Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Φθινοπωρινές ανταύγειες στο βουνό... (Πήλιο)

Πάνω που επιτέλους σταμάτησε το ασταμάτητο τσουρόβροχο κι η παγωνιά, πάνω που επιτέλους έσβησε η μουρτζουφλιά τ'ουρανού κι ο ήλιος χαμογέλασε, πάνω που η πλάση φόρεσε τα χρυσοπορτοκαλιά κι ετοιμαζόμουν να χυμήξω  στα χρώματά της και να παίξω -αλλά και να εργαστώ- στο μικρό μου Παράδεισο, ξυπνάω, μαύρα μεσάνυχτα, μ'έναν πόνο που δε βολεύεται πουθενά! Και καταλήγω να τρέχω στην πολιτεία για γιατρό- ειδικότητα που δεν είναι στις προτιμήσεις μου και αποφεύγω να επισκέπτομαι, πλην ελαχίστων συγκεκριμένων εξαιρέσεων. Έλα όμως που το χέρι, πέρα απ'τον πόνο, σαν να μην πήγαινε πάνω... και σίγουρα δεν πήγαινε δεξιά! Και τα χέρια μου είναι τα απόλυτα εργαλεία μου με ό,τι και να ασχολούμαι!

Ορθοπαιδικό -δόξα τω Θεώ- δεν είχα (ή, τέλος πάντων, απέφευγα να έχω) χρειαστεί και δεν ήξερα που να πάω. Τελικά ρώτησα και διστακτικά κατέληξα κάπου. Κι όσο περίμενα στο ιατρείο -περιέργως ο πόνος είχε μειωθεί- όλο και μετάνιωνα που ξεκουνήθηκα να πάω. Μπαίνω μέσα. "Τί έχουμε εδώ;" ."Μπορεί και να μην έχω τίποτα... αλλά επειδή είμαι σκυλί στον πόνο και ξύπνησα μες στη νύχτα με μια σφαγή..." Παίρνει το χέρι, το γυρνάει -όσο πάει- από δω.. το γυρνάει -όσο πάει- από κει... δαγκώνομαι... κρακ-κρουκ.."Δεν τον ακους τον τένοντα;" Πιάνει και το αριστερό... "Κι αυτό έτοιμο είναι... το ακούς πως κάνει;Τί κάνεις με τα χέρια σου; Αντρικές δουλειές;" ."Ε..όσο νά'ναι τά'χω ταλαιπωρήσει." Τενοντίτιδα λοιπόν στο ώμο(εμένα πονούσε όλος ο βραχίονας) και "απόλυτη ακινησία"! "Θα πας να πάρεις κι ένα "φάκελο" από το φαρμακείο να το κρεμάσεις μέσα." "Σοβαρολογείτε τώρα;" "Και θα κοιμάσαι και μ'αυτόν." Υπέροχα! Κι άντε και χάπια αντιφλεγμονώδη και "να σου γράψω και κανένα λοναρίντ""Τέτοιο καταπέλτη; Αποκλείεται! Εγώ μόνο ντεπόν παίρνω.""Εδώ σε άλλους κάνουμε ενέσεις με κορτιζόνη.." "Ούτε να το σκέφτεστε!"

Ρεζουμέ: Κατέληξα τις καλοκαιρινότερες μέρες του φθινοπώρου (μεταξύ μας, αφύσικα καλοκαιρινές) με το χέρι δεμένο, τα νεύρα τσατάλια και πακετάκι μια κωλοϊωση με τη μύξα που δε σταματά και το σπαστικό βήχα πιστό σύντροφο να τη συνοδεύει ... να παρατήσω όλες τις εργασίες μου στη μέση και να μη μου επιτρέπεται ούτε καν να γράψω για να εκτονωθώ, ούτε καν τη φωτογραφική να κρατώ στο χέρι! (για ύπνο, δεν το συζητώ, αλλά αυτό είναι το τελευταίο!)

