Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κήπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κήπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα τζίνια της αυλής

 


Πρέπει νά'ταν του Σταυρού που μας είχε καλέσει για καφεδάκι. Θαύμασα την περιποιημένη αυλή -ούτε ένα τόσο δα φυλλαράκι λησμονημένο- και τα λουλούδια. Κι αμέσως η ματιά μου καρφώθηκε σ'αυτά! Από παιδί είχα να τα συναπαντήσω! Μια χρονιά μοναχά βρήκα κάποια σε κάτι φυτώρια, μα ήταν αλλιώτικα, σαν καημένα' δεν παίρναν μπόι σαν και τούτα - μόνο τόσο όσο, θαρρείς, για να στέκονται στο γλαστράκι τους χωρίς να λυγάνε- και, ύστερα, τόσο φιλάσθενα - γρήγορα σταχτιάσαν κι αρρωστήσανε.

Έτρεξα να τη ρωτήσω:

"Έχεις τζίνια;!!"

"Τί τζίνια; Ποιά λες;"

"Τα λουλούδια, αυτά τα ψηλά με το μεγάλο ανθό. "

"Τις ντάλιες λες;"

"Όχι καλέ! Τ'άλλα. Εκεί!"

"Τους κεφαλάδες λες! Κεφαλάδες τα ξέρουμε εμείς!"

"Εγώ τζίνια τα ξέρω. Μας τα φύτευε η Δόξα όταν ήμουν παιδί. Είναι εκείνα τα ντόπια; Ρίχνεις σπόρο;"

"Ναι."

"Θα μου κρατήσεις να φυτέψω;"

"Θα σου κρατήσω."

Κι έτσι όταν μπήκε η άνοιξη, μαζί με τα κηπευτικά, έσπειρα με δέος πραγματικό και τα τζίνια μου και περίμενα να μεγαλώσουν. Δεν τά'σπειρα απ'ευθείας στο αυλάκι όπως έκανε η Δόξα και τα βρίσκαμε να ξεπροβάλουν τα κορμάκια τους καθώς ερχόμαστε για το καλοκαίρι, αλλά σ'ένα τελάρο πρώτα μέχρι να ξεπεταχτούν, από φόβο μη μου χαθούν, μην μπερδευτούν μ'αγριοχόρταρα, μην κάτι τα ενοχλήσει και δυσκολευτούν να ριζώσουν.

Και νά'τα τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκαν τη θέση τους κάτω από την αυλή του μικρού σπιτιού, να πασχίζουν να την ξεπεράσουν με το μπόι τους και να χρωματίζουν μ'όλες τους τις γλυκές αποχρώσεις το καλοκαίρι μου! 



Με ρώτησε ένας γέροντας: "Βλέπεις κακές εικόνες στην τηλεόραση... στο διαδίκτυο;" κι εγώ είχα απομείνει να τον κοιτάζω, μιας και δεν πήγε ο νους μου σε κάτι πονηρό, μα μοναχά αναλογιζόμουν πόσες "κακές" εικόνες ξεπροβάλλουν καθημερινά στα μάτια μου, η μια μετά την άλλη με το που θ'ανοίξω οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας. Και καλά, την τηλεόραση την έχω ξεχασμένη, αλλά και στο διαδίκτυο που θα περιηγηθώ τούτες οι εικόνες με κατακλύζουν ασταμάτητα: Αδικίες, βία, παραλογισμοί, ανωμαλίες, βιασμοί κι εκβιασμοί, δολοφονίες και ξυλοδαρμοί, πικρόχολοι και κακόψυχοι σχολιασμοί, φρίκη και ξεφτίλα της ανθρωπότητας... "Πώς να μη δω κακές εικόνες;" αναλογιζόμουνα. Δεν ξέρω πως μπορεί να ερμήνευσε τη σιωπή μου, αλλά αμέσως με συμβούλεψε: "Να μη βλέπεις κακές εικόνες, κορίτσι μου..."

Τριγύρω το χάος- κι ας με πει όποιος θέλει υπερβολική- και νιώθω να σκαλίζω μέσα σε τούτη τη βρωμιά να δω κάποιο κρυμμένο ανθάκι, ένα αληθινό χαμόγελο κι ένα καθαρό βλέμμα. Μιας και καθετί αγνό πλέον λασπολογείται τόσο άγρια, καλύπτεται με τόσο μένος και φανατισμό που μοναχά αναζητώντας την ευωδιά του μπορείς να το εντοπίσεις... 

