Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνταγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνταγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Έχω τραχανά απλωμένο! (ταξίδι στη γεύση και στη λέξη!)

Είχα, λοιπόν, κοντά τέσσερα χρόνια να φτιάξω τραχανά- εγώ που ανελειπώς κάθε καλοκαίρι έμπαινα σ'αυτή τη διαδικασία. Οι λόγοι πολλοί, αλλά η βασική αφορμή που μου είχε χαλάσει τη διάθεση και παρέτεινε την αναβλητικότητά μου, ήταν μια εφιαλτική επιδρομή λιλιπούτειων εντόμων πριν κάποια χρόνια σε όλους τους χώρους του σπιτιού! Κάτι παμφάγα μικροσκοπικά κοκκινωπά ιπτάμενα σκαθαράκια που είχαν προκύψει από το πουθενά κι είχαν εισβάλει παντού, οι γόνοι των οποίων ροκάνιζαν επιμελώς ό,τι τρόφιμο ή βοτάνι είχα μαζεμένο κι ασφαλισμένο σε γυάλινα βάζα, μέχρι και κάποιες βιβλιοδεσίες παλαιών βιβλίων, όπου είχαν μεταφερθεί από τη λεβάντα πού'χα τοποθετήσει για άρωμα και προστασία! Οπότε και κατά τον προβληματισμό μου για την πηγή προέλευσής τους, είχα κατατάξει στους βασικούς υπόπτους το σπασμένο στάρι που χρησιμοποίησα για την παρασκευή του τραχανά ο οποίος κι έμεινε απλωμένος δυο βδομάδες μες στο σπίτι για να στεγνώσει εντελώς προτού αποθηκευτεί. Πάντως άκρη δεν έβγαλα ποτέ!
Όπως και νά'χει φέτος το'χα στον νου να ξανακάνω. Με χίλιες μύριες προφυλάξεις φυσικά! Κι έτσι, σε μια επίσκεψη στη γειτόνισσα μόλις ένιωσα τη μοσχοβολιά του "τυριού" που ανακάτωνε με το σιμιγδάλι, το πήρα απόφαση! "Από πού πήρες το γάλα;" αμέσως ρώτησα, καθώς το γάλα είναι το πιο βασικό υλικό για την τελική νοστιμιά του. Κι είναι σημαντικό κυρίως νά'ναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολά για να μην καταλήξει ο τραχανάς με άρωμα γιδοτραγίλας, λόγος για τον οποίο αποφεύγω συνήθως να τον γεύομαι αλλού πλην του σπιτιού μου! 


Παρήγγειλα λοιπόν κι εγώ γάλα γίδινο, από γίδια αλανιάρικα με μαντρί στο βουνό, παχύ λες κι ήταν πρόβειο (είναι κι οι ιδανικές για τούτη τη δουλειά τελευταίες μέρες του Αυγούστου, που όσο στερεύουν σιγά-σιγά τα ζωντανά, το γάλα χάνει την πρότερη ρευστότητά του*), το έβρασα σχεδόν (μέχρι λίγο πριν κοχλάσει, στους 95 βαθμούς Κελσίου), τό'βαλα σε μεγάλες γυάλες και του πρόσθεσα χονδρό αλάτι (κάτι λιγότερο από μια κουταλιά της σούπας για κάθε λίτρο), το ανακάτεψα, το καπάκωσα (αφήνοντας ένα περιθώριο για όταν "φουσκώσει") και το παράτησα σε μια γωνιά περιμένοντας να "κόψει". Δηλαδή, κατά ένα τρόπο να γίνει τυρί, τυρί που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο υγρό, τυρόγαλο ή καψιά (ή όπως αλλιώς το λέει καθένας). Ένα τυρί σαν φρέσκια αφράτη λιπαρή φέτα που δεν νομίζω πως κανένας τυρόφιλος θα μπορούσε να του αντισταθεί! (Εμ, έφτιαξα και λίγο για να το φάμε!) 



[Αν έχεις τη δυνατότητα να λαβαίνεις καθημερινά κάποια ποσότητα γάλακτος, μπορείς να το προσθέτεις σταδιακά στο ίδιο δοχείο με το αρχικό. Παλιότερα, π.χ., συγκέντρωναν συχνά όλο το γάλα των ημερών της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, προσθέτοντας φυσικά το ανάλογο αλάτι, στο ίδιο δοχείο περιμένοντας να "ξινίσει" και να "κόψει".] 
Για έναν μυστήριο λόγο, στη μια γυάλα "έκοψε" μόλις σε τρεις μέρες, ενώ στην άλλη έφτασε τη βδομάδα για να διαχωριστεί. Στο ενδιάμεσο, λοιπόν, ενώ με έπιασε και μια αγωνία μην τυχόν και δε "γίνει" και παραμείνει απλό ξινόγαλο, άρχισα να περιδιαβαίνω σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και να διαβάζω σχετικά με συνταγές παρασκευής τραχανά. Κι εκεί, έμεινα σχεδόν έκπληκτη, γιατί δε βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει μ'αυτήν που έμαθα εδώ! Κι εδώ βρίσκεις παραλλαγές, αλλά τα βασικά υλικά και η διαδικασία είναι ίδια. Στο διαδίκτυο συνάντησα παρασκευή τραχανά με προζύμι, με γιαούρτι, έως και με αυγά, ή μονάχα με αλεύρι, με ξινόγαλα ή απλό γάλα, κι ό,τι σχετικό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά όχι μ'αυτό το υπέροχο τυράκι που προκύπτει από τούτη τη διαδικασία και μονάχα σπασμένο στάρι ή σιμιγδάλι! Η αλήθεια είναι, πως καμιά από κείνες τις συνταγές δε με ενέπνευσε, ίσα-ίσα σαν να κατάλαβα γιατί ουδέποτε με έλκυε ιδιαιτέρως ο τραχανάς που κυκλοφορούσε, πριν δοκιμάσω τούτον!


* "Αυτό τον καιρό, της Αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον χειμώνα, βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες του ασπρομάλλη γέροντα. Ύστερα, ό,τι κάνουν αυτές τις δεκαπέντε μέρες. Μετά αρχίζει το γάλα να λιγοστεύει σιγά-σιγά. Τραβάει το πράγμα ολοταχώς για στέρφεμα, Τί να σου κάνει! Νισάφι! Μήνες ολάκερους το στρουγκιάζει ο τσοπάνης." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Εδώ, τα υλικά είναι τα εξής τρία:
- Το τυρί που προκύπτει από το διαχωρισμό του γάλακτος κι όσο από το υγρό που μένει θέλει να προσθέσει κανείς.
- Σπασμένο στάρι (οι παλιοί που "αλέθαν" τους σπόρους σταριού στις πέτρες χρησιμοποιούσαν βασικά αυτό και μόνο) ή σιμιγδάλι (το οποίο προτιμούν τελευταίως οι περισσότεροι, αλλά εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι όταν μαγειρευτεί θα γίνει σαν κρέμα ή πουρές) ή συνδυασμό των δύο αυτών σε όποια αναλογία κανείς προτιμά. Προσωπικά βάζω περίπου μισό στάρι, μισό σιμιγδάλι. Άλλες φορές περισσότερο από το ένα, κι άλλες από το άλλο.
- Φέτος χρησιμοποίησα περίπου έξι κιλά στάρι και σιμιγδάλι για εννέα -ίσως και παραπάνω- λίτρα γάλα "ξινισμένο".

Και η διαδικασία η παρακάτω:
Καταρχάς κοσκινίζεις το στάρι και το σιμιγδάλι. Το προηγούμενο βράδυ, ζυμώνεις σε μια λεκάνη όλα τα υλικά, ώστε το στάρι να τραβήξει την υγρασία, και τα αφήνεις σκεπασμένα με μια πετσέτα μέχρι το επόμενο πρωί. Νωρίς, λοιπόν, απλώνεις ένα πανί σ'ένα μεγάλο τραπέζι στον ήλιο, και τοποθετείς το μείγμα σε όσο το δυνατόν μικρότερα σβωλάκια, ώστε να στεγνώσει πιο σύντομα. Κι όσο σιγά-σιγά ξεραίνονται, τα αναποδογυρίζεις και τα σπας σε πιο μικρά μέχρι που τα περνάς από το ειδικό κόσκινο να τριφτούν ή, απλά, τα τρίβεις με τις παλάμες, αν δεν έχεις κάποιο αντίστοιχο εργαλείο. Φυσικά ο τραχανάς πρέπει νά'ναι σκεπασμένος με διπλό τούλι για προστασία από τις μύγες κι από τους υπόλοιπους ιπτάμενους επισκέπτες. Πάντως, πολύτιμοι αρωγοί στη διαδικασία μπορούν να φανούν οι ανεμιστήρες, καθώς και τον στεγνώνουν γρηγορότερα συντομεύοντας τη διαδικασία, και εμποδίζουν τις μύγες να συνωστίζονται πάνω από το τούλι (οπότε δε χρειάζεται και να τις κυνηγάς), αλλά και σε δροσίζουν καθώς παλεύεις μες στην καρκαϊλα του αυγουστάτικου ήλιου! Όπως και νά'χει, όμως, τη μέρα σου θα την φας! Εξ ου κι η παροιμία: "Έχω τραχανά απλωμένο!"... και το νου μου πρέπει νά'ναι επικεντρωμένο σταθερά εκεί.  Γι'αυτό βολεύει πολύ να έχεις παρέα: πρώτον, γιατί πιθανότατα θα σκυλοβαρεθείς μονάχος και, δεύτερον, γιατί μονίμως πρέπει κάποιος νά'χει τον νου του μην πηδήξουν πάνω του τίποτα γατιά που τον λιμπίζονται λες κι είναι ψάρι! (Ναι, τό'χω πάθει κι αυτό μέσα σε ένα λεπτό που μπήκα στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξαναφτιάξω απ'την αρχή!) 
Όσο για την αποθήκευση:
Καλό είναι, λένε, για δεκαπέντε μέρες να τον έχεις απλωμένο μες στο σπίτι μέχρι να στεγνώσει εντελώς, κι ακόμη καλύτερο, θεωρώ, να τον ξαναβγάλεις για δυο-τρεις ώρες κάποιες μέρες να λιαστεί, για να χαθεί κάθε ίχνος υγρασίας. Οι παλιοί τον αποθήκευαν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες για να αερίζεται από τους πόρους τους, οι πιο σύγχρονοι, καθώς κι εγώ, επιλέγουμε τα γυάλινα βάζα που σφραγίζουν καλά, όπου, αν εξαιρέσουμε την χρονιά της επιδρομής του κακοποιού μαμουνιού (που πρέπει να προηγήθηκε της αποθηκεύσεως), παραμένει ατόφιος όχι μονάχα για ένα χρόνο, αλλά και για πολύ περισσότερο. Τουλάχιστον εμένα δε μου έχει ποτέ μαμουνιάσει κι ας έχει φτάσει κάποιων ετών.

