Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

28η Οκτωβρίου.. απ'τις αναμνήσεις μιας ελληνικής ψυχής..

28η Οκτωβρίου...

Μέρα τιμής για εκείνους που πολέμησαν για την Ελλάδα και την Ελευθερία... 


Θα αναρτήσω και πάλι εδώ, τις αναμνήσεις μιας γιαγιάς από ένα χωριό που κατέθεσε στο χαρτί λίγα χρόνια πριν, με τα λίγα γράμματα που πρόλαβε να γράψει, αλλά με ολάκερη την ψυχή της. Όπως τα έζησε, όπως τα ένιωσε και με τη συγκίνηση που διαπότιζαν την καρδιά της τόσα χρόνια μετά οι ίδιες τις οι αναμνήσεις, η αγάπη της κι η περηφάνια της για τον τόπο τούτο που τη γέννησε...

"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.

Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μια γυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.

Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."

Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".

[...]

Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.

[...]

Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.

[...]

Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.

[...]

Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")


Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

αγιοδημητριάτικα, το νιό κρασί κι η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης..


"Άη-Δημητράκη, μικρό καλοκαιράκι", λέει ο λαός, φέτος όμως διαψεύτηκε, καθώς βροχές και καταιγίδες καλωσόρισαν τούτη την ημέρα της εορτής του!

Βέβαια, όπως σημειώνει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"), "Κατά το παλαιόν ημερολόγιον, μερικαί ημέραι προ και μετά του Αγίου Δημητρίου είναι εύδιοι, ανέφελοι, θεριναί και επικρατεί νηνεμία, παρουσιάζουν δε αποτόμως και αύξησιν της θερμοκρασίας και την εντύπωσιν ότι είναι ακόμη καλοκαιράκι και ο κόσμος αρχίζει να ελαφρώνει τα ενδύματα, δια των οποίων είχεν αρχίσει να ενδύεται με την πρώτην καιρικήν μεταβολήν προς το ψυχρότερον. Παλαιότερον οι Αθηναίοι χλευαστικώς έλεγαν "Τ'αγιού Δημητριού το γαϊδουροκαλόκαιρο", επειδή πολλάκις η ελάττωσις αυτή των ενδυμάτων απέβαινεν επικίνδυνος εις την υγείαν, και την ζωήν ακόμη, του ανθρώπου."

Πάντως, ουσιαστικά, από τη γιορτή του Άη Δημήτρη, θεωρείται ότι μπαίνουμε στο χειμώνα. "Άγιος Δημήτριος έρχεται τα χιόνια φορτωμένος", λένε στη Γορτυνία. Και συνεχίζει ο Φίλιππος Βρετάκος"Και πράγματι από τότε αρχίζουν αι πρώται ραγδαίαι βροχαί εις τα πεδινά και η πτώσις χιονών εις τα ορεινά, με αισθητήν πτώσιν και της θερμοκρασίας. Και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών ως αρχήν του χειμώνος έθετον την 26η Οκτωβρίου (Ν.Γ.Πολίτης, "Παραδόσεις" τ.Α, σ.232), διότι τότε συνέπιπτεν η δύσις των Πλειάδων (της Πούλιας), η οποία σήμερον γίνεται την 18ην Νοεμβρίου."


Ακόμη, "κατά πατροπαράδοτον έθιμον η εορτή του Αγίου Δημητρίου είναι κατ'εξοχήν εορτή των γεωργών και οι νομάδες και οι ποιμένες κατέρχονται εκ των ορεινών περιοχών εις τα χειμαδιά (βλέπε προηγ. εγγραφή: ξεχειμαδιό...), τελούνται δε και πολλοί γάμοι και δοκιμάζονται καθ'όλην τη χώραν τα νέα κρασιά, κατά πατροπαράδοτον έθιμον, διότι του Αγίου Δημητρίου συντελείται η ζύμωσις των κρασιών, διό και ακούγεται το άσμα:

"Τα πρωτοβρόχια πιάκανε και τα κρασιά μεθούνε".