Σ'έναν κόσμο που παραδόθηκε στο φόβο και καλλιέργησε τα πιο άγρια ένστικτά του για να τον αντιμετωπίσει, σε μια ρωμαϊκή αρένα ανθρωποφαγίας με πλαστούς και κίβδηλους ηθικισμούς και δικαιωματισμούς, σ'έναν κόσμο που καταρρέει ροκανίζοντας τις ρίζες και τις αξίες του στο όνομα μιας επίπλαστης καλοπέρασης, σε μια ανθρωπότητα που επιλέγει τα δεσμά στο όνομα της ελευθερίας, που έχει αποδεχτεί ως κοινή λογική τον παραλογισμό κι ως ζωή την επιβίωση, σε έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην πτώση του σφραγίζοντας με βουλοκέρι τα ώτα του μην τυχόν και μια κραυγή αλήθειας τον ξεβολέψει και χρειαστεί να δρασκελίσει δυο βήματα ανήφορο, που μαστιγώνει ό,τι στέκεται εμπόδιο στην κατρακύλα, που συνήθισε στα σκοτάδια και τον τυφλώνει το φως, προτιμώ να εστιάζω στην εικόνα από τα τζίνια της αυλής μου και να πορεύομαι σε κείνο το μονοπάτι της αυλής της μακαρίτισσας της κυρα-Δόξας με τ'αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια μες στις φρεσκοβαμμένες γλάστρες δεξιά κι αριστερά, με την ευωδιά και την απλότητα και νοικοκυροσύνη μιας άλλης εποχής που, όσα στραβά και να της καταλογίσει κανείς, οι λέξεις ακόμη κρατούσαν το νόημά τους και δεν είχαν στεφθεί άρχοντες η απόλυτη σύγχυση κι ο παραλογισμός. Γιατί:

"-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;"
(Βλ. το σπήλαιο και οι δεσμώτες, Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Επίκαιρο όσο ποτέ μου φαίνεται σήμερα το "σπήλαιο του Πλάτωνα". Κι ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και διαβάζοντας τούτη την παραβολή (που το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί ακόμη και να την αναγνώσει), δε θα μπορέσει ούτε καν να διδαχτεί κάτι απ'αυτήν γιατί έχει θρέψει τόσο εγωισμό μέσα του που θα του φανεί αδιανόητο έστω και να αναρωτηθεί μήπως κι εκείνος είναι ένας από τους δεσμώτες στα σκοτάδια, παρά θα θεωρήσει αυτόματα πως τούτο αφορά μοναχά τους διπλανούς του.



Αν βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στους στίχους της Οδύσσειας τώρα, αν ταξιδεύαμε παρέα με τον Οδυσσέα, μάλλον θα παραδέρναμε στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, αφού πρώτα κατασπαράξαμε τους γλυκούς λωτούς της λησμονιάς, ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου, σαγηνευτήκαμε από την Κίρκη που μας μετέτρεψε σε άλογα τετράποδα κι αφεθήκαμε στο πλάνο τραγούδι των Σειρήνων. Στον οίκο μας κάνει κουμάντο ο Αντί-νοος (ο νους, του νοός) κι οι υπόλοιποι φιλήδονοι και θρασείς μνηστήρες κι ο γιος μας έχει αποδεχτεί την κατάσταση σιωπηλά....

 Κι αν κοπιάζοντας ο Οδυσσέας κατόρθωσε κι επέστρεψε στην Ιθάκη του κι είχε τη φρόνηση να τοξεύσει πρώτον τον Αντί-νοο για να βάλει σε μια τάξη το παλάτι του, πόσοι εταίροι του σώθηκαν; Ουδείς...

 ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. 

(Οδύσσεια Ομήρου α6-9)

- Πώς να μη βλέπω κακές εικόνες γέροντα; Το κακό το αφήσαμε να αμοληθεί παντού. Κι ενίοτε το βαπτίζουμε και καλό. Και βουτάμε στην κολυμπήθρα του τα παιδιά μας.... Ονομάσαμε ευλογία το εύκολο, το άνευ κόπου και καταλήξαμε εξαντλημένοι κι άδειοι να πνιγόμαστε στη ζωή μας που βάλτωσε. 

