Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μολόχα η φαρμακευτική! ("μπες μολόχα, βγες τσουκνίδα!")



 "Γιατί την κληρονομιά μας πια τη μεράσαμε κι άλλα πολλά άρπαξες και πήρες καλοπιάνοντας επίμονα τους δωροφάγους βασιλιάδες, που πρόκειται να δικάσουν αυτή τη δίκη. Οι ανόητοι, δεν ξέρουν πόσο καλύτερο είναι το μισό από το όλο, ούτε πόσο μεγάλη ωφέλεια έχει κανείς με τη μολόχα* και τον ασφόδελο**. Οι θεοί, αλήθεια, κρατούν κρυμμένα τα μέσα της ζωής από του ανθρώπους' αλλιώς θα μπορούσες εύκολα να εργάζεσαι μια μέρα και νά'χεις να τρως για όλον τον χρόνο μένοντας άνεργος [...] Όμως ο Ζεύς τά'κρυψε, επειδή θύμωσε η ψυχή του που τον γέλασε ο πανούργος Προμηθεύς..." 

(Ησιόδου, "Έργα και Ημέραι" 37-48)

* Μαλάχη: Τροφή των πενήτων κατά τους αρχαίους χρόνους, πβ. Αριστοφάνη "Πλούτος" (543-4):

· σιτεῖσθαι δ᾽ ἀντὶ μὲν ἄρτων

μαλάχης πτόρθους, ἀντὶ δὲ μάζης φυλλεῖ᾽ ἰσχνῶν ῥαφανίδων,

545ἀντὶ δὲ θράνου στάμνου κεφαλὴν κατεαγότος, ἀντὶ δὲ μάκτρας

πιθάκνης πλευρὰν ἐρρωγυῖαν καὶ ταύτην

με απόδοση Κώστα Βάρναλη:

 Κι αντίς για μπουκιά, της μολόχας βλαστάρια

για καρβέλι φτωχά ραπανόφυλλα και για σκαμνί

μια σπασμένη λαγήνα· κι αντίς ζυμωτήρα, τον πάτο

πιθαριού τσακισμένου.

** Ασφόδελος: Παλαιοτάτη επίσης τροφή των πενήτων, ως εξάγεται εκ του Πλουτάρχου λέγοντος ότι οι Δήλιοι προσέφερον εις τον ναόν "της πρώτης υπομνήματα τροφής και δείγματα μετ'άλλων ευτελών κι αυτοφυών μαλάχην και ασφόδελον" ("Δείπνον Επτά Σοφών" 41). Αναφέρων ο ποιητής τα ευτελή ταύτα αγριόχορτα ως παρέχοντα μεγάλην ωφέλειαν εις τον άνθρωπον, κηρύσσει την λιτότητα ως προτιμοτέρα των πολυτελών εδεσμάτων, τα οποία επιζητεί ο πλεονέκτης άνθρωπος εις βάρος των άλλων. [απόδοση και σημειώσεις: Σπ.Φίλιππα, εκδόσεις: Πάπυρος]


Γράφει ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες", εκδόσεις Υγεία):

"Ποιός ένιωσε όταν ήταν παιδί τσούξιμο και φαγούρα αγγίζοντας, χωρίς να το θέλει, μια τσουκνίδα και δεν αναζήτησε εκεί κοντά ένα φύλλο μολόχας να τρίψει το ερεθισμένο του δέρμα για να πάψει να πονάει; Θυμάμαι ότι ήταν το πιο απλό φάρμακο στην εξοχή, μαζί με το ξίδι και την αμμωνία για κάθε είδους τσιμπήματα ή δαγκώματα... Όπως έμαθα από τις μελέτες μου για την πρώτη γραφή του βιβλίου, οι θεραπευτικές μαλακτικές και καταπραϋντικές ιδιότητες της μολόχας οφείλονται στις άφθονες βλέννες που περιέχει. Και θαύμασα τη σοφία της φύσης, μια και η μολόχα φυτρώνει στα ίδια μέρη με την τσουκνίδα. 

Η μολόχα είναι γνωστή και αγαπητή από το 700π.Χ.. Ο Πυθαγόρας* και ο Πλάτων την επαίνεσαν. Οι Ρωμαίοι τη θεωρούσαν λιχουδιά στα τραπέζια τους. Ο Κικέρων και ο Οράτιος αναφέρουν τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Ο Πλίνιος μάλιστα έλεγε ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα την ημέρα δε θα μας βρει καμιά αρρώστια. 

