Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φθινόπωρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φθινόπωρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Αποχαιρετώντας τον Οκτώβρη...



Να ζεις στο βουνό, ν'αποζητάς να ρουφήξεις τις ανασαιμιές του κι η ανάσα να κόβεται...ξανά και ξανά... να γίνεται ρόγχος... Τούτο το κίτρινο του Οκτώβρη μπορείς να το βαφτίσεις χρυσάφι, μπορείς κι αρρώστια. Δε μ'αρέσει να ζωγραφίζω με λέξεις εικόνες που θυμίζουν αρρώστια, προτιμώ να θυμίζουν το χρυσό του ήλιου. Όπως δε συμπάθησα ποτέ κάτι σύγχρονους ζωγράφους που με τη μεγαλύτερη δεξιοτεχνία αποτυπώνουν στον καμβά τους σταλαγμίτες της μαυρισμένης τους ψυχής. Γιατί ν'αναπαράγεις μια ψυχή μαύρη; Γιατί να την προβάλεις σ'έναν κόσμο που'χουν, έτσι κι αλλιώς, βαλθεί να του στερήσουν την ομορφιά των χρωμάτων και των αποχρώσεων, που τον βομβαρδίζουν διαρκώς με μαύρα στοιχειά κι αρρωστημένους δαίμονες; Τί νόημα έχει; Σε ποιά ομορφιά, σε ποιά αρμονία οδηγεί; Τί το καλύτερο μπορεί να μας φέρει;
Αναζητώντας του ήλιου τη χρυσή ανταύγεια σ'ένα κιτρινισμένο βουνό, αναζητώντας την ανάσα μου στις πνιγερές αναθυμιάσεις του τελευταίου εννιάμηνου... Δε λέει να κοπάσει, δε λέει ν'αλλάξει ρότα, να μ'αφήσει να νιώσω τ'αρώματα γύρω μου, να πετάξω για λίγο στο γαλάζιο τ' ουρανού, να περπατήσω τα μονοπάτια μου. Βαράει αλύπητα και συνεχόμενα από όλες τις κατευθύνσεις -να μην ξέρεις κατά που να κάνεις, ένα πράγμα- κι ύστερα καραδοκεί με το μαχαίρι ακονισμένο να χαϊδεύει χαιρέκακα το λαιμό με το που ξεγλυστράς να πάρεις μιαν ανάσα... Και γκαστρωμένη νά'μουνα θά'χα γεννήσει! Εννιά μήνες τώρα... Οι μυρωδιές του μούστου ανακατώθηκαν με του νοσοκομείου, η αλμύρα της θάλασσας με τα φαρμάκια, τα κελαρίσματα των αηδονιών με το βουητό των τομογράφων... Κι όλη τούτη η αγωνία, η ατέρμονη μοναχική αγωνία για αποφάσεις αδιέξοδες με αποχρώσεις δυσδιάκριτες κι ανακατωμένες, κι ο φόβος, ο διάφανος τούτος φόβος που χωράει σ'όλα τα χρώματα κι απ'ανάμεσα κι ο θυμός με τ'άδικο, μ'όλη τούτη τη μαυρίλα, τούτους τους διαόλους- φορείς που κυβερνούνε τη ζωή μας και τους χρυσοπληρώνουμε για να μπλέκουμε στα δίχτυα τους, είτε ονοματίζονται δημόσιοι, είτε καμαρώνουν ως ιδιωτικοί.... Τί κρασί να περιμένω καθώς θ'ανοίξω την κάνουλα του βαρελιού; Από σταφύλια φέτος τόσο ταλαιπωρημένα όσο και τα χέρια που τα φρόντισαν και τα τρύγησαν, όσο κι η ψυχή που τα νοιάστηκε; Τί αρώματα, τί γεύση; Μοναχά μην χάσει την δύναμή του και ξυδιάσει, μην ηττηθεί...
Ότι ένας βλαμμένος νταλικιέρης που πριν εννιά μήνες έπεσε καταπάνω μου θα μού'φερνε ένα τέτοιο σερί αγωνίας και γκαντεμιάς -για να μην το ονοματίσω καθώς θά'πρεπε και ξεκάθαρα και σκοτεινιάσω κι άλλο το τοπίο- δε θα το πίστευα ποτέ! Πότε γεννήθηκες ρε "φίλε", πού είχες τ'άστρα σου; Τί σ'έπρωξε κατά πάνω μου κι είχες κι από πάνω την ανυπέρβλητη δύναμη της αναισθησίας σου να χαζογελάς καθώς κόντεψες να μας ξεκάνεις; Απορώ... Όλα τ'άλλα δοκιμασίες της ζωής είναι, αλλά με την αναισθησία πάντοτε θ' απορώ...
Απεγνωσμένα ψάχνω πινελιές από την πλάση γύρω μου να ξορκίσω το πνιγηρό αδιέξοδο, να φωτίσω τούτο τον ίσκιο που βάρυνε τόσο τη μορφή μου, να σταλάξω έστω δυο-τρεις σταγόνες γελαστές σ'ένα κείμενο του φθινοπώρου να μη φαντάζει θλιβερό. Τουλάχιστον, τούτες τις τελευταίες μέρες, έχω τον ήλιο σύμμαχό μου να χαρίζει απλόχερα τη χρυσοκίτρινη λάμψη του στο καφεδί φύλλωμα της αποσύνθεσης του φθινοπωριού... Να με βοηθά ν'ανατρέχω ασθμαίνοντας στα λόγια του Σωκράτη....

"[Η ψυχή]... γαληνεύουσα τα πάθη της, ακολουθούσα τον στοχασμόν και πάντοτε συγκεντρωμένη εις αυτόν, προσηλωμένη εις την θέαν του αληθούς και του θείου και του υπερβαίνοντος την συνήθη αντίληψιν και τρεφόμενη απ' εκείνο, πιστεύει και ότι έτσι πρέπει να ζη έως ότου αν ζη και ότι αν αποθάνη, έρχεται εις ό,τι είναι συγγενές προς αυτήν και όμοιόν της, απηλλαγμένη πλέον από τα ανθρώπινα κακά." 
(Πλάτωνος, "Φαίδων" -απόδοση από το αρχαίο κείμενο: Ε.Παπανούτσος)

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρη συνέχεια...



Άρωμα μούστου και σταφυλιών... η αυλή ζαχαρωμένη... τα χέρια μελωμένα... λεκάνες, κλούβες, σακούλες, σύνεργα παλιακά... κούραση ολημερίς... και κει που σουρούπωνε για τα καλά, εσύ να ρωτάς ξαφνικά "πού τα πας όλα τούτα;"
Τά'λεγα; Δεν τά'λεγα; Δύσκολος μήνας ο Σεπτέμβρης και μήνας συγκομιδής... Και τί καρπούς θα συλλέξεις όταν τόσους μήνες φυτρώνουν πίκρες κι αγωνίες και ταραχές; Δεν τά'λεγα; Να περάσει κι αυτός ο μήνας! Έλα, όμως, που δεν πρόλαβε να περάσει, δεν πρόλαβα καν ν'ανοίξω το ρημαδόστομά μου...
Τέλος πάντων, όπως και νά'χει, τα σταφύλια μπήκαν στο βαρέλι. Σταφύλια πίστεψα και βρήκα. Όχι πολλά. Τόσα όσα να τα καταφέρουμε, απλά να τα καταφέρουμε! Τις μισές ρώγες τις πέταξα, τις μισές τις ξεδιάλεξα για πάτημα. Κι εκεί που κοντεύαμε, μείνανε όλα καραμελωμένα και τρέχαμε στα επείγοντα! Τρεις τα χαράματα ήμουν πίσω να ξεπλύνω, να πλύνω -αμαρτίες και ζάχαρες- ν'αναπιάσω κείνο το προζυμι του Σταυρού, να κοπανήσω ένα τσίπουρο, να λουστώ, μια τσάντα με τα χρειαζούμενα για να φύγω ξανά... Και πάλι καλά...
Είναι παράξενο τί σκέφτεται κανείς τέτοιες στιγμές, όταν μονάχος οδηγεί, πάει-έρχεται, μαύρα μεσάνυχτα, αχάραγα χαράματα, άυπνος, φορτισμένος, σαστισμένος... Και μέσα σ'όλα τούτα να ξεφυτρώνουν τα σταφύλια, τα σταφύλια που δεν πρόλαβαν να πατηθούν! Ανοίγουνε κουτάκια αναμνήσεων, ξεχύνονται έξω επαναλήψεις ξεχασμένες, εικόνες παλιοκαιρισμένες που, όμως, αντανακλούν το ίδιο τούτο συναίσθημα. Τόσα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει: εγώ κι εσύ, οι δυο μας... ο εαυτός μου κι εγώ...τριγύρω κανείς... εκεί, κόλλησα ξαφνικά εικοσιτέσσερα χρόνια πίσω! Τί φουρτούνα να κρύβει τόση ψυχραιμία και πόσες άραγε αθόρυβες κραυγές τόση μοναξιά; Τότε ήμουν παιδί, τώρα όμως;
Να περάσει τούτος ο μήνας, να περάσει κι ο επόμενος... Ο μούστος βράζει, σαν τη δική μου ψυχή. Βράζει και μεταμορφώνεται. Ας βγει γλυκόπιοτο το κρασί, γιατί έτσι και ξυδιάσει, δε γιατρεύεται. Πόσο θα κρατήσει ακόμη; Δυο βδομάδες; Μετά θα σφραγιστεί... άλλη πάλη και τούτη... απόκρυφη, ήσυχη, σκοτεινή... μέχρι να καθαρίσει, διάφανο σαν το γυαλί... κι ύστερα πάλι το νου σου να το μεταγγίσεις, στο πρώτο κατακάθι που φανεί...
Πόσο κουρασμένη νιώθω αυτή τη στιγμή... πόσο πολύ...
Σεπτέμβρης... άστατος, απρόβλεπτος, διπολικός! Κρυάδιασε απότομα στο βουνό των Κενταύρων, κείνων των μέθυσων κι άγριων πλασμάτων, κείνων των γεννημάτων της νεφέλης... μα και βουνό του Χείρωνα, εκείνου του σοφού δασκάλου και θεραπευτή... Σκορπισμένη στ' άκρα, ψάχνω τα μονοπάτια του...