"Η ασκητική ζωή και οι ιδρώτες που την συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους εραστές της αρετής, απλά για να αποτινάξουν από την ψυχή τους τα σάπια εκείνα στοιχεία της απάτης, που αυτοεγκαταστάθηκαν μέσα της μέσω των παγίδων των πέντε αισθήσεων. Δεν είναι σαν οι αρετές να εισάγονταν απ'έξω ως κάτι καινούριο, επειδή αυτές είναι ήδη μέσα μας από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Ώστε όταν η απάτη εκδιωχθεί εντελώς από την ψυχή, τότε αυτή αφήνει να φανεί η λαμπρότητα και το μεγαλείο των φυσικών της αρετών. Έτσι την ασκητική ζωή δεν την ακολουθεί κανείς ούτε για να εισαγάγει ούτε για να δημιουργήσει αρετές, αλλά για να εξοστρακίσει (από την ανθρώπινη φύση) οτιδήποτε ο Θεός ουδέποτε εμφύτευσε ούτε δημιούργησε μέσα μας. Άρα, εκείνος που δεν είναι τρελός, είναι σώφρων κι εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός, ούτε παράτολμος, αυτός είναι γενναίος και δυνατός. Συνεπώς, με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που αντιμάχονται τη φύση, παραμένουν και αναδεικνύονται μόνο τα συμβατά και συγγενεύοντα με αυτήν στοιχεία. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το να κάνουμε φανερή τη φυσική γυαλάδα και λαμπρότητα τψν ράβδων του σιδήρου απομακρύνοντας όλη τη σκουριά από την επιφάνειά τους." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, από τη "Θεολογία της Φύσεως", εκδ. Αρμός)

 


Χαρά μικρού παιδιού με συνεπήρε όταν είδα τα κεφαλάκια τους ν'ανθίζουνε! Πόσες, μα πόσες αποχρώσεις! Κι άλλα με πέταλα πυκνά σε στρώσεις, άλλα πιο ντελικάτα, λεπτά. Κι όλα να πασχίζουν ακόμη να ξεπεράσουν το επίπεδο της αυλής. Να τη φωτίσουν με τα χρώματα και τα χαμόγελά τους... Να πλησιάσουν το φως του ήλιου. . Έτσι απλά, αληθινά κι ανόθευτα ακολουθώντας τη φύση τους... Κάπως έτσι αν μεγαλώναμε κι εμείς....

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

αγκινάρες με τ'αγκάθια..


Σήμερα μάζεψα τις τελευταίες... Εντάξει, έχει και κανα-δυο κούτσικες ακόμη, αλλά δεν περιμένω και πολλά πράγματα τέτοια εποχή! Καιρό ήθελα να γράψω για τούτες τις αγκαθωτές πριγκιπέσσες αλλά δε μου καθότανε ο χρόνος! Όπως και να το κάνεις, είναι ένα φυτό ιδιαίτερο. "Να τη δεις να φοβηθείς, να τη φας να γλυκαθείς!" λέει το αίνιγμα. Κι όντως, η γλύκα της είναι απρόβλεπτη για κάποιον που πρωτοσυναντά το αγριεμένο κι αγκαθωτό της παρουσιαστικό! Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει, αλλά εκείνοι που την προτιμούν, τη λατρεύουν!


Εδώ, στο Πήλιο, τη μαγειρεύουν συνήθως με κουκιά. Να πω την αλήθεια, ποτέ δεν την έφτιαξα έτσι, κι ούτε σκοπεύω. Νομίζω ότι χάνεται όλη η ξεχωριστή διακριτική γεύση της μέσα στην "κουκίλα". Κι επειδή με το νά'χεις πολλές και διάσπαρτες ρίζες στο γενεαλογικό σου, υπάρχει μια γενικότερη ποικιλία στις οπτικές, ακόμη και τις γαστρονομικές, έμαθα να τις λατρεύω αλά πολίτα, αλλά και ως σαλατικό με λαδολέμονο!
Όσο για την παλαιά ονομασία της, ακόμη κι ο Αθήναιος (2ος-3ος αι.μ.Χ.) στους "Δειπνοσοφιστές" του είχε τους προβληματισμούς του: "Κινάρα (αγκινάρα). Ταύτην ο Σοφοκλής εις τας "Κολχίδας" την ονομάζει "κυνάραν", εις δε τον "Φοίνικα""κύναρον", δια του "υ" δήλονότι: "Κύναρος αγκαθωτή γεμίζει όλον τον αγρόν". [...] Ο δε Δίδυμος ο Γραμματικός εξηγών την παρά τω Σοφοκλεί απαντώσα λέξη"Κύναρος άκανθα" λέγει: "Μήπως τέλος πάντων εννοεί τον κυνόσβατον, επειδή το φυτόν τούτο είναι τραχύ και ακανθώδες. Διότι και η Πυθία το ωνόμασε "ξύλινην κύνα" (ξύλινη σκύλα). Ο Λοκρός δηλαδή αφού έλαβε χρησμόν, εκεί να κτίζη πόλιν, όπου ήθελε δαγκασθή υπό ξύλινης σκύλας, καταξεσχισθείς εις τας κνήμας του υπό κυνοσβάτου έκτισεν την πόλιν." Ο δε κυνόσβατος είναι φυτόν μεταξύ θάμνου και δέντρου, όπως λέγει ο Θεόφραστος, και έχει καρπόν ερυθρόν παραπλήσιον με το ρόιδο [...]".  
Πάντως σίγουρα, όπως μας πληροφορεί, από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ύστερα η αγκινάρα ονομάζεται κινάρα και είναι το αυτό φυτό. Συμπληρώνει δε: "Ο δε Πτολεμαίος ο Ευεργέτης [...] γράφει.... "Επειδή δε εις τα μέρη εκείνα γίνονται πολλαί κινάραι (αγκινάρες), πάντες οι συνακολουθούντες ημάς στρατιώται κόπτοντες τας εχρησιμοποίουν προς τροφήν και, αφού τας απεγύμνωναν από τας ακάνθας, προσέφερον και εις ημάς".

