Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σιτάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σιτάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης και θεραπευτής των ζώων


 Για τον Άγιο Μόδεστο, προστάτη των ζώων έχω κάνει στο παρελθόν άλλες δύο αναρτήσεις, εδώ:

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων

και εδώ:

 `Αγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων...

Είναι, όμως, τόσο πλούσια τα λαογραφικά στοιχεία που διαρκώς ανευρίσκω για τα έθιμα που λαμβάνουν χώρα κατά την ημέρα της γιορτής του (η μνήμη του εορτάζεται στις 16 ή στις 18 Δεκεμβρίου*) και τόσο ενδιαφέρουσα έως και συγκινητική, πολλές φορές, η σχέση και αλληλοεξάρτηση του λαού μας με τα οικόσιτα ζώα του (με τα οποία συμβίωνε επί χιλιετίες) η οποία διαφαίνεται μέσα από τούτες τις παραδόσεις που, φέτος, θα του αφιερώσω μία ακόμη, ως συμπληρωματική των παλαιοτέρων.


Ξεκινάω από καταγραφές που αφορούν το Πήλιο, από το σπουδαίο λαογράφο μας Γιώργο Θωμά και τη μελέτη του "Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας" (Τα κείμενά του είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα: http://www.stavromana.gr/000menu.html):

"Στον αγιασμό για τα ζώα, του Αγίου Μοδέστου:

Πανηγυρική σύναξη, αντρών κυρίως, παρατηρούνταν σε όλα σχεδόν τα προαύλια των μητροπολιτικών ναών του Πηλίου και κατά τη «γιορτή των ζώων» το πρωινό του Αγίου Μοδέστου (18 Δεκεμβρίου). Είταν συνήθως οι ιδιοκτήτες (ή οι παραγιοί) μουλαριών, αλόγων (σπάνια και γαϊδουριών) και βοδιών (στα ποιμενικά χωριά του ΒΑ Πηλίου και γιδοπρόβατων), που οδηγούσαν ως εκεί τα ζώα τους να τ’αγιάσει ο παπάς(1). Γινόταν βέβαια πρώτα η λειτουργία κι ύστερα διαβαζόταν ο αγιασμός στο νάρθηκα του ναού ή στη μέση της ζωοσύναξης, αν το επέτρεπε ο καιρός. Με τον αγιασμό ραντίζονταν άνθρωποι και ζώα, ενώ ο παπάς και το άλλο εκκλησίασμα εύχονταν να είναι γερά και να ζήσουν τα τετράποδά τους. Έπαιρνε επίσης ο καθένας λίγο αγιασμό κι έβρεχε μ’αυτόν το στάβλο. Στην Άλλη Μεριά πήγαιναν στην εκκλησία και τις «κουλούρες των βοδιών» -όσα βόδια τόσες κουλούρες- να τις διαβάσει ο παπάς. Τις έπαιρναν κατόπι και τις κάρφωναν στα κέρατα των βοδιών τους, για να τις δώσουν στο τέλος να τις φάνε τα ίδια.

Οι κάτοικοι του Βένετου ωστόσο δεν αρκούνταν μόνο σ’αυτό τον αγιασμό. Άναβαν φωτιές και περνούσαν όλα τα ζώα τους (μουλάρια, γαϊδούρια, γίδες, πρόβατα κλπ.) μέσ’ απ’ τις φλόγες(2).

Στη συνοικία «Κουκουράβα» της Μακρινίτσας, ίσως και σε άλλες περιοχές, η εκδήλωση διατηρούσε τις προεκτάσεις της: Κάποιες νοικοκυρές που είχαν ζώα, έβραζαν σε καζανάκια φασόλια με ρύζι ή ρεβύθια με κοπανισμένο σιτάρι και πρόσφερναν από δυο πιάτα σ’ όλα τα σπίτια της περιοχής, «για το καλό των ζώων τους» και «για το καλό της μέρας». Συνήθιζαν επίσης μερικές γυναίκες να ρίχνουν και αγιασμό σ’αυτά τα φαγητά, απ’αυτόν που διάβαζε ο παπάς την ίδια μέρα(3).

Στην Τσαγκαράδα και την περιοχή της ο γιορτασμός των ζώων συνδυαζόταν και με γλέντι. Ύστερ’ απ’ τη λειτουργία (συλλείτουργο) στο ναό του Αγίου Στεφάνου, παρέες-παρέες οι άντρες, επισκέφτονταν τα σπίτια, όπου οι νοικοκυρές τούς κερνούσαν τσίπουρο με λουκουμάδες, που έφκιαναν επίτηδες. Κάποιες παρέες έπαιρναν και τα λαλούμενα μαζί και πήγαιναν όλοι τραγουδώντας στο δρόμο, μεταφέροντας το τραγούδι και την ευθυμία τους και μέσα στα σπίτια. Το μεσημέρι έτρωγαν σ’ένα απ’αυτά, κι ύστερα συνέχιζαν τις επισκέψεις τους έως το βράδι(4).

Η πρώτη (χρονικά) περιγραφή της εκδήλωσης στο Πήλιο έγινε στα 1893 από το Ζωσιμά Εσφιγμενίτη στο περιοδικό του «Προμηθεύς» (Ιανουάριος 1893): «...ἀλλά καί ἐν τῶ νομῶ Λαρίσης ὑπάρχουσι πολλαί ἐκκλησίαι ἐπί ὀνόματι τοῦ ἁγίου Μοδέστου, ἀλλά τί πρός τοῦτο, ὅπου γίνεται καί ἀγρυπνία καί ὅλα τά ζῶα των μικρά καί μεγάλα οἱ πατέρες (δηλαδή οι παπάδες) συνάζουν ἐκεῖ εἰς ἕν μέρος καί τά ἁγιάζουσιν ἀφοῦ κάμουν τόν ἁγιασμόν καί οὐ μόνον ἐν τῶ Ἁγίω Ὂρει ἀλλά καί ἐν Θεσσαλία ἐν τῆ ἐπαρχία Δημητριάδος εἰς ὅλας τάς κωμοπόλεις τῆς Ζαγορᾶς (δηλαδή του Πηλίου) καί ἐν τῶ μοναστηρίω ὀνομαζομένω τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἧς ἡ μνήμη εἶναι τῆ 23 Αὐγουστου, εἰς στό χωρίον ὀνομαζόμενον Δράκιαν κείμενον ἔξωθεν τῆς Ζαγορᾶς, πανηγυρίξεται ὁ ἅγιος Μόδεστος».
(1) Οι ίδιοι φρόντιζαν να στολίσουν πιο πριν με άνθη την εικόνα του Αγίου Μοδέστου της εκκλησίας.
(2) Από προσωπική έρευνα στο χωριό το 1981.
(3) Αποστολίας Νάνου-Σκοτεινιώτη, Μακρινίτσα, όπ.π., σελ. 110-111. Το έθιμο διατηρήθηκε έως τα 1930 περίπου.
(4) Από προσωπική έρευνα στα 1978. Το έθιμο διατηρήθηκε ίσαμε τα 1920-1925."

(Γιώργου Θωμά, "Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας")

 

Η Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη στο βιβλίο της "Μακρυνίτσα" μας ταξιδεύει σ'αλλοτινές εποχές:

"Σκόρπιες μνήμες. Παιδικές αναμνήσεις που ξεπετάγονται συχνά ηλιοπρόσωπες, για να σε πάνε πίσω, στα αστραφτερά κι ανέμελα της πρωτονιότης χρόνια, και να σου θυμίσουν ανθρώπους και "συνήθια" που χάθηκαν, που ξεχάστηκαν και ξεχνιούνται, ενώ διαβαίνει η ζωή κι ο πολιτισμός και το σήμερα ανηφορίζουν καλντιρίμι, κατακτούν το χωριό και σβήνουν την παλιά ομορφιά. 