[Φέτος, βέβαια, ήτανε μια παράξενη μαμουνοχρονιά, τουλάχιστον για μένα! Μου τύχαν διάφορες συσκευασμένες (το τονίζω!) παρτίδες σταριού, αλευριού αλλά και ρυζιού, κι ακόμη και φάβας, σκουληκιασμένες! Τόσο που σκέφτηκα πως κάποιο θέμα αντιμετωπίζουν οι αποθήκες δημητριακών... Κι άντε με κανένα μαύρο μαμουνάκι να μη φρικάρεις, το σκουλήκι όμως... παραείναι αποκρουστικό! Όταν, λοιπόν, είδα και στην πρώτη δόση σπασμένο στάρι που αγόρασα σκουληκάκια, την πήρα την φρίκη μου! Κι αν έφαγα τον κόσμο να βρω σιτάρι χωρίς ξένα σώματα (κατέληξα να αγοράσω και λίγο συσκευασμένο πληγούρι), η δυσπιστία μου ως προς το τί μικροσκοπικούς κι "αόρατους στο μάτι" γόνους εντόμων μπορούσαν να φιλοξενούν, μ'έβαλε να σκέφτομαι εμμονικά τί να κάνω -χωρίς να αλλοιώσω το γευστικό αποτέλεσμα- για να τους εξοντώσω εν τη γενέσει, για να μην έχω παρατράγουδα! Και τότε θυμήθηκα τη συνταγή για "ξινόχοντρο" της φίλης μου της Βαγγελιώς από την Κρήτη. Κι ω ναι! Στην Κρήτη βράζουν πρώτα όλο το τυρόγαλο και σ'αυτό μέσα ρίχνουν το στάρι! Οπότε κι εγώ κατέληξα στην εξής παραλλαγή: Αφαίρεσα όλο το υγρό που είχε διαχωριστεί από το τυρί, το έβαλα σε μια κατσαρόλα να βράσει και μέσα σ'αυτό ζεμάτισα το στάρι και το σιμιγδάλι μου. Και, μεταξύ μας, επειδή ακόμη δεν είχα ησυχάσει, αφού έτριψα κι έλιασα το τραχανά, τον πέρασα και για λίγα μόνο λεπτά από το φούρνο (σε υψηλή θερμοκρασία και μοναχά με λειτουργία αέρα) και... ο Θεός βοηθός!]


Σήμερα τον ξανάβγαλα λίγες ωρίτσες για λιάσιμο. Ετοιμάζομαι να τον "μαζέψω". Τελικά, έγινε μια χαρά! Τον δοκίμασα και σε μια απλή μορφή (βρασμένο με ντομάτα, λίγο σκορδάκι, βασιλικό κι ελαιόλαδο) και σε μια πιο γκουρμεδιάρικη έκδοση που εμπνεύστηκα: Τσιγάρισα λίγο κιμά με κρεμμυδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά φλωρίνης, έσβησα με λιγοστό κρασί, πρόσθεσα λίγο πελτέ, λίγο φρέσκο βασιλικό, ψιλοκομμένο σκόρδο, νερό κι ύστερα -πάντα προτού πάρει βράση το νερό, για να μη σβωλιάσει- τον τραχανά. Τον σέρβιρα με λίγο κεφαλοτύρι τριμμένο... Τί να λέμε τώρα! Απορώ κι εξίσταμαι μ'εκείνους που τον τρώνε μονίμως σκέτον, λευκό σαν χυλό.  Γιατί κάπως έτσι δυσφημείται κι απαξιώνεται ο καημένος και τόσο θρεπτικός τραχανάς, κι όσοι δεν τα πάνε καλά με τους άσπρους χυλούς, τον έχουν πάρει με κακό μάτι! Στην τελική ζυμαρικό είναι, που αποτελείται από στάρι και τυράκι (τουλάχιστον ο συγκεκριμένος), που οι γεύσεις τους είναι οικείες και συνδυάζονται με πολλά. Υπέροχος είναι και με σωταρισμένα ασπρομανίταρα μέσα ή με κοτόπουλο, αλλά και με ό,τι άλλο πεθυμήσει κανείς και φανταστεί!

Αλλά ας γυρίσουμε τουλάχιστον καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους":


"... " Ο τραχανάς θέλει φρέσκο γάλα και στάρι. Το γάλα το μαζεύω τέσσερις πέντε μέρες πριν, το βράζω και το αφήνω έξω από το ψυγείο, σε μια γυάλα, να ξινίσει λίγο. Το στάρι το πλένω καλά, το στεγνώνω στον ήλιο και το καθαρίζω να φύγουν όλα τα σκουπιδάκια κι ύστερα το τρίβω στα λιθάρια. Παλιά είχαμε κι εμείς λιθάρια, τώρα απόμειναν σ'ένα σπίτι της γειτονιάς και πάμ' εκεί να τρίψουμε."
Ο χειρόμυλος αυτός, όμοιος με εκείνον που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία εποχή, αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες που είναι τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με μια τρύπα στο κέντρο για να πέφτει λίγο λίγο από κει το στάρι και να τρίβεται. Στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια δεύτερη τρύπα, μικρή σαν δίφραγκο, στην οποία εισχωρεί ένα ξύλο. Γυρίζοντας κυκλικά το ξύλο αυτό, η πάνω πέτρα περιστρέφεται πάνω στην κάτω και τρίβει τον καρπό.


"Τον τραχανά τον φτιάχνουμε το καλοκαίρι, γιατί πρέπει να ξεραθεί καλά στον ήλιο. Σε επτά κιλά γάλα βάζω πέντε κιλά στάρι, μια πρέζα αλάτι και τα ανακατεύω καλά με το χέρι. [...] Αφού ζυμώσω, αφήνω το ζυμάρι μια δυο ώρες να φουσκώσει. Στην αυλή μου, πάνω σ'ένα τραπέζι, στρώνω έπειτα ένα άσπρο καθαρό πανί, απλώνω τον τραχανά κουταλιά κουταλιά για να στεγνώσει στον ήλιο και το σκεπάζω με ένα τουλπάνι για να μην πάει μύγα. Έχω όμως το νου μου, μια δυο φορές πάω και τον γυρίζω, για να ψηθεί απ'όλες τις μεριές. Όταν στεγνώσει και γίνει σαν παξιμάδι θα τον σπάσω με το χέρι σε μικρά κομμάτια για να στεγνώσει μέχρι μέσα και θα τον τρίψω να περάσει απ'το κόσκινο. Δεν έχω πια εκείνο το δερμάτινο το κόσκινο, πάει αυτό, κάηκε μαζί μ'όλο μας το σπιτικό, τώρα έχω το λαμαρινένιο. Όπως το τρίβω το παξιμάδι, πέφτει ένα ψιλούτσικο ρυζάκι, αυτός είναι ο τραχανάς. Θα τον απλώσω τώρα μέσα στο σπίτι περίπου μια βδομάδα να φύγει όλη του η υγρασία και θα τον φυλάξω σε πάνινο σακουλάκι και θα τον κρεμάσω σε μέρος στεγνό για να μην πιάσει σκουλήκι."..."


[Τώρα, για όποιον θέλει να γυρίσει και καμιά δεκαριά χρόνια πίσω, υπάρχει κι αυτή η ανάρτησή μου: έχω τραχανά απλωμένο.. από εποχή pathfinder, της οποίας τα πολύτιμα σχόλια δεν εδύνατο, δυστυχώς, να μεταφερθούν εδώ....]

Ας κλείσουμε, όμως,  μ'ένα ταξίδι στα "ετυμολογικά" του τραχανά....

Η συνήθης ετυμολογία της λέξεως "τραχανάς" δίνεται από το μεταγενέστερο "τραγανός" με επίδραση του "τραχύς" και του πληθυντικού "τα τραχανά". Ο δε "τραγανός" προέρχεται από θέμα του αορίστου "έτραγον" του αρχ. "τρώγω" και σημαίνει τον όμοιο με χόνδρο, τον κάπως σκληρό, αλλά κι αυτόν που "τρίζει κατά τη μάσηση". ("Μείζον ελληνικό λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη"")
Εξ άλλου το αρχαίο "τρώγω" δεν είχε την ευρεία έννοια του σημερινού "τρώω", αλλά αφορούσε την κατανάλωση κυρίως καρπών, σε αντιδιαστολή με το "εσθίω":
"τρώγω": ... ρυκανῶ τι διὰ τῶν ὀδόντων ὄπως εἶτα μασήσω καὶ καταπίω, ροκανίζω, οἷον ἐπὶ τῶν φυτοφάγων ζώων... // ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐσθίω ὠμὰ χόρτα, ὄσπρια καὶ ξηρούς καρπούς' ΑΒ114,15 "τρώγειν οὔ φασι δεῖν λέγειν τὸ ἐσθίειν, ἀλλὰ τὸ τραγήματα ἐσθίειν"... ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Όπου "τραγήματα" (εκ του τρώγω-έτραγον φυσικά)= "καρποί ροκανιζόμενοι κατά το τέλος του δείπνοι, επιδόρπια, σύκα, καρύδια, τα προς τέρψη τρωγόμενα, ξηροί καρποί"("Επίτομον λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Δορμπαράκη")

Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικό":
"παρὰ τοῦ ἔτραγον τραγανός" (731,15)

Ο Δημητράκος στο λήμμα "τραγανός" (ὁ)  (ως ουσιαστικό) αναφέρει τις εξής έννοιες:
1) μτγν. και δημ. τράγος και παραπέμπει στην έβδομη ερμηνεία της λέξεως τράγος = "μείγμα τι εκ χονδροαλεσμένου σίτου, εξ ολύρας: Διοσκουρίδης 2,11"
2) το φυτό σκορπίος ή αλλιώς τράγος
3) δημ. ο τραχανάς
Ενώ στο επίθετο "τραγανός"(-η, ον) [εκ του "τραγείν"] σημειώνει:
1) μτγν., νεωτ. & δημ. τρώξιμος, εδώδιμος, φαγώσιμος
2) μτγν., νεωτ. & δημ. ο όμοιος προς τον χόνδρον, χονδρώδης, υπόσκληρος// δημ. το ουδετ. τραγανό ως ουσ. χόνδρος της ρινός, του ώτος, κττ.
3) νεωτ. & δημ. ο τρίζων κατά την μάσησιν [...]

