!"

"Τους κεφαλάδες λες! Κεφαλάδες τα ξέρουμε εμείς!"

"Εγώ τζίνια τα ξέρω. Μας τα φύτευε η Δόξα όταν ήμουν παιδί. Είναι εκείνα τα ντόπια; Ρίχνεις σπόρο;"

"Ναι."

"Θα μου κρατήσεις να φυτέψω;"

"Θα σου κρατήσω."

Κι έτσι όταν μπήκε η άνοιξη, μαζί με τα κηπευτικά, έσπειρα με δέος πραγματικό και τα τζίνια μου και περίμενα να μεγαλώσουν. Δεν τά'σπειρα απ'ευθείας στο αυλάκι όπως έκανε η Δόξα και τα βρίσκαμε να ξεπροβάλουν τα κορμάκια τους καθώς ερχόμαστε για το καλοκαίρι, αλλά σ'ένα τελάρο πρώτα μέχρι να ξεπεταχτούν, από φόβο μη μου χαθούν, μην μπερδευτούν μ'αγριοχόρταρα, μην κάτι τα ενοχλήσει και δυσκολευτούν να ριζώσουν.

Και νά'τα τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκαν τη θέση τους κάτω από την αυλή του μικρού σπιτιού, να πασχίζουν να την ξεπεράσουν με το μπόι τους και να χρωματίζουν μ'όλες τους τις γλυκές αποχρώσεις το καλοκαίρι μου! 



Με ρώτησε ένας γέροντας: "Βλέπεις κακές εικόνες στην τηλεόραση... στο διαδίκτυο;" κι εγώ είχα απομείνει να τον κοιτάζω, μιας και δεν πήγε ο νους μου σε κάτι πονηρό, μα μοναχά αναλογιζόμουν πόσες "κακές" εικόνες ξεπροβάλλουν καθημερινά στα μάτια μου, η μια μετά την άλλη με το που θ'ανοίξω οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας. Και καλά, την τηλεόραση την έχω ξεχασμένη, αλλά και στο διαδίκτυο που θα περιηγηθώ τούτες οι εικόνες με κατακλύζουν ασταμάτητα: Αδικίες, βία, παραλογισμοί, ανωμαλίες, βιασμοί κι εκβιασμοί, δολοφονίες και ξυλοδαρμοί, πικρόχολοι και κακόψυχοι σχολιασμοί, φρίκη και ξεφτίλα της ανθρωπότητας... "Πώς να μη δω κακές εικόνες;" αναλογιζόμουνα. Δεν ξέρω πως μπορεί να ερμήνευσε τη σιωπή μου, αλλά αμέσως με συμβούλεψε: "Να μη βλέπεις κακές εικόνες, κορίτσι μου..."

Τριγύρω το χάος- κι ας με πει όποιος θέλει υπερβολική- και νιώθω να σκαλίζω μέσα σε τούτη τη βρωμιά να δω κάποιο κρυμμένο ανθάκι, ένα αληθινό χαμόγελο κι ένα καθαρό βλέμμα. Μιας και καθετί αγνό πλέον λασπολογείται τόσο άγρια, καλύπτεται με τόσο μένος και φανατισμό που μοναχά αναζητώντας την ευωδιά του μπορείς να το εντοπίσεις... 

