Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοψίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοψίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Οι "Μάηδες" του Πηλίου!

Καλό μήνα Μάη!


Ανεξάντλητα τα πρωτομαγιάτικα λαογραφικά, άλλο αν στις μέρες μας μας έχει απομείνει, βασικά, το περίφημο μαγιάτικο στεφάνι, οι εξορμήσεις στην εξοχή κι άντε κι ένα καλό φαγοπότι. Τί κι αν έχω παρουσιάσει κάποια τις περασμένες χρονιές, όπως τα παρακάτω:
Μαγιάτικα και Πρωτομαγιάτικα..
Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..
Πρωτομαγιάτικα...
Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
... πάντα, θα φανερωθεί και μια καινούρια πηγή!
Αυτή τη φορά οι "Μάηδες" από το βιβλίο του Βασίλη Πλάτανου "Ελληνικά Λαϊκά Πανηγύρια" με πανέμορφες ξυλογραφίες του Ράλλη Κοψίδη (εκδόσεις: Φιλιππότη):


















Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

ένα λαϊκό χριστουγεννιάτικο παραμυθάκι

"Ήταν μια φορά κ' έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα κ' είχε τέσσερα θηλυκά παιδιά. Δούλευε η άτυχη να τα μεγαλώσει, αλλά τι να σου πρωτοκάνει; Μεροκάματο, μεροφάγωτο. Ίσα-ίσα το ψωμί των παιδιών της έβγαζε. Τα είχε κ' εγύριζαν γυμνά και ξυπόλυτα ' δεν περίσσευε λεπτό να τους πάρει και κανένα ρουχαλάκι. Αν βρισκόταν καμμιά χριστιανή και της έδινε κανένα παλιό, το συγύριζε για τη μεγάλη, έπειτα το έκοβε, να το βάλει η δεύτερη, η τρίτη. Για το μικρό δεν απόμενε τίποτα. Χειμώνα και καλοκαίρι γύριζε μ'ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι, ξυπόλυτο και ξετραχηλισμένο.
Μια χρονιά ο χειμώνας ήρθε πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια. Το καημένο το μικρό έτρεμε, δε μπορούσε να ζεσταθεί. Λέει της μάνας του: "Μάνα! Γω θα φύω! Θα πά να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει και κανένα ρουχαλάκι καμμιά φορά. Θα πεθάνω, αν απομείνω άλλο εδώ! Μόνο με το πουκαμισάκι δε βαστώ!"
Φεύγει το παιδί! Πάει... πάει... Στο δρόμο βρίσκει ένα πουλάκι κάτω απ'ένα δέντρο. Το πουλάκι ήταν μικρό κι αμάλλιαγο. Είχε πέσει απ'τη φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε δύναμη να πετάξει, ν'ανεβεί πάνω στο δένδρο. Θα ψοφούσε κάτω στο χώμα.
Το παιδί το λυπήθηκε. Το πήρε στα χεράκια του, το ζέστανε μεσ'στη φούχτα του. Κοίταξε γύρω του και, σαν είδε έναν άντρα που ερχόταν, του είπε και το έβαλε πίσω στη φωλιά του. Το γλίτωσε το πουλί!
Πήρε πάλι το δρόμο του το παιδί και πήγαινε να περάσει ανάμεσα από κάτι κλαδιά. Βλέπει μιαν αράχνη κ' έπλεκε το πανί της πάνω κάτω, μπρος-πίσω και το μεγάλωνε γράηγορα- γρήγορα λες κ'είχε βιάση μεγάλη. Στάθηκε το παιδί και λέει: "Ας μη της χαλάσω το πανάκι της, ας πάω απ'την άλλη μεριά, να μη στεναχωρήσω την αράχνη." Του λέει η αράχνη:
- Σ'ευχαριστώ, καλό παιδί! Το καλό που μού'κανες τι θέλεις να σου κάνω; Πού πας τώρα έτσι δα γυμνό και ξυπόλυτο;
- Πά να βρω πανί, να το πάω της μάνας μου, να μου κάνει κ'εμένα κανένα ρουχαλάκι, γιατί κρυώνω.
- Πήγαινε, του λέει η αράχνη, και στο γυρισμό σου πέρασε από δω να μου πεις να σε βοηθήσω κ'εγώ σε ό,τι δύνομαι.
Φεύγει το παιδί, πάει πιο πέρα, βρίσκει ένα βάτο. Πάει να περάσει, πιάνεται το πουκαμισάκι του πάνω στ'αγκάθια, κουρελιάστηκε, απόμεινε ντιπ τσίτσιδο. Έκλαιγε πια το παιδί. Ήταν καημός καρδιάς να τ'ακούς και να το βλέπεις!...
Τ'ακούει εν'αρνάκι που έβοσκε εκεί δα κάτω στο λιβάδι. Του λέει:
- Τί έχεις παιδάκι μου; Γιατί κλαις; Σ'έδειρε κανείς;
- Αχ! λέει το παιδί, πήγαινα να βρω κανένα ρουχαλάκι, να ντυθώ και πέρασα απ' το βάτο κι ο βάτος μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου κι απόμεινα ολοτσίτσιδο.
Ερωτά τ'αρνί το βάτο:
- Αμ' γιατί του έκανες αυτό το κακό; Τί θα γίνει τώρα με το παιδί;
- Δώσ'του συ μαλλί κ'εγώ να το ξάνω. Να το πάρει, να πάει στη μάνα του, να του κάνει ρουχαλάκια, να είναι και μάλλινα να μην κρυώνει, λέει ο βάτος.
Αρχίζει τ'αρνί, γυρίζε, γύριζε γύρω-γύρω στο βάτο άφηνε πάνω στ'αγκάθια το μαλλί, το μάζευε το παιδί ξασμένο. Αφού μάζεψε κάμποσο, λέει:
- Σ'ευχαριστώ, αρνάκι μου! Πάω τώρα να προκάμω τη μάνα μου, να μου το γνέσει και να μου το υφάνει, να το κόψει και να το ράψει πριν απ'του Χριστού, να το βάλω που θα πάω να κοινωνήσω.
Έτρεχε πια στο δρόμο όλο χαρά, αλλά συλλογιόταν κιόλας που δε θα πρόκανε η μάνα του, μεροκαματάρισσα όπως ήταν, να κάνει όλες τούτες τις δουλειές ως του Χριστού και στεναχωριόταν.
Άμα έφτασε κάτω απ'το δέντρο, που ήταν η φωλιά του πουλιού, νά'σου μπροστά του η μάνα του πουλιού:
- Αχ! καλό παιδί! του λέει, πώς να σ'ευχαριστήσω; Το καλό που μού'κανες κι έσωσες το πουλάκι μου, πώς να σου το ξεπληρώσω; Τί'ναι τούτο που βαστάς στα χέρια σου;
Λέει το παιδί πως ήταν το μαλλί που τού'δωκε τ'αρνάκι και βιαζόταν να το πάει στη μάνα του να το γνέσει, να το υφάνει, να το κόψει, να το ράψει, να του κάμει ρουχαλάκια, να τα βάλει του Χριστού, να πά να κοινωνήσει.
- Δώσ'μου να σ'το γνέσω εγώ! λέει το πουλάκι.
Το πήρε στη μύτη του, ανέβηκε ψηλά-ψηλά, να κάμει μακριά κλωστή. Ως να γυρίσεις να ιδείς, τό'χε γνεσμένο, τό'κανε κουβάρι!
Το πήρε το παιδί και έφυγε.
Σαν έφτασε στην αράχνη, εκείνη το περίμενε.
- Ε! Τί έκαμες; Ηύρες τίποτα;
Σαν είδε τα κουβάρια το νήμα που βαστούσε στο χέρι του, πήρε το νήμα κι αρχίνησε, το ύφανε μάνι-μάνι μια χαρά!
Πήγε το παιδί στη μάνα του, της έδωκε το πανί, κι αυτή του έκοψε το φουστανάκι του, του το έρραψε, το έβαλε και ωμορφοστολίστηκε. Πήγε στην εκκλησία κι όλοι το εχάιδευαν που ήταν έτσι δα ζεστό κι ομορφοντυμένο."
("Ελληνικά Παραμύθια" -Το φτωχό καλό παιδί, εκλογή: Γ.Α.Μέγα, εικόνες: Ράλλη Κοψίδη και Φώτη Κόντογλου)