Ένα απ'αυτά τα "συνήθια" ήταν κι η γιορτή του Άη-Μόδεστου άλλοτε στην Κουκουράβα. Πλάι στην εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής είναι και σήμερα ακόμη το παρεκκλήσι του Αγίου Μόδεστου. Ο Άγιος Μόδεστος, προστάτης των ζώων, γιορτάζεται οκτώ μέρες πριν απ'τα Χριστούγεννα, δηλαδή στις 18 Δεκεμβρίου και μάλιστα λέν' στο χωριό πως, ό,τι καιρό κάνει εκείνη την ημέρα κάνει και τα Χριστούγεννα.

Αυτή τη μέρα, λοιπόν, συνηθιζόταν στην Κουκουράβα ως μερικά χρόνια πριν απ'τον πόλεμο, να έρχονται έξω από το παρεκκλήσι όλα τα μεγάλα ζώα της συνοικίας (μουλάρια και άλογα) και να περιμένουν να τ'αγιάσει ο παπάς. Μετά τη λειτουργία στο παρεκκλήσι διαβαζόταν αγιασμός έξω στο νάρθηκα κι ο παπάς ράντιζε τα ζώα, και τα ευλογούσε. Ύστερα αυτοί που συνόδευαν τα ζώα συνήθως οι ιδιοκτήτες ή οι παραγιοί τα γύριζαν τρεις φορές γύρω από την εκκλησία και, αφού δέχονταν τις ευχές απ'όλους τους εκκλησιαζόμενους να τους ζήσουν και να είναι γερά τα ζώα τους, αποχωρούσαν.

Ήταν μεγάλο πανηγύρι για το παιδομάνι τα παλιά χρόνια ο ερχομός των ζώων στον Άη-Μόδεστο. Ο νάρθηκας της ανατολικής πλευράς γέμιζε από παιδιά που χάζευαν τα ζώα. Και εκείνα όλα καλοπεριποιημένα, καλοσαϊασμένα με τα καλά τους σαμάρια ή τη σέλα, που επάνω τους φάνταζαν οι καινούριες γιάμπολες (=είδος στρωσιδιού) και τα μιτάφια (=υφαντά από τραγόμαλλο), άλλα φρούμαζαν και χτυπούσαν τα πόδια κι άλλα αδιάφορα κουνούσαν τα αυτιά και την ουρά τους και περίμεναν υπομονετικά. Έξω απ'τον Άγιο Μόδεστο στην Κουκουράβα μαζεύονταν τριάντα-σαράντα άλογα και μουλάρια, που μπορεί να ήταν περισσότερα την εποχή που ευημερούσε η συνοικία. Κι όλα αυτά τα ζώα άκουγαν στα ονόματα: Αράπω, Γκεσούλι, Καράς, Ψαρής, Σουράς, Γερμανός, κλπ.

Μετά την εκκλησία ορισμένες νοικοκυρές απ'αυτές που στα σπίτια τους είχαν ζώα, ετοίμαζαν ένα ιδιαίτερο φαγητό σε μεγάλα τεντζερέδια ή καζάνια για κείνη την ημέρα. Έβραζαν φασόλια και μέσα έριχναν στο τέλος και ρύζι. Ή έβραζαν ρεβύθια και έριχναν μέσα κοπανισμένο σιτάρι. Ήταν δυο πιάτα πολύ πολύ νόστιμα, που όλοι τα περίμεναν στο χωριό. Γιατί ήταν συνήθεια τα πιάτα αυτά είτε φασόλια με ρύζι ή ρεβύθια με σιτάρι, να ροεύονται (=μοιράζονται) σ'όλα τα σπίτια σε δίσκους, ο απόγευμα της ημέρας τ'Άη Μόδεστου ή και την παραμονή. Δυο μεγάλες κουταλιές φασόλια με ρύζι στο πιάτο, πιπέρι επάνω και πλάι μια φέτα φρεσκοζυμωμένο ψωμί ή ρεβύθια καλοβρασμένα με ωραίο χυλωμένο σιτάρι πιπέρι και ψωμί.

Όπως είπε μια νοικοκυρά της Κουκουράβας 80 χρόνων, η κυρά Ευδοξία Λαχανίκα που πάντα στο σπίτι της είχαν ζώα, έριχναν μέσα στο φαγητό που μοίραζαν για τα ζώα και αγιασμό που έπαιρναν το πρωί από την εκκλησία μετά τη λειτουργία. Και μοίραζαν το φαγητό για το καλό των ζώων τους, που τους δούλευαν και τους ζούσαν και για το καλό της μέρας. [...]"

( Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη, "Μακρυνίτσα")


Για τη λατρεία του Αγίου Μοδέστου στην Κρήτη καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Ψιλάκης στο ανεκτίμητης αξίας έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"Στις λαϊκές εικόνες του ο Άγιος Μόδεστος εικονίζεται εν μέσω των ζώων. Η λαϊκή πίστη εκφράζει συναξαρικές διηγήσεις που θέλουν τον άλλοτε Αρχιεπίσκοπο Ιερουσαλήμων, γεννημένο στα χρόνια των διωγμών να κάνει πληθώρα θαυμάτων και να θεραπεύει τα ζώα. [...]

Τα συναξαρικά κείμενα φαίνεται να αποτελούν και στην περίπτωση της Κρήτης, υπόβαθρο των λαϊκών διηγήσεων και των παραδόσεων που ακούγονται, όπως συμβαίνει και αλλού. Μια μεγάλη ομάδα σχετικών παραδόσεων αναφέρεται σε θαυματουργικές ιάσεις ζώων και άλλες εστιάζονατι στη ζωή και στα θαύματά του. Λέγεται ότι ο Μόδεστος ανάστησε το κοπάδι ενός φτωχού βοσκού του οποίου όλα τα ζώα είχαν ψοφήσει από το χιόνι, ενώ παλιότερα συνήθιζαν να τάζουν στον Άγιο άρτους για να βοηθήσει στην εξημέρωση των βοδιών που προορίζονταν για το ζυγό! [...]

Ο πιο γνωστός ναός του Αγίου Μοδέστου στην Κρήτη ανήκει στην ενορία Βαγιωνιάς Μονοφατσίου. Και η γιορτή που γίνεται εκεί είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ίσως και ολοκλήρου του ορθοδόξου κ΄σομου. η προσφορά ζώων και τα κάθε λογής τάματα συνθέτουν μια σπάνια λατρυετική εικόνα σε συνδυασμό με τους ευχαριστήριους άρτους, τη λιτάνευση της εικόνας, ακόμα και την τελετουργική περιφορά των ζώων γύρω από τον ναό. [...] Οι προσκυνητές από τη Βαγιωνιά και τα κοντινά χωριά άρχιζαν να κατάφτάνουν από το πρωί. Είκοσι περίπου από αυτούς έφεραν μαζί τους ζώα, άλλοι μέσα σε σκεπασμένα καλάθια, σε τσουβάλια, ή σέρνοντάς τα με σκοινιά. Τα περισσότερα ήατν κουνέλια και κοτόπουλα. Η λατρευτική εικόνα του Αγίου ήταν τοποθετημένη έξω από την είσοδο του ναού, κάτω από υπ΄σοτεγο που κατασκευάστηκε επειδή συχνά βρέχει την ημέρα της γιορτής. Μερικοί από τους προσκυνητές πήγαιναν στην εικόνα με τα ζώα, προσκυνούσαν χωρίς να τα αφήνουν από τα χέρια τους ή τα άφηναν για λίγο πάνω στο εικονοστάσι πριν τα παραδώσουν στην ενοριακή επιτροπή. Άλλοι περιέφεραν τα ζώα γύρω από την εκκλησία τρεις φορές και μετά τα παρέδιναν στον επίτροπο. Μερικοί από αυτούς αναρτούσαν χαρτονομίσματα στην εικόνα, πάνω από τα μεταλλικά τάματα στα οποία απεικονίζονατι κάθε λογής ζώα αλλά και άνθρωποι, και ανθρώπινα μέλη σημάδι πως τα τάματα που γίνονται στον Άγιο δεν αφορούν μόνο τα ζώα. Οι εορταστικοί άρτοι τοποθετήθηκαν κατά την επικρατούσα συνήθεια πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι για να ευλογηθούν. Ανάμεσά τους όμως υπήρχαν ασφράγιστα αρτίδια ασυνήθιστου ακανόνιστου σχήματος. Τα αρτίδια αυτά ζυμώνονται με συνεισφορά αλεύρου από πολλά σπίτια του χωριού. 