Σ'έναν κόσμο που παραδόθηκε στο φόβο και καλλιέργησε τα πιο άγρια ένστικτά του για να τον αντιμετωπίσει, σε μια ρωμαϊκή αρένα ανθρωποφαγίας με πλαστούς και κίβδηλους ηθικισμούς και δικαιωματισμούς, σ'έναν κόσμο που καταρρέει ροκανίζοντας τις ρίζες και τις αξίες του στο όνομα μιας επίπλαστης καλοπέρασης, σε μια ανθρωπότητα που επιλέγει τα δεσμά στο όνομα της ελευθερίας, που έχει αποδεχτεί ως κοινή λογική τον παραλογισμό κι ως ζωή την επιβίωση, σε έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην πτώση του σφραγίζοντας με βουλοκέρι τα ώτα του μην τυχόν και μια κραυγή αλήθειας τον ξεβολέψει και χρειαστεί να δρασκελίσει δυο βήματα ανήφορο, που μαστιγώνει ό,τι στέκεται εμπόδιο στην κατρακύλα, που συνήθισε στα σκοτάδια και τον τυφλώνει το φως, προτιμώ να εστιάζω στην εικόνα από τα τζίνια της αυλής μου και να πορεύομαι σε κείνο το μονοπάτι της αυλής της μακαρίτισσας της κυρα-Δόξας με τ'αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια μες στις φρεσκοβαμμένες γλάστρες δεξιά κι αριστερά, με την ευωδιά και την απλότητα και νοικοκυροσύνη μιας άλλης εποχής που, όσα στραβά και να της καταλογίσει κανείς, οι λέξεις ακόμη κρατούσαν το νόημά τους και δεν είχαν στεφθεί άρχοντες η απόλυτη σύγχυση κι ο παραλογισμός. Γιατί:

"-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;"
(Βλ. το σπήλαιο και οι δεσμώτες, Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Επίκαιρο όσο ποτέ μου φαίνεται σήμερα το "σπήλαιο του Πλάτωνα". Κι ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και διαβάζοντας τούτη την παραβολή (που το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί ακόμη και να την αναγνώσει), δε θα μπορέσει ούτε καν να διδαχτεί κάτι απ'αυτήν γιατί έχει θρέψει τόσο εγωισμό μέσα του που θα του φανεί αδιανόητο έστω και να αναρωτηθεί μήπως κι εκείνος είναι ένας από τους δεσμώτες στα σκοτάδια, παρά θα θεωρήσει αυτόματα πως τούτο αφορά μοναχά τους διπλανούς του.



Αν βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στους στίχους της Οδύσσειας τώρα, αν ταξιδεύαμε παρέα με τον Οδυσσέα, μάλλον θα παραδέρναμε στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, αφού πρώτα κατασπαράξαμε τους γλυκούς λωτούς της λησμονιάς, ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου, σαγηνευτήκαμε από την Κίρκη που μας μετέτρεψε σε άλογα τετράποδα κι αφεθήκαμε στο πλάνο τραγούδι των Σειρήνων. Στον οίκο μας κάνει κουμάντο ο Αντί-νοος (ο νους, του νοός) κι οι υπόλοιποι φιλήδονοι και θρασείς μνηστήρες κι ο γιος μας έχει αποδεχτεί την κατάσταση σιωπηλά....

 Κι αν κοπιάζοντας ο Οδυσσέας κατόρθωσε κι επέστρεψε στην Ιθάκη του κι είχε τη φρόνηση να τοξεύσει πρώτον τον Αντί-νοο για να βάλει σε μια τάξη το παλάτι του, πόσοι εταίροι του σώθηκαν; Ουδείς...

 ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. 

(Οδύσσεια Ομήρου α6-9)

- Πώς να μη βλέπω κακές εικόνες γέροντα; Το κακό το αφήσαμε να αμοληθεί παντού. Κι ενίοτε το βαπτίζουμε και καλό. Και βουτάμε στην κολυμπήθρα του τα παιδιά μας.... Ονομάσαμε ευλογία το εύκολο, το άνευ κόπου και καταλήξαμε εξαντλημένοι κι άδειοι να πνιγόμαστε στη ζωή μας που βάλτωσε. 