Χθες λοιπόν, ξανακατέβηκα να βγάλω μια ακτινογραφία και να με ξαναδεί. Ν'αρχίσω να κάνω τις ασκησούλες που μου έδειξε για να μη μείνει μαγκωμένο το χέρι και θέλει φυσιοθερεπεία. Επιτέλους! "Εγώ να ξέρετε αυτόν τον φάκελο δεν το μπορώ. Και γιατί πρέπει νά'ναι έτσι γωνία κρεμασμένο το χέρι; Άμα το βγάζω και το κινώ από τον αγκώνα και κάτω;" "Τέλος πάντων. Να προσέχεις να μένει το μπράτσο στον κορμό.." "Ε, φυσικά... Τότε μπορώ να κλαδέψω και τις τριανταφυλλιές μου;"συνέχισα τη σκέψη μου η καλή σου. Ε, δεν άντεξε άλλο ο γιατρός, απήυδησε! Κοίταξε το ταβάνι και μονολόγησε: "Ε, τί να της πω τώρα; Τί να της πω;!"

Πάντως έχει κουράγιο να θέλει να με ξαναδεί σε πέντε μέρες και -μεταξύ μας- με ρώτησε και πώς να κλαδέψει τις δικές του τριανταφυλλιές!

Οπότε χθες ξεκίνησα τις ασκησούλες μου και το χεράκι (φτου-φτου) πάει καλά, τόσο που σήμερα τις εμπλούτισα και με άλλες δικές μου (μπας και ξεμπερδεύουμε μιαν ώρα αρχίτερα!) και το απογευματάκι, δεν κρατήθηκα, κρέμασα χέρι και φωτογραφική στο λαιμό (τελικά ο αυχένας θα την πατήσει!) και πήρα σβάρνα τα μονοπάτια...

Μοναχά που ο ήλιος κατηφόριζε ταχέως προς τας εσπέρας και δεν πολυπρόλαβα να θαυμάσω τις κιτρινοπορτοκαλιές ανταύγειες του βουνού να λούζονται φως και να μαρμαρυγούν κάτω απ'τις ακτίδες του... Κάτι γωνίτσες μόνο τσάκωσα που φεγγοβολούσαν ακόμη...

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Νεραντζάκια του Πηλίου!

Δικαιούνται μιαν εγγραφή. Τώρα, αν εγώ, ξέμαθα να γράφω εδώ και να μοιράζομαι εικόνες, δε μπορώ να τους τη στερήσω! Χρόνια τα κυνηγούσα να τα πετύχω με το φακό, και φέτος που επιτέλους τα κατάφερα, είναι κρίμα να μένουν καταχωνιασμένα στη μοναξιά του φωτογραφικού λευκώματος. Όπως και να το κάνεις, είναι ξεχωριστά, από τα πιο εντυπωσιακά του είδους τους, και, πόσο μάλλον, που είναι ακίνδυνα και νοστιμότατα!