"Από παλιά συνηθίζουν να τάζουν τα ζώα τους στον Άγιο Μόδεστο και μερικοί τάζουν άρτους ζυμωμένους με αλεύρι από πολλά σπίτια. Από κάθε σπίτι παίρνουν ένα φλιτζάνι αλεύρι. Όσο αλεύρι μαζευτεί ζυμώνεται όλο. Πρέπει όμως να ζητήσουν αλεύρι από πολλά σπίτια για να μαζέψουν πολλές ντροπές."

Μετά τη λειτουργία ο επίτροπος έβγαλε στη δημοπρασία τα ζώα. Μέσα σε λίγη ώρα πουλήθηκαν όλα σε τιμές κατά πολύ ακριβότερες από τις πραγματικές. Οι πλειοδότες που ρωτήθηκαν ήξεραν πως πλήρωναν παραπάνω χρήματα, δεν αντιμετώπιζαν όμως τη συναλλαγή σαν εμπορική πράξη. Πίστευαν πως το ζώο που αγόρασαν δεν ανήκε σε κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη, αλλά στον ίδιο τον Άγιο. Αιτιολόγησαν, μάλιστα, αυτήν την πεποίθηση τονίζοντας ότι το ζώο-τάμα παύει να αποτελεί κτήμα του ιδιοκτήτη του όχι από τη στιγμή που το παραδίδει στον επίτροπο του ναού, αλλά από τη στιγμή που γίνεται το τάξιμο. Απλώς, πιστεύουν, ο Άγιος το εμπιστεύεται στα χέρια του αφιερωτή για να το φροντίζει μέχρι να έρθει η ώρα της επίσημης (και τελετουργικής βέβαια) παράδοσης στα χέρια των ανθρώπων της εκκλησίας. Η πίστη αυτή ενισχύεται από μια μεγάλη σειρά παραδόσεων που ακούγονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρο το βαλκανικό χώρο και κάνουν λόγο για ζώα-τάματα τα οποία μεταβαίνουν μόνα τους στην εκκλησία σε περίπτωση που ο αφιερωτής αλλάξει γνώμη ή αποφασίσει να τα αντικαταστήσει με άλλα. Οι πλειοδότες θεωρούσαν ευλογία να έχουν στο σπίτι, στο στάβλο ή στο κοπάδι τους ζώα τα οποία αγοράστηκαν από τον Άγιο. [...]

Στον Άγιο Μόδεστο η πιο συνηθισμένη ευχή που απηύθυναν σε αυτούς ήταν: "Να βλέπει η χάρη του κι εσένα και το βιος και τα παιδιά σου." Στο τέλος μετά τη λειτουργία στρώθηκε πρόχειρο τραπέζι κάτω από το υπόστεγο με μπακαλιάρο, σουπιές και άλλα νηστίσιμα.[...]

Κατά την ημέρα της εορτής οι βοσκοί και οι κάτοικοι οικόσιτων ζώων βάζουν κάτω από την εικόνα μικρά σακιά με ρόβι, σιτάρι, κριθάρι ή άλλους καρπούς. Μετά τη λειτουργία τα παίρνουν, τα αποθηκεύουν και τα δίνουν στα ζώα τους. Πιστευούν ότι με αυτόν τον τρόπο μεταφέρουν την ευλογία του Αγίου.[...]" 

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, εκδόσεις Καρμάνωρ)


 Για την Κρήτη μας πληροφορεί κι ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης"): 

 "Στην Κρήτη τηρούν αυστηρά την αργία του, με μια συγκινητική μέριμνα, να μην κουράσουν και τα ζώα, την ημέρα εκείνη. Σταματούν το όργωμα ή και τα βαριά κουβαλήματα, αν πρόκειται να ταλαιπωρήσουν τα ζώα και να θυμώσει ο άγιος."  

και, κατόπιν, αναφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή του φοιτητή του Ε.Ψωμά (το1980) στο χωριό Εξάντη Ρεθύμνης:  

"Στο Χωριό Αχλαδέ, γύρω στα 1930, κάποιος βγήκε να οργώσει με τα βόδια του, την ημέρα τ'αγίου Μόδεστου, στην πλαγιά. Εκεί που όργωνε αδιάφορος, ξεκόλλησε απ'την κορφή του βουνού ένας πελώριος βράχος και άρχισε να κατρακυλά προς τον άνθρωπο. Την τελευταία στιγμή ο βράχος πήδησε και ξανασκέλισε τα βόδια κι έπεσε, ίσα-ίσα, πίσω από το αλέτρι. Ο άγιος λυπήθηκε τα ζώα. Ο γεωργός φοβήθηκε, και μόλις εσώθηκε, αμόλησε τα ζώα κι εσταμάτησε το όργωμα... Το βράδυ στο χωριό διηγήθηκε τι έγινε, που όλοι το θεώρησαν θαύμα, και πιο πολύ που στάθηκε ο βράχος και δεν προχώρησε πιο χαμηλά. Από τότε, όλες οι οικογένειες κάνουν, στη γιορτή του αγίου, αρτοκλασίες."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

Καθώς τα παλιότερα χρόνια που δεν υπήρχαν μηχανήματα και τρακτέρ οι γεωργοί στηρίζονται κατά κύριο λόγο στη βοήθεια των ζώων για την καλλιέργεια των κτημάτων τους και για τη γενικότερη επιβίωσή τους, ο Άγιος Μόδεστος δε θα μπορούσε να μην είναι κατ'επέκταση και προστάτης των γεωργών, όπως και των κτηνοτρόφων. Για αυτό και ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") αναφέρει ότι ο Άγιος Μόδεστος λατρευόταν από τους γεωργούς και ότι ανήμερα της γιορτής του:

"όπως λέγουν, τότε "γιορτάζουν τα βόδια" και γίνεται, με κοινόν έρανο των γεωργών συλλείτουργο με κόλυββα και αγιασμό στην εκκλησία. Κόλυββα και αγιασμό δίνουν και στα ζώα που οργώνουν.

Στη Λήμνο οι ζευγάδες κάνουν κόλλυβα για τα ζώα τους, τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παππάς. Στην ταγή για τα βόδια ρίχνουν κι αυτά τα κόλλυβα."

Στο Δρυμό της Μακεδονίας οι γεωργοί "υψώνουν" και το ύψωμα το δίνουν εις τα ζώα να το φάνε και τα εύχονται να ζήσουν χρόνια πολλά.

Στα Τελώνια της Λέσβου παίρνουν τον αγιασμό και πάνε στα χωράφια, για να γλιτώσουν από τις αρρώστιες, τις ακρίδες, απ'ούλα. Σκόλη τό'χουνε κείνη την ημέρα για να κάνουν μόδια πολλά."