Λιοντάρι, λύκος κι αλεπού (λαϊκό παραμύθι)

Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν σ'έναν τόπο κ' έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ'όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας.
Με χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα τους, που ήταν άρρωστος.
Μια μέρα ο λύκος, ένας άσπρος λύκος, πήγαινε να ιδεί το λιοντάρι. Κει που πήγαινε, βρίσκει στο δρόμο την αλεπού και της λέει:
- Αλεπού, άιντε πάμε να ιδούμε τι κάνει ο πολυχρονεμένος ο βασιλιάς μας ' είναι άρρωστος.
- Πήγαινε, σαν θέλεις, είπεν η αλεπού ' μήπως είναι εκείνος καλύτερος από μένα και θα πάω εγώ στα πόδια του; Ας έρθει εκείνος στα δικά μου τα πόδια.
Ο λύκος δεν της είπε τίποτε. Εχάρηκε μάλιστα που θα πάη και θα πη στο λιοντάρι "αυτό κι αυτό είπεν η αλεπού", και θα φανή αυτός καλός με το λιοντάρι. Χαιρόταν και πήγαινε στο δρόμο. Η αλεπού πάλι πήγαινε από πίσω του σιγά-σιγά, να ιδή τι θα ειπή στο λιοντάρι.
Πήγεν ο λύκος, μπήκε μέσα κ' έκατσε κοντά στο λιοντάρι. Η αλεπού στάθηκε πίσω από μια κουρτίνα και άκουε τι λένε.
Σε λίγο λέει το λιοντάρι στο λύκο:
-Αυτή η αλεπού πολύ μας περηφανεύτηκε και δεν είπε: "Ο Βασιλέας είναι άρρωστος, ας πάω να ιδώ τι κάνει".
Του λέει κι ο λύκος:
- Ο Θεός να σε πολυχρονίζη, βασιλέα μου. Όταν ερχόμουν, την είδα την αλεπού και της είπα: "Άιντε να πάμε στο βασιλέα τον πολυχρονεμένο, να ιδούμε τι κάνει" και μου είπε: "εγώ δεν θα πάω ' μήπως είναι καλύτερος από μένα;"
Είπε τότε το λιοντάρι:
- Ε και νά έπεφτε από πουθενά στα χέρια μου! ήξερα εγώ τι να την έκανα.
Τη στιγμή εκείνη μπήκε μέσα η αλεπού κ' επροσκύνησε τον βασιλέα.
- Αλεπού, της λέει, πού ήσουνα ως τώρα και δεν ήρθες να με δης;
- Αχ βασιλέα μου, λέει η αλεπού, δεν ξέρεις εγώ που ήμουν! Άκουσα πως ήσουν άρρωστος και ρώτησα που μπορώ να βρω έναν καλό γιατρό και μου είπαν, στο Μπαγδάτι είναι ένας γιατρός ξακουσμένος κι αμέσως ξεκίνησα κ' επήγα στο Μπαγδάτι, για να τον φέρω να σε γιατρέψη. Εκείνος μου είπε: "Εγώ για να πάω δεν είναι ανάγκη. Εγώ ξέρω την αρρώστια του βασιλέα σας. Να σου πω το γιατρικό του και, σαν πας, κάμετέ το: Να κόψετε στη μέση ένα λύκο, έναν άσπρο λύκο, και με το πετσί του να τυλίξετε το βασιλέα σας ' αν δεν το κάμετε αυτό, θα πεθάνη." Εγώ πάλι καθόλου δε στάθηκα ' μέσα σε μιαν ημέρα ήρθα.
Ο λύκος καθόταν εκεί δα. Ευθύς το λιοντάρι πρόσταξε κ' έκοψαν το λύκο κ' ετύλιξαν στο πετσί του το λιοντάρι και γιατρεύτηκε.
Τότε είπε το λιοντάρι:
- Ω, του σκύλου το γυιό, το λύκο! Η αλεπού τόσο καλό μου έκαμε κι αυτός πολεμούσε να της κάνει κακό!"
("Ελληνικά Παραμύθια", εκλογή: Γ.Α.Μέγα, εικόνες: Ράλλη Κοψίδη και Φώτη Κόντογλου)

