Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Ο "Μουντζούρης" του Πηλίου..

Με αφορμή ένα μέιλ που έλαβα για να γνωστοποιήσω εδώ την κυκλοφορία του ημερολογίου του Πολιτιστικού Εξωραϊστικού Συλλόγου Αγίου Γεωργίου Νηλείας το οποίο για το 2014 είναι αφιερωμένο στο "Μουτζούρη", θεώρησα καλό να αναρτήσω μια εγγραφή που να αφορά γενικότερα το τραινάκι του Πηλίου μας, εμπλουτισμένη με λόγια και εικόνες που βαδίζουν στα χνάρια της τροχιάς του...


Καταρχάς, μια εισαγωγή για την "πορεία" του Μουντζούρη στο χρόνο, από την ιστοσελίδα http://milies.org.gr/, που αποτελεί πρωτοβουλία του Πολιτιστικού κι Εξωραϊστικού Συλλόγου Μηλεών :

"Ο ιστορικός σιδηρόδρομος Βόλου - Μηλεών, το τραινάκι του Πηλίου, όπως είναι πιο γνωστό, κατασκευάστηκε σε δύο στάδια. Η κατασκευή της γραμμής άρχισε το 1881, και το πρώτο κομμάτι - μέχρι τα Λεχώνια - παραδόθηκε το 1896. Το υπόλοιπο - μέχρι τις Μηλιές - κατασκευάστηκε στην συνέχεια, και παραδόθηκε το 1903.

Ο θρυλικός πλέον "Μουτζούρης" συνέδεσε το εμποροβιομηχανικό κέντρο του Βόλου με την εύφορη και πλούσια περιοχή του Δυτικού Πηλίου, στις πλαγιές και στους ελαιώνες του βουνού των Κενταύρων.
Μέχρι την κατάργησή του το 1971, το τραινάκι,με τις 5 βελγικές του ατμομηχανές - "Μηλέαι", "Ιάσων", "Πήλιον", "Βόλος", & "Τσαγκαράδα" τα ονόματά τους - τα ξύλινα και χωρίς ιδιαίτερες ανέσεις βαγόνια του - χειμερινά και ειδικού τύπου θερινά, για το καλοκαίρι -, υπήρξε σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή. 


 

Η εικόνα του να ανηφορίζει τις πλαγιές του βουνού προς τις Μηλιές, διασχίζοντας πανέμορφα τοπία, σφυρίζοντας με τον χαρακτηριστικό ήχο της σφυρίχτρας του και ξεφυσώντας καπνό από το φουγάρο της μηχανής του, αποτέλεσε ιδιαίτερα χαρακτηριστική και φιλική εικόνα τόσο για τους κατοίκους της περιοχής - οι οποίοι κυριολεκτικά το λάτρεψαν - όσο και για τους επισκέπτες, για τους οποίους το ταξίδι μαζί του αποτέλεσε ευχάριστη εμπειρία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι μέχρι την κατάργησή του, το 1971, ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που το τραινάκι δεν έκανε το δρομολόγιό του προς τις Μηλιές. Ακόμα και στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ή ακόμα και στην πλέον δύσκολη βαρυχειμωνιά - όταν το χιόνι απέκλειε κάθε οδική πρόσβαση προς το χωριό -, το τραινάκι ήταν πάντα συνεπέστατο στις διαδρομές του. Παλαιότερα, τα δρομολόγια ήταν πυκνότερα, καθώς στην γραμμή κυκλοφορούσαν 2 τραίνα, με αντίθετη κατεύθυνση - ένα από Βόλο προς Μηλιές και ένα αντίστροφα από Μηλιές προς Βόλο - η διασταύρωση των συρμών γινόταν είτε στην Γατζέα είτε στα Λεχώνια. Χαρακτηριστική επίσης εικόνα αποτελεί η ανάμνηση του τραίνου κατάμεστου με παιδιά / μαθητές σχολείων του Βόλου, κρεμασμένων σαν σταφύλια στα θερινά - ανοιχτά, καθώς γύρω είχαν μόνο πραστατευτικά κάγκελα - βαγόνια του, να ανηφορίζει προς τις Μηλιές, την περίοδο των σχολικών εκδρομών, περνώντας μέσα από τους ολάνθιστους και κατάφυτους οπωρώνες των Λεχωνίων.