 ( Γεώργιος Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

 
Εξάλλου, και το ίδιο το όνομά του - που λέγεται ότι του δόθηκε από κάποιον Ρωμαίο Συγκλητικό που τον υιοθέτησε και συνεπώς ετυμολογείται από το λατινικό modestus ως άνθρωπος του μέτρου, σεμνός (Δ.Λουκάτος) - πάντα θύμιζε στους γεωργούς μας το "μόδι" (μέτρο χωρητικότητας για τα σιτηρά) κι επομένως οι ιδιότητες τούτου του αγίου επεκτάθηκαν και ως προς την προστασία της καλλιέργειας και την αύξηση της συγκομιδής. Χαρακτηριστική η ευχή "Χίλια μόδια!" που συνήθιζαν να ανταλλάσσουν οι χωρικοί την ημέρα της γιορτής του. Προστάτης, λοιπόν, των ζώων, των γεωργών και των κτηνοτρόφων!

Θεόφιλου

Αλλά πολύτιμες πληροφορίες (πολλές από πονήματα του λαογράφου Στεφάνου Ημέλλου) για τον Άγιο Μόδεστο συγκεντρώνει και η Α.Οικονόμου στο άρθρο της "Πολιτισμικές και κοινωνικές όψεις της εξημέρωσης των ζώων στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία"

"...Η λαϊκή πίστη, εκτός από προστάτη και θεραπευτή των αροτριώντων ζώων, γιατί χωρίς αυτά δε μπορούσαν να καλλιεργήσουν τη γη, και κατ'επέκταση προστάτη των γεωργών και πρωτοκαλλιεργητή όπως πιστεύουν και στα Τελώνια της Λέσβου: "Αυτός ο Άγιος εκαλλιέργησε πρώτος τη γη. Ήταν πρωτοζευγάς. Κάθε ισνάφ' έχει τον αρχηγός τ'. Σε μας τον έχουνε οι ζευγάδες." (Ήμελλος, 1992)

Τον Άγιο Μόδεστο τον τιμούν με αργία, συλλείτουργα, κόλλυβα, παρασκευή άρτων τα οποία καλούνται ζευτά, προσφορά και τάξιμο ζώων και άλλες αναίμακτες προσφορές. Π.χ. στην Νάξο "του Αγίου Μοδέστου εκάνανε οι νοικοκυράδες ζευτά. Είναι προς χάρη του βοδιού. Κάνουνε δύο πούλοι και τσοι ενώνουν με ζύμες και τσοι πάνε στα βόδια και τα γλείφουνε... Ύστερα που το γλείφουνε το παίρνουνε στο σπίτι και το τρώνε. Τα ζευτά τα δίνουν και τα τρώνε τα βόδια, γιατί τα προστατεύει ο Άγιος." (Ήμελλος, 1992) [...] Στην Νάξο, που είναι ένα ιδιαίτερα αγροτικό νησί, χαρακτηριστική είναι η παρακάτω θρησκευτική παράδοση, η οποία αναφέρεται στην εξημέρωση των ζώων από τον Άγιο Μόδεστο: "Αυτά τα βούδια που λέμε την παλιά εποχή ήταν άγρια και δεν ημπορούσανε να τα ζέψουνε ούτε στ'αλώνι ούτε στο ζευγάρι. Επήγαινε ο διάβολος και τ'αγκύλωνε και δεν τ'άφηνε να κάνουνε δουλειά. Ετότε ο Άγιος Μόδεστος τον επικάλεσεν ο κόσμος και επήγε και τα σταύρωσε και τον έκανε ζυόλουρο και τό'βαλε στο ζυό και ζεύλες στο ζυό και έφτειαξε το σταυρό και στο ζυόλουρο και στις ζεύλες. Και έτσι εμερέψανε τα βούδια και έκανε ο άνθρωπος τις δουλειές. Μερέψανε προς χάρι του Αγίου Μοδέστου." (Ήμελλος 1992, 61)"
(Α.Οικονόμου, "Πολιτισμικές και κοινωνικές όψεις της εξημέρωσης των ζώων στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία", περιοδικό της ελληνικής κτηνιατρικής εταιρίας 2011)

 

"Ο ζευγάς"- Νώντας Ρεντζής

 Αλλά, σύμφωνα με τον Δημήτριο Λουκάτο και: 

"στη Λέσβο ιδιαίτερα επίστευαν (και πιστεύουν) ότι ο "ανθρώπινος" άγιος Μόδεστος ήταν πρωτοκαλλιεργητής της γης και πρωτοζευγάς. Για αυτό και οι ζευγάδες του νησιού τον έχουν προστάτη στο ισνάφι τους (προσωπική μου καταγραφή στο χωριό Τελώνια το 1940). Διαβάζω αργότερα στο βιβλίο Χρ.Ι.Τραγέλλη, "Τα λαογραφικά της Καλλονής Λέσβου", ότι κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου, ένας πρωτοζευγάς του τόπου (με τη σειρά του) ετοίμαζε άφθονους ζεστούς λουκουμάδες (χειμώνας σε ελαιοπαραγωγικό νησί) και τους εμοίραζε στα σπίτια και στα καφενεία."

Στη Θεσσαλία τον τιμούσαν επίσης πολύ. Είχε δε και παλιό Μοναστήρι, στην Πύρρα των Τρικάλων (Κοκκίνης, 39). Στα χωριά της Καλαμπάκας, συγκέντρωναν οι κτηνοτρόφοι τα ζώα τους έξω από το χωριό (Καλομοίρα) κι ο παπάς τα ράντιζε με τον αγιασμό της ημέρας.

Και στην Κύπρο ο άγιος Μόδεστος προστατεύει τα ζώα. Στη γιορτή του νοικοκυρές κάνουν κόλλυβα και τα πάνε στην εκκλησία να ευλογηθούν. Απ'αυτά δίνουν στα ζώα τους να φάνε, για να γλιτώνουν τις αρρώστιες και για να δίνουν (οι αγελάδες και τα πρόβατα) περισσότερο γάλα. (Μαρία Παρασκευοπούλου, "Recherches sur les Fetes religieuses pop. de Chypre")" 

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης")

 
"Ο μικρός ζευγάς"- Έκτωρ Δούκας

Ο Γεώργιος Αικατερινίδης στο έργο του "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες" σημειώνει πως για τον Άγιο Μόδεστο οι όποιες προσφορές είναι αναίμακτες και πως: 

"Η είδηση από την Λήμνο κάνει λόγο για προσφορές, από όσους έχουν τάξιμο, γιδιών και αρνιών, που εκποιούνται με τον συνηθισμένο τρόπο υπέρ της εκκλησίας. Με πιο εξασθενημένη τη θυσιαστική μορφή η κρητική αναφέρει προσφορές στον Άγιο, διαζευκτικά, γάλακτος ή αρνιών." (Γεωργίου Αικατερινίδη,
"Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες")

"Όργωμα"- Βάλιας Σεμερτζίδης
 

*Οι δύο διαφορετικές ημερομηνίες εορτασμού του Αγίου Μοδέστου (16 και 18 Δεκεμβρίου αντίστοιχα), ουσιαστικά αφορούν δύο ομώνυμους Αγίους, Πατριάρχες Ιεροσολύμων, και μια σύγχυση που επήλθε μεταξύ των προσώπων αυτών. Ο Δημήτριος Λουκάτος μας κατατοπίζει σχετικά: 

"Ο Άγιος Μόδεστος [...] έγινε ονομαστός για τη δραστηριότητα και τα θαύματά του. Ένα από τα θαύματα αυτά συνετέλεσε να θεωρείται έκτοτε ο Άγιος, προστάτης των ζώων και των κτηνοτρόφων. Σε κάποιον, λέει, μεγαλοκτηματία, γύρω από τα Ιεροσόλυμα, ψοφούσαν τα ζώα από δηλητηρίαση. Ο Άγιος Μόδεστος διαπίστωσε, ότι το κακό προερχόταν από φαρμακερό φίδι, που έπινε απ'το κοινό νερό και το εμόλυνε. Με την παρέμβαση του Αγίου, τα άρρωστα ζώα συνήλθαν, και το μεγάλο φίδι εξοντώθηκε (μια "δρακοντοκτονία" κι εδώ). [...] Στις παλιότερες ακολουθίες του Αγίου Μοδέστου που είχαν υπόψη την παραδοσιακή βιογραφία του, οι διάφοροι ύμνοι μιλούσαν για την ιδιότητά του, του θεραπευτή των ζώων. Η νεότερη όμως σύνθεση (1952) υμνεί άλλον Μόδεστο του 7ου αιώνα που τον λέγει απλώς "ποιμένα" της εκκλησίας [...] Παρ'όλον όμως τον παραμερισμό του παλιού συναξαρικού Αγίου το επίσημο Αγιασματάριο της Εκκλησίας κρατεί τη σχετική παράδοση και περιλαμβάνει ευχή "εις κτήνη", που υποτίθεται ότι την απαγγέλλει ο ίδιος ο Άγιος Μόδεστος (συνθεμένη από τον Νικόδημο Αγιορείτη περί το 1800) [...]