"Η ασκητική ζωή και οι ιδρώτες που την συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους εραστές της αρετής, απλά για να αποτινάξουν από την ψυχή τους τα σάπια εκείνα στοιχεία της απάτης, που αυτοεγκαταστάθηκαν μέσα της μέσω των παγίδων των πέντε αισθήσεων. Δεν είναι σαν οι αρετές να εισάγονταν απ'έξω ως κάτι καινούριο, επειδή αυτές είναι ήδη μέσα μας από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Ώστε όταν η απάτη εκδιωχθεί εντελώς από την ψυχή, τότε αυτή αφήνει να φανεί η λαμπρότητα και το μεγαλείο των φυσικών της αρετών. Έτσι την ασκητική ζωή δεν την ακολουθεί κανείς ούτε για να εισαγάγει ούτε για να δημιουργήσει αρετές, αλλά για να εξοστρακίσει (από την ανθρώπινη φύση) οτιδήποτε ο Θεός ουδέποτε εμφύτευσε ούτε δημιούργησε μέσα μας. Άρα, εκείνος που δεν είναι τρελός, είναι σώφρων κι εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός, ούτε παράτολμος, αυτός είναι γενναίος και δυνατός. Συνεπώς, με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που αντιμάχονται τη φύση, παραμένουν και αναδεικνύονται μόνο τα συμβατά και συγγενεύοντα με αυτήν στοιχεία. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το να κάνουμε φανερή τη φυσική γυαλάδα και λαμπρότητα τψν ράβδων του σιδήρου απομακρύνοντας όλη τη σκουριά από την επιφάνειά τους." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, από τη "Θεολογία της Φύσεως", εκδ. Αρμός)

 


Χαρά μικρού παιδιού με συνεπήρε όταν είδα τα κεφαλάκια τους ν'ανθίζουνε! Πόσες, μα πόσες αποχρώσεις! Κι άλλα με πέταλα πυκνά σε στρώσεις, άλλα πιο ντελικάτα, λεπτά. Κι όλα να πασχίζουν ακόμη να ξεπεράσουν το επίπεδο της αυλής. Να τη φωτίσουν με τα χρώματα και τα χαμόγελά τους... Να πλησιάσουν το φως του ήλιου. . Έτσι απλά, αληθινά κι ανόθευτα ακολουθώντας τη φύση τους... Κάπως έτσι αν μεγαλώναμε κι εμείς....

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Αντίο...

- Έι, χαζοπούλι του Πηλίου, έλα να σου φτιάξω καφεδάκι!

Η πρώτη ανάμνηση, τούτη η φωνή από την ταράτσα. Κι ύστερα το φλιτζάνι με τον ελληνικό και δίπλα η ρακή η "ψημένη"... 


Δεν τα πάω καλά με τις αναμνήσεις κι έτσι δυσκολεύομαι και στα τηλέφωνα... Κι έτσι κατέληξα να μάθω με τόση καθυστέρηση ότι τούτη η φωνή "συχωρέθηκε"... Ένα επιπρόσθετο "πνίξιμο" για την αμέλειά μου... που δεν συγχωρείται... Και δίπλα ένα σφηνάκι με την ψημένη ρακή. Το καταχωνιασμένο μπουκάλι είχε σημειωμένο πάνω "2008" και το όνομά της. 

Μια άλλη ζωή. Κύκλοι που κλείνω ερμητικά και τους θάβω βαθιά στο μπαουλοντίβανο. Σαν να θέλω να ξεφύγω από τις μνήμες τους, ίσως κι από εμένα. Γιατί τόσο πολύ;

Εκείνη η θέα από το μπαλκονάκι. Ν'αγναντεύεις το γαλάζιο και τις βάρκες που φιλοξενεί. Η λιτή και μεγαλειώδης κακαβιά με το ξύδι κι οι τόσες κουβέντες που ανταλλάσσαμε...  Σαν να μην είχα ανάγκη από ύπνο σ'εκείνο το νησί. Λες κι ο αγέρας πού'κανε τα σύννεφα να τρέχουνε, εξαφάνιζε και κάθε διάθεση για νωχέλεια.