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Σεπτέμβρης...



Ήθελα να σου πω, πως κι αν πια δυστυχώς δεν πολυπιστεύω πως θα δούμε άλλη βελτίωση και πως τα "υποδέλοιπα" μάλλον θα μου κατσικωθούν για μια ζωή, θέλω να του δώσω μια ευκαιρία ακόμη, ένα πρόσθετο μήνα περιθώριο και για λόγους ψυχολογικούς φυσικά -να κρατηθώ στο αισιόδοξο, σάμπως ποιά άλλη εναλλακτική έχω;- και για να περάσει για τα καλά κι ο Σεπτέμβρης -περίεργος μήνας δύσκολος, να δω πως θα κυλήσουν τα πράγματα, πως θα εξελιχθεί το μέσα μου, το έξω μου, το εντός και το επί τα αυτά... Κι ύστερα ξέρω πως θα με ρώτησεις γιατί νά'ναι περίεργος ο Σεπτέμβρης και πώς τον ξεχωρίζω έτσι μέσα απ'το σωρό. Κι επειδή σου κόβει σ'όλα τα επίπεδα, και φυσικά και "μεταφυσικά" και σ'αυτή τη διάσταση και στην άλλη και στην παράλλη, θα ρισκάρω την απάντηση κι ας είσαι επιστήμονας, γιατί κάπου μέσα σου θα το καταλάβεις. Όχι απόλυτα, αλλά όσο χρειάζεται. Όσο δηλαδή το καταλαβαίνω κι εγώ που σ'άλλονε να μ'άκουγα να τα έλεγα θα φοβόμουν πως ξεφουρνίζω σωρό ασυναρτησίες και πως θα τον πιάνανε στην καλύτερη τα γέλια, αν δεν με κοιτούσε και παράξενα σαν νά'μουνα κομματάκι λοξή!
Είναι που ταυτίζομαι, βλέπεις, με τη φύση όσο περνούν τα χρόνια -ή, τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται- κι όπως και να το κάνεις τούτοι οι μήνες της μετάβασης, σαν τον Μάρτη της άνοιξης έτσι και τον Σεπτέμβρη του φθινοπωριού, την ταλαιπωρούν. Έτσι κι εμένα. Με το έμπα της άνοιξης κοιλοπονά... δεν είναι κι εύκολο να ετοιμάζεσαι να γεννοβολάς πλάση ολάκερη χωρίς σταματημό! Να μην ξεχνάς ούτε κείνο το τοσοδούλικο κρινάκι στην άκρη του γκρεμού! Όλα να τα φέρεις στο φως, όλα τα τα προκάμεις, με τη σειρά τους, με τα χρώματα και τ'αρώματά τους, με τους φίλους και τους εχθρούς τους, τους τόσους όσους χρειάζονται ώστε να προλάβουν όλα τους ν'ανασάνουν, ν'αντικρύσουν το χαμόγελο του ήλιου του άνακτα έστω για μια φορά και να παραδόσουν τη σκυτάλη στα επόμενα και στα διπλανά τους. Απ'την ανάστροφη κι ο Σεπτέμβρης! Μεταβατική περίοδος, βλέπεις, κι αυτή. Δεν είναι σαν το χειμώνα που ησυχάζει, λαγοκοιμάται και κλωσσάει, μερόνυχτα ατέρμονα, τη σπορά. Κι αν λένε πως η Δήμητρα το χειμώνα στεναχωριέται που ο Πλούτωνας της άρπαξε τη θυγατέρα και στέκεται θλιμμένη και μουτρωμένη, πεισμώνει και γίνεται στείρα και μελαγχολική, είναι που της κακοφαίνεται που χάθηκαν έξαφνα τα παιδιάστικα γέλια του καλοκαιριού και που όλη τούτη τη φούρια της την εαρινή και τα βάσανά της να τα κοσμήσει όλα καθώς πρέπει και γιορτινά δεν τα υπολόγισε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου και τα παράχωσε σιγά-σιγά και λιγουλάκι στα μουλωχτά μέσα της, στη μήτρα της τη σεβαστή και την αρχέγονη, να βρει τη δύναμη να τα επωάσει ξανά, να στήσει το γκρίζο καμβά, να βουτήξει τ'ακροδάχτυλα στο πέπλο της Ίριδας και να τα χρωματίσει και πάλι από την αρχή. Είναι τούτη η μελαγχολία του χειμώνα όπως όταν κοιτάζεις ώρες το λευκό χαρτί κι οι λέξεις που ζητάς χάνονται και δε φανερώνονται... Σαν τις ακτίδες του ήλιου που κρύβονται πίσω από τα φουσκωτά σύννεφα. Αλλά γνωρίζεις πως είναι εκεί κι ώσπου να προβάλει η ανοιξη, θα φανούν κι αυτές. Για αυτό σου λέω, το χειμώνα η Δήμητρα ησυχάζει, φυλάει μέσα στη μήτρα τη θυγατέρα της και προσμένει πότε θα της φανερωθεί. Δεν είναι τότε που τα βάζει με θεούς κι ανθρώπους κι αναζητά απελπισμένη σ'όλη την πλάση να τη ματαβρεί. Λάθος το καταλάβαμε. Τέλη Σεπτέμβρη της την άρπαξε ο Χθόνιος θεός, τέλη Σεπτέμβρη που μεστώνουνε τα ρόδια. Δεν το θυμάσαι πως της πρόσφερε ζουμερό καρπό ροδιάς για να την ξεγελάσει και να την παρασύρει στα δώματά του; Πότε άλλοτε λοιπόν; Για αυτό σου λέω, άσε να περάσει και τούτος ο μήνας κι εκείνος που τον ακολουθεί για σιγουριά, και βλέπουμε... Είναι περίεργος μήνας και δύσκολος.
Άσε που τούτο το μήνα, άντε και τον επόμενο -τώρα που γίνηκαν όλα αχταρμάς- θα μαζέψουμε τη σοδειά μας. Μήνας καρποσυλλογής! Όλα κείνα που γεννοβολούσε η πλάση την άνοιξη, όλα τα τρυφερά βλαστάρια τα εαρινά, τώρα θα δώσουν τον καρπό, τον στέρεο καρπό. Όχι τον τρυφερό κι εφήμερα αναλώσιμο του καλοκαιριού, αλλά κείνον της υπομονής που μαθαίνει σιγά-σιγά να προστατεύεται, που φτιάχνει μέρα με τη μέρα του καλοκαιριού την πανοπλία του για να προλάβει να μεστώσει για τα καλά ώστε να επιβιώσει για όλο το χειμώνα. Δε βλέπεις τα καρύδια; Πράσινη χλαμύδα που σε ξεγελά κι από κάτω κέλυφος σκληρό στο χρώμα της γης, μήτρα σκληρή, και παραμέσα ο καρπός - λευκό, κάτασπρο γάλα που παίρνει σχήμα και μορφή αργά, όλες κείνες τις μέρες του καλοκαιριού που εσύ χαμογελάς και γεύεσαι τα τρυφερά ροδάκινα, μέχρι να δυναμώσει, να ψηθεί, να βγει στο φως στέρεο, κι άμα φροντίσεις σωστά, να μείνει ατόφιο όλο το χειμώνα που ακολουθεί, να σε στυλώνει.