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Ο κυρ-Λάζαρος κι οι δράκοι


Ήταν ένας μπαλωματής και τον έλεγαν Λάζαρο. Και μνια μέρα, όπου μπάλωνε, μαζώθηκαν πολλές μύγες, και τράβησε ένα μπάτσο και σκότωσε σαράντα μύγες. Τότες πήγε κι έφκιακ' ένα σπαθί κι έγραψε "Με μνια τραβησιά σκότωσα σαράντα ψυχές!". Κι αφού το έφκιασε το σπαθί, κίνησε και πήγε στην ξενιτιά. Και σαν πήγε δυο μέρες μακριά από τον τόπον του, ήβρε ένα πηγάδι κι έπεσε κι εκοιμήθηκε. Εκεί εκάθονταν οι δράκοι. Τότες ήρθεν ένας να πάρει νερό κι είδε το Λάζαρο, πού εκεοιμόνταν' είδε και κείνα, που ήταν γραμμένα στο σπαθί του, και πήγε κι είπε και των άλλων. Οι άλλοι του είπαν, να του πει να γένουν βλάμηδες. Πήγεν ο δράκος και τον εφώναξε και του είπε, αν έχει ευκαρίστηση να γένουν βλάμηδες. Ο Λάζαρος του είπε, πως θέλει, και γίνηκαν και κάθονταν αντάμα. Και του είπαν οι δράκοι να πηγαίνουν με την αράδα για νερό καθώς και για ξύλα.

Πήγαν οι δράκοι για ξύλα και για νερό. Ήρθε κι η αράδα του Λάζαρου να πάνει να φέρει νερό. Ο λάζαρος με μεγάλη δυσκολία πήγε το ασκί άδειο στο πηγάδι, κι επειδή δε μπορούσε να το φέρει το νερό, δεν το εγέμισε το ασκί, μον' έσκαφτε ολόγυρα το πηγάδι. Οι δράκοι σαν άργησε ο Λάζαρος, εφοβήθηκαν κι έστειλαν έναν, να πάει να ιδεί τι γίνηκε. Ο δράκος πήγε και του είπε: "Τί κάνεις αυτού κυρ-Λάζαρε;" "Δε μπορώ, του λέει, κάθε μέρα να έρχομαι να παίρνω νερό' να φέρω μνια φορά όλο το πηγάδι να ξεγλιτώσω!" "Για όνομα του Θεού, κυρ-Λάζαρε, μη, γιατί ψοφούμε από τη δίψα, πηγαίνουμε εμείς στην αράδα σου."

Του ήρθε του Λάζαρου να φέρει και ξύλα, κι επειδή δεν μπορούσε να φορτωθεί ένα δένδρο καθώς οι άλλοι δράκοι, έδενε όλα τα δέντρα με πέτσες. Και σαν άργησε ως το βράδυ. έστειλαν πάλι οι δράκοι ένα δράκο να ιδεί τι κάνει. "Τί κάνεις αυτού κυρ-Λάζαρε;" του είπε. "Θέλω να φέρω όλο το ρουμάνι μνια φορά για να ξεγλιτώσω.", του λέει. "Μη κυρ-Λάζαρε, γιατί θα ψοφήσουμε απ'το κρύο. Θα πηγαίνουμε εμείς στην αράδα σου." Και πήρε ο δράκος το δέντρο και το πήγε.