(σιμιγδαλένιος τραχανάς)

Αλλά κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης"  παραθέτει το λήμμα "τραγανίς" (ὁ, ἡ): "ἐπὶ ἐδωδίμων, ἅτινα ἔν τῶ τρώγεσθαι βαρύν τινα ἦχον ἐν τῶ στόματι προξενοῦσιν, ὥς το τραγανόν, χόνδρος, οἱ τραχεῖς κέρασοι, οἱ σεμιδαλῖται ἄρτοι & αὔτη ἡ σεμίδαλις κ.τ.τ., μεταφορικὰ δε & ἐπὶ τραχείας φωνῆς καὶ μάλιστα τῶν ακμαζόντων νέων......", 
όπου "χόνδρος"= "χονδροκοπανισμένον κριθάρι ἤ σιτάρι...." [εξ ου και "ξινόχοντρος" ο τραχανάς των Κρητικών παρασκευαζόμενος από σπασμένο στάρι και ξινισμένο γάλα]
και "σεμίδαλις" φυσικά το σιμιγδάλι

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές αναφορές του Φαίδωνος Κουκουλέ στο πολύτομο και πολύτιμο έργο του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εκδόσεις Παπαζήση), όπου καταγράφει (τόμος Ε, σελ.40):
"Μεταξὺ των οικιακῶν σκευῶν τῶν Βυζαντινῶν ἀναφέρεται και το "χειρομύλιον", τοῦθ'ὅπερ δεικνύει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔκοπτον δι'αὐτοῦ τὸν σῖτον, τὸν "χόνδρον ἤ τραγανὸν ἤ τράγον" αποτελοῦντες (σημ.: "Χόνδρος' τραγανός", Ἠσύχιος), ἐξ οὗ καὶ τὸ ὁμώνυμον θὰ παρασκεύαζον φαγητόν, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου περιγράφουσι τὰ "Γεωπονικά". "
με παραπομπή: "Γεωπονικά 3, κεφ.7,8. Σήθ 127,1. Τὸν χόνδρον ἀναφέρει και ὁ Ὀριβάσιος, 3,3,2 (71,15). Νῦν ἐν Αὐλωναρίῳ Εὐβοίας "τραγανός" και ἐν Ἴμβρῳ "τραχανός" λέγεται ο τῶν μεσαιωνικῶν "τράγος", ὁ κοινός "τραχανᾶς". "

Ο Ησύχιος στο λεξικό του καταγράφει:
"χονδρεύει": "σεμίδαλιν ποιεῖ"
"χονδρίτης": "σεμίδαλις" (Αθήναιος, Γ'115d)
"χονδροκοπ(ε)ῖα": "μύλων ὅπου ὁ χόνδρος κόπτεται"
"χόνδρον": "σεμίδαλιν μεμιγμένη ὡς πλακοῦντα" (Ἀριστοφάνης, Σφ. 737)
"χόνδρος": "τραγανός. οὕτος ὁ ἅλιξ. ἤ παχύς, ἤ μωρός"

Κι επανερχόμαστε στον πολύτιμο Φαίδωνα Κουκουλέ (τόμος Ε, σελ.119):
"Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Πλούτου τοῦ Ἀριστοφάνους (στιχ.999), ὁμιλῶν δι' εἶδος πλακοῦντος γαλακτώδους, ὅστις ἰδιωτικῶς "φλεψία" και "τραχανᾶ" ἐκαλεῖτο μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του συνηθίζετο ἡ "τραχανόπιττα", ἥτις θὰ κατασκευάζετο, πιθανότατα, ὡς καὶ σήμερον, ἐκ πολτοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τραχανᾶ, "τράγου" κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καλουμένου*, ὑδατος, κρόκων ὠοῦ, βουτύρου καὶ τριμμάτων τυροῦ, ὅστις πολτὸς παρενετίθετο μεταξὺ φύλλων ζύμης. 
Ἡ τραχανόπιττα αὕτη νῦν ἐν Ἡπείρῳ καλεῖται "κοφτόπιττα", ὡς κατασκευαζομένη ἐκ κοφτοῦ ἐν χειρομύλῳ δῆλα δὴ κοπέντος σίτου, βουτύρου καὶ τυροῦ.",
όπου * "Περὶ χόνδρου καὶ ἑψήσεως αὐτοῦ  μετὰ γάλακτος, βλ. Ὀριβάσιον, 4,7,31 (105,2ἑξ.)" [ο οποίος Οριβάσιος ή Ορειβάσιος ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και συγγραφέας του 4ου αιώνος μ.Χ..]

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Σαλάτα πορτοκάλι!


Χτυπάει το τηλέφωνο και για πολλοστή φορά διακρίνω στην αναγνώριση τον αριθμό του ΟΤΕ! Κι εκεί που για πολλοστή, και πάλι, φορά αρνούμαι να το σηκώσω, αναρωτιέμαι μήπως έχει λήξει το διετές μου "συμβόλαιο" -κι έτσι εξηγείται ο καταιγισμός των κλήσεων τούτων των ημερών- και κινδυνεύω ο επόμενος λογαριασμός να μου εμφανιστεί ημιδιπλασιασμένος καθώς δεν ανανέωσα με κάποιο από τα περίφημα πακέτα προσφορών τους. Οπότε αποφασίζω να το σηκώσω κι αναγκαστικά να ακούσω την αναμενόμενη περίφημη προσφορά τους με τα μυριάδες "μεγκα-πι-πι-ές" τους -που όσο και να πασχίζουν να με πείσουν δε φτάνουν "ακέραια" εδώ στο χωριουδάκι μας, αλλά και να φθάσουν δεν ανταποκρίνεται σε αυτά ο παλαιολιθικός υπολογιστής μου που παραμένει στους δικούς του ρυθμούς- κι ύστερα να ρωτήσω, κλασικά, πιο είναι το πιο φθηνό πακέτο με δωρεάν πρόσβαση στο διαδίκτυο και δωρεάν σταθερή τηλεφωνία.
Αφού, λοιπόν, ενημερώνομαι ότι είμαι ένας από τους προνομιούχους πελάτες τους που επέλεξαν για μια μοναδική προσφορά που δε θα τη δω να υφίσταται ούτε στην ιστοσελίδα τους ούτε πουθενά αλλού κι αρχίζω ενστικτωδώς να τρομοκρατούμαι αναλογιζόμενη ποιόν τρόπο βρήκανε πάλι να μου φάνε παραπάνω λεφτά, ο νεαρός με πληροφορεί πως με τα ίδια χρήματα που πληρώνω και τώρα συν ένα και μόνο ευρώ το μήνα θα έχω αναβάθμιση σταθερού, αναβάθμιση ταχύτητας στο διαδίκτυο, δωρεάν κλήσεις σε εικοσιτέσσερις χώρες του εξωτερικού, δωρεάν ώρες σε κινητά και εντελώς δωρεάν "κοσμοτέ τβ" με δωρεάν όλο τον ασύρματο εξοπλισμό, κλπ, κλπ. Ε, αυτή η προσφορά με ξεπερνούσε! Ενώ ήμουν προετοιμασμένη να του πω ευγενικά πως δε με ενδιαφέρουν τα παραπάνω "μεγκα-πι-πι-ές", ξέμεινα άξαφνα από επιχειρήματα και σιώπησα.
"Έχετε ξανακούσει τέτοια προσφορά; Και στην ίδια τιμή μάλιστα! Μέχρι τώρα σας τηλεφωνούσαν μόνο για πακέτα αναβάθμισης ταχύτητας και μάλιστα είκοσι ευρώ ακριβότερα, έτσι δεν είναι;" συνέχισε εκείνος το στενό μαρκάρισμα.
"Ναι, οπότε τώρα κάποιο λάκκο έχει η φάβα και ψάχνω να τον βρω!" απάντησα αυθόρμητα.
Τότε εκείνος ξαναπήρε μπροστά κι άρχισε να με βεβαιώνει ότι όλα αυτά ισχύουν και πως θα επιβεβαιωθούν με μέιλ που θα μου αποσταλεί και ότι μπορώ να κρατήσω το όνομά του και να τον καταγγείλω εάν πληρώσω έστω και πάνω από ένα ευρώ, κλπ, κλπ.
"Δε μπορώ να σας απαντήσω τώρα.", αποκρίθηκα.
"Μα τί σκέφτεστε; Το ένα ευρώ; Και με δωρεάν κοσμοτέ τβ; Μόνο με ένα ευρώ παραπάνω από όσα πληρώνετε τώρα!" είχε μείνει έκπληκτος με την επιμονή μου εκείνος.
"Δε με ενδιέφερε ποτέ το "κοσμοτέ τβ", ούτε με ενδιαφέρει η τηλεόραση γενικότερα."...
Έκλεισα το τηλέφωνο κι αναρωτιόμουν κι εγώ γιατί δε δέχτηκα την προσφορά. Το ένα ευρώ φυσικά δεν ήταν εκείνο που με απασχολούσε. Σίγουρα δε μου αρέσει να αποφασίζω υπό πίεση και στην όποια πίεση αντιδρώ. Σίγουρα όλες τούτες οι προσφορές που μας πλασάρουν από παντού με βρίσκουν δύσπιστη. Αλλά στην προκειμένη δεν νομίζω ότι μπορούσε νά'ναι αλλιώς, απλώς πουλάνε έτσι το πακέτο για να σε βάλουν στο τρυπάκι μιας μελλοντικής συνδρομής, να διατηρήσεις δηλαδή την παροχή κι όταν οι τιμές δε θά'ναι ίδιες. Οπότε, "Γιατί αρνήθηκες;", αναρωτήθηκα, "Τί φοβίες σ'έπιασαν; Επειδή σου τη δίνει η νοοτροπία αυτή που δε σου αφήνει το περιθώριο να σκεφτείς; Αφού σε συνέφερε! Μπορεί νά'βλεπες και καμιά καλή ταινία έτσι. Βρε μπας κι είσαι τελικά βλαμμένη; Γιατί είπες όχι;" προβληματίστηκα προς στιγμήν. "Μα ήθελα πρώτα να σκεφτώ αν θα με ενδιέφερε να παρακολουθώ την κοσμοτέ τβ..." φρόντισα αμέσως να μου δικαιολογηθώ. Κι ύστερα, ξαφνικά, φωτίστηκα "Για ένα ευρώ μου πουλάνε κάτι που δε χρειάζομαι. Μου το χαρίζουν τζάμπα. Μα δεν το χρειάζομαι... Αν έχω χρόνο προτιμώ να διαβάσω. Γιατί να πάρω κάτι που δεν το χρειάζομαι; Καθόλου βλαμμένη δεν είμαι λοιπόν. Υγιέστατη είμαι! Απέρριψα κάτι που απλά δεν το χρειάζομαι! Ας το χαρίσουν αλλού, σε εκείνους που το χρειάζονται!" .Ένα κύμα ανακούφισης με πλημμύρισε....


Πόσα θέλουμε; Πόσα ακόμη θέλουμε για να μας δένουν καθημερινά με ακόμη περισσότερες ανάγκες; Μας κάνουν πιο ευτυχισμένους όλα τούτα; Ή πιο ελεύθερους;  Όλα γίνονται σιγά-σιγά απαραίτητα κι ανάγκες... Σε φάση μεγάλης κούρασης και δη ψυχικής, τις προάλλες, αργά το βράδυ, πέτυχα μια εκπομπή μαγειρικής και ηλιθιωδώς χαζολόγησα. Κι απορούσα... Για ποιό λόγο, για να μαγειρέψει κάποιος και να πάρει τον περίφημο τίτλο του σεφ -που στις μέρες μας, μαζί με όλα τα άλλα παράλογα, προσδίδει τέτοιο μεγαλείο σ'αυτόν που τον κατέχει, που δεν είχαν ούτε οι πρίγκηπες των αλλοτινών καιρών- πρέπει να ανακατεύει τα πιο παράξενα υλικά και να προσθέτει άγνωστα κι εξωτικά αρωματικά, προσπαθώντας απλά και μόνο να πρωτοτυπήσει, ώστε να καταξιωθεί στα μάτια των κριτών και του κόσμου! Και το λέω εγώ που, μονίμως, στην κουζίνα αυτοσχεδιάζω! Για ποιόν λόγο αν δεν έχει βάλει ποτέ στο μενού του αποξηραμένα φύκια, παύει αυτόματα νά'ναι και καλός μάγειρας και η κουζίνα του απορρίπτεται; Αρκεί, φυσικά, να μην παραλείψει την καλλιτεχνική πινελιά σε ένα πιάτο για ανορεξικούς που δε θα μπορούσε να δελεάσει ούτε πεινασμένο σκύλο!