Περίεργος μήνας ο Σεπτέμβρης. Κι όλα τούτα πρέπει να τα προλάβω. Να είναι όλα έτοιμα, ταχτοποιημένα για το χειμώνα που έρχεται. Κι εγώ μαζί! Είναι εκείνη η ταύτιση με τη φύση, που λέγαμε... Δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Ακόμη συλλέγω καρπούς. Ρόδια, καρύδια, κυδώνια και ξινόμηλα... Τα ξύλα για τη φωτιά τα βόλεψα. Στεγνά -ιδρώσαν όλους τούτους τους μήνες- στοιβιασμένα, προφυλαγμένα από τη βροχή και το χιονιά, να μπορώ ν'ανάψω τη φλόγα. Με τους καρπούς δεν ξεμπέρδεψα ακόμη. Κάποιοι βιάζονται, κάποιοι καθυστερούν, άλλοι προέκυψαν τζούφιοι και βγαίνω στη γύρα ξανά! Άσε να περάσει ένας μήνας ακόμη και βλέπουμε. Να ξεσοδέψω. Για να μπορέσω να δω πως θα πορευτώ. Τί θα κρατώ στα χέρια μου...
Είναι και το άλλο, μην ξεχνάς. Δύσκολη τούτη η άνοιξη, περισσότερο από άλλες. Κι όταν είναι δύσκολα τότε που ανθίζει η πλάση, θέλεις νά'ναι εύκολα τώρα που ξεψυχά; Μη γελιόμαστε. Θέλει προσοχή. Φύτρωσαν και τόσα αγκάθια στο χωράφι φέτος αντάμα με τα εαρινά αγριολούλουδα, κι αν τώρα ο καιρός τα αποκοίμισε και μοιάζουν και τούτα αποκαμωμένα, ράθυμα κι όχι τόσο επιθετικά, εγώ πρέπει να βρω τρόπο να τα ξεπατώσω! Πριν φύγει το φθινόπωρο, πριν γίνουν τα ξερά βλαστάρια τους λίπασμα ξανά στη γη. Τροφή για την επόμενη άνοιξη. Κι αυγατέψουν και θεριέψουν και μου στερήσουν τα χρώματα για άλλη μια φορά... Πολύ δύσκολος μήνας και παράξενος, σου λέω...
Και μέσα σ'όλα τούτα κρασί δεν έφτιαξα. Κοιτάζω την κληματαριά. Στραβή χρονιά και για κείνη. Καρποί λιγοστοί, ταλαιπωρημένοι, ρώγες λαμπερές μπερδεμένες με τζούφιες κι άρρωστες. Και εγώ ζητώ από τούτες τις ρώγες να κάνω καλό κρασί! Με πέντε χούφτες κακομοιριασμένα τσαμπιά ακόμη πιστεύω πως κρασί θα φτιάξω και φέτος! Κι ας μην έχει ούτε η γειτονιά! Κι ας μη δέχομαι ούτε τα αγοραστά, των εμπόρων, παρά μονάχα τούτα τα ντόπια, γνώριμα νταμάρια, χωρίς φάρμακα θαυματουργά κι επίφοβα κι ας κουβαλούν και ρώγες άρρωστες. Τούτες τουλάχιστον φαίνονται, τις βλέπω μπροστά μου. Θα τις ξηλώσω μια-μια. Εγώ που δεν έχω καμιά υπομονή, αποχτώ. Εδώ απέχτησα μ'άλλα κι άλλα. Πιο δύσκολα, πιο επώδυνα, πιο τρομακτικά... Ακόμη πιστεύω πως θα βρω. Βλέπεις τρέλα που με δέρνει; Θα μου πεις, εδώ ελπίζω πως θα νικήσω άλλα κι άλλα, ξέρεις εσύ. Αυτό κι αν είναι τρέλα...
Λοιπόν, θα ξετρυπώσω κάπου. Θα ζαλικωθώ σαν το γομάρι στα "καλντρίμια" και θα τα συγκεντρώσω εδώ. Και ρώγα-ρώγα θα ξεδιαλέξω μόνο τις λαμπρές.  Ώρες ατελείωτες... Και θα μπούνε στο βαρέλι. Μαζί με το ευλογημένο τσαμπί απ'του Σωτήρος. Και θα πάρουν βράση. Πρωί και βράδυ θα τις ακούω να σιγομιλούν, να μουρμουρίζουν. Θα τις ανακατώνω με το ξύλο κι αυτές θα μου τραγουδούν. Σειρήνες του Σεπτέμβρη κι αυτές, τί νομίζεις;  Είναι η στιγμή που το ερωτεύομαι, όταν μουστώνω και το ακούω καθώς βράζει να σιγοτραγουδά... Κι όσο περνούν οι μέρες το τραγούδι θα λιγοστεύει, θα καταπαύει. Το φως της λαμπάδας μες στο βαρέλι δε θα σβήνει πια, θα αρχίσει να "γαλαζιάζει" που μού'πε κείνος ο παππούς και τόσο μ'άρεσε! Κι ύστερα θα μένει ολόφωτο, πύρινη φλόγα αναμμένη. Άλλο οξυγόνο δεν αποζητά πια. Ο βρασμός κόπασε, ο μούστος μεταμορφώθηκε. Τώρα θέλει να ησυχάσει, να κοιμηθεί. Να σφαγιστεί και να απομείνει στη δροσιά του φθινοπωριού να ξεδιαλύνει σιγά-σιγά από όσα το βαραίνουν και το εμφανίζουν θολό, να περισυλλέξει τ'αρώματα που ζητά και να καθαριστεί, να διαφανέψει, για να στάξει ύστερα, αργά-αργά, όσο μια χοντρή κλωστή, όσο ένα υφάδι, διαυγές και λαμπερό μες στο γυαλί...
Πόση ομορφιά τούτη η διαδικασία... Για να ευφραίνει, όλη τη χρονιά, τις ταλαίπωρες και δέσμιες ψυχές μας... να τις ελευθερώνει... να δραπετεύουν κι αυτές απ'το κορμί.. Μήνας του Διόνυσου ο Σεπτέμβρης, πώς να μην είναι διαφορετικός; Του φθινοπώρου, της Περσεφόνης και της Μάνας Γης που την χάνει και την αποζητά. Των καρπών και της ζύμωσης του κρασιού. Μήνας του Σταυρού -Σταυρωτή τον ονόμαζε κάποτε ο λαός μας- τότε που πιάνουν -καθόλου τυχαία κι αυτό- οι παλιακές νοικοκυρές το καινούριο προζύμι της χρονιάς με το βασιλικό της εκκλησίας... Ένατος στη σειρά αλλά φαντάζει πρώτος για τα σχολεία, την εκκλησιαστική χρονιά και κάποτε και για τους αγρότες. Κι όμως έβδομος ορισμένος αρχικά, όπως μαρτυράει και το όνομά του: από το σεπτό επτά με τη δασεία, το σεβαστό, το ιερό σε κάποια "γράμματα", τότε που λογίζαμε πρωτοχρονιάτικο το Μάρτη, τον πρώτο της άνοιξης, τον αφιερωμένο στο θεό του πολέμου Mars ή Άρη, του πολεμοχαρή και καταστροφικού θεού, πού'χε γιους κι ακόλουθους πιστούς στη μάχη το Φόβο και το Δείμο (τρόμο)... Περίεργο... Με το έμπα του Μάρτη ξεκίνησε, θυμάσαι;... Ακόμα πιο περίεργο... κόρη του υπήρξε και η Αρμονία... Τούτη που ολάκερη η πλάση αποζητά... Τούτη που ο μύθος έπλασε μάνα της μάνας του Διονύσου...
Είδες πόσα πολλά αναλογούνε στο Σεπτέμβρη; Πολύτιμος μήνας. Ξεχωριστός. Μήνας που τα πράσινα αρχίζουν να γίνονται πορτοκαλιά, κι η μέρα πιο λιγοστή απ' την νύχτα... Παράξενος μήνας, δύσκολος... Άσε, λοιπόν, να δούμε λίγο ακόμη...