Πόσους θά βρεις σε τούτη τη ζωή να νοιαστούν; Και πραγματικά να χαρούν με την παρουσία σου; Κι εγώ πάλι καθυστέρησα...

Είναι κάποιοι άνθρωποι ξεχωριστοί, ιδιαίτεροι που συναντάς εκεί που δεν το περιμένεις και αφήνουν στην ψυχή σου το στίγμα τους. Κι ας μη σας δένουν τα χρόνια συναναστροφής. Άνθρωποι που αποδέχεσαι μοναχά την ομορφιά τους, την ομορφιά της ψυχής.

Ένα πιάτο δίπλες με μέλι στο κομοδίνο για καλωσόρισμα στις δυόμιση τα ξημερώματα που δένει το καράβι. Η πόρτα του δωματίου με το κλειδί πάνω να με περιμένει να την ανοίξω μες στην νύχτα. Ποιά Ελλάδα γνώρισα και ποιά μου ετοιμάζουν; Ίσως για τούτο και το μπαουλοντίβανο. Ίσως και για άλλα πολλά που πονάνε. 

 Σήμερα, όμως, αναγκάστηκα και το άνοιξα για να ρίξω μια κλεφτή ματιά! Έκλεψα λίγες λέξεις -δεκαεπτά χρόνια πριν γραμμένες- γεμάτες αρμύρα και φως και βιάστηκα να το ξανακλείσω:

"Κατέβηκε η θεία Καλλιόπη επίσημα ντυμένη για τη βόλτα στα Κατάπολα («Ε, πάμε στην Πρωτεύουσα, πώς θα έρθω, σαν το γύφτο με τη ρόμπα;» μου είπε όταν την πείραξα) φορώντας το υπέροχο άσπρο κεντητό μαντήλι στο κεφάλι και χωρίς το μπαστούνι της που την είχε νευριάσει! Πρώτα περάσαμε να πληρώσει τη δόση του ηλιακού, ύστερα σταματήσαμε έξω από το κοσμηματοπωλείο που εκτελεί χρέη ταχυδρομείου και, τέλος, στο μπακάλικο του Λ. για να φορτώσουμε τα ψώνια. Από εκεί, επισκεφτήκαμε μια φιλενάδα της που κατοικεί σε ένα διπλανό γουστόζικο σπιτάκι με ένα κουκλίστικο κουζινάκι με γαλάζιο ταβάνι και ξυλοδεσιά κι ατελείωτες ανοιχτές πιατοθήκες στερεωμένες στον άσπρο τοίχο χιλιοφορτωμένες με κατσαρόλες, τεντζερέδες, πιάτα και γλυκά."

"Ανεβήκαμε στην κυρά Καλλιόπη που μας ετοίμασε αμοργιανό πρωινό˙ βρεγμένο παξιμάδι με λαδορίγανη, ντοματούλα και ντόπιο σκληρό τυρί… Μας μίλησε για τις αλυκές, πέρα από τις Πλάκες, που πήγαιναν και μάζευαν αλάτι, τον αφρίτη, τόσο αφράτο που θρυμματιζόταν στα δάχτυλα… Μέσα στις γούβες των βράχων, όταν η θάλασσα λάδωνε, κυρίως τον Ιούνιο, πήγαιναν, κι ακόμη μερικοί πάνε, με τα καϊκάκια και σεργιάνιζαν στις Αλυκές για να το μαζέψουν με το κουταλάκι της σούπας. Κι αν τύχαινε καμιά γούβα με πολύ, που το μάζευαν με τη χούφτα, κάναν χαρά μεγάλη… Μια φορά είχε πάει με τον πατέρα της, με τα μουλάρια. Κι είχε κάτι βράχια μυτερά και κοφτερά που σου τρυπούσαν το πέλμα. Κι όταν το κουβαλούσαν να το φορτώσουν , ήταν βαρύ, δεν άντεξε… Κι έκανε ο πατέρας δυο αγώγια…."