Η αγκινάρα και το ακόμη πιο άγριο ξαδερφάκι της, το γαϊδουράγκαθο [ή, αρχαϊστί -για όποιον ενδιαφέρεται- ονόπορδον (όνος+πορδή), καθώς ο Άνθιμος Γαζής ("Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") καταγράφει "Ονόπορδον (πέρδω): Φυτόν τι, είδος αγριοκυναρίας", αλλά και το περίφημο Liddell-Scott ("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης") σημειώνει: "Ονόπορδον: "είδος ακάνθου, ην όταν φάγωσιν οι όνοι πέρδονται, κατά τον Πλίνιον"], συγκαταλέγονται στα πολυτιμότατα φυτά-βοτάνια του φαρμακείου της φύσης, κυρίως διότι προστατεύουν το ήπαρ και την καρδιά, αλλά και για πλήθος άλλες θεραπευτικές τους ιδιότητες.


Συγκεκριμένα για το γαϊδουράγκαθο (το οποίο έμαθα πως τρώγεται ωμό και τρυφερό και θέλω να το δοκιμάσω!)
ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), καταγράφει, μεταξύ άλλων:
> Χολαγωγό που συνίσταται σε κάθε αρρώστια του ήπατος.
> Τονωτικό για εξασθενημένους από διαλείποντες πυρετούς.
> Αιμοστατικό σε ρινορραγία, βαριά έμμηνα, πληγές.

Αλλά και: "Η λαϊκή θεραπευτική χρησιμοποιεί το αφέψημά του ως αποχρεμπτικό, εμετικό, εφιδρωτικό, αντιπυρετικό και ταινιοκτόνο.", "Ο Culpepper συνιστούσε το έγχυμα από φρέσκια ρίζα και σπόρους για το θρυμματισμό και την απομάκρυνση της πέτρας ουρικού οξέος από τα νεφρά και για υδρωπικία....", "Ο Μ.Μεσσεγκέ το θεωρεί αποτελεσματικό φάρμακο για πολλά είδη αλλεργίας, για τη ναυτία, για το άσθμα, για την αλλεργική καταρροή...". Θεωρείται ότι "δυναμώνει τα κύρια όργανα του σώματος' μυαλό, καρδιά, νεφρά, συκώτι, στομάχι, πνεύμονες" και "καθαρίζει τον οργανισμό από μολυσματικούς παράγοντες". Επίσης, "Τα φύλλα του ξεραμένα και σε μορφή σκόνης συνιστώνται στις μητέρες που θηλάζουν για περισσότερη γαλακτοφορία και στα παιδιά με παράσιτα εντέρου", ενώ για το "κακό σπυρί" "οι πρακτικοί βοτανολόγοι κοπανάνε ρίζες γαϊδουράγκαθων, τις βάζουν στο σπυρί, το δένουν με γάζα 4-5 ώρες, για να ωριμάσει και ν'ανοίξει." Αυτά και τόσα άλλα....για ένα αγριάγκαθο που όταν ανθίζει, προβάλλει όλη την κρυμμένη του εξωτική ομορφιά....


όπως κι η πιο πριγκιπική ξαδέρφη του, η αγκινάρα...




Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Το λύφι (ή η λούφ-φα) του μπαξέ μου!