Όταν ο καιρός όμως είναι ομιχλώδης, εις τινά μέρη δεν ανοίγουν νέον οίνον, δια να μη γίνη και αυτός, κατά μεταφοράν, θολός. Από το τέλος Οκτωβρίου, ως ελέχθη, αρχίζει η συγκομιδή των ελαιών, η οποία ενίοτε εις τινάς περιοχάς παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου."



Συμπληρώνει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος ("Τα φθινοπωρινά"), " Σ'όλους σχεδόν τους πρώιμους οινοπαραγωγικούς τόπους (νοτιότερους και παράλιους) καλούν σήμερα στα σπίτια τον παπά (μετά τη λειτουργία) ν'αγιάσει τα βαρέλια, ρίχνοντας μέσα στο "κρασί" τους αγιασμό, από την απάνω τάπα. Θ'ανοίξει έπειτα εκείνος (ή ο νοικοκύρης) τον πείρο και θα πρωτοπιεί (ο παπάς) από το νιο κρασί, ευχόμενος "καλόπιοτο" "κι από χρόνου". Γινεται έτσι κι εκτιμητής του πρώτου κρασιού (πολύπειρος πια) ο παπάς και λέει την καλή γνώμη του ("Μωρέ νάμα είναι!"), που είναι πάντα ευπρόσδεκτη και σεβαστή.
Αν δεν καλεστεί ο παπάς υπάρχουν και έμμεσοι τρόποι ευλογίας του κρασιού στο σπίτι. Έχουμε περιγραφές από νησιά του Αιγαίου, ότι αποβραδίς τ' άι-Δημητριού, πριν αρχίσουν το δείπνο, πάνε όλοι της οικογένειας, με τα ποτήρια τους, γύρω στο βαρέλι. Σταυροκοπιέται ο νοικοκύρης κι ανοίγει την κάνουλα, γεμίζει, εύχεται, πρωτοπίνει και λέει τη γνώμη του. Οι άλλοι δέχονται, καλό ή κακό, το κρασί, βάζουν στα ποτήρια τους από λίγο και πάνε στο τραπέζι, να δειπνήσουν. [...]
Θείο δώρο το κρασάκι στον άνθρωπο, που κατά τις εποχές και τους τόπους, ο θεός που το δώριζε ονοματίζεται αλλιώς. Άνοιγαν πανηγυρικά τα κρασιά τους και στην αρχαία Ελλάδα, κατά τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων, με πάτρωνα συμπότη το Διόνυσο. [...]


Είχε μια ζεστασιά κοινωνικής αυτοσυγκέντρωσης κι ανθρώπινης ειρηνικής επαφής αυτή η γιορτή τ' αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, σε σχέση με την εκρητκτική ανοιξιάτικη γιορτή του άι Γιώργη, που σκόρπιζε στο ύπαιθρο τους ανθρώπους, μετακινούσε τις οικογένειες, και συχνότατα άνοιγε τους πολέμους. Ένα συγκριτικό Μακεδονίτικο τραγουδάκι, δείχνει τις διαφορές τους αυτές:

Οι δυο οι άγιοι μάλωναν, Αγιώργης κι Αιδημήτρης:
-Αγιώργη, 'Γιώργη φοβερέ και σκροποφαμελίτη,
εγώ (λέει ο Αιδημήτρης) μαζώνω φαμιλιές και συ μου τις σκορπίζεις'
μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
μαζώνω και τ'αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα!
-Εγώ (λέει τώρα ο Αγιώργης) φέρνω την άνοιξη και συ μου τη στεγνώνεις'
εγώ φέρνω τα πρόβατα και συ τα ξεδιαγμίζεις'
φέρνω και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.

Σε μια άλλη παραλλαγή, από την ίδια περιφέρεια (χωριό Κνίδη Γρεβενών) τον λόγο στο τραγούδι τον έχει μόνο ο αι-Δημήτρης, που συνεχίζει:

εγώ τρώω παχιά αρνιά (τον Οκτώβρη) και συ παλιοπροβάτες,
εγώ πίνω γλυκό κρασί (νέο) και συ νερό απ'τις μπάρες (γούδες),
εγώ κοιμούμ' σε πάπλωμα και συ στα στερναρίτσα (πετροχάλικα)."