 


Σα να ταξιδεύω σ'άλλες ζωές, αιώνες πίσω... Πόσο άλλαξα τούτα τα χρόνια. Όχι η ουσία μου, όχι η ψυχή μου. Μοναχά τα μάτια της από τα τόσα δάκρυα. Πόσο, όμως, άλλαξε η ίδια η ζωή. Τούτο πονάει πιότερο απ'τα δάκρυα...


Ψυχοσάββατο ξημερώνει αύριο. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα σου. Έκανες τούτο τον κόσμο πιο όμορφο... Και συγχώρεσέ με, αν θες, που ήμουν μακριά....


Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

μια χούφτα σκέψεις στις ράγες του τραίνου...

Άνοιξα τα παραθυρόφυλλα. Σκοτεινιά... Τί παράξενο να μη μπορώ να γράψω με τα παραθυρόφυλλα σφραγισμένα, κι ας είναι νύχτα πια. Θαρρώ πως θα κοντανασαίνω, πως οι σκέψεις μου θ'αμπαρωθούν κι αυτές ασφυκτικά μες στους τέσσερις τοίχους κι έτσι θα μείνουν ακίνητες, ανίκανες να ζωγραφίσουν εικόνες... Πώς ούτε καν σε μένα δε θα μπορούν να φτάσουν κι ο καμβάς του νου θα ξεμείνει δίχως χρώματα και πινέλα. Ίσως γιατί τις έχω μαθημένες λεύτερες να τραγουδούν καθεμιά το δικό της σκοπό, ίσως, πάλι, γιατί έχουν κείνες μαθημένο το βλέμμα μου να προτιμά να πλανάται έστω και στο σκοτάδι και τ'αγνωστο τ'ουρανού, παρά στη θαλπωρή και την ασφάλεια του μανταλωμένου παραθυρόφυλλου.


Σήμερα, λοιπόν, τις ταξίδεψα στις ράγες του τραίνου. Ένας ήλιος χειμωνιάτικος αναζωογονητικός κι εγώ να περπατώ να φτάσω στο λημέρι μου να μαζέψω μυρωδάτα άγρια χόρτα. Κι εκείνες, εκεί, ν'ακροβατούν στις σκουριασμένες ράγες και σταματημό να μην έχουν! Να σκαρφαλώνουν στα βράχια που περπάταγα παιδί προσπαθώντας να αποφύγω τα ορμητικά νερά του καταρράκτη και να στεναχωριούνται για τα σημερινά παιδιά που δε θα νιώσουν ποτέ τούτη τη συγκίνηση... Να γραπώνουν και να σπρώχνουν γελώντας το γιγάντιο μοχλό που αλλάζει την πορεία της αμαξοστοιχίας και να θέλουν σώνει και καλά να διαλέξουν κατεύθυνση όταν η διαδρομή τούτου του τραίνου έτσι κι αλλιώς δεν αλλάζει...



"... Τα άλογα λοιπόν των θεών και οι ηνίοχοι είναι όλοι καλοί κι από καλή γενιά, ενώ στους άλλους είναι ανακατωμένα. Και πρώτα-πρώτα ο δικός μας αρματηλάτης βαστάει με τα χαλινάρια ένα μονάχα ζυγάρι άλογα, κι απ'τα άλογα αυτά το ένα είναι όμορφο κι ευγενικό κι από καλή γενιά, ενώ το άλλο είναι απ'αντίθετη κι αντίθετο. Έτσι η ηνιόχηση είναι σ'εμάς απ'την ίδια τη μοίρα δύσκολη κι επίπονη..." (Πλάτωνος, "Φαίδρος" 246, απόδοση: Ι.Ν. Θεοδωρακοπούλου)