Είχα λυσσάξει να βγω στο βουνό για μανιτάρες. Η απόλυτη ψυχοθεραπεία! Αν μπορούσα νά'μαι κάθε μέρα του φθινοπώρου να τις αναζητώ! Εκείνη τη μέρα, πάντως, το βουνό δε μού'κατσε κι απογοητευμένη είπα να κάνω μια στάση σε πιο προσβάσιμα μονοπάτια, μιας και μου καλάρεσε το σκηνικό, μπας κι ανακαλύψω καμιά να βγάλω το άχτι μου. Ξαναχαλάστηκα, όμως, καθώς συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει λαός. Δυο-τρεις σωροί από κομμένα μανιτάρια ανάκατα -παλαβά, φαγώσιμα κι άλλα με άγνωστο ποιόν για μένα- παρατημένοι κάτω απ'τα δέντρα, με εξέπληξαν δυσάρεστα. Παρακάτω, κάποια κλωτσημένα. Μα ποιοι ανίδεοι περάσαν από δω; Παρ'όλα αυτά, ο εθισμός είναι εθισμός, και χώθηκα σα λαγωνικό μες στο δασάκι μπας κι ανακαλύψω κάτι. Μοναχά μια μικρή βασίλα, καλοκρυμμένη, είχε διασωθεί, κι ας περπάτησα κάμποσο. Τρις απογοητευμένη πήγα να μπω στο αυτοκίνητο. Αλλά δεν ησύχαζα! "Εκεί από κάτω δεν πήγα... Ας πεταχτώ μια στιγμή!"Παράτησα τη φωτογραφική στο αμάξι και άρχισα πάλι το περπάτημα, χωρίς πολλές ελπίδες. Ώσπου, κάπου στο βάθος, πήρε το μάτι μου ένα ολοστρόγγυλο, καραπορτοκαλί μπαλάκι να κάνει τη διαφορά στο καφετί τοπίο! "Είναι δυνατόν;!"
Έτρεξα να το φτάσω! Ένα πανέμορφο νεραντζάκι μου χαμογελούσε φαρδιά πλατιά! Και πιο κάτω άλλο! Κι εγώ χωρίς τη φωτογραφική μηχανή! Κοίτα να δεις τί γίνεται όταν μπλέκονται δυο πάθη! Για πότε έτρεξα πίσω στο αυτοκίνητο να την πάρω, προσπαθώντας να βάλω σημάδια με το νου ώστε να τα ξαναβρώ, μην τα χάσω!....Κι ύστερα κι άλλο!

Κι άλλα!

Ε, φέτος, για μένα, ήταν η χρονιά τους! Ξαναπήγα, ξαναβρήκα, τα ξαναπαθανάτισα (και τα τηγάνισα, βεβαίως-βεβαίως! )...

κι όσο και να φαίνεται υπερβολικό ο ενθουσιασμός μου ήτανε μικρού παιδιού, δηλαδή πολύ μεγάλος! Μα, τόσα χρόνια να μην τα πετυχαίνω, και δη με τη μηχανή, τούτα που είναι τα πιο όμορφα και φωτεινά από όλα τους, που είναι μικρές σταγόνες ήλιου στο χλωμό φθινοπωρινό τοπίο;

Να σας συστήσω, λοιπόν, τα λιλιπούτεια φωτομοντέλα μου: Νεραντζάκια του Πηλίου ή, επισήμως, Αμανίτης ο Καισαρικός (Amanita caesaera) (Εμ, κανένα όνομα δεν είναι τυχαίο!): Στην αρχή ξεπροβάλλουν σα μικρά αυγουλάκια τυλιγμένα σ'ένα λευκό πέπλο -υπολείμματα του οποίου φαίνονται σε κάποιες φωτογραφίες, και δεν έχουν σχέση με τις "πιτσίλες" του λεγομένου παλαβού και παραισθησιογόνου ξαδέρφου τους:

Η λευκή μεμβράνη σχίζεται και αναδύεται το πορτοκαλοκόκκινο -ή και πορτοκαλοκίτρινο- στρογγυλό νεραντζάκι, του οποίου το κεφαλάκι, στη συνέχεια, ανοίγει σιγά-σιγά, σαν ομπρελίτσα, μέχρι να γίνει εντελώς επίπεδο. Έχει κιτρινωπά ελάσματα και κιτρινωπό ποδαράκι με ομοιόχρωμο δαχτυλίδι. Η σάρκα του είναι λευκή, ενώ κιτρινίζει κι αυτή μοναχά αμέσως κάτω από την πορτοκαλιά επιδερμίδα.

Μα τί ομορφιά μας χαρίζει τούτη η φύση..... 
Άντε και του χρόνου! (μιας και μας πιάσανε τα κρύα εδώ και δεν ευελπιστώ για άλλα, τουλάχιστον του είδους τους...) 

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Σαλούστιος..