Θα ξανακάνω κι απόψε σαλάτα πορτοκάλι... Με πορτοκάλια ζουμερά κι αψέκαστα απ'την πορτοκαλιά μου. Την πορτοκαλιά του βαρελιού, που βρίσκεται προφυλαγμένη απ'το χειμώνα του βουνού στο υπόστεγο. Θα ψήσω κρεμμύδια και πατάτες στην ξυλόσομπα. Θα ξεκουκουτσιάσω κι ελιές ζαρωμένες από κείνες που μάζεψα κι έφτιαξα με τα χεράκια μου.  Θα περιχύσω με το αρωματικό παρθένο αγουρέλαιο που πληρώθηκα για τον κόπο μου... Θα την απολαύσω και θα χαζολογήσω τις φλόγες που φτερουγίζουν θαρρείς τυλίγοντας τα κουτσουμπάνια και αυθόρμητα θα ευχαριστήσω το Θεό που είμαι καλά και που αξιώνομαι την απαράμιλλη γεύση της απλότητας και που αυτή τη στιγμή δε χρειάζομαι καμία "τηλεφωνική προσφορά" για να περάσει κι αυτή η νύχτα....


Υ.Γ. Η σαλάτα πορτοκάλι, παλιό και σχεδόν ξεχασμένο παραδοσιακό έδεσμα της περιοχής. Τότε που ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους ανακαλύπτοντας γεύσεις και δεν αναζητούσαν γεύσεις απλά για να δημιουργήσουν νέες επίπλαστες ανάγκες... (αν με εννοεί κανείς...). Συνηθίζεται και με πατάτα ψητή ή με κρεμμύδι ψητό (πάντα στο τζάκι ή στην ξυλόσομπα) και από πάνω τον νοστιμότατο ντόπιο πελτέ ντομάτας. Εγώ την "πειράζω" κατά καιρούς! Την έχω δοκιμάσει και με φύλλα άγριας ρόκας από τον κήπο μου, ελιές ζαρωμένες και κρεμμύδι. Απαραίτητο, προφανώς, το αλατάκι. Και σκέτη την αγαπώ, μοναχά αλατισμένη και με καλό ελαιόλαδο. Μια νότα δροσιάς ως συνοδευτικό...
Υ.Γ.2 Στις φωτογραφίες οι πατάτες από τις λιγοστές του κήπου μου... Με το φλούδι και ξεματιστές να τραβήξουν τ'αλατάκι και το αγουρέλαιο...

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

γεμάτη χώμα φρέσκο από χαμομήλι αμόλυντο...


[...] ὅρμινον τε, καί εἰρύσιμον, κύκλαμις τ’ ἰοειδής, 
στοιχάς, παιονίη τε πολύκνημόν τε κάτερνες· 
μανδραγόρης, πόλιόν τ', ἐπί δέ ψαφαρόν δίκταμνον· 
εὔοδμος τε κρόκος, τε και κάρδαμον· 
ἐν δ' ἄρα κῆμος, σμίλαξ, ἠδέ χαμαίμηλον, μήκων τε μέλαινα [...]
(Ορφέως "Άργοναυτικά" στίχοι: 920-4)



Περιγράφοντας ο Ορφέας το παλάτι του Αιήτη στην Κολχίδα... "Διότι εμπρός από τον οίκο του Αιήτου και του ερατεινού ποταμού υπήρχε περίφραγμα [...] Εκτός δε αυτού είναι τρεις υπερμεγέθεις πύλαι [...] πάνω εις τον προστάτη των πυλών στέκεται κάποια βασίλισσα ... η οποία ανάβει την φλόγα του πυρός και την οποία οι Κόλχοι εξιλεώνουν ως Άρτεμιν εμπύλιαν ... Αυτή είναι δια τους ανθρώπους φοβερά κατά την όψιν ... Ούτε κανείς εντόπιος εισεχώρησε περισσότερον εις το εσωτερικόν εκείνης της οδού ούτε και κανείς ξένος επέρασε από το κατώφλι .... Εις δε το έσχατον μέρος του μυχού του περιφράγματος υπάρχει άλσος, κατάσκιον από θάλλοντα δένδρα ... υπάρχουν επίσης χόρτα σκεπασμένα με χαμηλές ρίζες, δηλαδή ασφόδελος .... κυκλάμινον ... και ρίγανη ... Ακόμη φύονται εκεί και μανδραγόρας και πολιόν και δίκταμνον ... και κρόκος ευώδης και κάρδαμον .... σμιλακιά και χαμομήλι και παπαρούνα η μαύρη [...] Εις το μέσον ... απλώνεται ο πανύψηλος κορμός της φηγού (βελανιδιάς) .... επάνω εις ένα μακρόν κλάδον επεκρέματο εδώ κι εκεί το χρυσούν δέρας, το οποίο προφυλάττει ένας φοβερός όφις, καταστρεπτικό δια τους ανθρώπους τερατόμορφον θηρίον [...]"
(απόδοση: Ιωάννου Πασσά- "Τα Ορφικά")

Το χαμομήλι, λοιπόν, κάνει πολύ νωρίς την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα. Κι αν ο Ιάσων, ξεκινώντας απ'τα λημέρια του Χείρωνα, το αντίκρυσε στο άλσος της Κολχίδας, ο Κώστας Βάρναλης το αντικρύζει στον τόπο των Κενταύρων:

"Σε θεμωνιές, πηγάδια ή σε κουφάλες
ελιών τρυπώστε, ω Θεσσαλές, που λάβρη
σκιρτά η καρδιά σας· όλοι αφρό και γαύροι
με τις στερνές κατηφοράνε στάλες

της βροχής, καταρράχτες, οι Κενταύροι
με πηδήματα οργιές, κραξές μεγάλες
απ’ των φαράγγων μέσα τις διχάλες
κάτασπροι, κατακόκκινοι και μαύροι.

Αλιφασκιά, θυμάρι, χαμομήλι
καπνίζοντας και στα ίδια τους καπούλια
καβάλα, μες στων σύγνεφων τα τούλια

ορθοί και ανάεροι στάθηκαν σαν ήλιοι
και με ρουθούνια πίνουν ματωμένα
τα μύρα των κορμιώ σας τ’ αναμμένα."

(Κώστα Βάρναλη, "Κένταυροι")



Χαμομήλι ή Χαμαίμηλον από το χαμαί (χάμω) και "δια την προς τα μήλα ομοιότητα τη οσμή", σύμφωνα με τον αρχαίο ιατρό Διοσκουρίδη. Ο Διοσκουρίδης, μάλιστα, το συγκαταλέγει στην ευρύτερη κατηγορία των "ανθεμιδών": 
"Ανθεμίδα: Άλλοι την αποκαλούν "λευκάνθεμο", άλλοι "ηράνθεμο", επειδή ανθίζει την άνοιξη (σημ. έαρ/ ηρ), άλλοι "χαμομήλι", επειδή μοιάζει στη μυρωδιά με τα μήλα, άλλοι "μηλάνθεμο", άλλοι "χρυσοκαλλία" και άλλοι "καλλία". Αυτής υπάρχουν τρία είδη τα οποία διαφέρουν μόνο στα άνθη' βλαστοί μιας σπιθαμής , με τη μορφή θάμνου, οι οποίοι έχουν πολλές διακλαδώσεις, μικρά φυλλαράκια, λεπτά και κεφάλια σφαιρικά τα οποία από μέσα έχουν μικρό λουλουδάκι λευκό και χρυσαφί, ενώ απ'έξω περιβάλλεται κυκλικά από λευκά ή κίτρινα ή πορφυρόχρωμα φυλλαράκια στο μέγεθος του απήγανου. Φυτρώνει σε πετρώδεις περιοχές και δίπλα στους δρόμους, ενώ μαζεύεται την άνοιξη. [...]" (Διοσκουρίδου, "Περί Ύλης Ιατρικής", Γ 136 - απόδοση: "Φιλολογική Ομάδα Κάκτου")

Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν": "Χαμαίμηλον (Matricaria)... περί τα 70 είδη... Το αξιολογώτερον είνε Χ. το κοινόν... Το μόνον είδος του προκειμένου γένους όπερ απαντά  έν Ελλάδι, ένθα είνε κοινότατον και κν. γνωστόν υπό τα ονόματα Χαμομήλι, Χαμόμηλο, Μαρτολούλουδο (Κοραής)' εν Αιγίνη Λουλούδι του Αγ.Γεωργίου, εν δε τη Κύπρο Μουγιόχορτο. Το φυτό τούτο είνε πιθανός το Χαμαίμηλον του Γαληνού, εις τούτο δε κατά τινάς αναφέρεται μία των Ανθεμίδων του Διοσκουρίδη. Τα άνθη του φαρμακευτικά' αλεθόμενα και μεταβαλλόμενα εις λεπτήν κόνιν δυνατόν ν'αντικαταστήσωσι το Πύρεθρον εν τη καταπολεμήσει πολλών εντόμων, αποσταζόμενα δε παρέχουσι κυανούν φαρμακευτικόν αιθέριον έλαιον πολύτιμον. [...]"











Η  αλήθεια είναι πως στο βουνό του Χείρωνα δυσκολεύομαι, πλέον, να βρω καθαρό χαμομήλι. Ίσως επειδή, καθώς γράφει κι ο Διοσκουρίδης "φύεται ... παρά τας οδούς" και, στις μέρες μας, δεν είναι και το ιδανικότερο να συλλέγεις βοτάνια από τέτοιες τοποθεσίες! Γιατί κι εδώ το πανέμορφο χαμομηλάκι θα το εντοπίσω συχνά σε ισόπεδες αλάνες που παρκάρουν αυτοκίνητα ή ανάμεσα σε πετρούλες καλντεριμιού που περιδιαβαίνουν γατιά, σκυλιά και άνθρωποι... Είναι και τόσο πλούσια η βλάστηση στο βουνό μας που, που να ξεχωρίσει το χαμηλό του ανάστημα ανάμεσα στην πνιγηρή άγρια πρασινάδα; Άσε που οι περισσότεροι σύγχρονοι το ξεπατώνουν από τη ρίζα βιαστικά (η εποχή της "κεκτημένης ταχύτητας", βλέπεις...), γιατί δεν έχουν την υπομονή να συλλέξουν όπως οι παλιοί, μ'ευλάβεια, μοναχά τ'ανθάκια του, αποσπώντας τα με το άνοιγμα των δαχτύλων τους ("καθώς η φούχτα άμα τρυγά πυκνό το χαμομήλι κι ανάμεσα στα δάχτυλα το δέχεται" -Άγγελος Σικελιανός). Κι επιπλέον, οι τόσοι ψεκασμοί με φονικά δηλητήρια για τα χορτάρια δυσχεράναν ακόμη περισσότερο την επιβίωσή του...
Πάντως, κουτσά-στραβά, τελικά τα καταφέρνω να μαζέψω τα εύοσμα ανθάκια του. Από τα ωραιότερα αρώματα της φύσης κατ'εμέ! Κι αν και δεν είμαι φίλος των ζεστών αφεψημάτων και "τσαγιών" (προτιμώ κάτι σε τσίπουρο ή κρασάκι!!), είναι από τα λίγα βότανα που το ρόφημά τους με δελεάζει. Κι ακόμη περισσότερο για τις τόσες φαρμακευτικές ιδιότητες που διαθέτει! Πολλές εκ των οποίων έχω τσεκάρει! Από φλεγμονή στο δόντι μέχρι δερματικά... Έτσι συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα βότανα του "της φύσης φαρμακείου μου", μαζί με το περίφημο βάλσαμο ή σπαθόχορτο.