Ξεκίνησα μ'ένα σακίδιο στον ώμο κι ένα μαχαίρι. Το βουητό του νερού ακουγόταν εκκωφαντικό μετά από τις τόσες βροχές. Τα δάχτυλά μου περονιασμένα από την παγωνιά. Ούτε ένα τσιγάρο για συντροφιά. Τα παράτησα στο αυτοκίνητο, έτσι για να τη σπάσω στο "επιθυμητικό" που συνεχώς ζητάει! Τούτο το σώμα μας που δεν αποκάμει να γυρεύει κάτι: ποτό, φαγητό, τσιγάρο, ανάπαυση, σοκολάτα και κάθε είδους ηδονή και γούστο. Είπα λοιπόν κι εγώ να παλέψω να βαστήξω τα δυό μου άλογα γερά, καθώς θα τό'θελε ο Πλάτωνας ή ακόμη κι ο Μάξιμος της Ορθοδοξίας...

"Τί λοιπόν θα έπρεπε να πει κανείς για αυτούς; Όχι πως υπάρχει μες στην ψυχή τους κάτι που τους προστάζει και κάτι άλλο που τους εμποδίζει να πιουν, και πως αυτό το άλλο είναι διαφορετικό από το πρώτο και το νικά; ... Και μήπως άραγε εκείνο που σ'αυτή την περίσταση εμποδίζει, παρουσιάζεται μέσα στην ψυχή όταν παρουσιάζεται, εξ αφορμής του λογισμού, ενώ εκείνα που την τραβούν και τη σέρνουν είναι αποτελέσματα από τίποτα παθήματα και νοσήματα;... Δε θα ήταν λοιπόν παράλογο να ισχυριστούμε πως είναι δύο και διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα αυτά, το ένα που την κάνει να στοχάζεται και το λέμε λογικό και το άλλο που ερωτεύεται και πεινά και διψά και ρίχνεται σαν παραλογιασμένο στις τέτοιες άλλες επιθυμίες, αλόγιστο και επιθυμητικό, σύντροφό της σε κάποιες απολαύσεις και ηδονές... Ας το πάρουμε λοιπόν πια για ορισμένο, πως δύο αυτά τα είδη υπάρχουν μες στην ψυχή' όσον αφορά τώρα το θυμό και τη δύναμη που μας κάνει να θυμώνουμε, να είναι τάχα τρίτο είδος....; [...]" (Πλάτωνος "Πολιτεία" 439c-e, απόδοση: Ιωάννου Γρυπάρη)

 


" Άλλα πάθη είναι σωματικά, άλλα ψυχικά. Και τα μεν σωματικά έχουν την αρχή τους στο σώμα' ενώ τα ψυχικά έχουν την αρχή τους στα εξωτερικά πραγματα. Και τα δύο τα αποκόπτει η αγάπη και η εγκράτεια' η μία τα ψυχικά, η άλλη τα σωματικά. Άλλα πάθη είναι του συναισθηματικού (θυμικού) μέρους της ψυχής και άλλα του επιθυμητικού. Και τα δύο ενεργοποιούνται μέσω των αισθήσεων κι η ενεργοποίηση αυτή συμβαίνει όταν η ψυχή απομακρύνεται από την αγάπη και την εγκράτεια. Τα πάθη του συναισθηματικού μέρους της ψυχής πολεμούνται πιο δύσκολα απ'του επιθυμητικού' γι'αυτό και το φάρμακο για το συναισθηματικό (θυμικό) μέρος δόθηκε από τον Κύριο πιο δυνατό: η εντολή της αγάπης." (Μάξιμου Ομολογητού, "Κεφάλαια περί αγάπης" 64-66, απόδοση: Βασιλείου Μπετσάκου)

 