Οι φτωχοί φελάχοι, που τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας ζουν με χόρτα, φτιάχνουν ένα νόστιμο φαγητό με μολόχες (βράζουν τις ρίζες τους και μετά τις τηγανίζουν μαζί με κρεμμύδια).

Στα χωριά της Γαλλίας προσθέτουν συχνά στις πατάτες τους τις τρυφερές κορυφές και τα φύλλα της μολόχας, γιατί ευκολύνουν τη λειτουργία των νεφρών. Και οι πρακτικοί θεραπευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας φτιάχνουν μια γλυκιά πάστα από ρίζες μολόχας, που είναι μαλακτική για τον πονεμένο λαιμό, το βήχα κα τη βραχνάδα."

* π.β. Αιλιανού, "Ποικίλη Ιστορία" (Δ'17): "Πυθαγόρας... ἔλεγε δὲ ἱερότατον εἶναι τὸ τῆς μαλάχης φύλλον.


Οι θεραπευτικές ιδιότητες της μολόχας δε διαφεύγουν κι από τον ιατρό της αρχαιότητας Διοσκουρίδη. Σημειώνει, μεταξύ άλλων, για αυτήν στο έργο του "Περί ύλης ιατρικής Β'118" (εκδόσεις Κάκτος):

"Μολόχη: εδωδιμοτέρα η κηπευτή... κακοστόμαχος και ευκοίλιος, και μάλλον οι καυλοί (βλαστοί), εντέροις δε και κύστει ωφέλιμος. [...] Κάνει καλό ως κατάπλασμα στα τσιμπήματα σφηκών και μελισσών [...] Τα φύλλα βραστά με λάδι  αν τεθούν ως κατάπλασμα ωφελούν τα εγκαύματα και το ερυσίπελας. [...]  Το αφέψημά της είναι μαλακτικό για ατμόλουτρα της μήτρας ενώ είναι κατάλληλο και για κλύσματα στους δηγμούς των εντέρων, της μήτρας και του πρωκτού. Ο ζωμός της βρασμένης μαζί με τις ρίζες βοηθά σε όλα τα θανατηφόρα δηλητήρια[...]"

Ενώ ο Αθήναιος (2ος αι. μ.Χ.) στους περίφημους "Δειπνοσοφιστές" του (Β' 58d) αναφέρει: 

"Ὁ Ἡσίοδος ἔγραψε "μαλάχη",ὅπως οἱ Ἀττικοί. Ἐγώ ὅμως, λέει ὁ Ἀθήναιος, εὑρῆκα είς πολλἂ άντίγραφα τοῦ "Μίνωος",ἔργο τοῦ Ἀντιφάνους, "μολόχη", διὰ τοῦ "ο" δηλαδἢ γεγραμμένην τἢν λέξην: "τρώγοντες μολόχης ρίζαν". Έπίσης καὶ ὁ Ἐπίχαρμος ἔγραψε "ἐγὼ εἶμαι μαλακώτερος κι ἀπὸ τὴν μολόχα ἀκόμη". Ὁ Φαινίας ἐξάλλου εἰς τὰ "Φυτικά" του λέγει: "Τῆς ἡμέρου μαλάχης ὁ σπερματικὸς τύπος όνομάζεται πλακοῦς, διότι μὲ αυτόν ὁμοιάζει. Διότι τὸ μὲν κτενοειδές μέρος αὐτοῦ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀνωτέραν ραβδωτήν κρούσταν τοῦ πλακοῦντος, εἰς δὲ τὸ μέσον τοῦ πλακουντικοῦ .ὄγκου τὸ κέντρον εἶναι ὅμοιον μὲ ὀμφαλὸν. Καὶ ἄν συμπεριληφθῆ ἡ περιφέρεια μαζὶ μὲ τὴν βάσιν, γίνεται τὸ σπέρμα τοῦτον ὅμοιον μὲ θαλασσίους περιγεγραμμένους ἐχίνους." Ὁ δὲ Σίφνιος Δίφιλος βεβαιώνει ὅτι ἡ μολόχα εἶναι εὔχυμος, μαλακτικὴ τῆς τραχείας ἀρτηρίας καὶ ἀποχωρίζει καὶ απεκκρίνει τὰ εἰς τῆν ἐπιφάνειάν της ὀξέα. Εἶναι κατάλληλον φάρμακον, λέγει, διὰ τοὺς ἐρεθισμοὺς τῶν νεφρῶν καὶ τῆς κύστεως, εὐκόλως ὁπωσδήποτε ἐκκρίνεται, εἶναι θρεπτική, ἀλλὰ προτιμοτέρα τῆς καλλιεργημένης εἰς τοὺς κήπους εἶναι ἡ ἀγρία. Ὁ δὲ Ἕρμιππος, μαθητὴς τοῦ Καλλιμάχου, λέγει ὅτι ἡ μολόχα προστίθεται καὶ εἰς τὴν κατὰ τῆς πείνης καὶ τῆς δίψης σκευασίαν, ποὺ ὀνομάζεται ἄλιμος καὶ προσέτι καὶ ἄδιψος, ἐπειδὴ εἶναι χρησιμοτάτη διὰ αὐτά."  [απόδοση: Στ. Αλεξιάδου, εκδόσεις: Πάπυρος]