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Φθινοπωρινές ανταύγειες στο βουνό... (Πήλιο)




Πάνω που επιτέλους σταμάτησε το ασταμάτητο τσουρόβροχο κι η παγωνιά, πάνω που επιτέλους έσβησε η μουρτζουφλιά τ'ουρανού κι ο ήλιος χαμογέλασε, πάνω που η πλάση φόρεσε τα χρυσοπορτοκαλιά κι ετοιμαζόμουν να χυμήξω στα χρώματά της και να παίξω -αλλά και να εργαστώ- στο μικρό μου Παράδεισο, ξυπνάω, μαύρα μεσάνυχτα, μ'έναν πόνο που δε βολεύεται πουθενά! Και καταλήγω να τρέχω στην πολιτεία για γιατρό- ειδικότητα που δεν είναι στις προτιμήσεις μου και αποφεύγω να επισκέπτομαι, πλην ελαχίστων συγκεκριμένων εξαιρέσεων. Έλα όμως που το χέρι, πέρα απ'τον πόνο, σαν να μην πήγαινε πάνω... και σίγουρα δεν πήγαινε δεξιά! Και τα χέρια μου είναι τα απόλυτα εργαλεία μου με ό,τι και να ασχολούμαι!



Ορθοπαιδικό -δόξα τω Θεώ- δεν είχα (ή, τέλος πάντων, απέφευγα να έχω) χρειαστεί και δεν ήξερα που να πάω. Τελικά ρώτησα και διστακτικά κατέληξα κάπου. Κι όσο περίμενα στο ιατρείο -περιέργως ο πόνος είχε μειωθεί- όλο και μετάνιωνα που ξεκουνήθηκα να πάω. Μπαίνω μέσα. "Τί έχουμε εδώ;" ."Μπορεί και να μην έχω τίποτα... αλλά επειδή είμαι σκυλί στον πόνο και ξύπνησα μες στη νύχτα με μια σφαγή..." Παίρνει το χέρι, το γυρνάει -όσο πάει- από δω.. το γυρνάει -όσο πάει- από κει... δαγκώνομαι... κρακ-κρουκ... "Δεν τον ακους τον τένοντα;" Πιάνει και το αριστερό... "Κι αυτό έτοιμο είναι... το ακούς πως κάνει;Τί κάνεις με τα χέρια σου; Αντρικές δουλειές;" ."Ε..όσο νά'ναι τά'χω ταλαιπωρήσει." Τενοντίτιδα λοιπόν στο ώμο(εμένα πονούσε όλος ο βραχίονας) και "απόλυτη ακινησία"! "Θα πας να πάρεις κι ένα "φάκελο" από το φαρμακείο να το κρεμάσεις μέσα." "Σοβαρολογείτε τώρα;" "Και θα κοιμάσαι και μ'αυτόν." Υπέροχα! Κι άντε και χάπια αντιφλεγμονώδη και "να σου γράψω και κανένα λοναρίντ". "Τέτοιο καταπέλτη; Αποκλείεται! Εγώ μόνο ντεπόν παίρνω.". "Εδώ σε άλλους κάνουμε ενέσεις με κορτιζόνη.." "Ούτε να το σκέφτεστε!"



Ρεζουμέ: Κατέληξα τις καλοκαιρινότερες μέρες του φθινοπώρου (μεταξύ μας, αφύσικα καλοκαιρινές) με το χέρι δεμένο, τα νεύρα τσατάλια και πακετάκι μια κωλοϊωση με τη μύξα που δε σταματά και το σπαστικό βήχα πιστό σύντροφο να τη συνοδεύει ... να παρατήσω όλες τις εργασίες μου στη μέση και να μη μου επιτρέπεται ούτε καν να γράψω για να εκτονωθώ, ούτε καν τη φωτογραφική να κρατώ στο χέρι! (για ύπνο, δεν το συζητώ, αλλά αυτό είναι το τελευταίο!)



Χθες λοιπόν, ξανακατέβηκα να βγάλω μια ακτινογραφία και να με ξαναδεί. Ν'αρχίσω να κάνω τις ασκησούλες που μου έδειξε για να μη μείνει μαγκωμένο το χέρι και θέλει φυσιοθερεπεία. Επιτέλους! "Εγώ να ξέρετε αυτόν τον φάκελο δεν το μπορώ. Και γιατί πρέπει νά'ναι έτσι γωνία κρεμασμένο το χέρι; Άμα το βγάζω και το κινώ από τον αγκώνα και κάτω;" "Τέλος πάντων. Να προσέχεις να μένει το μπράτσο στον κορμό.." "Ε, φυσικά... Τότε μπορώ να κλαδέψω και τις τριανταφυλλιές μου;"συνέχισα τη σκέψη μου η καλή σου. Ε, δεν άντεξε άλλο ο γιατρός, απήυδησε! Κοίταξε το ταβάνι και μονολόγησε: "Ε, τί να της πω τώρα; Τί να της πω;!"



Πάντως έχει κουράγιο να θέλει να με ξαναδεί σε πέντε μέρες και -μεταξύ μας- με ρώτησε και πώς να κλαδέψει τις δικές του τριανταφυλλιές!



Οπότε χθες ξεκίνησα τις ασκησούλες μου και το χεράκι (φτου-φτου) πάει καλά, τόσο που σήμερα τις εμπλούτισα και με άλλες δικές μου (μπας και ξεμπερδεύουμε μιαν ώρα αρχίτερα!) και το απογευματάκι, δεν κρατήθηκα, κρέμασα χέρι και φωτογραφική στο λαιμό (τελικά ο αυχένας θα την πατήσει!) και πήρα σβάρνα τα μονοπάτια...



Μοναχά που ο ήλιος κατηφόριζε ταχέως προς τας εσπέρας και δεν πολυπρόλαβα να θαυμάσω τις κιτρινοπορτοκαλιές ανταύγειες του βουνού να λούζονται φως και να μαρμαρυγούν κάτω απ'τις ακτίδες του... Κάτι γωνίτσες μόνο τσάκωσα που φεγγοβολούσαν ακόμη...



Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Νεραντζάκια του Πηλίου!

Δικαιούνται μιαν εγγραφή. Τώρα, αν εγώ, ξέμαθα να γράφω εδώ και να μοιράζομαι εικόνες, δε μπορώ να τους τη στερήσω! Χρόνια τα κυνηγούσα να τα πετύχω με το φακό, και φέτος που επιτέλους τα κατάφερα, είναι κρίμα να μένουν καταχωνιασμένα στη μοναξιά του φωτογραφικού λευκώματος. Όπως και να το κάνεις, είναι ξεχωριστά, από τα πιο εντυπωσιακά του είδους τους, και, πόσο μάλλον, που είναι ακίνδυνα και νοστιμότατα!



Είχα λυσσάξει να βγω στο βουνό για μανιτάρες. Η απόλυτη ψυχοθεραπεία! Αν μπορούσα νά'μαι κάθε μέρα του φθινοπώρου να τις αναζητώ! Εκείνη τη μέρα, πάντως, το βουνό δε μού'κατσε κι απογοητευμένη είπα να κάνω μια στάση σε πιο προσβάσιμα μονοπάτια, μιας και μου καλάρεσε το σκηνικό, μπας κι ανακαλύψω καμιά να βγάλω το άχτι μου. Ξαναχαλάστηκα, όμως, καθώς συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει λαός. Δυο-τρεις σωροί από κομμένα μανιτάρια ανάκατα -παλαβά, φαγώσιμα κι άλλα με άγνωστο ποιόν για μένα- παρατημένοι κάτω απ'τα δέντρα, με εξέπληξαν δυσάρεστα. Παρακάτω, κάποια κλωτσημένα. Μα ποιοι ανίδεοι περάσαν από δω; Παρ'όλα αυτά, ο εθισμός είναι εθισμός, και χώθηκα σα λαγωνικό μες στο δασάκι μπας κι ανακαλύψω κάτι. Μοναχά μια μικρή βασίλα, καλοκρυμμένη, είχε διασωθεί, κι ας περπάτησα κάμποσο. Τρις απογοητευμένη πήγα να μπω στο αυτοκίνητο. Αλλά δεν ησύχαζα! "Εκεί από κάτω δεν πήγα... Ας πεταχτώ μια στιγμή!" Παράτησα τη φωτογραφική στο αμάξι και άρχισα πάλι το περπάτημα, χωρίς πολλές ελπίδες. Ώσπου, κάπου στο βάθος, πήρε το μάτι μου ένα ολοστρόγγυλο, καραπορτοκαλί μπαλάκι να κάνει τη διαφορά στο καφετί τοπίο! "Είναι δυνατόν;!"