Να μην ξεχνάμε, όμως, πως σαν σήμερα, ημέρα που τιμάται η μνήμη του αγίου Δημητρίου, μετά από σκληρούς αγώνες του λαού μας, απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη -της οποίας και ο άγιος τούτος είναι πολιούχος- από τον τουρκικό ζυγό..

Από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":



Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!

Οκτώβριος ή "Οκτώβρης" ή "Οχτώβρης" που, όπως μας αναφέρει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος "έχει και τας ονομασίας "Άϊ-δημήτρης" ή "Αηδημητριάτης" ή "Αγιοδημήτρης", επειδή κατ'αυτόν είναι η εορτή του Αγίου Δημητρίου" καθώς ακόμα και ""Σπαρτός" ή "Σπαρτής", "Παχνιστής" (διότι καλύπτονται υπό πάχνης οι αγροί)". Και συνεχίζει:


""Οκτώβρη και δεν έσπειρες,

οκτώ σωρούς δεν έκανες",

πιστεύουν ότι είναι ο πλέον κατάλληλος προς σποράν μήνας των πρωίμων δημητριακών καρπών, καθ'όσον, αν αύτη δε γίνη εντός του μηνός, η συγκομιδή δεν θα είναι καλή. Κατά δε την παροιμίαν


"τον Σεπτέμβρην τα σταφύλια,

τον Οκτώβρη τα κουδούνια"

τελειώνουν τα σταφύλια τον Οκτώβριον και μένουν τα "κουδούνια", δηλ. αι μικραί σταφυλαί, που εναπομένουν επί του κλήματος μετά τον τρυγητόν." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Επιπλέον, καταγράφει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος:

"Θα πρέπει να έχουν προηγηθεί τα πρωτοβρόχια, να έχει μαλακώσει η γη με νέες βροχές (και του Οκτώβρη) και να φανεί έπειτα η επιθυμητή αιθρία, για το όργωμα.

Οι Κύπριοι λένε:


- Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη,

πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια (βούδκια)

αν δεν χορτάσει ο Οκτώβρης τη γη,

πούλησ' τα βόδια σου και 'γόρασε σιτάρι.

(ευκαιρία, στην πρώτη περίπτωση να σπείρεις πολλά' ανάγκη, στη δεύτερη, να ψάξεις για προμήθειες).

Συνήθως βρέχει ο Οκτώβρης, και συνήθως κάνει προς το τέλος την καλοκαιριά του, που χρειάζεται για το όργωμα, και που συμβολική εγγύησή της είναι τα χρυσάνθεμα (ή αγιοδημητριάτικα). Μια κυπριακή επίσης παράδοση, που θυμίζει τον μύθο της Δήμητρας, λέει για τα χρυσάνθεμα:




"Ο Οκτώβρης περιπλανιόταν στη γη και μοιρολογούσε για τα χαμένα λουλούδια και για τα φύλλα των δένδρων που πέφτανε στη γη, καθώς και για τις ζεστές ημέρες που χάνονταν, και για τα σύννεφα που μαζεύονταν στον ουρανό. Τα χρυσάνθεμα τότε παρακάλεσαν το Θεό να κάμει καλοσύνες για αυτά, και να τα αφήσει ν'ανθίσουν όλον τον Οκτώβρη. Τ'άκουσε ο Θεός και τ'άφησε κοντά του, και τα λέμε (στην Κύπρο) Οκτωβρούδες"." (Δημητρίου Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά)


Ο Φίλιππος Βρετάκος, τέλος, μας αναφέρει σχετικά με τον Οκτώβριο και τον αντίστοιχο (πάνω-κάτω) μήνα Πυανεψίωνα του Αττικού ημερολογίου:

«[ ...] Εις το Αττικόν ημερολόγιον κατείχε την τετάρτην κατά σειράν θέσιν και ελέγετο «Πυανεψιών» ή «Πυανοψιών» (15 Οκτ.-15 Νοεμ.) (εκ του πύανα-έψειν= βράζειν όσπρια) ένεκα της κατ'αυτόν αγομένης εορτής των «Πυανεψίων» εις τιμήν του Απόλλωνος, κατά την οποίαν έβραζαν εντός χύτρας πύανα (κουκκιά) και άλλα όσπρια αναμεμειγμένα με άλευρον και σιτάρι, και τα διένεμον εις φτωχούς εις μνήμην του Θησέως εις ανάμνησιν του εξής, κατά την μυθολογία, γεγονότος: Ο Μίνως, βασιλεύς της Κνωσσού, έστειλε τον υιόν του Ανδρόγεων εις Αθήνας, δια να λάβει μέρος εις τους αρτισυστάτους Παναθηναϊκούς αγώνας. Επειδή όμως ο Ανδρόγεως ενίκησε όλους τους συναγωνιστάς του, ο βασιλεύς των Αθηνών Αιγεύς απέστειλεν αυτόν να αγωνισθή με τον Μαραθώνιον Ταύρον. Κατά τον αγώνα όμως φονεύεται από του Ταύρου, ή, κατ'άλλην εκδοχή υπό συναγωνιστών του, ότε μετέβαινεν εις τας Θήβας, δια να αγωνισθή προς τον Λάϊον.



[...] Κατά την τρίτην φοράν αποστολήν του φόρου αυτού μετέσχε και ο Θησεύς, ο υιός του βασιλέως Αιγέως, τον οποίον η θυγάτηρ του Μίνωος Αριάδνη εβοήθησε να φονεύση τον Μινώταυρον με έναν πέλεκυν και να εξέλθη ζωντανός εκ του Λαβυρίνθου με τον μίτον... [...] Ο Θησεύς, κατά την επιστροφήν του από την Κρήτη μετά το φόνο του Μινωταύρου, από την χαρά του ελησμόνησε να υψώση εις το πλοίον λευκά ιστία αντί των μαύρων και ο πατήρ του Αιγεύς, επειδή ενόμισεν ότι κατεσπαράχθη ο υιός του υπό του Μινωταύρου, ερρίφθη εις την θάλασσαν και επνίγη, η οποία εκ του ονόματός του, ως πιστεύεται, ωνομάσθη "Αιγαίον Πέλαγος". Εις ανάμνησιν, λοιπόν, του γεγονότος τούτου ο Θησεύς την 7ην του Πυανεψιώνος μηνός, καθ'ήν επέστρεψεν εκ Κρήτης, εώρτασε τα "Πυανέψια" εις τιμήν του Απόλλωνος, εορτή κατά την οποίαν έβρασεν εντός χύτρας τα πύανα (όσπρια) που είχαν εναπομείνει και τα έφαγον από κοινού πάντες οι ευρισκόμενοι εις το πλοίον, έκτοτε δε οι Αθηναίοι καθιέρωσαν να εορτάζουν και αυτοί τα "Πυανέψια" εις τιμήν του Θησέως.


[...] Οι Αθηναίοι, με την πάροδον του χρόνου, αφιέρωσαν εις μνήμην των αποθανόντων όλον τον μήνα Πυανεψίωνα και ετέλουν τα "Επιτάφια", δηλ. μνημόσυνα δια τους πεσόντας εις τους πολέμους, κατά τα οποία εξεφωνούντο και επιτάφειοι λόγοι, όπως είναι ο γνωστός "Περικλέους επιτάφιος" του Θουκυδίσου. Παρόμοια με τα "Πυανέψια" μνημόσυνα τελούμε και ημείς σήμερον εις μνήμην των νεκρών μας, με μόνην την διαφοράν ότι, αντί "κολλύβων" από πύανα και άλλα όσπρια των αρχαίων, βράζομεν "στάρι" και το μοιράζομεν εις τους παρευρισκομένους εις το μνημόσυνον, ως τούτο συνήθιζον και οι αρχαίοι." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")


Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Για την προσπάθεια απελευθέρωσης του Έλληνα Δασκάλου των Καλάσα (Καλάς)