 "[...] Σκόνταψαν και πέσαν χάμου. Το κορίτσι βάνει τα κλάματα. Το πρόσωπο του γεμίζει δάκρυα, σαν τα μαργαριτάρια στις εικόνες από τις Άγιες που μαρτύρησαν. Το χτυπημένο γόνατο μοιάζει με κάστανο που προβάλλει απ' τον αχινό των τριγύρω στο τραύμα χωμάτων. Τ' αγοράκι χωρίς να κλαίει, κοιτά με το στόμα ανοιχτό. Θυμάται την ιστορία της τσουκνίδας και της μολόχας. Η πρώτη αγκυλώνει, η δεύτερη είναι καλή. Άμα τρίψεις το πόδι μ' αυτή κι έμπει μέσα, γίνεσαι καλά. «Βγες τσουκνίδα, μπες μολόχα» επαναλαμβάνει πολεμώντας το πονεμένο γόνατο μ' ένα φύλλο χορτάρι. Στο τριανταφυλλί καμπανάκι ενός λουλουδιού σκυμμένου στη γη, μια απ' τις μέλισσες που επέστρεψαν στην ποτίστρα χώθηκε βαθιά, αντλώντας νέκταρ από τη σπιρουνάτη απόφυση του άνθους. Το κοριτσάκι δεν παραπονιέται για το πόδι, μόνο κουτσαίνει λίγο καθώς επιστρέφουν, αφήνοντας το δάσος στον ύπνο, όπου μόνη μιλά η βρύση.[...]"(Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, "Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης")



Χρόνια φυτρώνει στον κήπο μου μοναχή της με πείσμα και όρεξη! Από τότε που ακόμη αγνοούσα τα χαρίσματά της και πάλευα να ξεπατώσω τις καροτένιες ρίζες της που ανάμεσα στα ποτιστικά ζαρζαβατικά θέριευαν και πάλευαν ν'αναστήσουν ολόκληρο δέντρο! Τώρα κάθομαι και συλλέγω ένα-ένα τα άνθη της να τα αποξηράνω για τα θεραπευτικά τσάγια του χειμώνα... Φέτος τα πρόσθεσα όχι μόνο σε χορτόσουπες αλλά ακόμη και φρέσκα σε ομελέτες - κι όχι μόνο για τις ιδιότητες, αλλά έτσι, και για την τσαχπινιά! Δοκίμασα, μάλιστα, κι έδεσα τα ανθάκια της με κάλτσα στα παραδοσιακά πασχαλινά αυγά και το αποτέλεσμα πολύ με ικανοποίησε: 