Μετά την κατάργηση του το 1971 έγιναν προσπάθειες για την επαναλειτουργία του σαν (μουσειακού) τουριστικού σιδηροδρόμου σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς. Μετά από σημαντικά έργα ανακατασκευής μέρους της υποδομής, μπήκε και πάλι σε λειτουργία το 1996, ενώ από το 1985 κηρύχτηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Η γραμμή του, έχει πλάτος 60 εκ., είναι η στενότερη σιδηροδρομική γραμμή στην Ελλάδα και μια από τις στενότερες στον κόσμο. Η διαδρομή Άνω Λεχωνίων - Μηλεών, μέσα σε καταπράσινες πλαγιές και με την πανέμορφη θέα του Παγασητικού, περνάει μέσα από γραφικές πέτρινες καμάρες πάνω από οκτώ λιθόκτιστες γέφυρες με πελεκητή μαρμαρόπετρα (δίτοξες, τρίτοξες και μια πεντάτοξη) καθώς και από μια μεταλλική γέφυρα όπου η καμπύλη γραμμή γράφεται μέσα σε ευθύγραμμο φορέα, σύμφωνα με τα σχέδια φημισμένων γεφυροποιών της εποχής. Την ευθύνη κατασκευής της γραμμής είχε ο φημισμένος Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο ντε Κίρικο. Ήταν ο πατέρας του διάσημου υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, που αποτύπωσε την φιγούρα του μικρού τρένου σε μερικούς από τους διάσημους πλέον πίνακές του.


Ο Σταθμός στις Μηλιές χτίστηκε το 1902 και τα επίσημα εγκαίνια του τραίνου γιορτάστηκαν δύο χρόνια αργότερα, στο "Στάδιο" του χωριού, κάτω από τη Μηλιώτικη Σχολή, με την παρουσία όλων των κατοίκων και πολλών επισήμων, ενώ κυμάτιζαν η ελληνική και ιταλική σημαία.
Το τραινάκι που επαναδρομολογήθηκε το 1996 στη γραμμή Άνω Λεχώνια - Μηλιές, μήκους 15 χλμ., αναχωρεί στις 11.30 από το σταθμό Άνω Λεχωνίων και στις 16:30 από το σταθμό Μηλεών. Η διαδρομή διαρκεί 90 λεπτά , με 15λεπτη στάση στην Άνω Γατζέα και η μέγιστη ταχύτητά του είναι 20 χλμ. την ώρα."

[Οι φωτογραφίες από την ίδια ιστοσελίδα, 1η φωτ.: Κ.Ανδρουλιδάκη (λεύκωμα Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι), 2η & 3η φωτ.: Θ. Γκαβαρδίνα, 4η φωτ.: Ν.Βαβανέλου]


Το τραινάκι μας δεν "ξέφυγε" ούτε από την πένα του λογοτέχνη μας Μενελάου Λουντέμη:


(από το "Βόλος, ένας αιώνας", Α' τόμος, Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου)

και η διαδρομή του δεν άφησε ασυγκίνητο ούτε τον έτερο συγγραφέα μας Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο:


(από το "Βόλος, ένας αιώνας", Α' τόμος, Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου)

Οι αναμνήσεις της Μαρίας Γιαννιού ("Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής") μας ταξιδεύουν, παρέα με το τραινάκι, με τρόπο μοναδικό σε μιαν άλλη εποχή, για αυτό και τις αναρτώ ξανά εδώ (βλ. και: Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο.. ):