Μας πληροφορεί ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"): 
"Το χαμομήλι είναι ένα βότανο με πολύπλευρη δράση. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν ως αντιπυρετικό και στους διαλείποντες πυρετούς (Γαληνός), ο Διοσκουρίδης το θεωρούσε εμμηναγωγό και ο Ιπποκράτης το συνιστούσε σε υστερικές κρίσεις και σε λευκόρροια. Συνίσταται σχεδόν για κάθε οργανική ανωμαλία, αν και η σπουδαιότερη ικανότητά του είναι να χαλαρώνει άτομα φορτισμένα από συναισθηματικά προβλήματα. Η δράση του είναι αντισπασμωδική. Και σπασμός είναι το αποτέλεσμα μιας εντάσεως, φυσικής ή πνευματικής. Πολλά πειράματα... έδειξαν ότι το χαμομήλι έχει την ικανότητα να θεραπεύει φλεγμονές του δέρματος, εκζέματα, αναφυλαξίες, κυστίτιδες, χρόνιες γαστρίτιδες και άλλες αρρώστιες."  Κατόπιν παρουσίαζει τις κυριότερες ιδιότητές του:
"- Σπασμολυτικό, ηρεμιστικό των νεύρων (ημικρανίες, νευραλγίες, ζαλάδες, αυπνίες, υστερία, παροξυσμός ασθματος)
- Επουλωτικό (εγκαύματα, σπυριά, λειχήνες, εκζέματα)
- Καταπραϋντικό, αναλγητικό, παυσίπονο, αντιφλογιστικό (οδυνηρή οδοντοφυϊα, διαταραχές εμμηνόπαυσης, κυστίτιδες, ρευματισμούς, βήχα, νευραλγία τριδύμου)
- Ανθελμινθικό
- Αντιαλλεργικό (αναφυλαξία, φαγούρα)
- Ορεκτικό, διεγερτικό
- Χωνευτικό, αντιφυσητικό, αντιδιαρροϊκό
- Ανακουφίζει φλογισμένες αιμορροϊδες, κράμπες, πόνους αυτιών
- Εφιδρωτικό, αντιπυρετικό
- Χολαγωγικό
- Βακτηριοκτόνο (πληγές στόματος, άφθες, δέρμα)
- Εμμηναγωγό (δυσμηνόρροια) [...]"



Εμπνεόμενη από τη διαδικασία παρασκευής του βαλσαμέλαιου, μια χρονιά δοκίμασα να παρασκευάσω και "χαμομηλέλαιο" με την ίδια λογική: Σ'ένα βάζο στριμωγμένα ανθάκια χαμομηλιού (πάντα θέλω "δυνατή" δόση από την πρώτη ύλη μου) περιλουσμένο με ελαιόλαδο (βιολογικό και άθερμο), τοποθετημένο για κανένα μήνα σε μέρος φωτισμένο μεν από τον ήλιο αλλά και σκιερό συνάμα κι έπειτα στράγγισμα. Τελικά, μου χρησίμευσε όσο δεν το περίμενα, οπότε και φέτος μπήκα στην ίδια διαδικασία...



Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Μούρα και "Μαντζούνια" πηλιορείτικα!


Ομολογώ πως τόσα χρόνια τά'χα αγνοήσει! Δεν "έπεσαν" και στο μάτι μου, στο δρόμο μου -όπως θες πες το. Κι έτσι όταν πριν κανα-δυο χρόνια άκουσα για το"μαντζούνι" τους απόρησα. "Ποιό ματζούνι;" ρώτησα με τη φαντασία μου να ταξιδεύει σε γριές μάγισσες ν'ανακατεύουν βοτάνια κι ουρές σαύρας σε μαύρα πελώρια καζάνια. "Από τα μούρα ντε!" Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να συλλάβω πως η έννοια που έδινα εγώ στο "ματζούνι" (κάποιος κομπογιαννίτικος ή μη ημιφαρμακευτικός πολτός) δεν ταυτιζόταν με την έννοια που έδιναν εδώ, η οποία είναι απόλυτα συγκεκριμένη: "φάρμακο από μούρα για στόμα και αμυγδαλές". Ε, ήταν να μην το μάθω κι αυτό! Κι αν πέρσι δε μού'κατσαν τα μούρα, ούτε τα "μαντζούνια" -καθώς με καταδίωκαν άλλες μάγισσες, μ'άλλες "συνταγές"- φέτος τα κατάφερα! Η αλήθεια είναι ότι δε βρήκα κανέναν να μου να μου το δείξει στην ολοκληρωμένη του μορφή -όσοι το γνώριζαν, κάποτε το είχαν φτιάξει καιρό τώρα ή το θυμόντουσαν από καμιά παλιά- αλλά νομίζω πως το πέτυχα. Εξάλλου, δεν είναι και πολύπλοκη η διαδικασία. Τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία την τρως για να συλλέξεις τον καρπό, ειδικά όταν δεν έχεις τη δυνατότητα ν'απλώσει κανένα καθαρό νάυλον κάτω από τη μουριά, να τινάξεις τα κλαριά και να τον μαζέψεις, αλλά χώνεσαι μέσα σε βάτα προσπαθώντας να απελπισμένα να φτάσεις ό,τι μπορείς χωρίς να το κάνεις πουρέ στο χέρι σου και χωρίς να μεταμορφωθείς σε κατα συρροήν δολοφόνο! Κάτι που, ω ναι, τελικά δεν το αποφεύγεις, καθώς ο χυμός των μαύρων μούρων -τα οποία είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν- βάφει, κι όχι απλώς βάφει, σε πασαλείβει μ'ένα ζουμί κατακόκκινο σαν αίμα σαν μόλις ν'αναστήθηκες από τροχαίο! (Ευτυχώς στο πλύσιμο ξεβάφει!)


Κατ'αρχάς πρέπει να βρεις μια προσιτή μαύρη μουριά. Ύστερα να επιδοθείς στο άθλημα -ανάλογα των συνθηκών- αποφασισμένος ότι για ένα μικροσκοπικό βαζάκι "μαντζούνι" χρειάζονται πάρα πολλά μούρα! Αν έχεις ξυλόσομπα με μάτι εκτός σπιτιού (εξωτερικό κουζινάκι) ή κάτι αντίστοιχο είσαι τυχερός. (Αν έχεις μες στο σπίτι δεν το συζητώ, καθ'ότι οι θερμοκρασίες λόγω εποχής απαγορευτικές...) Αλλιώς, πρέπει να πάρεις απόφαση ότι το μάτι της κουζίνας παρέα με τη ΔΕΗ θα κάψει για αρκετές ωρίτσες! Επίσης, καλό είναι τα μούρα να τα μαζέψεις σ'ένα κουβά κι όχι σε τίποτα πλαστικές σακούλες που θα σε πασαλείψουν χειρότερα.


Από κει και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Έξω από το σπίτι πάντα (!), τα βάζεις σ'ένα τρυπητό με μια λεκάνη από κάτω και τα ζουπάς μέχρι να βγάλουν όλο το χυμό τους. Ε, θέλει λιγάκι υπομονή! Εναλλακτική παίζει μ'αυτά τα μηχανηματάκια για πελτέ που περνάς τη ντομάτα και συγκρατεί τους σπόρους. Τότε, όμως, το μαντζούνι θα βγει σε μια άλλη μορφή, καθώς θα συγκρατεί και μπόλικη ψίχα. Οι απόψεις σχετικά διϊστανται, καθώς άλλοι μού'παν πως παίρνεις μόνο τον καθαρό χυμό να γίνει σα σιρόπι, άλλοι πως προσπαθείς να βάλεις κι όση ψίχα μπορείς, κι άλλοι πως η γιαγιά τους τά'βραζε ολόκληρα, ακόμη και με το σπόρο. Φαντάζομαι, όπως και νά'χει, οι ιδιότητες παραμένουν ιδιότητες!


Ρίχνεις το χυμό σε μια κατσαρόλα και δίχως να προσθέσεις τίποτα τον σιγοβράζεις με προσοχή (κι όποτε χρειάζεται ανακάτεμα, να μην κολλήσει) μέχρι να γίνει είτε ένα πολύ πηκτό σιρόπι -όχι τόσο, βέβαια, ώστε όταν κρυώσει να πάρει τη μορφή κόλλας- σαν παχύρρευστο μέλι, είτε ένα πολύ πηκτό "μαρμελαδέ" σκεύασμα, στην περίπτωση που εμπεριέχει κι αρκετή ψίχα. Τούτο το μαντζούνι, το φυλάς σε μικροσκοπικά βαζάκια και είναι ιδανικό για κάθε περίπτωση στοματίτιδας ή αμυγδαλίτιδας. Με μια μικρή επάλειψη στο πάσχων σημείο εξαλείφει τις άφθρες ή άλλα αντίστοιχα στοματικά έλκη κι επίσης αντιμετωπίζει τον στοματικό έρπη. Επιπλέον βοηθάει σε διάφορες παθήσεις του φάρυγγα, είτε "πιπιλώντας" στο λαιμό ένα κουταλάκι του γλυκού από το σκεύασμα, είτε με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που μου αναφέρανε πολλοί "στα παιδιά στις πρησμένες αμυγδαλές βάζουμε πάνω λίγο μαντζούνι και το πατάμε να μείνει εκεί" κι η φλεγμονή υποχωρεί.