Ο Μπαζαίος στο έργο του ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") καταγράφει, μεταξύ άλλων, ως ιδιότητές της:
(*Χρήσιμα μέρη: άνθη, ρίζα, φύλλα)
> Μαλακτική, αποχρεμπτική, αντιβηχική: Το έγχυμα ξεραμένης ρίζα της ανακουφίζει από προβλήματα στο στήθος και στο λαιμό, βρογχικά, λαρυγγίτιδα, βήχα. 
> Καταπραϋντική: Το ίδιο έγχυμα κάνει καλό σε εντερικά και γαστρίτιδα, στην κυστίτιδα και σε κολικούς, σε εμετό και διάρροια (ειδικά στα παιδιά).
> Καθαρτική: Αφέψημα με μέλι διώχνει τις τοξίνες από τον οργανισμό.
> Αποτελεσματική για την επιληψία: Όπως γράφει ο γιατρός Ι.Χαβάκης ("Φυτά και βότανα της Κρήτης"), ένα μεγάλο φλιτζάνι πρωί και βράδυ με δυνατό αφέψημα μολόχας αραιώνει τις κρίσεις επιληψίας.
> Από τη ρίζα γίνονται αλοιφές και καταπλάσματα για πληγές, εγκαύματα, σπυριά, "καλογήρους" και εξανθήματα. Μαλακώνει και τους κάλους.
> Το αφέψημα, σταματάει τους πόνους των αυτιών. 
>Ρίζες ή φύλλα και άνθη (μαζί με ξερά σύκα) ως έγχυμα είναι αντιβηχικό.
> Το ίδιο έγχυμα χρησιμοποιείται για πλύσεις (φλεγμονών δέρματος, κολπικές, κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα) και γαργαρές για φλεγμονές βλενογόνων.
> Για τσιμπήματα μέλισσας και σφήκας.
> Για ψαμμίαση (Βάζουμε κορφές μολόχας με φύλλα και λουλούδια σε μια γυάλινη κανάτα. Προσθέτουμε ζεστό νερό και τη σκεπάζουμε με ένα πανί. Τα αφήνουμε για τρεις ώρες και σουρώνουμε. Πίνουμε κάθε πρωί για τέσσερις μέρες από ένα φλιτζάνι. Σταματάμε για λίγες μέρες και ξαναρχίζουμε.)






"Έτσι μίλησε και έπεισε όλους γενικά ν'αρχίσουν να εξοπλίζονται.

Με φύλλα από μολόχες σκέπασαν γύρω-γύρω τις κνήμες των ποδιών τους,

είχαν θώρακες καμωμένους από όμορφα χλωρά κοκκινογούλια,

φύλλα από λάχανο μαστόρεψαν καλά κι έκαναν μ'αυτά ασπίδες,

βούρλο μακρύ και μυτερό ταίριαξε καθένας τους για κοντάρι

και τα κεφάλια τους τα σκέπαζαν καύκαλα μικρών σαλιγκαριών.

Αρματώθηκαν λοιπόν κι στάθηκαν πλάι στις ψηλές τις όχθες

κουνώντας τα κοντάρια τους κι ήταν γεμάτος οργή καθένας τους.[...]"

(Ομήρου;;; ,"Βατραχομυιομαχία" 
απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδόσεις: Ζήτρος)

 

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Σύκα λιαστά και λοιπές συκο-φαντίες...


"Σύκα ο Αύγουστος, σταφύλια, τρώει γλείφοντας τα χείλια!",
λέει μια παροιμία, και, μπορεί, τα τσαμπιά της κληματαριάς μου τώρα μόλις να πήραν να ροδίσουν -"αρχίσανε να ντρέπονται", που λέει κι ένας φίλος- αλλά τα σύκα, δόξα τω Θεώ, έχουν ωριμάσει για τα καλά! Κι έτσι αποφάσισα για πρώτη φορά να κάνω σύκα λιαστά! Θες δεν το πολυσυνηθίζουμε εδώ, θες τα σύκα τά'χα συνδυάσει με άμεση κατανάλωση απ'το δέντρο από τότε που πιτσιρικαρία αναζητούσαμε συκιές στο χωριό, να σκαρφαλώσουμε στα κλεφτά να γευτούμε τον καρπό τους -αλήθεια, τώρα υπάρχει κανένα παιδί να μπαίνει σ'αυτή τη διαδικασία;-τόσα χρόνια δεν τό'χα σκεφτεί να τα λιάσω για το χειμώνα...


Ρώτησα, λοιπόν, κι έμαθα. Κι έτσι τ'άπλωσα σε μια σχαρίτσα στον ήλιο -με τούλι για τις μύγες σκεπασμένα, βεβαίως-βεβαίως- δυο-τρεις μέρες απ'τη μια μεριά κι άλλες τόσες απ'την άλλη, άντε και ξανά μια απ'την πρώτη, μέχρι να πάρουν ένα λιοκαμένο κιτρινοχρυσαφί χρωματάκι και να στεγνώσουν καλά.