Σαλούστιος, "Περί Θεών και Κόσμου"
αποσπάσματα "σκόρπια"...
(απόδοση στα νεοελληνικά: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου)

[IX.3.] "Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη ότι οι Θεοί φροντίζουν για τον Κόσμο χωρίς οι ίδιοι να σκέφτονται ή να προσπαθούν γι' αυτό. Αντιθέτως, όπως τα σώματα που έχουν μια δύναμη επενεργούν, μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν - για παράδειγμα ο ήλιος φωτίζει και ζεσταίνει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει-, έτσι πολύ περισσότερο και η Πρόνοια των Θεών υπάρχει από μόνη της και επεκτείνεται χωρίς κόπο στους αποδέκτες της Πρόνοιάς τους."

[IX.8.] "Αν όμως οι κακοί ευτυχούν, ενώ οι αγαθοί ζουν μέσα στη φτώχεια, αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Οι πρώτοι κάνουν τα πάντα, ενώ οι δεύτεροι δεν κάνουν τίποτα από επιθυμία για τα πλούτη, και η ευτυχία των κακών δεν θα ξερίζωνε από μέσα τους την κακία, ενώ στους αγαθούς η Αρετή και μόνο είναι αρκετή."

[XII.1.] "Αλλά πώς υπάρχει το κακό στον Κόσμο, αφού οι θεοί είναι αγαθοί και είναι αυτοί που δημιουργούν τα πάντα; Ή μήπως πρέπει εξαρχής να πούμε το εξής, ότι η φύση του κακού δεν υπάρχει, αφού οι Θεοί είναι αγαθοί και αυτοί δημιουργούν τα πάντα, αλλά γεννιέται από την απουσία του αγαθού, όπως και το σκοτάδι δεν υπάρχει από μόνο του, αλλά γεννιέται από την απουσία του φωτός;"

[XIV.2.] "Όταν είμαστε αγαθοί λόγω ομοιότητας με αυτούς, βρισκόμαστε κοντά στους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί λόγω ανομοιότητας, απομακρυνόμαστε από αυτούς. Όταν ζούμε ενάρετα, πλησιάζουμε τους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί, τους βλέπουμε ως εχθρούς μέσα μας, όχι επειδή εκείνοι οργίζονται αλλά επειδή τα αμαρτήματά μας δεν επιτρέπουν στους Θεούς να μας διαφωτίσουν, και μας συνάπτουν αυτά με τιμωρητικούς δαίμονες.[...] Άρα το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς είναι σαν να λέμε ότι ο ήλιος κρύβεται από όσους έχασαν την όρασή τους."

[XIX.1.] "Δεν πρέπει να απορούμε που οι τιμωρίες των αμαρτημάτων είτε αυτών είτε άλλων δεν επακολουθούν αμέσως μετά τα αμαρτήματα. Διότι δεν τιμωρούν τις ψυχές μόνο οι Δαίμονες αλλά και η ψυχή, που παραδίδεται από μόνη της στην τιμωρία, και αφού οι ψυχές παραμένουν στην αιωνιότητα, δεν θα έπρεπε να τύχουν όλων των τιμωριών τους σε λίγο χρόνο. Ακόμη, επειδή πρέπει η ανθρώπινη αρετή να υπάρχει. Διότι αν τα αμαρτήματα ακολουθούνταν αμέσως από τις τιμωρίες τους, οι άνθρωποι θα έπρατταν το δίκαιο από τον φόβο της τιμωρίας και δεν θα είχαν μέσα τους την αρετή."

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

άρωμα ελιάς...

Είναι κάτι στιγμές που το ζοριλίκι συναγωνίζεται με την ομορφιά, η σωματική κόπωση συναναστρέφεται την ψυχική γαλήνη κι η πονεμένη μέση πάει πακέτο με το χαμόγελο της ευεξίας! Μπορεί να μην είναι και μονάχα στιγμές, αλλά μέρες ολάκερες....