Δεν ξέρω αν ακούγονται λίγο υπερβολικά αυτά, πάντως εμένα με διαβεβαίωσαν όσοι το έχουν δοκιμάσει και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τις θεραπευτικές ιδιότητες του μούρου, ιδιαίτερα όταν είναι συμπυκνωμένο σε τέτοιο βαθμό κι όταν μάλιστα στις μέρες μας, διαρκώς εμφανίζονται έρευνες που εγκωμιάζουν τις ευεργετικές ιδιότητες κάθε είδους μούρου (από το κοινό και τα βατόμουρα, μέχρι τα κράνα και το σαμπούκο και τόσα άλλα εγχώρια και ξενικά) για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Εξάλλου, με μια ματιά που έριξα στα κιτάπια μου, διαπίστωσα με χαρά ότι κι ο ιατρός της αρχαιότητας Γαληνός αναφέρεται, τρόπον τινά, στο πηλιορείτικο μαντζούνι στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων", γράφοντας "[Β11 (585)]: Το όνομα, λοιπόν, των μούρων είναι κάπως γνωστό στους περισσότερους, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον λόγω του φαρμάκου για το στόμα, το οποίο ονομάζεται φάρμακο από μούρα και περιέχει τον χυμό τους." Αναφέρει κι ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του για τον "καρπόν της μελαίνης μορέας": "Εξ αυτής παρασκευάζονται γλυκά και σεράπιον φαρμακευτικόν (φρμ.Syrupum Mororum), χρησιμοποιείται δε ενίοτε αύτη και προς βαφήν ποτών τινων."
Μετά από όλα αυτά, βάλθηκα να ψάχνω στο διαδίκτυο για επιπλέον ιδιότητες του μούρου... Τα πράγματα δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρα καθώς η γενική ονομασία "μούρο" αντιστοιχεί σε πολλά είδη, ως και το βατόμουρο ή το σαμπούκο. Έμεινα με την εντύπωση πως τουλάχιστον τα κοκκινόμαυρα μούρα πρέπει νά'χουν παραπλήσιες ιδιότητες, μερικές εξ αυτών:
- Είναι πλούσια σε βιταμίνη C αλλά και Ε και σε τανίνες.
- Πλούσια σε φλαβονοειδή (που, όπως καταγράφει η wikipedia, τα συστατικά αυτά προσδίδουν στα φυτά έντονα χρώματα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία τους από παθογόνους μικροοργανισμούς, υπεριώδη ακτινοβολία και φυτοφάγα ζώα) των οποίων η δράση είναι σπασμολυτική, διουρητική, ανθελμινθική, αλλά και αντικαρκινική, αντιγηραντική και προστατευτική για την καρδιά. Οι ανθοκυανίνες (φλαβονοειδείς χρωστικές) που περιέχουν αποτελούν διατροφικά αντιοξειδωτικά κι έχουν αντιφλεγμωνώδεις ιδιότητες, μειώνουν την πηκτικότητα των αιμοπεταλίων εμποδίζοντας το σχηματισμό θρόμβων, προστατεύουν από διαβήτη τύπου 2, κλπ, κλπ.
- Περιέχουν λουτεϊνη η οποία δρα προστατευτικά στον οφθαλμό και δρα κατά την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και φυλλικό οξύ (που συνίσταται για τις εγκυμονούσες).
- Γενικότερα, θεωρείται ότι καταπολεμούν τις ουρολοιμώξεις, προστατεύουν το έντερο, βελτιώνουν τη μνήμη, βοηθούν την καρδιά, ενισχύουν το ανοσοποιητικό και αποτελούν ασπίδα κατά του καρκίνου.
Την ανθελμινθική τους δράση (κατά των σκουληκιών του εντέρου) καταγράφει και ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Β52) αναφέροντας πως "Ο Δίφιλος πάλι ο Σίφνιος ιατρός γράφει ως εξής:"Τα δε συκάμινα, τα οποία και μούρα λέγονται, είναι μεν μετρίως εύχυμα, ολιγότροφα όμως και ευστόμαχα και ευκοίλια. Ιδίως δε όσα εκ τούτων είναι αγουρωπά εκβάλλουν τας ελμίνθας." "
Και μάλιστα ο Αθήναιος συνεχίζει μ'ένα παράξενο περιστατικό σχετικό με τα μούρα: "Ο Πύθερμος διηγείται, καθώς αναφέρει ο Ηγήσανδρος, ότι κατά τους χρόνους του, αι συκομορέαι δεν παρήγαγον καρπούς επί είκοσι έτη, και ότι επήλθεν επιδημία ποδάγρας τόσο μεγάλη ώστε όχι μόνο άνδρες προσβλήθηκαν υπ' αυτής και επιάσθησαν, αλλά και παίδες και κόραι και ευνούχοι, ακόμη δε και γυναίκες. Κατήντησε δε να προσβάλη το κακόν τούτο και τα ποίμνια εις τοιούτον βαθμόν, ώστε τα δύο τρίτα των προβάτων να πιασθούν από την ασθένειαν αυτήν." Κι επειδή μου κίνησε την περιέργεια αυτή η τόσο απόλυτη συσχέτιση της απουσίας μούρων από τη διατροφή με την γενικευμένη κρίση ουρικής αρθρίτιδας (ποδάγρας), άρχισα να γκουγκλάρω σχετικά και διαπίστωσα πως, όντως, τα μούρα όπως και τα κεράσια και πιθανά και άλλα φρούτα με έντονο κόκκινο σκούρο χρώμα θεωρούνται σύμφωνα με νέες μελέτες πως έχουν προστατευτική δράση (και, κατά κάποιους, μάλιστα, θεραπευτική) κατά των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας!

Πάντως, πέραν όλων τούτων μπορώ να πω πως, εκτός από "ματζούνια", γίνονται και υπέροχη μαρμελάδα!


Όσο για την ονομασία τους, "μούρο" και "μουριά" ή στα αρχαία "μόρον" και "μορέα", εκ του "μόριον", καθώς τα μούρα αποτελούνται από πολλούς κόκκους (μόρια). Επίσης ονομάζονται "συκάμινα" και το δέντρο "συκαμινιά" ή "συκομορέα" (το σύκο, κατά το "Μεγάλο Ετυμολογικόν",  "παρά το σεύω, το ορμώ' ορμητική γαρ έστι").
Υ.Γ. χμ... Και μην ξεχνάμε τους μεταξοσκώληκες! Που τόσο προτιμούν τις μουριές... Από μουριά και το μετάξι... :)
Υ.Γ. 2. Κι αυτός ο συνειρμός: "μόρον" (=μούρο) και "μόρος" (=μοίρα). Πολύ με προβληματίσαν τούτες οι μουριές...

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς!

Ένα από τα παραδοσιακά και δημοφιλή εδέσματα του Δωδεκάμερου, ιδιαιτέρως της Πρωτοχρονιάς αλλά συχνά και των Χριστουγέννων εδώ στο Πήλιο είναι η γεμιστή κότα. Φαγητό που συναντάμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος τούτες τις γιορτινές μέρες.Κι αν και πλέον η παραλλαγές στη γέμιση ποικίλλουν με τους διάφορους νεωτερισμούς, βασικό συστατικό νοστιμιάς αποτελεί πάντα το πηλιορείτικο κάστανο. Αλλά ας δούμε πως τη φτιάχνει μια φίλη, ακολουθώντας τη συνταγή που έμαθε από τη "μανιά" (γιαγιά) της:

Καταρχάς, η γέμιση:


"Τσιγαρίζουμε σ'ελαιόλαδο τα συκωτάκια και το στομαχάκι ψιλοκομμένα με κρεμμυδάκι. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο μαϊντανό και τα κάστανα (ωμά, ξεφλουδισμένα φυσικά) να τσιγαριστούν κι αυτά και τέλος ρίχνουμε κομματάκια τυρί (φέτα)."


Όσο για την κότα, αφού την καθαρίζουμε και την πλένουμε καλά, "ράβουμε πρώτα το "γκαργκαλιάνο" (λάρυγγα) και την τρυπούλα που αφήνει η "γάσγα" ("σακουλάκι")


και μετά γεμίζουμε και ράβουμε από πίσω".


Κι είναι έτοιμη για βράσιμο.


Σε νεράκι με λίγο αλάτι, πιπέρι και λαδάκι την καπακώνουμε και τη βράζουμε όλη νύχτα σε χαμηλή φωτιά.


"Τη βράζαμε νύχτα όταν έσβηνε το τζάκι με λίγη φωτιά για να μην ανοίξει η "γιόμιση". Ένα δαυλί έπρεπε νά'χει από κάτω." 'Ετσι, σιγά-σιγά και σκεπασμένη ροδίζει.

Κι ύστερα το πρωί:
"Την βγάζεις την κότα και φτιάχνεις το ζουμάκι σουπίτσα με ρυζάκι ή μανεστρούλα. Ανοίγεις την κότα και σε μια πιατελίτσα δίπλα βάζεις τη γέμιση."

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο"):
"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα."
Η κότα, όμως, τούτες τις μέρες πρωταγωνιστεί και αλλαχού. Άλλο αν ,πολλές φορές, εδώ και χρόνια, αντικαταστάθηκε με την ξενόφερτη γαλοπούλα. Παρατηρεί ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών"):
"Ήταν φυσικό, το ξενικό και καλοθρεμμένο αυτό πουλερικό (η γαλοπούλα) ν'αποτελεί κι ένα καλό δώρο (πεσκέσι) για φίλους ή ισχυρούς άρχοντες τις μέρες των Χριστουγέννων, που από παλιά απαιτούσαν στο γεύμα τους όρνιθα ή πετεινό. Οι παλιές παροιμίες έλεγαν: "Κότα πίτα τον Γενάρη (που είναι παχιά τα πουλερικά) και παπί τον Αλωνάρη." Ή, στον Πόντο: "Του Χριστού, όλ'αναλλάζουνε' και τα πετεινάρια σφάζουνε". [...]
Από την Κέρκυρα έχουμε περιγραφή, σχετικά πρόσφατη (1934), για τον αρχοντομαγείρευτο γάλο, που τον παραγέμιζαν με σταφίδες, κανέλα, γαρούφαλο, κουκουνάρα, και που τον "βάφτιζαν" τελετουργικά στο ζεστό νερό την παραμονή των Χριστουγέννων, φωνάζοντας τη λέξη "Χρίστος" (για να μην πουν Χριστός), καθιστώντας τον έτσι ευλογητικό φαγητό. Ο πολύς λαός όμως παντού εσυνέχιζε να περνά τα Χριστούγεννα με βραστή όρνιθα ή πετεινό (καπόνι), που έδιναν την εποχή αυτή και καλό ζουμί, και μόνο σε περίπτωση αρραβώνας προσπαθούσε να στείλει γαλόπουλο στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς."

Ο Ι.Κρίκελλος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική") σημειώνει: "Στη Βάλτα μολονότι το κρέας αφθονούσε μετά τη σφαγή του γουρουνιού, εντούτοις έσφαζαν κι ένα μικρό πετεινάρι «για να ματώσ' του σπίτ'». Κατάλοιπο, προφανώς, των αρχαίων θυσιών, για εξευμενισμό των δαιμόνων, προκειμένου να χαρίσουν καλοχρονιά στους σπιτικούς."

Όσο για τη γεμιστή πρωτοχρονιάτικη κότα, σίγουρα η γέμισή της, πέραν της νοστιμιάς, κρύβει και έναν συμβολισμό για την υποδοχή της νέας χρονιάς. Εξάλλου, στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι είθισται να παρατίθεται το πιο πλούσιο γεύμα, ώστε από τη χρονιά που θα ακολουθήσει να μη λείψει τίποτα. Μια κότα γεμιστή, θα μπορούσε να πει κανείς "εμπλουτισμένη", και μάλιστα με γέμιση που αποτελείται από καρπούς (κάστανα, καρύδια, κουκουνάρια, μύγδαλα, σταφίδες, κ.α., ανάλογα τον τόπο και την παραλλαγή) δε μπορεί να μην υποδηλώνει την ευχή της οικογένειας για ευκαρπία και την ελπίδα της ότι θα υποδεχτεί ένα νέον έτος πλούσιο σε κάθε λογής αγαθά.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Βαλσαμέλαιο και το βοτάνι του Προδρόμου!