Σήμερα τα ζεμάτισα σε καυτό νερό -φαντάζομαι για λόγους εξόντωσης τυχόν ενοχλητικών επισκεπτών στο εσωτερικό τους- τα στράγγισα αμέσως στο σουρωτήρι και τα ξανάβγαλα στον ήλιο να στεγνώσουν.Από κει και πέρα, αποθήκευση. Πολλοί μάλιστα εδώ τα πασπαλίζουν λίγη ριγανίτσα -αυτό, ομολογώ δεν περίμενα να το ακούσω!- ή τα ανακατεύουν με φύλλα δάφνης για το άρωμα, αλλά πιθανότατα και για προστασία από μικροσκοπικούς εισβολείς!

Καθώς μόλις έλεγξα, τούτο το επιβεβαιώνει και ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Προς προφύλαξη των ξηρών σύκων από της υπό εντόμων ή άλλων ζωυφίων προσβολής ενιαχού μεν ραντίζονται ελαφρώς με θαλάσσιον ή αλμυρόν ύδωρ, αλλαχού δε συσκευάζονται μετά φύλλων δάφνης ων το άρωμα προσλαμβάνουσι." Ο Γεννάδιος μας πληροφορεί ακόμη ότι "τα προς αποξήρανσιν σύκα δέον να συλλέγονται πλήρως ώριμα, ότε ονομάζονται κν.ασκάδες (αι ισχάδες των αρχαίων) ή κουρέλες (εν Ευβοία). Εν τοιαύτη καταστάσει εκτιθέμενα εις τον ήλιον επί 4-5 ημέρας αποξηραίνονται διατηρούντα, το δέρμα των μαλακόν, ενώ όταν συλλέγονται ενωρίτερον, κατά την αποξήρασιν το δέρμα των σκληρύνεται. Ξηραίνονται δε τα σύκα πανταχού απλωμένα εις τον ήλιον επί ψαθών, σανιδών ή ξηρού χόρτου."


Και μιας κι ασχολήθηκα με σύκα, αφορμή βρήκα να μελετήσω και τα περί σύκων!

Και καταρχάς, η λέξη: Πανάρχαιη, ελληνικότατη κι ομηρική:


συναντούμε στην Οδύσσεια (η121) του Ομήρου.

Αλλά και στην τελευταία ραψωδία της Οδυσσείας (ω341), όταν ο γερο-Λαέρτης ζητά από τον Οδυσσέα να τον πείσει ότι πράγματι είναι ο γιος του, εκείνος του θυμίζει τα δέντρα που κάποτε εκείνος του είχε δωρίσει:

"Κι ακόμα να σου πω τα δέντρα μου στο πάγκαλο μας χτήμα΄
ήμουν παιδί και μου τα χάρισες' μια μέρα σε ακλουθούσα
μέσα στον κήπο και σου γύρευα δικό μου κάθε δέντρο.
Και συ ένα ένα τα λογάριαζες ποια θα γενούν δικά μου΄
απ΄ τις μηλιές σου δέκα, δεκατρείς απ΄ τις αχλαδιές σου 
κι απ΄ τις συκιές σαράντα μου ΄δωκες, και μου ΄ταζες κι αμπέλι 
πενήντα αράδες' κι ούτε που ΄πεφτε μαζί της κάθε αράδας 
ο τρύγος, τι είχες μες στο αμπέλι σου λογής λογής σταφύλι, 
κάθε χρονιά που ο Δίας θα χάριζε καλή σοδιά ψηλάθε."

(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

γεγονός που, φυσικά, αποδεικνύει, την παμπάλαια καλλιέργεια της συκιάς στον τόπο μας.

Όσο για την ετυμολογία της λέξεως, μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος"):


και το μόνο που σίγουρα δε μπορεί να αρνηθεί κανείς είναι ότι η συκιά αναμφίβολα χαρακτηρίζεται από μια τουλάχιστον "ορμητική" ανάπτυξη!

Ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Γ 78) καταγράφει αρκετές ενδιαφέρουσες εκδοχές περί της ονομασίας: "Ο Τρύφων πραγματευόμενος περί της ονομασίας του δέντρου συκή [...] αναφέρει το ακόλουθον γεγονός κατά τα Γεωργικά του Ανδροτίωνος: ένας εκ των Τιτάνων, ο Συκεύς, καταδιωκόμενος υπό του Διόςεγένετο δεκτός υπό της μητρός του Γης, ήτις παρήγαγε προς διατροφήν του υιού τηςδέντρον με το όνομα τούτο, και εξ αυτού ωνομάσθη Συκέα και μία πόλις εν Κιλικία.
Ο Φερένικος εξ άλλου, ο εξ Ηρακλείας επικός ποιητής, λέγει ότι η συκή ωνομάσθη ούτω από το όνομα της θυγατρός του Οξύλου, που ελέγετο Συκή. Διότι, λέγει, οΌξυλος, ο υιός του Ορείου συνευρεθείς μετά της αδερφής του Αμαδρυάδοςαπέκτησεν εξ αυτής μεταξύ άλλων την Καρύαν (καρυδιά), την Βάλανον (βαλανιδιά), την Κράνειαν (ακρανειά), την Μορέαν (μουριά), την Αίγειρον (λεύκην), τηνΠτελέαν (φτελιά), την Άμπελον και τέλος την Συκήν. Και αυταί είναι αι λεγόμεναιΑμαδρυάδες νύμφαι και από το όνομά τους πολλά από τα δένδρα ωνομάσθησαν. Όθεν και ο ποιητής Ιππώναξ λέγει: "τη μαύρη τη συκιά, την αδελφή του κλήματος".
Ο δε Σωσίβιος ο Λάκων αποδεικνύων ότι η συκή είναι εύρημα του Διονύσου προσθέτει ότι δια τούτο οι Λακεδαιμόνιοι τιμούν Συκίτην Διόνυσον. Οι Νάξιοι πάλιν, καθώς εξιστορούν ο Ανδρίσκος και ο Αγλαοσθένης προσέτι, ονομάζουν τον Διόνυσον Μειλίχιον (γλυκύν, ευχάριστον), διότι τους εδώρισε τον καρπόν του σύκου. Δια τούτο και το πρόσωπο του θεού παρά τοις Ναξίοις του μεν ονομαζομένου Βάκχεως Διονύσου είναι κλημάτινον, του δε Μειλίχιου σύκινον."



Τη συκιά, μάλιστα, τη διεκδικούσαν οι Αθηναίοι ως πρώτα ευρεθείσα και καλλιεργηθείσα στην Αττική. Ο Αιλιανός ("Ποικίλη Ιστορία" 3,38) αναφέρει ότι "εν Αθήναις ευρεθήναι λέγουσι πρώτον την ελαίαν και την συκήν α και πρώτα η γη ανέδωκε". Ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Γ 74d), μάλιστα, μας πληροφορεί επιπλέον ότι η συκή "εισήγαγε τον πολιτισμένον βίον εις τους ανθρώπους, φαίνεατι δε τούτο από το ότι ονομάζουν οι Αθηναίοι ιεράν συκήν τον τόπον, όπου κατά πρώτον ευρέθη το δένδρον τούτο, τον δε καρπόν της ηγητηρίαν [σημ.:"Σημαίνει ζύμη ή πάστα εκ ξηρών σύκων, την οποίαν έφερον εις την πομπήν των Αττικών Πλυντηρίων. Το σύκον ωνομάσθη ούτως ως η πρώτη τροφή ημέρου και καθαρείου βίου, αντικατέστησε δε τας βαλάνους, τας οποίας έτρωγον προτού γνωσθή η συκή."], διότι είναι η πρώτη εκ των τροφών, τας οποίας κατόπιν δια καλλιέργειας επρομηθεύθησαν οι άνθρωποι. [...] ο Αντιφάνης εν τοις Ομωνύμοις του επαινών δε την Αττικήν γην λέγει τα εξής:
"Ιππόνικε, τί δεν παράγει η χώρα αυτή
ανώτερο από κάθε άλλην γην της οικουμένης,
το μέλι δηλαδή, τους άρτους και τα σύκα;""