Ύστερ'από κάμποσον καιρό είπαν οι δράκοι να τον σκοτώσουν, κι αποφάσισαν το βράδυ να τον χτυπήσουν όλοι από μνια τσεκουριά. Ο Λάζαρος τα άκουσ'αυτά, και το βράδυ έβαλ'ένα κούτσουρο και το εσκέπασε με την κάπα του. Το βράδυ εχτύπησαν το κούτσουρο όλοι από μνια τσεκουριά και το έκαναν κομμάτια, και πάντεχαν, πως το εσκότωσαν. Αφού αποκοιμήθηκαν οι δράκοι, ο Λάζαρος πήρε το κούτσουρο και τό'ριξε όξω και πλάγιασε και προς τα ξημερώματα εβούγκηξε, και τον άκουσαν οι δράκοι και τον ρώτησαν "Τί έχεις;" Κι αυτός τους είπε ότι κάμποσοι ψύλλοι τον ετσίμποησαν. Οι δράκοι πάντεχαν, ότι ψύλλους ενόμιζε τις τσεκουριές, και την άλλη μέρα του είπαν, αν έχει παιιδιά, γυναίκα, κι αν θέλει, να του δώσουν ένα ταγάρι φλουριά, και να πηγαίνει στο σπίτι του. Ο Λάζαρος τους είπε, πως έχει ευκαρίστηση να πάρει κι ένα δράκο από αυτούς να του φέρει τα φλουριά στο σπίτι του. Πήρε το δράκο φορτωμένο το φλουρί και πήγε στο σπίτι του.

Στο δρόμο, όπου πήγαινε, του είπε του δράκου: "Στάσου, να πηγαίνω να δέσω τα παιδιά μου, να μη σε φαν!" Πήγε κι έδεσε τα παιδιά του με κάτι σχοινιά παλιά και τους είπε: "Όντας ιδείτε το δράκο, να φωνάζετε 'κρέας από δράκο'." Κι όντας επλησίασ' ο δράκος, εφώναξαν τα παιδιά "Κρειάτο από δράκο!". Ο δράκος με μεγάλη τρομάρα άφηκε τα φλουριά κι έφυγε.

Στο δρόμο όπου πήγαινε ο δράκος, ήβρε μνια αλωπού, και τον ρώτησε, γιατί είναι τρομοκρατημένος τόσο. Κι αυτός της είπε πως τη γλίτωσε, θα τον έτρωγαν τα παιδιά του κυρ-Λάζαρου. "Απ'τα παιδιά του κυρ-Λάζαρου εσκιάχτηκες; Αυτός είχε δυο κότες και τη μνια του την έφαγα εψές, και την άλλη θα πάω να του την φάω τώρα. Κι αν δεν πιστεύεις, έλα κοντά μου να ιδείς, δέσου απ'την ουρά μου." Εδέθηκε ο δράκος απ'την ουρά της αλωπούς, και πήγε να ιδεί. Όντας επλησίασαν το σπίτι του Λάζαρου, ο Λάζαρος εφύλαε με το ντουφέκι, γιατί εσκιαζόνταν απ'τους δράκους. Σαν είδε την αλωπού, όπου έρχονταν μαζί με το δράκο, της είπε: "Δε σου είπα να φέρεις μόνον αυτόν τον δράκο, μούν' να τους φέρεις όλους." Αυτό ακούοντας ο δράκος έγινε άφαντος, κι από τη μεγάλη τη βία, οπού έπαιρνε την αλωπού, εψόφησε. Κι αφού ελευτερώθηκε από τους δράκους ο κυρ-Λάζαρος, έφκιασε το σπίτι του λαμπρό κι έζησε καλά.


από τα "Παραμύθια του λαού μας" (επιμέλεια:Γιώργος Ιωάννου & εικονογράφηση: Ράλλης Κοψίδης)