Ένα από τα αγαπημένα μου βοτάνια είναι το βάλσαμο, επισήμως ονομαζόμενον Υπερικό το διάτρητον. Θά'ναι καμιά δεκαριά χρόνια που το γνώρισα, όταν μια γυναίκα μου μίλησε με τα θερμότερα λόγια γι'αυτό καθώς και για τις εκπληκτικές ιδιότητες του βαλσαμέλαιου που κατασκευάζεται απ'τις ανθισμένες κορφούλες του. Κι αναγνωρίζοντάς το, άρχισα να το συλλέγω. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που με διασκέδαζε ήταν οι μεταμορφώσεις του! Τα κατακίτρινα ανθάκια του που καθώς βουτάνε στο πρασινοχρυσαφένιο ελαιόλαδο το μεταμορφώνουν σιγά-σιγά σ'έναν κατακόκκινο πολτό! Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η αλλαγή των χρωμάτων. Για το λόγο τούτο και πολύ πιτσιρίκα είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στο μπρόκολο, το οποίο τότε (σήμερα μάλλον εξαφανίστηκαν αυτές οι ποικιλίες) με το βράσιμο άλλαζε απόχρωση και μόλις το πότιζες με χυμό λεμονιού τα "λουλουδάκια" του ροζίζανε. Αντιθέτως, το συγγενές του κουνουπίδι, με άφηνε αδιάφορη.


Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα να φτιάχνω κάθε χρόνο λίγο βαλσαμόλαδο, αλλά -να πω τη μαύρη αλήθεια- δεν είχα που να το χρησιμοποιήσω. Μάλλον ξεχασμένο σε κάποιο ράφι της αποθηκούλας την έβγαζε. Ώσπου μια μέρα είχα έντονο πόνο στην ωμοπλάτη (κάποιο μυϊκό τράβηγμα ίσως... αφού σε ησυχία δεν κάθομαι!) κι εκεί που τρωγοπίναμε με μια παρέα, μου πετάει κάποιος "Το βαλσαμόλαδο θα σε ανακουφίσει. Το ξέρεις το βαλσαμόλαδο;" "Πώς δεν το ξέρω; Τόσα μπουκαλάκια περιμένουν στο ράφι να βρουν λόγο ύπαρξης!" Κι έτσι, άρχισε να χρησιμοποιείται από όλους μας, καταρχάς με επαλείψεις σε ταλαιπωρημένα σημεία του σώματος, σε πονεμένα χέρια, σε "τραβήγματα" και σχετικά.. Μετά, είχαν σειρά τα εγκαύματα! Όταν έχεις ξυλόσομπα για κύρια θέρμανση, δε μπορεί, κάποια στιγμή θα καείς! Θά'σαι ταλαιπωρημένος όλη μέρα και προσπαθώντας το βράδυ να στριμώξεις ένα μεγάλο κουτσουμπάνι, θα τ'ακουμπήσεις το άτιμο το πυρωμένο μέταλλο! Αν δε, ξεπεράσεις, και τα όριά σου, και ξεθεωμένος μαγειρεύεις μες στη μαύρη νύχτα, μπορεί να σου χυθεί και στο χέρι σου καυτό νερό απ'την κατσαρόλα... κι εκεί το βαλσαμόλαδο, βάλσαμο για το έγκαυμα! Διαβάζοντας, εν συνεχεία, και τις λοιπές ιδιότητές του στο Μπαζαίο, θα βρεις περιπτώσεις για να δοκιμάσεις την αξία του ή να πειραματιστείς! Σε πληγές, πόνους αρθριτικών, κλπ, κλπ... όλο και κάποιος μας το χρησιμοποίησε με επιτυχία! Οπότε, φέτος, ήμουν σ'ετοιμότητα και μόλις πρωτοάνθισε -πριν λίγες μέρες στα χαμηλά- έτρεξα για συγκομιδή!


Η κατασκευη του βαλσαμόλαδου είναι ιδιαιτέρως απλή. Κόβεις τις ανθισμένες κορφούλες, τις στουμπώνεις σε μια γυάλα, περιχύνεις με καλό ελαιόλαδο μέχρι να σκεπαστούν, σφραγίζεις και το ξεχνάς στον ήλιο για κανένα μήνα. Ύστερα στραγγίζεις το υγρό και το φυλάς σε μπουκαλάκια. Αυτό είναι όλο κι έχεις έτοιμο ένα φάρμακο της φύσης στο σπιτικό σου.


Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του "100 βότανα, 2000 θεραπείες" περιγράφει πολλές από τις ιδιότητες του φυτού αυτού, που μπορεί να ληφθεί εσωτερικά ως αφέψημα ή έγχυμα των αποξηραμένων ανθισμένων κορφών του, είτε εξωτερικά με επάλειψη, συνήθως, ως βαλσαμέλαιο.(* Βέβαια, κάποιοι πίνουν ακόμη και το βαλσαμέλαιο, σε ελάχιστες ποσότητες-σταγόνες φυσικά, για θεραπεία έλκους στομάχου, κ.α.!) Ας δούμε ποιές καταγράφει, εν τάχει:
  • Αντικαταθλιπτικό.
  • Για αϋπνίες. (Ιδέα: Γεμίστε ένα μαξιλάρι με φύλλα βαλσάμου. Η μυρωδιά τους βοηθάει να σταματήσουν οι αυπνίες.) 
  • Διουρητικό.
  • Εμμηναγωγό. (Και ρυθμιστικό των εμμήνων αν προσθέσετε έγχυμα από φύλλα του στο νερό του μπάνιου.)
  • Σπασμολυτικό. (Ιδιαίτερα σε υστερία, νευρική κατάθλιψη.)
  • Τονωτικό και διεγερτικό.
  • Χωνευτικό.
  • Αντιφυσιτικό.
  • Ανθελμινθικό, δηλ. για παράσιτα του εντέρου. (¨Ενα φλιτζάνι αφέψημα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, για τρεις συνεχόμενες μέρες.) 
  • Για παιδική ακράτεια. (Φτιάχνουμε έγχυμα, μουλιάζοντας δυο κουταλάκια ψιλοκομμένο φυτό ή φύλλα σε ένα φλιτζάνι ζεστό νερό.)
  • Για σπασμωδικό βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα και κολικούς.
  • Για επούλωση τραυμάτων. (Επαλείψεις με βαλσαμέλαιο.) [* εξ ου και σπαθόχορτο/ σπαθέλαιο]
  • Αντισηπτικό (σε δαγκώματα εντόμων, πληγές)
  • Για αρθριτικά, ρευματισμούς, πληγές.
  • Αντιφλογιστικό και επουλωτικό. (Με βαλσαμέλαιο επουλώνονται εγκαύματα, πληγές και έλκος στομάχου.)
Ο Π.Γ. Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν λεξικόν" του σημειώνει πως "το διάτρητον Υπερικόν όχι μόνον εν Ελλάδι και πανταχού της Ανατολής, αλλά και πολλαχού της λοιπής Ευρώπης χαίρει φήμη αρίστου φαρμακευτικού είδους προς επούλωση πληγών και θεραπείαν τραυμάτων και δερματικών τινών νοσημάτων".

Επιπλέον, ο Μπαζαίος αναφέρει πως, σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, "η υπερικίνη που περιέχει το βάλσαμο έχει εντυπωσιακή δραστηριότητα και μικρή τοξικότητα κατά των ιών όπως του έιτζ, σε δοκιμαστικό σωλήνα και σε πειράματα με ζώα. Αρχικά μόλυναν ποντίκια με ιούς που προκαλούν λευχαιμία και μετά τους χορήγησαν μια μοναδική ένεση εκχυλίσματος βαλσάμου που "πρόλαβε απολύτως τη νόσο"."  Αλλά και σημερινές δημοσιεύσεις τονίζουν τις αντικαρκινικές του ιδιότητες και τις προσπάθειες που γίνονται να χρησιμοποιηθεί από την ιατρική κατά της νόσου.

Όπως και νά'χει, δεν είναι τυχαίο που ο λαός μας το ονόμασε βάλσαμο, λέξη που ταυτίζεται με κάθετι που προκαλεί έντονη ανακούφιση από πόνους, σωματικούς αλλά και ψυχικούς....

Ακόμη, από το βότανο αυτό ονομάστηκε η ταρίχευση βαλσάμωμα, γιατί, όπως αναφέρει ο Μπαζαίος και πάλι, "Αρχές καλοκαιριού μάζευαν παλιά βάλσαμο, το πολτοποιούσαν και με το ζουμί που φύλαγαν, άλειφαν τους πεθαμένους για να μη μυρίζουν."

Όμως, επειδή κάθε φάρμακο μπορεί να αποβεί και φαρμάκι (δεν είναι τυχαίο που για τους αρχαίους ημών προγόνους η λέξη "φάρμακον" είχε διττή έννοια...), όταν χρησιμοποιούμε βάλσαμο χρειάζονται κάποιες προφυλάξεις και στις ποσότητες που λαμβάνουμε, αλλά κυρίως στη συνδυαστική του δράση με άλλα φάρμακα ή ισχυρά βότανα, που μπορεί να προκαλέσει άσκημες παρενέργειες! Λόγω της έντονης δραστικότητάς του απαγορεύεται σε έγκυες και θηλάζουσες και λόγω της φωτοτοξικότητάς του, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση στον ήλιο μετά από τη λήψη του, ιδιαιτέρως σε άτομνα με πολύ λευκό δέρμα. (Θεωρείται, μάλιστα, πως είναι επικίνδυνη η λήψη του σε μεγάλες ποσότητες από βοοειδή και άλλα ζώα εκτροφής έκθετα στον ήλιο, καθώς συγκεντρώνεται στο δέρμα τους και τους προκαλεί δερματικό έγκαυμα με φουσκάλες.)

Αλλά, ας πούμε και λίγα λόγια για την ιστορία του...

Το βάλσαμο κυκλοφορεί στην πιάτσα με πλήθος ονόματα πέραν της επισήμου ονομασίας του (Υπερικό το διάτρητο), όπως βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, περίκη, λειχηνόχορτο, ψειροβότανο, χελωνόχορτο, σπαθόχορτο, κοψοβότανο, κουκτσούδι, αλλά και "μαστίγιο του διαβόλου", "Χάρη του Θεού", "Θαύμα του Θεού", "Βότανο του Προδρόμου"! Αυτήν την τελευταία ονομασία, ο Μπαζαίος την ερμηνεύει ως εξής: "Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμασαν το φυτό έτσι προς τιμήν του Ιωάννη του Βαπτιστή, επειδή πίστευαν ότι αποδέσμευε το σαν αίμα έλαιο στις 29 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής του Αγίου."  
Στο διαδίκτυο, όμως, κυκλοφορούν αρκετές ακόμη εκδοχές, όπως ότι ονομάστηκε έτσι είτε επειδή βρίσκεται σε πλήρη ανθοφορία κατά την 24η Ιουνίου που γιορτάζουμε το γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, είτε γιατί συγκαταλεγόταν στις "ακρίδες" (δηλαδή τις άκρες των φυτών) με τις οποίες τρεφόταν ο Βαπτιστής στην έρημο ή λόγω του ότι τα μαυροκόκκινα και τα ημιδιάφανα στίγματα στα πέταλά του συμβολίζουν αντίστοιχα το αίμα και τα δάκρυα, του Ιωάννου όταν εκείνος αποκεφαλίστηκε. Ακόμη, είδα να αναφέρεται πως πήρε το όνομά του από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ καθώς θεράπευαν μ'αυτό τις πληγές στις Σταυροφορίες! Όπως και νά'χει, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν έχει κάποιο τυχαίο όνομα, όπως δεν είναι και τυχαίες οι ιδιότητές του!
Ο Μπαζαίος προσθέτει πως "το μεσαίωνα οι Χριστιανοί υιοθέτησαν την παγανιστική πεποίθηση ότι το βάλσαμο απωθούσε τα κακά πνεύματα και το έκαιγαν την παραμονή της γιορτής του Αγ.Ιωάννη για να εξαγνίσουν τον αέρα, να διώξουν τα κακά πνεύματα και να εξασφαλίσουν υγιείς σοδειές." Πάντως, όπως προδίδουν και οι άλλες ονομασίες του ("Χάρη του Θεού", "μαστίγιο του διαβόλου"), το κύρος του μικρού μας βάλσαμου παρέμεινε, στο πέρασμα των χρόνων, αναμφισβήτητο! Κι ίσως να δίναν, όπως λέγεται, κάποτε στους "δαιμονισμένους" βάλσαμο, καθώς είχαν παρατηρήσει πως το βότανο αυτό καταπραϋνει διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα νευρολογικής φύσεως που κάποια εποχή τα ταυτίζαν με "δαιμόνια"!