Ο Παυσανίας, επίσης, στα "Αττικά" (37,2), μας ενημερώνει πως "Υπάρχει και βωμός του Ζεφύρου και ιερόν της Δήμητρος και της Κόρης' μετ' αυτήν δε η Αθηνά και ο Ποσειδών τιμώνται. Εις τον τόπον τούτον λέγουν, ότι ο Φύταλος εδέχθη εις τον οίκον του την Δήμητρα και ότι η θεά αντί τούτων (της φιλοξενίας) έδωσεν εις αυτόν το φυτόν της συκής' προς επιβεβαίωσιν δε του λόγου μου είναι το επί του τάφου του Φυτάλου επίγραμμα: "Εδώ ο ήρως βασιλεύς Φύταλος εδέχθη κάποτε την σεμνήν Δήμητρα, οπότε εφανέρωσε δια πρώτην φοράν καρπόν οπώρας, την οποίαν το γένος των θνητών ονομάζει συκήν' ένεκα τούτου λοιπόν το γένος του Φυτάλου απέκτησεν αιωνίαν δόξαν." (απόδοση: Α.Αρβανιτόπουλος)

Και συνεχίζει ο Αθήναιος: "Ο Ίστρος εις τα Αττικά του λέγει ότι δεν επετρέπετο να εξάγωνται εκ της Αττικής τα ξερά σύκα, δια να έχουτν την απόλαυση αυτών μόνο οι κάτοικοί της. Κι επειδή πολλοί ενεφανίζοντο διενεργούντες μυστικά την εξαγωγή των, οι καταγγέλοντες τούτους εις την δικαιοσύνην ωνομάσθησαν τότε πρώτον συκοφάνται." (απόδοση: Σ.Αλεξιάδης)

Επομένως, συκοφάντες, αρχικά ήταν εκείνοι που κατήγγειλαν, φανέρωναν (φάντης, εκ του φαίνω= φανερώνω), όσους εξήγαγαν παρανόμως σύκα από την Αττική. Και μετέπειτα πήρε την αρνητική σημασία καθώς σχετίστηκε με όσους κατηγορούσαν ασύστολα και διαβάλλαν τους συμπολίτες τους.

Βέβαια υπάρχει και μιαν άλλη εκδοχή, που δεν την παραλείπει ο Αθήναιος: "Ο δε Φιλόμνηστος [...] λέγει: "Η λέξις συκοφάντης προήλθε εκ των προστίμων και εισφορών, που επλήρωναν άλλοτε εις σύκα, οίνον και έλαιον οι προμηθευταί δια τας δαπάνας του κράτους, και τους ταύτα διενεργούντας και εκθέτοντας εις τους οφθαλμούς του δημοσίου ωνόμαζον, ως φαίνεται, συκοφάντας."
Βέβαια, το δημοφιλές σύκο υπήρξε και δημοφιλές συνθετικό πολλών ακόμη λέξεων (ενδεικτικά:"συκομάμμας= ο εσθίων ευήθως σύκα, ευήθης, βλαξ και άνανδρος","σικοπρίστης= ο πριονίζων, διχοτομών τα σύκα και ούτω παρατιθέμενος τω συνδείπνω εις τεμάχια, όθεν λίαν φιλάργυρος, πάρα πολύ τσιγκούνης" [Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Δημητράκου], κ.α.), αλλά πρωταγωνιστικό μέλος πολλών παροιμιών, όπως:

"Καλόμαθε η γριά στα σύκα!"
Αγαπημένη μου! Και σε έτερες "βερσιόν":
"Έμαθε η γριά στα σύκα κι εμπαινόβγαινε κι εζήτα!" ή
"Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα!"
Αλλά και:
"Το καλό το σύκο το τρων οι καρακάξες!" (ή "Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα!" και "Το καλό το σύκο ο χοίρος το τρώει!")
"Άλλοι τά'φαγαν τα σύκα, κι άλλοι τα πληρώνουνε!" 
"Πέσε σύκο να σε φάμε!"
"Τα σύκα θέλουνε δροσιά και τα κεράσια κάψα!"
και: 
"Τα δ'κά σ' είν' σύκα και λιγών'ν, τα δ'κά μ' καρύδια και βροντούν!" 

καθώς και η κλασική ψιλοανεξήγητη "Λέγω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη!", που ίσως με στη λέξη "σκάφη" να κρύβεται και οποιαδήποτε άλλη πιθανή δεύτερη "συνθηματική" έννοια ("αργκώ;") της λέξεως ή και να πρόκειται, όπως αναφέρουν κάποιοι, περί παραφθοράς της λέξεως "ισχάδι" (ισχάς= το αποξηραμένο σύκο) ή ό,τι άλλο.......