Θυμάμαι, σαν σε όνειρο, τον πατέρα μου που μού'λεγε σαν ήμουν παιδί -όταν μεγάλωσα τον έχασα..- πως τον συμβούλευε ο δικός του πατέρας: "Όποια δουλειά θες διάλεξε να κάνεις, φτάνει να είσαι ο καλύτερος σ'αυτήν. Θες να γίνεις τσαγκάρης; Νά'σαι όμως ο καλύτερος." Εγώ, ίσως, θα το τροποποιούσα λιγάκι στο πιο ρομαντικό, αν και το τελικό νόημα δε χάνεται... "φτάνει να αγαπάς αυτό που κάνεις..." Τότε, συνήθως, γίνεσαι και καλός σ'αυτό. Το κάνεις με μεράκι... Αλλά, ακόμη περισσότερο, αισθάνεσαι ο ίδιος καλά!
Η επαφή με τη φύση, τουλάχιστον εμένα, όχι μόνο με αναζωογονεί, αλλά χτίζει και τις ισορροπίες μου. Και μιλώ για την ουσιαστική επαφή... εκείνη είναι πού'χει την τόση δύναμη. Να νιώσεις την προσφορά της γης, να γευτείς την διαδικασία. Όπως, ν'αναστήσεις με τα χέρια σου ένα δέντρο, να θαυμάσεις τους ανθούς του, να σκαλίσεις τις ρίζες του, να οσφρανθείς τ'αρώματά του, να απολαύσεις τα δώρα του, να γνωρίσεις τα μυστικά του... Γι'αυτό και τόσα χρόνια πια ζω στο χωριό...

Κι είναι τόση η ποικιλομορφία της φύσης, που δύσκολα θα βαρεθείς... Άλλη χάρη έχει το βουνό με τις κρυμμένες μανιτάρες του, τη μυρωδιά του ξύλου και, πιο χαμηλά, τα κόκκινα χαμόγελα που πλημμυρίζουν κάθε φθινόπωρο τα χωράφια με τις μηλιές, άλλη ο κήπος με τα ζαρζαβατικά και τα σποράκια που σκάνε διστακτικά και ξεπροβάλλουν μέσα απ'το χώμα μέχρι να γίνουν θεριά φυτά που θα σε γεμίσουν χίλια καλούδια, άλλη τ'αμπέλια κι οι κληματαριές που προσμένεις να φουκώσουν τα ματάκια τους να πετάξουν τον αραχνοϋφαντο ανθό τους να ωριμάσει και να γίνει ολάκερο τσαμπί κι ύστερα μοσχοβολιστό κρασάκι κι άλλη τα λιόδεντρα με το ασημιό τους φύλλωμα, με τις άγριες ανεμώνες πινελιές τριγύρω τους και τον πολύτιμο καρπό που κάθε σπιτικό λαχταρά..

Με τις ελιές, λοιπόν, και την επίπονη συγκομιδή τους στο βουνό των Κενταύρων, στιγμές-στιγμές νιώθεις σαν νά'χουν γυρίσει τα χρόνια πίσω... Ειδικά σαν πας σε κανένα περιβόλι, δυσπρόσιτο από το δρόμο, καβάλα στ'άλογο ή στο περπατητό, μέσα από μονοπάτια καθώς ο ήλιος τεντώνεται αγουροξυπνημένος και ξεπροβάλλει κι ενώ τα πουλιά τιτιβίζουν στις φυλλωσιές κι η πρωινή πάχνη σου παγώνει την ανάσα...