Στην αρχαιότητα αναφερόταν και ως "Υπέρεικον", "Ανδρόσαιμον", "Άσκυρον"...Σύμφωνα με το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης" των Liddell-Scott:



Το λεξικό, λοιπόν, το ετυμολογεί από την ερείκη ("ρείκι"). Στο διαδίκτυο, συνάντησα δυο εκδοχές για την ετυμολογία του. Μία αναφέρει ότι συντίθεται εκ των "υπό" και "ερείκη", ότι δηλαδή φύεται κάτω από τα ρείκια, αλλά ομολογώ πως εγώ δεν εχω παρατηρήσει ποτέ τέτοιο πράγμα και θα μου φαινόταν πολύ περίεργο να ξεπροβάλει κάτω από τούτους τους πυκνούς θάμνους! Η δεύτερη ετυμολόγησή του είναι, λέει, από το "υπέρ" και "εικών", είτε διότι οι αρχαίοι Έλληνες διακοσμούσαν με αυτό τα θρησκευτικά τους είδωλα (όμως, ούτε αυτό μπόρεσα να το πιστοποιήσω κάπου..), είτε διότι είναι "υπεράνω της εικόνας του", "πέραν αυτού που φαίνεται"....Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") το ετυμολογεί από το "υπέρ" και "ερείκη", χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, ενώ ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης") απλά από το "ερείκη" και, δυστυχώς, δε μπόρεσα να βρω κάπου αλλού κάτι περισσότερο διαφωτιστικό...

Πάντως αναφέρεται και ως "ανδρόσαιμον" λόγω του ερυθρού χυμού του:



κι ως "άσκυρον", είδος υπερικού:





Οι φαρμακευτικές του ιδιότητες ήταν, φυσικά, γνωστές από την αρχαιότητα. Όπως συνοψίζει ο φαρμακοποιός Μ.Μιτάκης (βλέπε: http://www.iama.gr/ethno/Hypericum_files/2Hypericum_Mitakis%20Manolis.pdf), ο Ιπποκράτης το συνιστούσε ως αναλγητικό σε περιπτώσεις ρήξης της πνευμονικής αρτηρίας, αλλά και σε περιπτώσεις λυγγώδους πυρετού. Ο Διοσκουρίδης ως διουρητικό, εμμηναγωγό, αντιπυρετικό, κατά του τεταρταίου πυρετού (όταν πίνεται με οίνο), για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας (όταν τα σπέρματά του πίνονται επί σαράντα ημέρες) και ως κατάλληλο κατάπλασμα (σπέρματα και φύλλα) για εγκαύματα. Ο Γαληνός αναφέρεται στην διουρητική, ξηραντική εμμηναγωγή δράση του, αλλά και στη χρήση του για την αντιμετώπιση της ισχυαλγίας, του ίκτερου και των εγκαυμάτων.

Αυτά, προς το παρόν, περί βαλσαμόχορτου (που θα μπορούσαν νά'ταν κι άλλα... εδώ για την παρασκευή ενός απλού ελαίου ξεκίνησα να κάνω εγγραφή και κατέληξα να ψάχνω ασταμάτητα σε τόμους και διαδίκτυα... χωρίς να βρίσκω κι αυτά που θέλω! Αλλά ο χρόνος με κυνηγά...), που μου φαίνεται ότι τελικά θα με προβληματίσει περισσότερο κι από κείνον τον Ερμοδάκτυλο!

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Εις τα όρη χαίρει! (ρίγανη, αλλά και ριγανοκεφτέδες!)

Εις τα όρη χαίρει! Ποιός άλλος; Η γνωστή μας ρίγανη! Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" (Etymologicon Μagnum), η ρίγανη ή το ορίγανον εις την αρχαία ελληνική, έπρεπε να γράφεται με "ει", καθώς η ετυμολογία του προέρχεται από τη λέξη όρος (και συγκεκριμένα στη δοτική πληθυντικού "όρει", "τω όρει"= "εις τα όρη") και γάνος= "το σημαίνον την χαράν", δηλαδή "το γαρ ορίγανον εις τα όρη χαίρει", καθώς -αν μη τί άλλο- η ρίγανη βρίσκει τη χαρά της να εξαπλώνεται πανταχού στα όρη του τόπου μας! Υπάρχει, βέβαια, κι η έννοια γάνω= λαμπρύνω, οπότε σύμφωνα με αυτή την εκδοχή (που δεν επιβάλει τη γραφή με "ει"), το ορίγανον "λαμπρύνει τα όρη" μας.




Το Ε.Μ., όμως, δίνει μια ακόμη πιθανή ετυμολόγηση εκ του "οράν" (=βλέπω) και "γάνω", δηλαδή "λαμπρύνον την όρασιν", μιας και θεωρούνταν ότι η ρίγανη βελτίωνε την όραση.
Όλες τούτες τις ανοιξιάτικες μέρες, η πηλιορείτικη φύση δε μας έχει αφήσει παραπονεμένους. Τα δέντρα αρχίσαν να στολίζονται νυφούλες με μπουμπούκια λευκά και ρόδινα και τριανταφυλλιά, τα κτήματα και τα χωράφια πλημμύρισαν μ'αγριολούλουδα λογιώ-λογιώ χρωμάτων, τα λουλούδια στις αυλές αρχίσαν ν'ανασταίνονται και ν' ανθίζουν με το φεύγα του χειμώνα, ο τόπος μοσκοβόλησε κι επιπλέον ένα σωρό καλούδια, μεζέδες ιδιαίτεροι, εποχιακοί, μας χαρίζουν τη νοστιμιά τους αντάμα μ'ένα τσιπουράκι ή ένα μυρωδάτο κρασί! Μεταξύ άλλων (βλέπε: τσιτσίραβα, φτέρες, Άγρια σπαράγγια και βεργιά, γαϊδαροουρές και κούκοι) την τιμητική της έχει η ρίγανη! Όχι η ξερή που συνηθίζουμε σαν καρύκευμα στα φαγητά μας, αλλά η ολόφρεσκη που πρωτοβγαίνει τώρα και συλλέγεται για τους περίφημους ριγανοκεφτέδες!




"Μια απλωσιά, μια χούφτα ρίγανη για τέσσερις πατάτες. Κι αν τους θες νηστίσιμους και δε βάλεις αυγό, βάζεις και μια κουταλιά της σούπας ταραμά. Και λίγη φρυγανιά ή αλευράκι για να σφίξει, αφού δε θά'χεις το αυγό. Μαϊντανό, τριμμένο πιπεράκι, κι ένα μεγάλο κρεμμύδι. Αλατάκι λίγο, γιατί έχει κι ο ταραμάς." Ξεδιαλέγουμε μόνο τις φρέσκες κορφούλες και τα φυλλαράκια και τα βράζουμε με τις πατάτες (κομμένες σε κομμάτια μικρά) για να πάρουν κι αυτές νοστιμιά απ'το ζωμό. Τα στραγγίζουμε καλά, λιώνουμε μ'ένα πιρούνι και προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά. Πλάθουμε τα κεφτεδάκια, τ'αλευρώνουμε και τηγανίζουμε σε καυτό ελαιόλαδο. Κι ύστερα... απολαμβάνουμε!




Πέραν, όμως, της απολαύσεως, από την αρχαιότητα κιόλας ήταν γνωστή η θεραπευτική αξία του φυτού τούτου. Καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"):
"Τονωτικό, ορεκτικό, διεγερτικό.
Καταπραϋντικό και σπασμολυτικό σε πόνους των μυών και σε νοσήματα των πνευμόνων.
Πολύτιμο για προβλήματα του στομαχιού..... Σταματάει την ευκοιλιότητα (το αφέψημα)...
Για αεροφαγία, τυμπανισμό, αέρια....
Αναλγητικό σε οξείς ή χρόνιους ρευματισμούς, σε πόνους μυών και αρθρώσεων (τρία φλιτζάνια με εγχύματα την ημέρα και ζεστά καταπλάσματα).
Σε πονόδοντο (με γαργάρες ή μασώντας ένα κλαράκι).
Αποχρεμπτικό (... σε χρόνια βρογχίτιδα και κοκίτη)
Αντισηπτικό των αναπνευστικών οδών σε άσθμα και φυματίωση των πνευμόνων.
Στυπτικό σε εντερικές διαταραχές και πόνους στην κοιλιά.
Εμμηναγωγό σε περιπτώσεις αμηνόρροιας.
Με εξωτερική χρήση είναι παρασιτοκτόνο (σε φθειρίαση) και επουλωτικό."

Και πόσες άλλες ακόμη ιδιότητες.... Πλούσια σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, αλλά και πλούσια σε φυτικές ίνες που μειώνουν τα επίπεδα χοληστερίνης και τριγλυκεριδίων. Ερευνάται, μάλιστα, και η πιθανή αντικαρκινική της δράση.

Από ορισμένους, λοιπόν, θεωρείται από τα ισχυρότερα "φάρμακα" της φύσης. Πόσο, μάλλον, αν συγκαταλέξουμε στο γένος της και το περίφημο κρητικό δίκταμνο ("Ορίγανον η Δίκταμνος"). Ίσως και για τη δύναμή της αυτή, εκτός της διαπεραστικής μυρωδιάς της, να χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες την έκφραση:"ορίγανον βλέπω" = "δριμύ τι βλέπω" (λεξικόν Δ.Δημητράκου), όπως ο Αριστοφάνης στους "Βατράχους" (604) του:

"Κι όμως θενά δείξω, βρε παιδιά,
πόχω αντρεία καρδιά,
κι αψύ το ανάβλεμμα, σα ρίγανη."
(απόδοση:Α.Μελαχρινού) 

Αλλά και ο Όμηρος(;) στη "Βατραχομυιομαχία" (259):

"ο άξιος Οριγανίωνας, που προσομοίαζε τον ίδιο το θεό Άρη
και που μόνος ανάμεσα στο στρατό των βατράχων νικούσε..." 

δεν επέλεξε τυχαία το όνομα τούτο, καθώς, όπως σημειώνει κι ο Ι.Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό"): 
"Ο πλάσας το κωμικόν τούτο όνομα είχε κατά νουν και την φράσιν "ορίγανον βλέπειν"= αγριοκυττάζειν' διότι ο Οριγανίων παραβαλλόμενος με τον Άρη πρέπει να ήνε αγριωπός."