"Ένα γνωστό και αγαπημένο σφύριγμα ακούγεται' το τραινάκι μας, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναγύρισε στο χωριό μας. Πόσες αξέχαστες στιγμές, πόσες αναμνήσεις ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ξαναθυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, ξανάζησα τις καλές και τις κακές στιγμές που έζησα. Αυτό ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας που εξυπηρετούσε όλο το Ανατολικό Πήλιο' ο μουντζούρης, ο καρβούνης, έτσι τον λέγαμε.
Με πόση χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά να μας πάρουν οι γονείς μας, να μας πάνε στο Βόλο. Σε όλη τη διαδρομή να είμαστε στα παράθυρα και να μη χορταίνουμε να κοιτάζουμε έξω και με κομμένη την ανάσα να περνάμε τη σιδερένια γέφυρα. Πιο πέρα προχωρώντας προς τη Γατζέα υπάρχει ένα τούνελ που περνάει μέσα το τραίνο. Περνώντας μέσα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κρατούσα τη Μητέρα μου από το χέρι και αυτή γελούσε. "Μητέρα αργούμε;". "Μη φοβάσαι, μου έλεγε, πλησιάζουμε" και όταν έβλεπα να διαλύεται το σκοτάδι και να βγαίνουμε στο φως πηδούσα από τη χαρά μου και φώναζα. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό ήταν ωραία, ήταν φανταστικά και θα μου μείνουν αξέχαστα. Για μας τα παιδιά ήταν Ό,τι ωραιότερο περιμέναμε. Όταν θα πήγαινα στο Βόλο, όλη τη νύχτα έμενα άγρυπνη, ώσπου να φέξει για να βρεθώ στο σταθμό. Ας ξαναγύριζαν εκείνα τα χρόνια.
Με πόση χαρά χαρά περιμέναμε έναν δικό μας άνθρωπο να έρθει από το Βόλο, να μας φέρει ένα δωράκι, ένα σακουλάκι καραμέλες, που τόσο λαχταρούσαμε εκείνα τα χρόνια, που τις βλέπαμε στα μάτια μας μια φορά το χρόνο. Τρέχαμε στο Σταθμό να περιμένουμε το μουντζούρη, να μας φέρει τα δωράκια μας' με χιόνια, με βροχές δε σταματούσε ποτέ.
Όλα τα ανατολικά χωριά του Πηλίου για να πάνε στο Βόλο έπρεπε να έρθουν στις Μηλιές. Έπαιρναν τα ζώα του (άλογα, γαϊδουράκια), φόρτωναν τα δισάκια τους και έρχονταν στο σταθμό. Εκεί υπήρχε ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου και ένας μεγάλος στάβλος το λεγόμενο χάνι. Βάζαν τα ζώα τους μέσα, παίρναν τα δισάκια τους και τραβούσαν για το Βόλο. Όταν γύριζαν, φόρτωναν τα πράγματά τους στα ζώα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους, μέσα στο κρύο στα χιόνια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να εξυπηρετηθούν.
Μα το 1932 έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα. Ήταν Απρίλης και εβδομάδα των Βαϊων. Ο καιρός ήταν κακός. Αυτά τα άτομα δεν υπολόγισαν καλά τον καιρό, φόρτωσαν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για τα πίσω χωριά. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Βγαίνοντας απ'το χωριό μας τους έπιασε μια μεγάλη χιονοθύελλα. Δε μπόρεσαν να αντέξουν, τους σκέπασε το χιόνι στη θέση Κακό Ρέμα' εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Τους θάψαμε τη Μεγάλη Δευτέρα. Αυτό δεν το ξεχνώ, γιατί τότε παπάς του χωριού μας ήταν ο παππούς μου, ο παπα-Δουζένης. Ήταν γέρος και άρρωστος και δεν του επέτρεπαν να πάει στην κηδεία, μέσα στα χιόνια. Δεν άκουσε κανένα. "Εγώ, είπε, θα κάνω το χρέος μου κι ας πεθάνω". Πήγε στον τόπο που ξεψύχησαν να τους διαβάσει και τους συνόδεψε ως τον τάφο. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσε με υψηλό πυρετό. Σε τρεις ημέρες πέθανε' τον θάψαμε τη Μεγάλη Παρασκευή.
Ήρθε το '40, το μεγάλο ΟΧΙ. Ο πόλεμος στην Αλβανία, εκείνο δε θα το ξεχάσω. Όλη την ημέρα την περνούσαμε στο σταθμό. Το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τα φανταράκια μας στο μέτωπο από το Πήλιο. Ήταν στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές, κλάματα και τραγούδια. Μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και να κλαίνε. Γυναίκες κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους να αποχαιρετούν τους άντρες τους, να κουνούν τα μαντήλια και να φωνάζουν "Στο καλό και η Παναγιά μαζί σας". "Και με τη Νίκη". Οι νέοι στα παράθυρα να κουνούν τα μαντήλια τους και να τραγουδούν στις κοπέλες. "Έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Μηλιωτοπούλες..." και όταν ξεκινούσε το τραίνο, εκείνο το σφύριγμα σου έσφιγγε και σου πάγωνε την καρδιά. Τα κλάματα, οι φωνές και τα σφυρίγματα δεν έχουν σβήσει ακόμα από τα αυτιά μου. Στα φορτηγά βαγόνια βάζανε τα καλύτερα άλογα και τα τραβούσαν για το μέτωπο.
Τί να πρωτοθυμηθείς αγαπημένο μου τραινάκι! Τώρα έχουν άλλα μέσα να εξυπηρετηθούν, κούρσες, μεγάλα αυτοκίνητα και εσένα που τόσο μας εξυπηρέτησες σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν παραμερίσει. Εσύ όμως σφύριζε όσο μπορείς, μη σταματάς, για μας τους γέρους που ζήσαμε μαζί και δε σε ξεχνάμε να σφυρίζεις μουντζούρη, να ξυπνάν μέσα μας όλες οι καλές και οι κακές στιγμές που ζήσαμε μαζί, καρβούνη μας.
Λένε οι παππούδες, όταν πρωτοήρθε το τραίνο στο χωριό, είχαν μαζευτεί όλοι και το περιμένανε να το δουν. Όταν το αντίκρισαν, όλοι κάναν το σταυρό τους "Δεν είναι καλό, Θεού έργο" λέγανε "είναι δαιμονικό" είχαν σαστίσει να βλέπουν να περπατάει στο δρόμο και να σφυρίζει, να φυσάει σαν δράκος "Θα μας χάσει ο Θεός" λέγανε."