Πολλή "πεσιά" φέτος μετά τους αέρηδες και μετά το χιονιά... Κι είναι να απορεί κανείς, που ακόμη και σε τούτο τον αιώνα για το απαραίτητο λαδάκι, όλες οι ελιές, που δεν τις πρόλαβαν να τις γκρεμίσουν μες στα δίχτυα, μαζεύονται μια-μια από κάτω... μια-μια οι καλές, ξεδιαλέγοντάς τις απ'τις σάπιες για να γεμίσουνε οι κλούβες να πάνε στο λιοτρίβι...Σκυμμένος στα τέσσερα κι άντε πάμε παραπάνω. Στα ανηφορικά πρανή και στους γκρεμούς του βουνού των Κενταύρων. Και το βράδυ τ'αγριογούρουνα ν'ανακατεύουν τα χώματα και να κρύβουν στη γη την πολύτιμη σοδειά... Μια-μια και στο διάλεγμα οι "γκρεμιστές", πριν τις τσουρουφλήσει ο βαρύς χειμώνας, για να μπουν στην αλμύρα μοναχά οι γερές, όσες δεν είναι χτυπημένες απ'το δάκο που θα γίνει σκουλήκι. Άραγε την έχει την εικόνα αυτή, πως έχουν διαλεχτεί μια-μια, με το μάτι γαρίδα από πάνω μη και ξεφύγει το σημαδάκι, εκείνος που θα τις αγοράσει αύριο απ'τα μαγαζιά; Άσε που οι κόκκινες κι οι πράσινες μπαίνουνε χώρια... Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Να τους έχουν επιβάλλει τέτοιο πληκτικό διαχωρισμό στο εμπόριο. Εγώ πάντα καμάρωνα τα χρώματα στις γυάλες μου...πράσινες κόκκινες, μαύρες, όλες αντάμα σε μια χρωματική πανδαισία!


Είναι σημεία που καθώς τεντώνεις το κορμί να το ξεπιάσεις, αντικρίζεις τον ορίζοντα... σημεία που το βλέμμα σου φτάνει ως τη θάλασσα, ως τον βαθυγάλανο Παγασητικό. Κι η σκέψη σου ταξιδεύει ακόμη πιο πέρα, χωρίς να συναντά πουθενά τον βαμμένο τοίχο ενός ορθογώνιου γραφείου. Κι αφέντης σου, μοναχά ο Θεός... Τα συμπεράσματα κι η επιλογή του καθενός...
Κι όταν σταματάς να πάρεις μιαν ανάσα μ'ένα κύπελλο καφέ στο χέρι, η πλάση σαν να σου χαμογελά...
Κι αν παίζει και κανένας καλός μεζές, σ'αυτοσχέδια ψησταριά στα λιόφυλλα, μ'ένα σφηνάκι τσίπουρο για ζεστασιά... εκεί τα χαμόγελα γίνονται περισσότερα...

Ίσως κι ένα καλό τραγούδι στο ράδιο, νά'χεις να σιγομουρμουρίζεις, παρέα με τα πουλιά...

Άντε, και του χρόνου νά'μαστε καλά! 

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Χειμωνανθοί που χαμογελούν...

Με το έμπα του Χειμώνα, που λες, θαρρείς κι η φύση αποκοιμιέται σαν υπερήλικας γέροντας, χορτασμένος απ'τα άνθη και τους καρπούς της ζωής, που θέλησε πια να ξαποστάσει... Ο Πλούτωνας κράτησε στα κρυφά υπόγεια παλάτια του την Περσεφόνη κι η Γη Μητέρα την αναζητά, αλλά δε θα την εύρει, προτού φανεί η Άνοιξη. Τότε απ'τη χαρά της τα φωλιασμένα σπόρια στα χώματά της θα δώσουν μπόι, τα έρημα κλαράκια θα πετάξουν πρασινωπά πέταλα και μπούκια, τ'αγριολούλουδα θα προβάλουν να χαμογελάσουν πλατιά στο βασιλιά Ήλιο που επέστρεψε απ'το ταξίδι του στη μυστική χώρα των Υπερβορείων κι ο Πλούτωνας θ'απομείνει μονάχος με τα φαντάσματα μέχρι να ξαναγυρίσει ο τροχός, μέχρι ο αέναος κύκλος ν'ανταμώσει στην τροχιά του το γερο-Δεκέμβρη.