Έτρεξα να το φτάσω! Ένα πανέμορφο νεραντζάκι μου χαμογελούσε φαρδιά πλατιά! Και πιο κάτω άλλο! Κι εγώ χωρίς τη φωτογραφική μηχανή! Κοίτα να δεις τί γίνεται όταν μπλέκονται δυο πάθη! Για πότε έτρεξα πίσω στο αυτοκίνητο να την πάρω, προσπαθώντας να βάλω σημάδια με το νου ώστε να τα ξαναβρώ, μην τα χάσω!....Κι ύστερα κι άλλο!



Κι άλλα!



Ε, φέτος, για μένα, ήταν η χρονιά τους! Ξαναπήγα, ξαναβρήκα, τα ξαναπαθανάτισα (και τα τηγάνισα, βεβαίως-βεβαίως! )...



κι όσο και να φαίνεται υπερβολικό ο ενθουσιασμός μου ήτανε μικρού παιδιού, δηλαδή πολύ μεγάλος! Μα, τόσα χρόνια να μην τα πετυχαίνω, και δη με τη μηχανή, τούτα που είναι τα πιο όμορφα και φωτεινά από όλα τους, που είναι μικρές σταγόνες ήλιου στο χλωμό φθινοπωρινό τοπίο;



Να σας συστήσω, λοιπόν, τα λιλιπούτεια φωτομοντέλα μου: Νεραντζάκια του Πηλίου ή, επισήμως, Αμανίτης ο Καισαρικός (Amanita caesaera) (Εμ, κανένα όνομα δεν είναι τυχαίο!): Στην αρχή ξεπροβάλλουν σα μικρά αυγουλάκια τυλιγμένα σ'ένα λευκό πέπλο -υπολείμματα του οποίου φαίνονται σε κάποιες φωτογραφίες, και δεν έχουν σχέση με τις "πιτσίλες" του λεγομένου παλαβού και παραισθησιογόνου ξαδέρφου τους:


Η λευκή μεμβράνη σχίζεται και αναδύεται το πορτοκαλοκόκκινο -ή και πορτοκαλοκίτρινο- στρογγυλό νεραντζάκι, του οποίου το κεφαλάκι, στη συνέχεια, ανοίγει σιγά-σιγά, σαν ομπρελίτσα, μέχρι να γίνει εντελώς επίπεδο. Έχει κιτρινωπά ελάσματα και κιτρινωπό ποδαράκι με ομοιόχρωμο δαχτυλίδι. Η σάρκα του είναι λευκή, ενώ κιτρινίζει κι αυτή μοναχά αμέσως κάτω από την πορτοκαλιά επιδερμίδα.



Μα τί ομορφιά μας χαρίζει τούτη η φύση.....


Άντε και του χρόνου! (μιας και μας πιάσανε τα κρύα εδώ και δεν ευελπιστώ για άλλα, τουλάχιστον του είδους τους...)

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Σαλούστιος..

Σαλούστιος, "Περί Θεών και Κόσμου"
αποσπάσματα "σκόρπια"...
(απόδοση στα νεοελληνικά: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου)


[IX.3.] "Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη ότι οι Θεοί φροντίζουν για τον Κόσμο χωρίς οι ίδιοι να σκέφτονται ή να προσπαθούν γι' αυτό. Αντιθέτως, όπως τα σώματα που έχουν μια δύναμη επενεργούν, μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν - για παράδειγμα ο ήλιος φωτίζει και ζεσταίνει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει-, έτσι πολύ περισσότερο και η Πρόνοια των Θεών υπάρχει από μόνη της και επεκτείνεται χωρίς κόπο στους αποδέκτες της Πρόνοιάς τους."


[IX.8.] "Αν όμως οι κακοί ευτυχούν, ενώ οι αγαθοί ζουν μέσα στη φτώχεια, αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Οι πρώτοι κάνουν τα πάντα, ενώ οι δεύτεροι δεν κάνουν τίποτα από επιθυμία για τα πλούτη, και η ευτυχία των κακών δεν θα ξερίζωνε από μέσα τους την κακία, ενώ στους αγαθούς η Αρετή και μόνο είναι αρκετή."


[XII.1.] "Αλλά πώς υπάρχει το κακό στον Κόσμο, αφού οι θεοί είναι αγαθοί και είναι αυτοί που δημιουργούν τα πάντα; Ή μήπως πρέπει εξαρχής να πούμε το εξής, ότι η φύση του κακού δεν υπάρχει, αφού οι Θεοί είναι αγαθοί και αυτοί δημιουργούν τα πάντα, αλλά γεννιέται από την απουσία του αγαθού, όπως και το σκοτάδι δεν υπάρχει από μόνο του, αλλά γεννιέται από την απουσία του φωτός;"


[XIV.2.] "Όταν είμαστε αγαθοί λόγω ομοιότητας με αυτούς, βρισκόμαστε κοντά στους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί λόγω ανομοιότητας, απομακρυνόμαστε από αυτούς. Όταν ζούμε ενάρετα, πλησιάζουμε τους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί, τους βλέπουμε ως εχθρούς μέσα μας, όχι επειδή εκείνοι οργίζονται αλλά επειδή τα αμαρτήματά μας δεν επιτρέπουν στους Θεούς να μας διαφωτίσουν, και μας συνάπτουν αυτά με τιμωρητικούς δαίμονες.[...] Άρα το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς είναι σαν να λέμε ότι ο ήλιος κρύβεται από όσους έχασαν την όρασή τους."


[XIX.1.] "Δεν πρέπει να απορούμε που οι τιμωρίες των αμαρτημάτων είτε αυτών είτε άλλων δεν επακολουθούν αμέσως μετά τα αμαρτήματα. Διότι δεν τιμωρούν τις ψυχές μόνο οι Δαίμονες αλλά και η ψυχή, που παραδίδεται από μόνη της στην τιμωρία, και αφού οι ψυχές παραμένουν στην αιωνιότητα, δεν θα έπρεπε να τύχουν όλων των τιμωριών τους σε λίγο χρόνο. Ακόμη, επειδή πρέπει η ανθρώπινη αρετή να υπάρχει. Διότι αν τα αμαρτήματα ακολουθούνταν αμέσως από τις τιμωρίες τους, οι άνθρωποι θα έπρατταν το δίκαιο από τον φόβο της τιμωρίας και δεν θα είχαν μέσα τους την αρετή."


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Γουργουλιάνες του χειμώνα.....

Κι αν πέρσι μάζευα γουργουλιάνες στα μέσα του Νοέμβρη (βλ.: Γουργουλιάνες και κοκκινομανίταρα!), φέτος ανταμωθήκαμε καλό Δεκέμβρη! Έχω, λιγουλάκι αρχίζει να μπερδεύομαι με τον καιρό -λίγο μου τά'χει ανακατώσει- μιας και, όσο νά'ναι, μου φαίνεται περίεργο νά'χει μπει ο χειμώνας και να κόβω ντοματάκια και μελιτζάνες από το μπαξέ (για μέχρι πριν μια βδομάδα μιλάμε πάντα, γιατί τώρα πια κρυάδιασε για τα καλά), αλλά, η αλήθεια είναι, πως δε με χάλασε καθόλου που τέτοια εποχή κατάφερα να βρω ένα σωρό γουργουλιάνες! Και μάλιστα όχι χαμηλά στα περιβόλια, αλλά στα πιο ψηλωμένα. Τό'χα βάλει πείσμα να εντοπίσω κάποιες θαρρετές που θα ξεπρόβαλαν μες στο κρύο, αλλά δεν το περίμενα να τις συναντήσω όλες μαζί να μου ποζάρουν, ανέγκικτες από ανθρώπινο χέρι και σε σημείον κεντρικόν, μες στην πιάτσα σαν να λέμε! Γύριζα από δω, γύριζα από κει κι όλο ξετρύπωνα από καμιά κρυμμένη! Μιλάμε για πόρωση! Ό,τι πρέπει για ν'αδειάζει το κεφάλι απ'τα προβλήματα και να γεμίζει εικόνες! Κι επειδή ήταν όλες μία και μία, σωστές καλλονέςκαι μάλιστα νεότατες, φρεσκαδούρες και καθόλου σκουληκοφαγωμένες, ε, είπα κι εγώ να τις τιμήσω -και εκτός στομαχίου!- και να βάλω από καμιά κι εδώ να στολίζει το διαδικτυακό σπιτικό μου!





Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Πήλιο... φθινοπωρινά αρώματα...


Το βουνό του Χείρωνα στολίστηκε στα πορτοκαλιά, ο ουρανός μελαγχόλησε και γκρίζαρε σα μεσόκοπος που πορεύεται προς το χειμώνα της ζήσης του, τ' άρωμα της βρεγμένης γης πότισε την ανάσα μας κι η πλάση, αέναος καλλιτέχνης, ανανέωσε για άλλη μια φορά τις αποχρώσεις στην παλέτα της για να τις συνταιριάξει με την εποχή...

Όσο κι αν λέω ότι αγαπώ την άνοιξη, το φθινόπωρο, όπως κι η κάθε εποχή, μπορεί να σε μαγέψει... Εδώ, γεννιέται στο κοκκίνισμα των μήλων και στις ευωδιές των σταφυλιών, ύστερα τρυπώνει στο άρωμα του φρεσκοκομμένου ξύλου και των πολύχρωμων μανιταριών του βουνού και καταλήγει στις απίθανες χρυσοκιτρινοπορτοκαλί ανταύγειες των δέντρων, στη θαλπωρή της ξυλόσομπας και της φωτιάς που αντιφεγγίζει στο δωμάτιο, στη γεύση του καινούριου κρασιού της κληματαριάς...

Με απλές πινελιές, η φύση μας ξεδιπλώνει την ομορφιά και μας την προσφέρει, μας προβάλει το πρότυπο του Δημιουργού για ακολουθήσουμε τα χνάρια του, ως λιλιπούτεια δημιουργήματα και ως λιλιπούτειοι, παράλληλα, δημιουργοί... αλλά δυστυχώς εμείς έχουμε ξεχάσει ν'αφουγκραζόμαστε την αρμονία, να βιώνουμε την απλότητα της ομορφιάς και ό,τι πλάθουμε συνήθως φαντάζει παράταιρο, άγαρμπα κι άκαιρα στολισμένο, άψυχο... Ευτυχώς όμως, κάπου-κάπου, μας χαμογελούν κι οι εξαιρέσεις...


... πίνακες ζωγραφικής της πλάσης, που το χέρι του ανθρώπου πρόσθεσε τα δικά του χνάρια με σεβασμό..


... πλάι στο ασημόγκριζο της ιερής ελιάς...


ή ανάμεσα στο μαυροπράσινο των κυπαρισσιών που πασχίζουν να φτάσουν τον ουρανό...


Το φθινόπωρο απλώθηκε στο βουνό των Κενταύρων... και ξεδιπλώθηκε μ'όλη του την ομορφιά σε μια στροφή, καθώς άφηνα το χωματόδρομο...


μού'κλεισε το μάτι κάτω από μια ομπρέλα, το πρωινό της Παναγιάς..


ξεχύθηκε σα χείμαρρος να μεταμορφώσει τις εικόνες μου...


...μου μαγνήτισε τη ματιά με τα έντονά του χρώματα..


...και με κέρασε ένα ποτήρι κρασί, μ'αγριοντόματα τηγανιτή -τελευταία συγκομιδή απ'τον κήπο του καλοκαιριού...


...τόσο απλά και τόσο όμορφα....

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Γουργουλιάνες και κοκκινομανίταρα!


Έφαγα τα λυσσακά μου, φέτος το φθινόπωρο, να βρω μια γουργουλιάνα! Μα δε μου καθόταν, λέμε.... με τίποτα... Καταρχάς το καλοκαίρι δεν έλεγε να τελειώσει-όχι πως με πολυχάλασε αυτό, γιατί εγώ παιδί του καλοκαιριού είμαι... αλλά ρίξε και μια βροχούλα στο ανάμεσο! Τίποτα! Ξεραϊλα σκέτη! Κι όταν κάποτε αποφάσισε να βρέξει, η αφυδατωμένη γη ούτε που πρόλαβε να ξεδιψάσει! Σαν να μην την αγγίζαν οι σταγόνες, τζάμπα ο κόπος τους, τζάμπα το ταξίδι απ'τα ουράνια... "Βρήκες καμιά μανιτάρα;" "Μπα..." Άντε και ξανάβρεξε, μια και δυο. Και μου φέρανε πεσκέσι μια γουργουλιάνα. Άλλη η χάρη, όμως, να τη βρεις μονάχος, να την ψάχνεις με το βλέμμα σου, ομπρελίτσα στητή να καμαρώνει στο καστανοπράσινο τοπίο! Είπα να ξαμοληθώ... τζίφος! Βρε, δεν πά'νά'χαν ανθίσει τα κυκλάμινα, δεν πά'να σκάσαν οι βασίλες και τα καλογεράκια στο βουνό, γουργουλιάνα καμιά! Και δεν ήμουν η μόνη που την είχα άχτι! Ποζάρουν κι υπέροχα οι άτιμες και κουβαλούσα μες στις γλίστρες και τη μηχανή... τζάμπα ταλαιπωρία! Μονάχα οι βασίλες μου καθήσανε, άντε και κανένα καλογεράκι!


Ε, μπήκε για τα καλά ο Νοέμβρης, κρυάδιασε, ντουμανιάσαμε τις σόμπες.. κόντεψα να ξεχάσω τις έρ'μες τις γουργουλιάνες! Το πήρα απόφαση, ότι φέτος γουργουλιάνα δε θα μου κάτσει! Κι όπως βρέθηκα με μια παρέα για κρασάκι, ενώ έξω έβρεχε του καλού καιρού, αντικρύζω μια τσουρουφλισμένη ξάπλα στο πιατάκι. "Βρήκα και μια γουργουλιάνα!" ακούω! Ώπα, εδώ είμαστε! Το επόμενο απόγευμα ξαμολήθηκα! Μία, δύο, τρεις! Μιλάμε για χαρά, σαν παιδί που του χαρίσανε το αγαπημένο του παιχνίδι! Κι ύστερα παραδίπλα, αγκαλιές κάτι μανιταράκια συμπαθέστατα. Καθ'ότι σχετικά καινούρια στο άθλημα, τα κύτταξα με δυσπιστία... Δε μοιάζαν μ'εκείνα τα γλιτσερά τα παλαβιάρικα. Νά'ναι "κοκκινομανίταρα";. Ε, δεν ήθελα και να γεμίσω τις τσάντες με παλαβά, παίρνω ένα δείγμα να μου το τσεκάρουνε οι πιο ειδικοί και σκέφτομαι "Δε βαριέσαι.. τώρα παίρνει να σκοτεινιάσει... αν είναι καλό, πουρνό-πουρνό έρχομαι να τα μαζέψω.. Δε θα με προλάβει άλλος "κυνηγός"". Έτσι νόμιζα τουλάχιστον! Αλλά υπολόγιζα χωρίς τον ξενοδόχο...