Τέλος, παραθέτω το ενημερωτικό κείμενο από τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας για την έκδοση του ημερολογίου:

Το Ημερολόγιο του Μουντζούρη για το 2014:

Το πετυχημένο συναπάντημα του Μουντζούρη με τις εκδηλώσεις του 3ου Φεστιβάλ Αφήγησης «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη» στον Άγιο Γεώργιο της Νηλείας και την ευρύτερη περιοχή του τον περασμένο Αύγουστο, ανέδειξε τη διαχρονική σημαντικότητα του τραίνου για το Πήλιο ως ξεχωριστής και αναγνωρίσιμης πολιτιστικής φιγούρας. Η συμμετοχή του ως τιμώμενο «πρόσωπο» για τα 110 χρόνια παρουσίας του στο βουνό των Κενταύρων, με τις αφηγήσεις στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, δεν αποτέλεσε μια ευκαιριακή ένταξη στις κυρίαρχες επετειακές λογικές. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που η ιδιοκτησιακή του ταυτότητα απειλείται από δρομολογήσεις πώλησης και εκχώρησης στα παζάρια των αγορών, η μνήμη μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ισχυρό και αναγκαίο ανάχωμα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό.
Οι συρμοί του Μουντζούρη συνομίλησαν με τους καημούς και τα όνειρα των παππούδων και των πατεράδων μας και κουβάλησαν πλήθος εμπορευμάτων, ανθρώπων μα και ιστοριών που μετέφεραν με τη σειρά τους σκέψεις, προσδοκίες και βιώματα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κινήθηκαν και οι πρωτοβουλίες ένταξης του τραίνου στο πρόγραμμα του φεστιβάλ από τον Πολιτιστικό-Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας «Ο Κένταυρος» αλλά και η έκδοση ενός καλαίσθητου ημερολογίου με 2014 ευχές-διαδρομές στου νέου χρόνου τα αταξίδευτα μα αναγγελμένα δρομολόγια.
Οι φωτογραφίες που κοσμούν τον κάθε μήνα αποτελούν αποτύπωση της διαδρομής που έγινε το καλοκαίρι του 2013, στη μέρα που φεστιβαλικά αφιερώθηκε ειδικά στον Μουντζούρη. Παραχωρήθηκαν ευγενικά από τους Ζήση Λυχναρά, Μαρία Καραθανάση-Λυχναρά και Γιώργο Τόπακα που αποθανάτισαν με τη φωτογραφική τους ευαισθησία και τη δημιουργική τους ματιά τη διαδρομή Άνω Λεχώνια-Μηλιές. Υπάρχουν επίσης παλιές ασπρόμαυρες και επιχρωματισμένες πινελιές του παρελθόντος για να μνημονευτούν τα 110 χρόνια συνύπαρξης του τραίνου-συντοπίτη μας με το πηλιορείτικο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον υπονοώντας την αναζήτηση της συνέχειας σε αυτή τη μακρόχρονη σχέση κοινής πορείας, συμβίωσης και αλληλεπίδρασης.
Πληροφορίες-διάθεση: Δημήτρης Ραμματάς 6973215361 και Κώστας Κανταρτζής 6972307506.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008

Ένα παιδί μετράει τ'άστρα...



Στη Φωτεινούλα...








Του Μενέλαου Λουντέμη

[απόσπασμα]

... Να, σαν κι αυτό το ξυπόλυτο αγόρι που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι. Τ' όνομα του Μέλιος, μα δε χρειάζεται, γιατί κανείς δεν το ρωτάει. Τώρα περνάει το μεγάλο δρόμο με τις ακακίες που σκίζει την πόλη στα δυο. Είναι καλοφτιαγμένος δρόμος. Τα καλοκαίρια μοσχοβολάει δυνατά απ' τη δεντροστοιχία και, τα περβόλια που απλώνονται πλάι του. Κάθε Κυριακή τον καταβρέχουν κιόλα μ' ένα τρύπιο βαρέλι που το φορτώνουν σ' ένα δίτροχο, για να μη σκονίζονται τα φουστάνια των κοριτσιών. Καλή συνήθεια... Γιατί αλλιώτικα τα κορίτσια μπορεί να μην έβγαιναν περίπατο, και τότε τι χάρη θα είχε ένας εξοχικός δρόμος χωρίς κορίτσια;

Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ'αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ' το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.

Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειού. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόθρες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να 'χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.

Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με τ' όνειρο του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ' το χορταρένιο στρώμα του...

Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στυφάδα της μοναξιάς. ... Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μαγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο, μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει λίγη ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά και φεύγανε.

Τι έκανε λοιπόν όλα τούτα τα χρόνια; Τίποτα. Μάζευε γνώση και φαρμάκι. Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε. ΉΘελε να γυρέψει το Μάικωβο μα τον γέλασαν οι δρόμοι. Τι λοιπόν να κάνει; Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το 'βαλε κάτω και το παίδεψε, το 'πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα 'πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του 'κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ' τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι παππούδεςπου κάθονται στα γόνατα σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλιά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ' αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του 'βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, σε παρακαλώ, του λέει αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρτο μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως...

Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα 'δωσε πίσω. "Πάρτα, του λέει. Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια., μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;..." Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... "Αιντε, άιντε... Σύχασε... είπε. Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;"

Σε τρεις μέρες του 'φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό, απ' το βαγγέλιο, και του το 'δωσε. "Το πασπάτεψα από παντού, λέει στο παιδί. Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρτο εσύ, μην 'πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε."

Το παιδί τ' άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι. "Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού έλεγε το ξωφυλλό του." Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το 'μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το 'χε φέρει, τ' άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ' όποιον ήθελε.

Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ' όλα τα σπίτια. Το μάθε κι ο δάσκάλος, και μια μέρα του παράγγειλε να πάει να τον δει. Βάζει, λοιπόν, ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.

- Α, έλα δω... του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;

- Δε φταίω γω... έκανε το παιδί.

- Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά κανωμένα είν'αυτά που κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις και γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ' αγαπάς;

Γράμματα του σκολειού! Αν τ' αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! Πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μαθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μιαν εκεί. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε κείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ' αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν' αυτά που λες, κυρ-δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις, τα σκολειά σ' αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί

Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο λίγο, όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει κάτι σχέδια... Σκοπεύει, σα μαζέψει κάμποσα, να πάει σ'ένα δάσκαλο και να του πει "να, πάρε, και δως μου γράμματα, γράμματα καλά όμως, του σκολειού..." Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε.

Και, τώρα, να ο δάσκαλος ήρθε μοναχός του. Η καλή του τύχη τον έφερε μπροστά του. Και τι;... Δάσκαλος αληθινός, με γυαλιά! Και τον καλάει και στο σπίτι του. Ώρα ήταν λοιπόν. Πιάνει κι αυτός το σακάκι του και το κουνάει.

- Τ' είν' αυτό; ρωτάει ο δάσκαλος.

- Χρήματα.

- Πού τα 'βρες;

- Τα κέρδισα.

- Και γιατί τα κουνάς;

- Είναι για γράμματα.Μα δεν είναι πολλά. `Αμα τα κάνω μπόλικα, θα τα φέρω εδώ να μου μάθεις. Μπορεί να γίνει αυτό κυρ-δάσκαλε;

- Αν μπορεί;...

Ο δάσκαλος έβαλε τη γροθιά του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπίδι. Ύστερα κοίταξε το παιδί βαθιά στα μάτια.

- Λοιπόν... πήγε να του πει.Η φωνή του ήταν κάπως αλλιώτικη, έτσι λιγάκι σαν βραχνή.

- `Αστα... `Αστα εκεί είπε, και πήγαινε... Αύριο, που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα... του λέει.

- Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;

- Όχι, όχι, καλό μου παιδί... πώς είναι τ' όνομα σου;

- Μέλιος.

- Όχι, Μέλιο. Και πάλι ήταν αλλαγμένη η φωνή του, πιο πολύ αλλαγμένη και πιο βραχνή.

Το παιδί στάθηκε λίγο. Ύστερα άδειασε την τσέπη του στο τραπέζι κι έφυγε. Ο δάσκαλος ούτε γύρισε να το δει. Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ' το παράθυρο, σαν να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και ήθελε να τον μάθει. ...

Μενέλαος Λουντέμης