Είχαν περάσει δυο-τρεις ώρες απ' όταν ξεκίνησα δίχως να το καταλάβω. Γύρω μου ακούγονταν μονάχα τα πτηνά του ουρανού και τα βήματά μου. Το βλέμμα βυθισμένο σε καυκαλήθρες και λαγομούστακα, η μύτη πασαλειμένη με χώμα κι οι πρότινες σκέψεις μου ξεχασμένες κάπου βαθιά μες στη λερωμένη παλάμη μου... Σιγά-σιγά ξύπνησες κι εσύ να μου ζητάς πιεστικά μια τζούρα τσιγαράκι και "τί όμορφα θα ήταν εδωνά να σταθείς να ξαποστάσεις να κάνεις δυο και τρεις ρουφηξιές αγναντεύοντας τη θέα"! Κι έπειτα, καθώς το συλλογίστηκες περισσότερο "κι ένα σφηνάκι τσίπουρο, δε θά'ταν καθόλου άσκημο!" κι ίσως και "λίγη καλή παρέα κι ένας μεζές"... Ανάθεμά σε που με τίποτα δε φχαριστιέσαι άνθρωπε! Κι η τόση ομορφιά του Θεού, δε σού'ναι αρκετή! Κι ύστερα μου λένε να μη ζηλεύω τους αγίους που όλα τούτα τά'χουν μέσα τους ταχτοποιημένα και αποζητούν μονάχα την ευλογία και το έλεος του Θεού... 

Πόσο δρόμο έχω ακόμη...

Πόσα εμπόδια να διαβώ...

 


Κίνησα για το δρόμο της επιστροφής. Με τον νου μου καρφωμένο σε μια τζούρα τσιγάρο και το βλέμμα να αναζητά ακόμη μια διέξοδο διαφυγής! Ο δρόμος της επιστροφής πάντα μακρύτερος... πάντα πιο αργός... Στη μια στροφή ξεπρόβαλλε ο ήλιος κι ο φωτισμένος Παγασητικός, στην επόμενη η άγρια βλάστηση σκίαζε τα πάντα. Κοίταζα την ξερολιθιά που ένωνε τ'αποκομένα βράχια κι έδενε τόσο μαζί τους πού'μοιαζε έργο της ίδιας της πλάσης κι αναρωτιόμουν αν οι παλιοί μερεμετίζαν το περιβάλλον τους τόσο ταπεινά για να μην το προσβάλουν με παράταιρες φανταχτερές πρωτοτυπίες όπως οι συγκαιρινοί μου ή αν η ίδια η πλάση με τον καιρό έχει το χάρισμα ν'αφομοιώνει τόσο ταιριαστά τ'ανθρώπινα καμώματα...


Ώρα να σφαλίσω τα παραθυρόφυλλα. Τούτο το μαραφέτι βογγάει και σταματά και κολλά και ζουζουνίζει ασταμάτητα, τόσο που κοντεύει να σκεπάσει τη βοή της ρεματιάς και κινδυνεύω να στοιχειώσει τα όνειρά μου. Έχω να ξεφυλλίσω και τα λόγια κανά-δυο μακρινών κι αγνώστων φίλων μου που με συντροφεύουν πριν κοιμηθώ, να τα κρατήσω για νανούρισμα.



Εκεί στο βουνό των Κενταύρων, που λέτε, υπάρχουν εδώ και χρόνια, οι ράγες ενός τραίνου. Που μια σωπαίνει, μια μιλά. Αν πλησιάσεις το αυτί στην ανάσα τους, θ'αφουγκραστείς πολλά. Ίσως να βρεις κρυμμένες και τις σκέψεις μου, ίσως και δικά σου μυστικά. Δοκίμασε να ελευθερώσεις την ανάσα σου κι όπως διαβαίνεις, επιτέλους να θυμηθείς τί αποζητούσες και τί αποζητάς. Μοναχά, πρόσεξε, αν συναντήσεις τη σπηλιά του Κενταύρου, φρόντισε τούτη νά'ναι του Χείρωνα....

Καλό ξημέρωμα, γειτόνοι!


Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Μικρό οδοιπορικό...