 "Κὑριε, ᾽Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, ὁ ἐλεήμων πανάγαθος [...] Σὺ γὰρ εἶ ὁ καὶ δι’ ἐμοῦ τοῦ ἀναξίου δούλου σου, τὸν μὲν ὄφιν θανατώσας, τὸν τὴν πηγὴν τοῦ ὕδατος τῷ ἑαυτοῦ ἰῷ διαφθείραντα, τὰ δὲ ἐξ αὐτοῦ πιόντα ζῷα καὶ νεκρωθέντα, τῇ ζωοποιῷ δυνάμει σου ἀναστήσας [...] Ἐπάκουσον ταύτης μου τῆς δεήσεως καὶ ἀπέλασον πᾶσαν θανατηφόρον ἀσθένειαν καὶ βλάβην ἀπὸ τῶν Βοῶν, Ἵππων, Ὄνων, Ἡμιόνων, Προβάτων, Αἰγῶν, Μελισσῶν, καὶ τῶν λοιπῶν ζῴων τῶν εἰς χρείαν ὄντων τῆς ζωῆς τῶν δούλων σου, τῶν ἐπικαλουμένων σὲ τὸν δοτῆρα πάντων τῶν ἀγαθῶν καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα. Καὶ δός, Κύριε, πᾶσι τοῖς τὴν ἐμὴν μνήμην ἐπιτελοῦσι καὶ μετὰ πίστεως προστρέχουσι τοῖς λειψάνοις, εἰρήνην σταθεράν, πληθυσμὸν ζῴων, ἀφθονίαν σίτου, οἵνου καὶ ἐλαίου, ἐπὶ πᾶσιν δὲ ἄφεσιν ἀμαρτιῶν, σωμάτων ὑγείαν καὶ τὴν τῶν ψυχῶν αἰώνιον σωτηρίαν. Ναὶ, Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις ἐπικαμπτόμενος, οἴκτειρον τὰ πάσχοντα ζῷα, τῇ δρεπάνῃ τοῦ θανάτου ἀγεληδὸν θεριζόμενα καὶ ὡς λόγον μὴ ἕχοντα, μόνοις τοῖς μυκηθμοῖς καὶ ταῖς γοεραῖς καὶ ἀνάρθροις φωναῖς τὸ πάθος καὶ τὴν ὀδύνην αὐτῶν ἐλεεινῶς ἐξαγγέλοντα, ὥστε καὶ τοὺς λογικοὺς εἰς συμπάθειαν τούτων ἕλκεσθαι. «Εἰ γὰρ δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ» κατὰ τὸ γεγραμμένον, πῶς οὑκ οἰκτειρήσῃς ταῦτα, ὁ τούτων ποιητὴς καὶ προνοητὴς; Σὺ γάρ, εὔσπλαγχνε, καὶ τῶν ἐν τῇ κιβωτῷ ζῴων ἐμνήσθης, ὑπὸ τῆς οἰκείας χρηστότητος καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου νικώμενος. ῞Ινα, διὰ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν τετραπόδων ζῳων, καλλιεργῆται μὲν ἡ γῆ αὐξάνωσι δὲ οἱ καρποὶ καὶ ἀφθόνως οἱ δοῦλοί σου οἱ ὲπικεκλημένοι τὸ ὅνομά σου ἀπολαύωσι τῶν ἰδίων γεωργιῶν· ἐκ τούτων δὲ πᾶσαν αὐτάρκειαν ἕχοντες, περισσεύωσιν εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν· καὶ δοξάζωσι μέν, Σὲ τὸν χορηγὸν παντὸς ἀγαθοῦ [...]"

 


Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Έχω τραχανά απλωμένο! (ταξίδι στη γεύση και στη λέξη!)

Είχα, λοιπόν, κοντά τέσσερα χρόνια να φτιάξω τραχανά- εγώ που ανελειπώς κάθε καλοκαίρι έμπαινα σ'αυτή τη διαδικασία. Οι λόγοι πολλοί, αλλά η βασική αφορμή που μου είχε χαλάσει τη διάθεση και παρέτεινε την αναβλητικότητά μου, ήταν μια εφιαλτική επιδρομή λιλιπούτειων εντόμων πριν κάποια χρόνια σε όλους τους χώρους του σπιτιού! Κάτι παμφάγα μικροσκοπικά κοκκινωπά ιπτάμενα σκαθαράκια που είχαν προκύψει από το πουθενά κι είχαν εισβάλει παντού, οι γόνοι των οποίων ροκάνιζαν επιμελώς ό,τι τρόφιμο ή βοτάνι είχα μαζεμένο κι ασφαλισμένο σε γυάλινα βάζα, μέχρι και κάποιες βιβλιοδεσίες παλαιών βιβλίων, όπου είχαν μεταφερθεί από τη λεβάντα πού'χα τοποθετήσει για άρωμα και προστασία! Οπότε και κατά τον προβληματισμό μου για την πηγή προέλευσής τους, είχα κατατάξει στους βασικούς υπόπτους το σπασμένο στάρι που χρησιμοποίησα για την παρασκευή του τραχανά ο οποίος κι έμεινε απλωμένος δυο βδομάδες μες στο σπίτι για να στεγνώσει εντελώς προτού αποθηκευτεί. Πάντως άκρη δεν έβγαλα ποτέ!
Όπως και νά'χει φέτος το'χα στον νου να ξανακάνω. Με χίλιες μύριες προφυλάξεις φυσικά! Κι έτσι, σε μια επίσκεψη στη γειτόνισσα μόλις ένιωσα τη μοσχοβολιά του "τυριού" που ανακάτωνε με το σιμιγδάλι, το πήρα απόφαση! "Από πού πήρες το γάλα;" αμέσως ρώτησα, καθώς το γάλα είναι το πιο βασικό υλικό για την τελική νοστιμιά του. Κι είναι σημαντικό κυρίως νά'ναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολά για να μην καταλήξει ο τραχανάς με άρωμα γιδοτραγίλας, λόγος για τον οποίο αποφεύγω συνήθως να τον γεύομαι αλλού πλην του σπιτιού μου! 


Παρήγγειλα λοιπόν κι εγώ γάλα γίδινο, από γίδια αλανιάρικα με μαντρί στο βουνό, παχύ λες κι ήταν πρόβειο (είναι κι οι ιδανικές για τούτη τη δουλειά τελευταίες μέρες του Αυγούστου, που όσο στερεύουν σιγά-σιγά τα ζωντανά, το γάλα χάνει την πρότερη ρευστότητά του*), το έβρασα σχεδόν (μέχρι λίγο πριν κοχλάσει, στους 95 βαθμούς Κελσίου), τό'βαλα σε μεγάλες γυάλες και του πρόσθεσα χονδρό αλάτι (κάτι λιγότερο από μια κουταλιά της σούπας για κάθε λίτρο), το ανακάτεψα, το καπάκωσα (αφήνοντας ένα περιθώριο για όταν "φουσκώσει") και το παράτησα σε μια γωνιά περιμένοντας να "κόψει". Δηλαδή, κατά ένα τρόπο να γίνει τυρί, τυρί που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο υγρό, τυρόγαλο ή καψιά (ή όπως αλλιώς το λέει καθένας). Ένα τυρί σαν φρέσκια αφράτη λιπαρή φέτα που δεν νομίζω πως κανένας τυρόφιλος θα μπορούσε να του αντισταθεί! (Εμ, έφτιαξα και λίγο για να το φάμε!) 