Στην εποχή μας, που οι Αξίες κοντεύουν να εκλείψουν καθώς θυσιάζονται στο βωμό του συμφέροντος και που άνθρωποι οι οποίοι προσφέρουν αυθόρμητα και ανιδιοτελώς αποτελούν είδος προς εξαφάνιση καθώς κάθετι κοντεύει να καταντήσει εμπορική συναλλαγή..  αντί να προβάλουμε και να στηρίζουμε κάθε φωτεινή εξαίρεση που αντιστέκεται στις σειρήνες της γενικότερης ισοπέδωσης, της προσωπικής κερδοφορίας και της απανθρωπιάς, δυστυχώς προσπερνάμε αδιάφοροι.. και συνεχίζουμε να αναλωνόμαστε στην κακομοιριά και τον αρνητισμό με τα οποία μας βομβαρδίζουν πανταχόθεν..

Μια τέτοια φωτεινή εξαίρεση, είναι ο Αθανάσιος Λερούνης, που έθεσε στόχο ζωής του να προσφέρει στην ξεχασμένη φυλή των Καλάσα, προσπαθώντας να βελτιώσει τις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες διαβίωσής τους και να τους φτιάξει σχολεία! Τούτο τον άνθρωπο κάποιοι είχαν συμφέρον να απαγάγουν πριν από 35 ημέρες, αλλά το ελληνικό κράτος δεν είχε την "πολυτέλεια" να ασχοληθεί με τον απαχθέντα  Έλληνα πολίτη και δάσκαλο.. ούτε, επίσης, τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπου το θέμα πέρασε στα ψιλά γράμματα..

Σύμφωνα με τα  σημερινά "Νέα" ( περισσότερα, εδώ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artId=4540801) :

"Φως στο θρίλερ της ομηρείας του Έλληνα εκπαιδευτικού Θανάση Λερούνη πέφτει εδώ και δύο εικοσιτετράωρα, καθώς τα κομμάτια του παζλ άρχισαν πλέον να συμπληρώνονται το ένα μετά το άλλο. Ο 53χρονος καθηγητής-ηλεκτρονικός, ο οποίος απήχθη πριν από 35 ημέρες στο Βορειοδυτικό Πακιστάν, εμφανίζεται τώρα μέσω τριών ιδιόχειρων επιστολών του να απευθύνει δραματική έκκληση για την ικανοποίηση της διπλής απαίτησης των απαγωγέων του, Ταλιμπάν, ώστε όπως ο ίδιος γράφει εις τριπλούν να μη βρεθεί περαιτέρω σε κίνδυνο η ζωή του.

[...]

ΑΠΟ ΕΔΩ και πέρα η φόρμουλα για την απελευθέρωση του άτυχου εθελοντή είναι καθαρά ζήτημα πολιτικής πρωτοβουλίας, υποστηρίζει. «Η αλήθεια είναι ότι η περίπτωση του Θανάση είναι πολύ δύσκολη, οι απαγωγείς δεν έκαναν πίσω από τα αρχικά αιτήματά τους. Πρέπει άμεσα να γίνει κάτι, αλλά επίσημα, σε κυβερνητικό επίπεδο, δεν είναι λύση οι ενέργειες μιας μικρής επιτροπής κατοίκων. Ήδη, για τις τελευταίες εξελίξεις με τις επιστολές ενημερώθηκε ο Έλληνας πρέσβης στο Ισλαμαμπάντ, που με τη σειρά του ειδοποίησε, ως όφειλε, και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Τις τελευταίες μέρες βλέπω μια κινητικότητα, μέχρι και δέκα μέρες πριν το θέμα δεν κινήθηκε όσο έπρεπε». 