Αλλά, φυσικά, για τα δημοφιλέστατα σύκα, δε θα μπορούσε να μη γίνεται μνεία και στις κωμωδίες τους Αριστοφάνους, και με την καθιερωμένη τους σημασία, "και να ευχηθούμε στους θεούς πλούτο να δίδουν στους Έλληνες, κριθάρια μπόλικα κι όλοι όμοια να θερίζουμε, οίνον πολύ και σύκα για φάγωμα κι οι γυναίκες να μας γεννοβολούν!" ("Ειρήνη" 1324), αλλά με μια έτερη σημασία, εκείνη του γυναικείου αιδοίου, "του τον μέγα και παχύ, της δ' ηδύ το σύκον"! ("Ειρήνη"1350). [χμμ... μ'αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να δώσουμε και άλλη εξήγηση στην προηγούμενη παροιμία..]

Οι πληροφορίες, απ'την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, που αφορούν τα σύκα είναι τουλάχιστον ατελείωτες. Ο Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του συγκεντρώνει πάρα πολλές γνώσεις σχετικές με την καλλιέργεια και την χρήση του σύκου, όπως και την παρακάτω που παντελώς αγνοούσα και αναφέρεται στα άγουρα σύκα, το δέρμα των οποίων "ενέχει μεγάλην ποσότητα γαλακτώδους οπού, όστις είνε δριμύς και χρησιμοποιείται ενιαχού προς πήξιν του γάλακτος". Συμπληρώνει, μάλιστα, ότι την ιδιότητα του γαλακτώδους οπού του άγουρου σύκου, αλλά και των άλλων μερών της συκιάς, να πήζει το γάλα, είχαν παρατηρήσει και οι αρχαίοι και μας παραπέμπει στο Διοσκουρίδη ο οποίος αποφαίνεται πως "ο δε οπός της αγρίας και της ημέρου συκής πηκτικός εστί γάλακτος, ώσπερ η πιτύα."

Ο Αθήναιος, πάλι, αφιερώνει αρκετές σελίδες απ'τους "Δειπνοσοφιστές" του στον πολύτιμο τούτο καρπό, αναφερόμενος στην ιστορία του, στις ποικιλίες του, στις ιδιότητές του, κλπ.. Μερικές, πάντως, από τις σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητές του, συγκεντρώνει και ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 Βότανα, 2000 Θεραπείες". Παραθέτω κάποια αποσπάσματα, αλλά και κάποια στοιχεία εν περιλήψει:

Καταρχάς: "Δραστικές ουσίες: Βιταμίνες Α, C, Κάλιο, Ασβέστιο, Φώσφορος, Μαγνήσιο, Φρουκτοζάχαρο, αζωτούχες ενώσεις, χλώριο."
"Τα φρεσκοκομμένα φύλλα και κλωνάρια της συκιάς, καθώς και τα σύκα βγάζουν μόλις κοπούν ένα γαλακτώδες υγρό, που μαραίνει τις μυρμηγκιές και τιςκρεατοελιές και τους κάλους, όταν τα αλείψουμε μερικές μέρες. Το ίδιο υγρό εξουδετερώνει το δηλητήριο του σκορπιού και μια σταγόνα του λέγεται ότι σταματάει τον πονόδοντο."
Τα σύκα είναι ωφέλιμα στην έκκριση χολής, στις ασθένεις του ήπατος και συνιστώνται για τις νεφρικές διαταραχές και τις αιμορροϊδες. Τα φρέσκα κομμένα και ψημένα γίνται κατάπλασμα για καλογήρους, αποστήματα καιοιδήματα, ενώ το αφέψημα των σύκων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σεφαρυγγίτιδα, βήχα και ουλίτιδα.
Όσο για τα φύλλα της συκιάς, "έχουν δοκιμαστεί και για το άσθμα με άριστα αποτελέσματα. (Βράζουμε ένα μεγάλο φύλλο σε δυο φλιτζάνια νερό ώσπου να μείνει το μισό και το πίνουμε το βράδυ πριν τον ύπνο ή το πρωί νηστικοί). Επίσης, βρασμέναμε δυόσμο σταματούν τη διάρροια."

"Βάλ' ελιά για το παιδί σου και συκιά για τη ζωή σου!"