[Αν έχεις τη δυνατότητα να λαβαίνεις καθημερινά κάποια ποσότητα γάλακτος, μπορείς να το προσθέτεις σταδιακά στο ίδιο δοχείο με το αρχικό. Παλιότερα, π.χ., συγκέντρωναν συχνά όλο το γάλα των ημερών της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου, προσθέτοντας φυσικά το ανάλογο αλάτι, στο ίδιο δοχείο περιμένοντας να "ξινίσει" και να "κόψει".
Για έναν μυστήριο λόγο, στη μια γυάλα "έκοψε" μόλις σε τρεις μέρες, ενώ στην άλλη έφτασε τη βδομάδα για να διαχωριστεί. Στο ενδιάμεσο, λοιπόν, ενώ με έπιασε και μια αγωνία μην τυχόν και δε "γίνει" και παραμείνει απλό ξινόγαλο, άρχισα να περιδιαβαίνω σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο και να διαβάζω σχετικά με συνταγές παρασκευής τραχανά. Κι εκεί, έμεινα σχεδόν έκπληκτη, γιατί δε βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει μ'αυτήν που έμαθα εδώ! Κι εδώ βρίσκεις παραλλαγές, αλλά τα βασικά υλικά και η διαδικασία είναι ίδια. Στο διαδίκτυο συνάντησα παρασκευή τραχανά με προζύμι, με γιαούρτι, έως και με αυγά, ή μονάχα με αλεύρι, με ξινόγαλα ή απλό γάλα, κι ό,τι σχετικό μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά όχι μ'αυτό το υπέροχο τυράκι που προκύπτει από τούτη τη διαδικασία και μονάχα σπασμένο στάρι ή σιμιγδάλι! Η αλήθεια είναι, πως καμιά από κείνες τις συνταγές δε με ενέπνευσε, ίσα-ίσα σαν να κατάλαβα γιατί ουδέποτε με έλκυε ιδιαιτέρως ο τραχανάς που κυκλοφορούσε, πριν δοκιμάσω τούτον!


* "Αυτό τον καιρό, της Αυγουστιάτικης σαρακοστής, οι τσοπάνηδες φτιάχνουν τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες τους... Τις καλοξεραίνουν καλά-καλά κάτω απ'το πύρωμα τ'αυγουστιάτικου ήλιου κι ύστερα τις μαζεύουν για τον χειμώνα, βάζοντάς τες μέσα σε πάνινες σακούλες ή σε γυάλινα αγγεία. Μαζεύουν, βλέπεις, την τροφή τους σαν μυρμήγκια για τις μέρες του ασπρομάλλη γέροντα. Ύστερα, ό,τι κάνουν αυτές τις δεκαπέντε μέρες. Μετά αρχίζει το γάλα να λιγοστεύει σιγά-σιγά. Τραβάει το πράγμα ολοταχώς για στέρφεμα, Τί να σου κάνει! Νισάφι! Μήνες ολάκερους το στρουγκιάζει ο τσοπάνης." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)
Εδώ, τα υλικά είναι τα εξής τρία:
- Το τυρί που προκύπτει από το διαχωρισμό του γάλακτος κι όσο από το υγρό που μένει θέλει να προσθέσει κανείς.
- Σπασμένο στάρι (οι παλιοί που "αλέθαν" τους σπόρους σταριού στις πέτρες χρησιμοποιούσαν βασικά αυτό και μόνο) ή σιμιγδάλι (το οποίο προτιμούν τελευταίως οι περισσότεροι, αλλά εμένα μου δίνει την αίσθηση ότι όταν μαγειρευτεί θα γίνει σαν κρέμα ή πουρές) ή συνδυασμό των δύο αυτών σε όποια αναλογία κανείς προτιμά. Προσωπικά βάζω περίπου μισό στάρι, μισό σιμιγδάλι. Άλλες φορές περισσότερο από το ένα, κι άλλες από το άλλο.
- Φέτος χρησιμοποίησα περίπου έξι κιλά στάρι και σιμιγδάλι για εννέα -ίσως και παραπάνω- λίτρα γάλα "ξινισμένο".

Και η διαδικασία η παρακάτω:
Καταρχάς κοσκινίζεις το στάρι και το σιμιγδάλι. Το προηγούμενο βράδυ, ζυμώνεις σε μια λεκάνη όλα τα υλικά, ώστε το στάρι να τραβήξει την υγρασία, και τα αφήνεις σκεπασμένα με μια πετσέτα μέχρι το επόμενο πρωί. Νωρίς, λοιπόν, απλώνεις ένα πανί σ'ένα μεγάλο τραπέζι στον ήλιο, και τοποθετείς το μείγμα σε όσο το δυνατόν μικρότερα σβωλάκια, ώστε να στεγνώσει πιο σύντομα. Κι όσο σιγά-σιγά ξεραίνονται, τα αναποδογυρίζεις και τα σπας σε πιο μικρά μέχρι που τα περνάς από το ειδικό κόσκινο να τριφτούν ή, απλά, τα τρίβεις με τις παλάμες, αν δεν έχεις κάποιο αντίστοιχο εργαλείο. Φυσικά ο τραχανάς πρέπει νά'ναι σκεπασμένος με διπλό τούλι για προστασία από τις μύγες κι από τους υπόλοιπους ιπτάμενους επισκέπτες. Πάντως, πολύτιμοι αρωγοί στη διαδικασία μπορούν να φανούν οι ανεμιστήρες, καθώς και τον στεγνώνουν γρηγορότερα συντομεύοντας τη διαδικασία, και εμποδίζουν τις μύγες να συνωστίζονται πάνω από το τούλι (οπότε δε χρειάζεται και να τις κυνηγάς), αλλά και σε δροσίζουν καθώς παλεύεις μες στην καρκαϊλα του αυγουστάτικου ήλιου! Όπως και νά'χει, όμως, τη μέρα σου θα την φας! Εξ ου κι η παροιμία: "Έχω τραχανά απλωμένο!"... και το νου μου πρέπει νά'ναι επικεντρωμένο σταθερά εκεί.  Γι'αυτό βολεύει πολύ να έχεις παρέα: πρώτον, γιατί πιθανότατα θα σκυλοβαρεθείς μονάχος και, δεύτερον, γιατί μονίμως πρέπει κάποιος νά'χει τον νου του μην πηδήξουν πάνω του τίποτα γατιά που τον λιμπίζονται λες κι είναι ψάρι! (Ναι, τό'χω πάθει κι αυτό μέσα σε ένα λεπτό που μπήκα στο σπίτι κι αναγκάστηκα να ξαναφτιάξω απ'την αρχή!) 
Όσο για την αποθήκευση:
Καλό είναι, λένε, για δεκαπέντε μέρες να τον έχεις απλωμένο μες στο σπίτι μέχρι να στεγνώσει εντελώς, κι ακόμη καλύτερο, θεωρώ, να τον ξαναβγάλεις για δυο-τρεις ώρες κάποιες μέρες να λιαστεί, για να χαθεί κάθε ίχνος υγρασίας. Οι παλιοί τον αποθήκευαν μέσα σε υφασμάτινες σακούλες για να αερίζεται από τους πόρους τους, οι πιο σύγχρονοι, καθώς κι εγώ, επιλέγουμε τα γυάλινα βάζα που σφραγίζουν καλά, όπου, αν εξαιρέσουμε την χρονιά της επιδρομής του κακοποιού μαμουνιού (που πρέπει να προηγήθηκε της αποθηκεύσεως), παραμένει ατόφιος όχι μονάχα για ένα χρόνο, αλλά και για πολύ περισσότερο. Τουλάχιστον εμένα δε μου έχει ποτέ μαμουνιάσει κι ας έχει φτάσει κάποιων ετών.