Ο Θανάσης Λερούνης, ο «Ατανάσι» των Καλάς, έπεσε στα χέρια των Ταλιμπάν τα ξημερώματα της 8ης Σεπτεμβρίου, στο χωριό Μπρουν, στην κοιλάδα Μπουμπουρέτ, στο Βορειοδυτικό Πακιστάν, στα σύνορα με το Αφγανιστάν. Ομάδα πολυάριθμων ένοπλων μασκοφόρων εισέβαλε στο Πολιτιστικό Κέντρο των Καλάς, το «Καλάς-Ντουρ»- δημιούργημά του- όπου και διέμενε, αφού πρώτα εξουδετέρωσε με ξυλοδαρμό τους δύο αστυνομικούς του κτιρίου, ο ένας εκ των οποίων κατέληξε από ανακοπή. Οι απαγωγείς διέσχισαν με τον Αχαιό εκπαιδευτικό τα βουνά του Ινδοκαύκασου, για να καταλήξουν στην κοιλάδα του Νουριστάν, επαρχία του Αφγανιστάν. "


"Η καλασική ιστορία αναφέρει ότι το νεότερο βασίλειο των Καλάσα ιδρύθηκε από τον Σέλευκο, τον στρατηγό του θρυλικού Μέγα Αλέξανδρου που εγκαταστάθηκε στις εσχατιές του τότε γνωστού αρχαίου ελληνικού κόσμου. Τα μέρη παραμονής της θρησκευτικής μειονότητας των Καλάσα, εκτείνονται στις υπώρειες του θεόρατου Ινδικού Καυκάσου, στην Β.Δ. πακιστανική δυσπρόσιτη παραμεθόριο με το Αφγανιστάν, από όπου διέρχεται ο αρχαίος δρόμος του μεταξιού.

Στο τέλος του 15ου αιώνα των νεωτέρων χρόνων έως το 1890, ο καλασικός λαός μετοίκησε σε ορεινότερες εκτάσεις, από εκείνες του Α.Αφγανιστάν και της επαρχίας του Τσιτράλ, λόγω της αφόρητης πίεσης πολιτικών-θρησκευτικών περιστάσεων. Οι Καλάσα που επιβίωσαν αποτραβήχτηκαν στις αδελφές κοιλάδες Μουμουρέτ, Μπιριού και Ρουκμού, σε υψόμετρο 2800μ. και πάνω.




Ως γνήσιοι απόγονοι μιας ηρωικής γενιάς φυλάνε με σεβασμό τους πανάρχαιους, ακριβοδίκαιους κοινωνικούς άγραφους νόμους. Με φιλοτιμία διασώζουν την ιστορική μνήμη μέσα από τον προφορικό λόγο, ενώ άθικτα διατηρούν τα πατρογονικά ήθη και έθιμα. Κρατούν με απαράμιλλο ζήλο σαν πολύτιμα κειμήλια τους λατρευτικούς κώδικες των ιερών κανόνων και την τακτική των τελετών.

Ο καλασικός πληθυσμός των κοιλάδων ανέρχεται στις 4.000 άτομα.

Οι Καλάσα έχουν επίγνωση της κατάστασης ότι είναι λίγοι αριθμητικά, αλλά δεν είναι και λίγη η ψυχική ορμή, ούτε το σθένος που διαθέτουν. " ("Ήθη και Έθιμα των Καλάσα", Ύας Βαζικ, Ευσταθεία Καραβάτσου)

Οι Γιατροί του Κόσμου  αναλαμβάνουν εκστρατεία συλλογής υπογραφών για την άμεση απελευθέρωση του Θανάση Λερούνη: http://www.mdmgreece.gr/component/option,com_petitions/id,6/lang,el/view,petition

"Ο εκπαιδευτικός - Εθελοντής Θανάσης Λερούνης, πρόεδρος της Μ.Κ.Ο " Έλληνες Εθελοντές" έμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις κοιλάδες των Καλλάσα στο Β.Δ Πακιστάν από το 1995 μέχρι σήμερα για την πραγματοποίηση έργων κοινής ωφελείας.
Τα ξημέρωματα της Τρίτης 8/09/2009, ομάδα πολυάριθμων ενόπλων, μασκοφόρων εισέβαλαν στο ΚΑΛΛΑΣΑΝΤΟΥΡ- το Πολιτιστικό Κέντρο των Καλλάσα, όπου διέμενε και μετά από μακελειό που κατέληξε στο θάνατο ενός αστυνομικού απήγαγαν το Θανάση Λερούνη στα βουνά του Αφγανιστάν."