Κι απομένει για συντροφιά μας τούτες τις άγονες μέρες και κρυερές ο τρελο-Διόνυσος με τον οίνο να ζεσταίνει τις καρδιές μας, τα κούτσουρα - απομεινάρια της πρότερης ζωής- να θερμαίνουν τα σπιτικά μας κι ένα άσπρο πέπλο νυφιάτικο να στολίζει το βλέμμα μας και να επικυρώνει τους γάμους της Κόρης στον Κάτω Κόσμο.



Κι όμως, καθώς οι σταγόνες κρυσταλλώνουν στο διάβα τους για τη Γη, κάποιοι μικροί επαναστάτες ξυπνούν και σηκώνοντας μπαϊράκι δικό τους, ξέχωρο κι ανατρεπτικό, παλεύουν να διαλαλήσουν την ομορφιά της δημιουργίας, πως τίποτα δεν έχει χαθεί, πως η Άνοιξη θα κοντοφτάσει... Λιλιπούτειοι άγρυπνοι φύλακες της ζωής σε μια φύση ναρκωμένη, διαλέγουν την εξαίρεση που γεννάει ο κανόνας, εγείρουν το μνημονικό και χρωματίζουν με τις δικές τους πινελιές το μεγαλείο της Υπέρβασης... Όλα τούτα, μοναχά αν κοντοσταθείς και δεν απαξιώσεις να τους ρίξεις μια αδελφική ματιά, ακόμα και σ'αυτή τη ρημάδα την εποχή που η πληροφορία προσπερνά τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος τις στιγμές της ζωής του...



Χρόνια τώρα, θρησκείες παλιές, θρησκείες καινούριες του ίδιου Δημιουργού, σε τούτα τα χώματα, αγκάλιασαν κάθε τι αειθαλλές, κάθε τι που προβάλει τα κλωνάρια του θάλλοντα με επιμονή, σ'όλο τούτο τον κύκλο της σπείρας του Χρόνου. Θαύμασε ο άνθρωπος τη λεβεντιά τους και ένιωσε πως τ'αγάπησαν κι οι ίδιοι οι θεοί, σαν τη Δάφνη, την νύμφη που ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας και στόλισε με τα κλωνάρια της το ιερό του, τη Δάφνη που διάλεξε κι η Ορθοδοξία για να υποδεχτεί το Χριστό την Κυριακή των Βαϊων. Θαύμασε ο άνθρωπος το λιόπουρνο με τον κόκκινο καρπό που επιμένει να ωριμάζει μες στο καταχείμωνο και το έμπασε στο σπίτι του σα σύμβολο δύναμης κι αθανασίας για να υποδεχτεί την καινούρια χρονιά με το ευνοϊκότερο τρόπο.



Αγάπησε το έλατο που δε σκιάζεται από χιόνια και παγετούς και διακόσμησε τα φουντωτά κλαρούδια του μ'ό,τι λαμπρό και φωτεινό έκρυβε στις κασέλες του νου του. Όσο για την περίφημη τροφοδότρα ελιά, που αν κι ως θηλυκιά πιο ευαίσθητη στο τσουχτερό κρύο, επιμένει να κρατεί τ'ασημιά της φύλλα στα κλαριά όλο τον χειμώνα και να προσφέρει τον καρπό της απλόχερα στον τόπο μας, πολυτιμότερο όλων, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, αυτή κι αν την έχρισε βασίλισσα ο άνθρωπος κι ο παλιός κι ο καινούριος κι ο ερχόμενος...



Χαμογελούν οι χειμωνανθοί.... Μια ντροπαλή ρόδινη καμέλια έγειρε τον πρώτο ανθό της μες στο χιόνι...



Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό των Κενταύρων. Μετά το χιόνι, η παγωνιά. Κι όμως κάποια λουλούδια μισοκρυμμένα ξεγελούν τον Πλούτωνα!



Ξεπρόβαλαν μήπως καθησυχάσουν τη Γη Μητέρα που δε σταμάτησε ν'αναζητά την απαχθείσα Κόρης της...



Του Άη-Γιαννιού σήμερα... Χρόνια πολλά απ'το λευκοντυμένο βουνό του σοφού Χείρωνα...