[Φέτος, βέβαια, ήτανε μια παράξενη μαμουνοχρονιά, τουλάχιστον για μένα! Μου τύχαν διάφορες συσκευασμένες (το τονίζω!) παρτίδες σταριού, αλευριού αλλά και ρυζιού, κι ακόμη και φάβας, σκουληκιασμένες! Τόσο που σκέφτηκα πως κάποιο θέμα αντιμετωπίζουν οι αποθήκες δημητριακών... Κι άντε με κανένα μαύρο μαμουνάκι να μη φρικάρεις, το σκουλήκι όμως... παραείναι αποκρουστικό! Όταν, λοιπόν, είδα και στην πρώτη δόση σπασμένο στάρι που αγόρασα σκουληκάκια, την πήρα την φρίκη μου! Κι αν έφαγα τον κόσμο να βρω σιτάρι χωρίς ξένα σώματα (κατέληξα να αγοράσω και λίγο συσκευασμένο πληγούρι), η δυσπιστία μου ως προς το τί μικροσκοπικούς κι "αόρατους στο μάτι" γόνους εντόμων μπορούσαν να φιλοξενούν, μ'έβαλε να σκέφτομαι εμμονικά τί να κάνω -χωρίς να αλλοιώσω το γευστικό αποτέλεσμα- για να τους εξοντώσω εν τη γενέσει, για να μην έχω παρατράγουδα! Και τότε θυμήθηκα τη συνταγή για "ξινόχοντρο" της φίλης μου της Βαγγελιώς από την Κρήτη. Κι ω ναι! Στην Κρήτη βράζουν πρώτα όλο το τυρόγαλο και σ'αυτό μέσα ρίχνουν το στάρι! Οπότε κι εγώ κατέληξα στην εξής παραλλαγή: Αφαίρεσα όλο το υγρό που είχε διαχωριστεί από το τυρί, το έβαλα σε μια κατσαρόλα να βράσει και μέσα σ'αυτό ζεμάτισα το στάρι και το σιμιγδάλι μου. Και, μεταξύ μας, επειδή ακόμη δεν είχα ησυχάσει, αφού έτριψα κι έλιασα το τραχανά, τον πέρασα και για λίγα μόνο λεπτά από το φούρνο (σε υψηλή θερμοκρασία και μοναχά με λειτουργία αέρα) και... ο Θεός βοηθός!]


Σήμερα τον ξανάβγαλα λίγες ωρίτσες για λιάσιμο. Ετοιμάζομαι να τον "μαζέψω". Τελικά, έγινε μια χαρά! Τον δοκίμασα και σε μια απλή μορφή (βρασμένο με ντομάτα, λίγο σκορδάκι, βασιλικό κι ελαιόλαδο) και σε μια πιο γκουρμεδιάρικη έκδοση που εμπνεύστηκα: Τσιγάρισα λίγο κιμά με κρεμμυδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά φλωρίνης, έσβησα με λιγοστό κρασί, πρόσθεσα λίγο πελτέ, λίγο φρέσκο βασιλικό, ψιλοκομμένο σκόρδο, νερό κι ύστερα -πάντα προτού πάρει βράση το νερό, για να μη σβωλιάσει- τον τραχανά. Τον σέρβιρα με λίγο κεφαλοτύρι τριμμένο... Τί να λέμε τώρα! Απορώ κι εξίσταμαι μ'εκείνους που τον τρώνε μονίμως σκέτον, λευκό σαν χυλό.  Γιατί κάπως έτσι δυσφημείται κι απαξιώνεται ο καημένος και τόσο θρεπτικός τραχανάς, κι όσοι δεν τα πάνε καλά με τους άσπρους χυλούς, τον έχουν πάρει με κακό μάτι! Στην τελική ζυμαρικό είναι, που αποτελείται από στάρι και τυράκι (τουλάχιστον ο συγκεκριμένος), που οι γεύσεις τους είναι οικείες και συνδυάζονται με πολλά. Υπέροχος είναι και με σωταρισμένα ασπρομανίταρα μέσα ή με κοτόπουλο, αλλά και με ό,τι άλλο πεθυμήσει κανείς και φανταστεί!

Αλλά ας γυρίσουμε τουλάχιστον καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους":


"... " Ο τραχανάς θέλει φρέσκο γάλα και στάρι. Το γάλα το μαζεύω τέσσερις πέντε μέρες πριν, το βράζω και το αφήνω έξω από το ψυγείο, σε μια γυάλα, να ξινίσει λίγο. Το στάρι το πλένω καλά, το στεγνώνω στον ήλιο και το καθαρίζω να φύγουν όλα τα σκουπιδάκια κι ύστερα το τρίβω στα λιθάρια. Παλιά είχαμε κι εμείς λιθάρια, τώρα απόμειναν σ'ένα σπίτι της γειτονιάς και πάμ' εκεί να τρίψουμε."
Ο χειρόμυλος αυτός, όμοιος με εκείνον που χρησιμοποιούσαν στην αρχαία εποχή, αποτελείται από δύο στρογγυλές πέτρες που είναι τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με μια τρύπα στο κέντρο για να πέφτει λίγο λίγο από κει το στάρι και να τρίβεται. Στην άκρη της πάνω πέτρας υπάρχει μια δεύτερη τρύπα, μικρή σαν δίφραγκο, στην οποία εισχωρεί ένα ξύλο. Γυρίζοντας κυκλικά το ξύλο αυτό, η πάνω πέτρα περιστρέφεται πάνω στην κάτω και τρίβει τον καρπό.


"Τον τραχανά τον φτιάχνουμε το καλοκαίρι, γιατί πρέπει να ξεραθεί καλά στον ήλιο. Σε επτά κιλά γάλα βάζω πέντε κιλά στάρι, μια πρέζα αλάτι και τα ανακατεύω καλά με το χέρι. [...] Αφού ζυμώσω, αφήνω το ζυμάρι μια δυο ώρες να φουσκώσει. Στην αυλή μου, πάνω σ'ένα τραπέζι, στρώνω έπειτα ένα άσπρο καθαρό πανί, απλώνω τον τραχανά κουταλιά κουταλιά για να στεγνώσει στον ήλιο και το σκεπάζω με ένα τουλπάνι για να μην πάει μύγα. Έχω όμως το νου μου, μια δυο φορές πάω και τον γυρίζω, για να ψηθεί απ'όλες τις μεριές. Όταν στεγνώσει και γίνει σαν παξιμάδι θα τον σπάσω με το χέρι σε μικρά κομμάτια για να στεγνώσει μέχρι μέσα και θα τον τρίψω να περάσει απ'το κόσκινο. Δεν έχω πια εκείνο το δερμάτινο το κόσκινο, πάει αυτό, κάηκε μαζί μ'όλο μας το σπιτικό, τώρα έχω το λαμαρινένιο. Όπως το τρίβω το παξιμάδι, πέφτει ένα ψιλούτσικο ρυζάκι, αυτός είναι ο τραχανάς. Θα τον απλώσω τώρα μέσα στο σπίτι περίπου μια βδομάδα να φύγει όλη του η υγρασία και θα τον φυλάξω σε πάνινο σακουλάκι και θα τον κρεμάσω σε μέρος στεγνό για να μην πιάσει σκουλήκι."..."


[Τώρα, για όποιον θέλει να γυρίσει και καμιά δεκαριά χρόνια πίσω, υπάρχει κι αυτή η ανάρτησή μου: έχω τραχανά απλωμένο.. από εποχή pathfinder, της οποίας τα πολύτιμα σχόλια δεν εδύνατο, δυστυχώς, να μεταφερθούν εδώ....]