Ένα πασπάλι μοναχά... Ίσα να λευκοντυθεί το τοπίο, αχνά, μ'ένα αραχνοΰφαντο, εύθραυστο νυφικό κι οι νιφάδες σκόρπιες, ασύνταχτες, θαρρείς αποπροσανατολισμένες, να γυροφέρνουν φλερτάροντας με τις διαθέσεις του αγέρα. Έτσι ξημέρωσε χτές... Μετά από κείνα τα ποτάμια βροχής που ξεπλύναν τις σκόνες και τις αμαρτίες μας, μετά από κείνους τους τρελούς αγέρηδες που σκορπίσαν κλωνάρια και ξεχασμένα υπάρχοντα καταγής... Κι ακολούθησε μια παγωνιά που τό'φτιαξε κριτσανιστό να ραγίζει σε κάθε πάτημα στην πέτρα του καλντεριμιού. Δεν πήγα πουθενά... Μοναχά στο μπακάλικο.

Σήμερα μου κακοφάνηκε και ξεκίνησα να περπατώ προς τα ψηλά να το συναπαντήσω. 

Αναζητώντας την ανάσα της κίνησης και καμιά ζωγραφιά να μου τραβήξει τη σκέψη και τη ματιά.

Όσο ανηφόριζα, το χιόνι πιο πυκνό στο τοπίο. Ξάφνου, έστριψα στο μονοπάτι, με πόθο ν'αντικρύσω το μικρό ξωκλήσι μου χιονοσκεπασμένο. Ο ήλιος ήδη μαλάκωνε το παγωμένο λευκό πέπλο κι ο σχιστόλιθος δάκρυζε στα κρυφά για όλα τα ανομολόγητα...


Έλυσα την πορτοκαλιά κορδέλα, έσκυψα να διαβώ και χαιρέτησα την εικόνα του. Πόσο γλυκός κι όμορφος μου φάνηκε εκεί. Λες και δεν την είχα ξαναδεί! Ποιός τον ζωγράφισε; Ποιός σκάλισε τόσο "παιδικά" το όνομά του; Πόσο παράξενο... σαν να ξανασυστηνόμαστε μετά από τόσα χρόνια...


Ένα μικρό μεταλλικό τάμα, πρασινισμένο από την υγρασία, πεσμένο παραδίπλα. Το σήκωσα. Ποιός ξέρει τί προσευχές έκρυβε φυλαγμένες; 

Το βλέμμα μου καρφώθηκε στις χαρακιές της παλιάς ξύλινης πόρτας. Λες και καθρέφτιζε τις πληγές αιώνων. Σαρακοφαγωμένη εδώ κι εκεί να θυμίζει θαρρείς το σαράκι που μαραίνει τη γενιά μας...


Έριξα μια τελευταία ματιά στα βιαστικά -έτσι κι αλλιώς σήμερα βάδιζα λιγουλάκι σα μετέωρη κι υπνωτισμένη- και στράφηκα προς στην έξοδο. Ένα κατώφλι χαμηλό, ίσα με το μπόι ενός παιδιού, να σου σιγοψιθυρίζει πως στο κατώφλι του Θεού πλησιάζουν μοναχά οι ταπεινοί...


Ανηφόρισα, μέχρι να μπορέσει ν'απλωθεί όλο το βλέμμα μου στη θάλασσα... Μια θάλασσα που ο εκθαμβωτικός ήλιος της χάριζε ξανά το διάφανο φόρεμά της! Ν' αποκοπεί από τη γη και τα χρώματα κι όλους εμάς που μπουσουλάμε άχαρα στο βυθό της και να ενωθεί με τα ουράνια...


Ακολούθησα τα χνάρια της γάτας με τη ματιά και μου φάνηκαν πάνω στη στέγη σαν όμορφη ζωγραφιά. Ίσως γιατί αποτύπωναν μια, έστω, φευγαλέα εικόνα ελευθερίας που, δυστυχώς, δεν αντικρύζω σχεδόν πουθενά πια...

Καλό ξημέρωμα άνθρωποι!