Το δείγμα μου απεδείχθη μια χαρά κοκκινομανίταρο και πολύ χαλάστηκα που άφησα τα αδερφάκια του να περιμένουνε. Βροχή, ξεβροχή, ξεκίνησα το πρωί για το "μέρος" με μπόλικες σακούλες! Πόσα και πόσα με περιμένανε! Έκανα και σχέδια πώς θα τα χωρέσω στον τιγκαρισμένο καταψύκτη, να τρώμε κοκκινομανίταρα όλο το χειμώνα! Αμ δε! Φτάνω κι αντικρύζω βομβαρδισμένο τοπίο! Τα χώματα πεταμένα, γούρνες παντού, φρεζαρισμένα θαρρείς τα πάντα! Λες κι είχε περάσει κανένας μανιακός με την τσάπα κι έψαχνε χρυσάφι! Όλα ανακατωμένα! Βρε τα κωλογούρουνα! Σήμερα βρήκαν να ξαμοληθούν εδώ; Λοιπόν αυτά τα παλιοκαπριά, που τα λυπόμουν που τα κυνηγούσανε, πολύ μού'χουν μπει στο μάτι! Δε φτάνει που τρομάζουν τα αγαπημένα μου άλογα -κι είχαμε ουκ ολίγα ατυχήματα φέτος... ούτε να τα σκέφτομαι δε θέλω- δε φτάνει που δεν έχουν αφήσει όρθιο νιόφυτο δεντράκι στα χωράφια για να τρίβουν τη χοντροπλατάρα τους, δε φτάνει που για να ποτίζεις το καλοκαίρι πρέπει κάθε φορά να σκάβεις απ'την αρχή γούρνες κι αυλάκια σ'όλη την έκταση, δε φτάνει που έχουνε ξεπατώσει τα πάντα -παρ'ολίγον και το αμπέλι- κι έχουμε βαρεθεί να φράζουμε κι εκείνα πάλι να βρίσκουν τρόπο να σαρίζουν και να τρυπώνουν, τώρα μου φάγανε και τα μανιτάρια;! Ε, ρε κυνήγημα που τους χρειάζεται!


Αλλά, όχι... βγήκα για μανιτάρια και θα βρω ο κόσμος να χαλάσει! Κι έτσι, μες στη γερή βροχή, άρχισα να παίρνω σβάρνα όσους μανιταρότοπους είχα στο νου μου. Στην αρχή, δεν είχα μεγάλη επιτυχία... άντε δυο-τρία κοκκινομανίταρα, άντε και μια γουργουλιάνα μωρό που είχε γλιτώσει απ'τη μανία των αγριογούρουνων. Τό'βαλα πείσμα όμως. Αφήνω τη μηχανή στο αμάξι -εμ, τόση βροχή, να φάω και καμιά γλύστρα στα μονοπάτια που χωνόμουνα να πάει χαμένη- κι αρχίζω το περπάτημα. Και τσουπ, νά'τη η πρώτη η καμαρωτή ομπρελίτσα! Μπροστά στα πόδια μου ξεπρόβαλε, σκέτη ομορφιά, με φόντο τ'όμορφο φθινοπωρινό τοπίο. Δέκα βρήκα και να μην έχω τη μηχανή ούτε μια να αποθανατίσω! Αχ, αχ, αχ... κι ήτανε σκέτη ζωγραφιά, λες και ποζάρανε σε καλλιτέχνη! Κρίμα και ξανά κρίμα... Όσο χαιρόμουν που τις ξετρύπωνα, τόσο μετάνιωνα που δεν είχα κουβαλήσει τη φωτογραφική μηχανή... μα ήταν μία και μία... ομορφότερο φόντο δε μπορούσαν νά'χαν διαλέξει να ξεπροβάλουν!


Αφού, λοιπόν, μούσκεψα απ'την κορφή μέχρι τα νύχια -χμ... μπα, τα νύχια ήταν τα μόνα στεγνά, καθ'ότι, δόξα τω Θεώ, αδιάβροχα τα αρβυλάκια.. αλλά η υπόλοιπη έσταζα ολόκληρη- αποφάσισα τελικά να επιστρέψω σπίτι! Ας μην είμαι και άπληστη, μια χαρά συγκομιδή πέτυχα! Μοναχά... να... νά'χα και τη μηχανή μαζί.... αλλά δε μπορούμε να τά'χουμε κι όλα!


Γουργουλιάνες, λοιπόν, για ψήσιμο το μεσημεράκι! Γουργουλιάνες ο αγαπημένος φθινοπωρινός μεζές του Πηλίου, οι ομπρελίτσες του βουνού. Γουργουλιάνες τις λέμε εδώ... και ψάχνω στο διαδίκτυο να βρω την επίσημη ονομασία: Lepiota procera, Macrolepiota procera βρίσκω. Αλλού τη λένε αδραχτίτη, αλλού ζαρκαδίσιο, αλλού ομπρέλα, αλλού ελαφίσιο... κοινότατον στον ελληνικό χώρο, κι όχι μόνο. Έχει, βέβαια, και κάτι που μοιάζουνε -τουλάχιστον στις φωτογραφίες, δεν έχω πετύχει από κοντά- που είναι κάργα δηλητηριώδη... γι'αυτό και δεν πά' να θεωρείται εδώ το πιο αναγνωρίσμο και συνηθισμένο, εγώ μια δεύτερη γνώμη πάντα θα την πάρω! Κι ας μην έχει τύχει ποτέ να μαζέψω λάθος μανιτάρι απ'τη μέρα που μου δείξανε πέντε-έξι εδώδιμες ποικιλίες να τις ξεχωρίζω. Εγώ το τσεκάρω πάντα στο βλέμμα ενός πιο ειδικού. Αλλά αποδείχτηκα καλή μαθήτρια, λέμε!


Υ.Γ. Εμ βρήκα κι άλλες και τις φωτογράφισα! Όχι που θα τις άφηνα!

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Τρύγος και μουσταλευρώματα!

Φέτος το καλοκαίρι, η κληματαριά της αυλής μας εξέπληξε πολύ ευχαριστά! Ποτέ δεν την είχα δει περισσότερο φορτωμένη τσαμπιά -μωρέ ποιά είναι πιότερα, τα τσαμπιά ή τα φύλλα;- ρώγες λαχταριστές, υγιέστατες, χαμογελαστές, να κρύβουν τον ουρανό απ'το σμίξιμό τους και αργά-αργά ν'αρχίζουν να ροδοκοκκινίζουν ντροπαλά στο άγγιγμα του ήλιου.... Κι ούτε ψεκάσματα δεν είχε χρειαστεί το καημένο, πέρα από λίγη γαλαζόπετρα στις αρχές, καθώς "ο φόβος φυλάει τα έρ'μα"... Όποιος περνούσε, λοιπόν, απ'την αυλή, τα θαύμαζε "μωρέ μπράβο σταφύλια!" και τόσο τα καμαρώναμε που, δεν άντεξα, κρέμασα και δυο σκορδάκια ανάμεσά τους για το "κακό το μάτι". Μοναχά μια λαχτάρα μας έκανε... Τότε με τις πολλές τις ζέστες -τις πάρα πολλές, γιατί από πολλές χορτάσαμε όλο το καλοκαίρι!- όταν ξαφνικά είδαμε τα φυλλαράκια της να γέρνουν και να μαζώνονται σαν κάτι να τους είχε ρουφήξει τη δύναμη. "Μπας και θέλει νερό;", που το αποφεύγαμε. Μπα... κι έτσι που άρχισα να τα παρατηρώ, διέκρινα κάτι μικροσκοπικά -σαν ψύλλους στο μέγεθος να πω- μαμουνάκια να την περπατούν. Κι αν ρώτησα περισσότερο ειδήμονες κρασοσταφυλάδες τις περιοχής δεν τα γνώριζαν. Πράσινα, σαν λιλιπούτειες ακριδούλες, ίσα που διακρίνονταν, να εξαπλώνονται με τρελό ρυθμό σ'όλα τα κληματόφυλλα. Ευτυχώς, τα τσαμπιά απείρακτα. Ψάχνω και 'γω στο διαδίκτυο μήπωςβγάλω καμιά άκρη, νά'τα, τα πέτυχα "τζιτζικάκια" να τα ονοματίζουν. Και βλέπω ένα κατεβατό χημικών για την καταπολέμησή τους! Εκεί τσίνισα... Μπας και να δοκιμάσω το παραδοσιακό πλέον σαπουνόνερο; Ρίχνω μια σταγόνα σαπούνι για τα πιάτα σ'ένα λίτρο νερό και ψεκάζω λίγα φυλλαράκια. Τα τζιτζικάκια τεζάρανε στο λεπτό. Ε, ένα ψεκασμός αρκούσε κι ο εχθρός εξολοθρέφτηκε. Οι δικές μας απώλειες, μονάχα από αισθητικής απόψεως, κάτι κληματόφυλλα λιγουλάκι ταλαιπωρημένοι πολεμιστές... Τα τσαμπιά όμως ακμαία συνεχίσαν το φλερτάκι τους με τον ήλιο και στα πιο πονηρά, που ξετρυπώναν επίμονα τις ακτίδες του, πήραν να κοκκινίζουν τα μάγουλά τους!