Ας κλείσουμε, όμως,  μ'ένα ταξίδι στα "ετυμολογικά" του τραχανά....

Η συνήθης ετυμολογία της λέξεως "τραχανάς" δίνεται από το μεταγενέστερο "τραγανός" με επίδραση του "τραχύς" και του πληθυντικού "τα τραχανά". Ο δε "τραγανός" προέρχεται από θέμα του αορίστου "έτραγον" του αρχ. "τρώγω" και σημαίνει τον όμοιο με χόνδρο, τον κάπως σκληρό, αλλά κι αυτόν που "τρίζει κατά τη μάσηση". ("Μείζον ελληνικό λεξικό Τεγόπουλου- Φυτράκη"")
Εξ άλλου το αρχαίο "τρώγω" δεν είχε την ευρεία έννοια του σημερινού "τρώω", αλλά αφορούσε την κατανάλωση κυρίως καρπών, σε αντιδιαστολή με το "εσθίω":
"τρώγω": ... ρυκανῶ τι διὰ τῶν ὀδόντων ὄπως εἶτα μασήσω καὶ καταπίω, ροκανίζω, οἷον ἐπὶ τῶν φυτοφάγων ζώων... // ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐσθίω ὠμὰ χόρτα, ὄσπρια καὶ ξηρούς καρπούς' ΑΒ114,15 "τρώγειν οὔ φασι δεῖν λέγειν τὸ ἐσθίειν, ἀλλὰ τὸ τραγήματα ἐσθίειν"... ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δ.Δημητράκου)
Όπου "τραγήματα" (εκ του τρώγω-έτραγον φυσικά)= "καρποί ροκανιζόμενοι κατά το τέλος του δείπνοι, επιδόρπια, σύκα, καρύδια, τα προς τέρψη τρωγόμενα, ξηροί καρποί"("Επίτομον λεξικόν της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, Δορμπαράκη")

Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικό":
"παρὰ τοῦ ἔτραγον τραγανός" (731,15)

Ο Δημητράκος στο λήμμα "τραγανός" (ὁ)  (ως ουσιαστικό) αναφέρει τις εξής έννοιες:
1) μτγν. και δημ. τράγος και παραπέμπει στην έβδομη ερμηνεία της λέξεως τράγος = "μείγμα τι εκ χονδροαλεσμένου σίτου, εξ ολύρας: Διοσκουρίδης 2,11"
2) το φυτό σκορπίος ή αλλιώς τράγος
3) δημ. ο τραχανάς
Ενώ στο επίθετο "τραγανός"(-η, ον) [εκ του "τραγείν"] σημειώνει:
1) μτγν., νεωτ. & δημ. τρώξιμος, εδώδιμος, φαγώσιμος
2) μτγν., νεωτ. & δημ. ο όμοιος προς τον χόνδρον, χονδρώδης, υπόσκληρος// δημ. το ουδετ. τραγανό ως ουσ. χόνδρος της ρινός, του ώτος, κττ.
3) νεωτ. & δημ. ο τρίζων κατά την μάσησιν [...]

(σιμιγδαλένιος τραχανάς)

Αλλά κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης"  παραθέτει το λήμμα "τραγανίς" (ὁ, ἡ): "ἐπὶ ἐδωδίμων, ἅτινα ἔν τῶ τρώγεσθαι βαρύν τινα ἦχον ἐν τῶ στόματι προξενοῦσιν, ὥς το τραγανόν, χόνδρος, οἱ τραχεῖς κέρασοι, οἱ σεμιδαλῖται ἄρτοι & αὔτη ἡ σεμίδαλις κ.τ.τ., μεταφορικὰ δε & ἐπὶ τραχείας φωνῆς καὶ μάλιστα τῶν ακμαζόντων νέων......", 
όπου "χόνδρος"= "χονδροκοπανισμένον κριθάρι ἤ σιτάρι...." [εξ ου και "ξινόχοντρος" ο τραχανάς των Κρητικών παρασκευαζόμενος από σπασμένο στάρι και ξινισμένο γάλα]
και "σεμίδαλις" φυσικά το σιμιγδάλι

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές αναφορές του Φαίδωνος Κουκουλέ στο πολύτομο και πολύτιμο έργο του "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός" (εκδόσεις Παπαζήση), όπου καταγράφει (τόμος Ε, σελ.40):
"Μεταξὺ των οικιακῶν σκευῶν τῶν Βυζαντινῶν ἀναφέρεται και το "χειρομύλιον", τοῦθ'ὅπερ δεικνύει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ ἔκοπτον δι'αὐτοῦ τὸν σῖτον, τὸν "χόνδρον ἤ τραγανὸν ἤ τράγον" αποτελοῦντες (σημ.: "Χόνδρος' τραγανός", Ἠσύχιος), ἐξ οὗ καὶ τὸ ὁμώνυμον θὰ παρασκεύαζον φαγητόν, τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου περιγράφουσι τὰ "Γεωπονικά". "
με παραπομπή: "Γεωπονικά 3, κεφ.7,8. Σήθ 127,1. Τὸν χόνδρον ἀναφέρει και ὁ Ὀριβάσιος, 3,3,2 (71,15). Νῦν ἐν Αὐλωναρίῳ Εὐβοίας "τραγανός" και ἐν Ἴμβρῳ "τραχανός" λέγεται ο τῶν μεσαιωνικῶν "τράγος", ὁ κοινός "τραχανᾶς". "

Ο Ησύχιος στο λεξικό του καταγράφει:
"χονδρεύει": "σεμίδαλιν ποιεῖ"
"χονδρίτης": "σεμίδαλις" (Αθήναιος, Γ'115d)
"χονδροκοπ(ε)ῖα": "μύλων ὅπου ὁ χόνδρος κόπτεται"
"χόνδρον": "σεμίδαλιν μεμιγμένη ὡς πλακοῦντα" (Ἀριστοφάνης, Σφ. 737)
"χόνδρος": "τραγανός. οὕτος ὁ ἅλιξ. ἤ παχύς, ἤ μωρός"

Κι επανερχόμαστε στον πολύτιμο Φαίδωνα Κουκουλέ (τόμος Ε, σελ.119):
"Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Πλούτου τοῦ Ἀριστοφάνους (στιχ.999), ὁμιλῶν δι' εἶδος πλακοῦντος γαλακτώδους, ὅστις ἰδιωτικῶς "φλεψία" και "τραχανᾶ" ἐκαλεῖτο μᾶς ἀφήνει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι ἐπὶ τῶν χρόνων του συνηθίζετο ἡ "τραχανόπιττα", ἥτις θὰ κατασκευάζετο, πιθανότατα, ὡς καὶ σήμερον, ἐκ πολτοῦ ἀποτελουμένου ἐκ τραχανᾶ, "τράγου" κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους καλουμένου*, ὑδατος, κρόκων ὠοῦ, βουτύρου καὶ τριμμάτων τυροῦ, ὅστις πολτὸς παρενετίθετο μεταξὺ φύλλων ζύμης. 
Ἡ τραχανόπιττα αὕτη νῦν ἐν Ἡπείρῳ καλεῖται "κοφτόπιττα", ὡς κατασκευαζομένη ἐκ κοφτοῦ ἐν χειρομύλῳ δῆλα δὴ κοπέντος σίτου, βουτύρου καὶ τυροῦ.",
όπου * "Περὶ χόνδρου καὶ ἑψήσεως αὐτοῦ  μετὰ γάλακτος, βλ. Ὀριβάσιον, 4,7,31 (105,2ἑξ.)" [ο οποίος Οριβάσιος ή Ορειβάσιος ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και συγγραφέας του 4ου αιώνος μ.Χ..]