Θέλεις ήταν πολλά, θέλεις είναι κι όψιμη η ποικιλία, αργήσανε πάντως να γλυκάνουνε. Κι εμείς δεν τα βιαστήκαμε- ποιός ο λόγος; Εξάλλου, παλιά εδώ, αργούσε ο τρύγος... σήμερα που όλα γίνονται με βιασύνη, τα μαζεύουν νωρίτερα... Φέτος, μας βοήθησε κι ο καιρός... αυτό το καλοκαίρι που δε λέει να τελειώσει... δεν είχαμε απανωτές βροχές να τα φοβηθούμε!


Μια καλή πρωία, λοιπόν, πριν δέκα μέρες, τα μαζέψαμε. Μαζέψαμε και κάτι λίγα, γειτονικά, που δεν τα θέλανε, τα στίψαμε παραδοσιακά -εντάξει, μη φανταστεί κανείς πατητήρι και χοροπήδημα... "ημίπαραδοσιακά", να πω, χωρίς μηχάνημα δηλαδή (εξάλλου δεν ηταν και τόσο πολλά), με πάτημα μέσα σε χοντρές σακούλες και με στίψιμο στο χέρι στον κουβά...- και τα βάλαμε στο βαρελάκι μας! 14 βαθμοί, παρακαλώ, ο μούστος! Συνετέλεσε πολύ σ'αυτό μια κλούβα γειτονικά πού'χαν σταφιδιάσει, ολότελα ζαχαρωμένα. Αφού απορρίψαμε όλες τις προτάσεις διαφόρων -δε θα βράσουν, ρίξτε νερό, ρίξτε λεμόν-τουζού, ρίξτε λεμονάκι στιμμένο- και το μόνο που κάναμε είναι να προσθέσουμε μισό κουβά ξινούτσικα που είχαμε αφήσει κατά μέρος, περιμέναμε δυο μερούλες και τά'δαμε επιτέλους να βράζουν κανονικότατα! Ε, είναι πάντως κομματάκι συγκινητικό, ν'ανοίγεις το βαρέλι, να τα πατάς με το μουστωτήρι, και να τα ακούς να σιγουμουρμουρίζουν το τραγούδι τους... το τραγούδι της ζύμωσης, το τραγούδι της μεταμόρφωσής τους από σταφύλια σε οίνο...


Ναι, ναι.. το ομολογώ... μετά τρελού πόνου ψυχής, τράβηξα τρία λίτρα μούστο -τί γλυκόπιοτος, ο άτιμος!- για να φτιάξω μουσταλευριά! Ε, ναι, ως λάτρης του ντόπιου οίνου, τό'κλαιγα το κρασάκι που "χαραμιζόταν" -δεν έχουμε και ποσότητα να βγει και πολύ- αλλά, ήθελα να το κάνω κι αυτό! Γιατί τόσα χρόνια δεν έτυχε νά'χω στα χέρια μου μούστο δικό μου, να κάνω όλη τούτη τη διαδικασία. Και για να την χαρώ, προσκάλεσα μια γειτόνισσα να μου την δείξει με το δικό της τρόπο, παρ'όλο που μπορούσα και στο διαδίκτυο να βρω πληροφορίες σχετικές... αλλά δεν θά'χε την ίδια χάρη...


Καταρχάς, λοιπόν, κόβουμε το μούστο με στάχτη. Στάχτη από ξύλα, καθαρή.. Ρίχνουμε στην κατσαρόλα το μούστο και για κάθε λίτρο του κι από μια μικρή χουφτίτσα στάχτη κοσκινισμένη και το αφήνουμε να βράσει. Αφαιρούμε τυχόν αφρούς, κι αφού καθαρίσει το μείγμα έτσι, τ'αφήνουμε να κατασταλάξει, να "ηρεμήσει". Όσο περισσότερες ώρες, τόσο καλύτερα θα κατακάτσει το ίζημα της στάχτης. Εμείς μπορεί να συντομέψαμε αρκετά τη διαδικασία λόγω συνθηκών (έβαλα και τη ζεστή κατσαρόλα μέσα σε μια λεκάνη με παγωμένο νερό, για λίγη επιτάχυνση), αλλά ίσως το καλύτερο είναι να το αφήσεις μια νύχτα να ηρεμήσει.


Εν συνεχεία, παίρνουμε ένα κομμάτι ύφασμα -κατά προτίμηση μια παλιά μαξιλαροθήκη- τη στερεώνουμε σ'ένα σουρωτήρι και το στραγγάμε από κει. Αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει δυο-τρεις φορές και καλό είναι, ενδιάμεσα, να το αφήνουμε και πάλι για λίγη ώρα να ηρεμήσει.


Κι έχουμε έτοιμο τον καθαρό μας μούστο!

Και πάμε στη μουσταλευριά... Η γειτόνισσα κρατάει τις αναλογίες για τέσσερις κούπες μούστο, μια κούπα αλεύρι. Κι άλλες γυναίκες που ρώτησα απ'τα χωριά μας το ίδιο μου είπαν. Για άλλους, όμως, μια τέτοια αναλογία φαίνεται υπερβολική σε αλεύρι. Ίσως η φίλη μας η Vita (Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου) νά'χει δίκιο που προτείνει μια αναλογία έξι προς ένα (φαντάζομαι θα την δοκιμάσω αν έχω την ευκαιρία να ξαναφτιάξω μόνη μου). Το σίγουρο είναι ότι όσο περισσότερο μούστο έχει, σε σχέση με το αλεύρι, τόσο περισσότερο βράσιμο θέλει για να δέσει. Και λογικό είναι, να γίνεται πιο νόστιμη έτσι. Πάντως κι η δική μας νοστιμότατη έγινε, δε μπορώ να πω!

Υλικά πρόσθετα εδώ δε χρησιμοποιούνε ("για να μη μπερδευτεί η νοστιμιά του μούστου", όπως μού'πανε), πέρα απ'το τριμμένο καρυδάκι και την κανέλα που βάζουμε για γαρνίρισμα.

Μούστος, λοιπόν, και αλευράκι σε δράση!


Ζεσταίνουμε λιγάκι στη φωτιά το μούστο μας. Ύστερα παίρνουμε λίγο από αυτό για να διαλύσουμε το αλευράκι με τη βοήθεια ενός τρυπητού και μια ξύλινης κουτάλας. Τα αναμειγνύουμε ξανά και βάζουμε το μείγμα μας να βράσει.


Ανακατεύουμε διαρκώς κι έχουμε το νου μας να χαμηλώσουμε τη φωτιά μόλις πάρει βράσει για να μην καταλήξουμε σε ατυχήματα! Η διαδικασία αυτή κρατάει κανένα μισάωρο (εξαρτάται κι απ'την αναλογία μούστου κι αλευριού).


Το πότε θά'ναι έτοιμη, το αντιλαμβανόμαστε από την υφή της που έχει δέσει και τις χαρακτηριστικές φουσκαλίτσες στην κατσαρόλα.


Η Βαγγελιώ, είναι πιο κατατοπιστική σ'αυτό, οπότε όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ρίξει και μια ματιά στην πολύ όμορφη εγγραφή της, εδώ: Μουσταλευριά και "κόψιμο" (καθάρισμα) του μούστου 


Τη σερβίρουμε σε πιατάκια ή μπωλάκια, πασπαλίζουμε με τριμμένα καρύδια και κανέλα και... απολαμβάνουμε!


Αυτά περί μουσταλευριάς... Τώρα αναμένουμε το κρασάκι μας! Φτού του, φτού του, ελπίζω ν'ανταποκριθεί στις προσδοκίες μας!

Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε!:

Μούστος: εκ του λατινικού vinum mustum= κρασί νέο

Ελληνιστί: γλεύκος, όπου, κατά το Μεγάλο Ετυμολογικόν (Etymologicon Magnum):

Γλεύκος: Το από της ληνού απόσταγμα αυτομάτως καταρρέον από της σταφυλής. Εστί δε τούτο γλυκύτατον και λιπαρώτατον. Και:

Γλυκύς: Παρά το γλεύκος, ο εστίν ο νεωστί αποστάζων εκ της ληνού οίνος.

Κοινώς, μούστος και γλύκα ένα πράγμα... από τη γλύκα του μούστου έχουμε και τον γλυκύ!