Αν μού'λεγε κανείς, μερικά χρόνια πριν, ότι παρέα με τις μελιτζάνες και τ'αγγούρια απ'τον κήπο, θα μάζευα και σφουγγάρια, θα τον κυττούσα λιγάκι περίεργα! Πρόπερσι, όμως, ένας φίλος μού'στειλε κάτι μαύρα σποράκια, σαν πασατέμπους ντυμένους για μνημόσυνο. "Τί νά'ναι αυτά;" "Σφουγγάρια, από κείνα που πουλάν στα φαρμακεία συνήθως, τα λύφια." "Και πού να τα φυτέψω; Τί σόι φυτό γίνεται;" "Σκαρφαλώνει. Αναρριχώμενο." Εκείνη τη χρονιά είχε περάσει ο καιρός και δεν τα φύτεψα. Την επόμενη, μας τα χάλασε ο καιρός κι όλοι οι καρποί σαπίσανε πριν καν μεστώσουνε. Ευτυχώς είχα κρατημένα δυο-τρία παλιά σπόρια για να ξαναφυτέψω. Φέτος, με τις ατελείωτες ζέστες και τους καύσωνες, αυτά βρήκαν τη χαρά τους! Θέλει ζέστες λοιπόν...


Τίποτ' άλλο δεν ήξερα για το φυτό τούτο... Φύτεψα τους σπόρους σ'ένα γλαστράκι και περίμενα. "Κολοκυθιές είναι αυτές;" με ρωτούσανε. "Όχι, σφουγγάρια.." κι έβλεπα μια γκριμάτσα δυσπιστίας στο πρόσωπο και χαμογελούσα! Μια χαρά θα μπέρδευε κανείς τα πρώτα τους φυλλαράκια. Όταν ξεπεταχτήκαν λίγο τα μεταφύτεψα δίπλα στην κληματαριά. Κι αρχίσαν να σκαρφαλώνουνε και ν'αγκαλιάζονται με τη σταφίδα. Κόντεψα να τα ξεχάσω, τρυπωμένα μες στα κληματόφυλλα, όταν μια μέρα σηκώνω το κεφάλι ψηλά και βλέπω να κρέμονται κάτι πρασινωπά μαρκούτσια απ'το κλήμα. "Μωρέ έβγαλε αγγούρια η κληματαριά;" γέλασα! "Α, να δεις τούτα είναι τα λύφια! Γίνανε τελικά!" θυμήθηκα κι άρχισα να το χαίρομαι! Όλα τούτα πέρσι... αλλά μόλις πήραν να ωριμάσουν, οι ασταμάτητες βροχές τα σαπίσανε.


Φέτος, όμως, η κρεβατιά γέμισε όμορφα κίτρινα λουλούδια! Οι καρποί πήραν τα πάνω τους και σήμερα το πρωί αντίκρυσα τον πρώτο ξεραμένο. "Τώρα λογικά θά'ναι έτοιμο.." υπέθεσα και τό'κοψα με αγωνία! Προσεκτικά πήγα να βγάλω το ξεραμένο φλούδι: "Μωρέ θά'χει τίποτα μέσα, ή θά'ναι τζούφιο;". Και τσουπ, ξεπρόβαλε το σφουγγαράκι! Όλε! Μικρό μεν, σε σχέση μ'άλλα πού'χω δει, αλλά ωραιότατο. Και γεμάτο σπόρους. Κι άρχισα να το ταρακουνάω, η καημένη, για να πέσουν οι σπόροι. Τελικά τα κατάφερα. Τον σπόρο για του χρόνου τον σιγουρέψαμε... τώρα περιμένουμε να δούμε αν θα τα καταφέρουν και τα συντρόφια του, ώστε να μαζέψουμε τα σφουγγάρια της χρονιάς!


Κι άνοιξα τον υπολογιστή, μπας και βρω πληροφορίες. χμ... Στα ελληνικά όχι και πολλά.. Μία μού'κανε εντύπωση: "Στην Ασία και στην Αφρική, το φρούτο τρώγεται και σα λαχανικό!" Μωρέ μπράβο! Ίσως κάποιες ποικιλίες.. Σε κάτι ξένες ιστοσελίδες είδα πως για να βγουν εύκολα τα σπόρια δεν το ξεφλουδίζεις πρώτα, αλλά το κόβεις στη μεριά του κοτσανιού και το τινάζεις. Θα το δοκιμάσουμε κι αυτό. Αφού το ξεφλουδίσεις, λέει, το πλένεις καλά με πίεση να ξασπρίσει και μετά το στεγνώνεις στον ήλιο. Μάλιστα, διάβασα, ότι είναι καταλληλότατο και για σφουγγαράκι πιάτων! Αμέ! Γιατί όχι; Και κολλημένα ταψιά θα καθαρίζει αυτό με την αγριάδα του. Οπότε το λύσαμε και το θέμα των σφουγγαριών του σπιτιού, είτε για πιάτα, είτε για το κορμί μας! Αυτό θα πει αυτονομία σε καιρούς δύσκολους!!!


Σε μια σύγχρονη εγκυκλοπαίδεια πού'χω στον υπολογιστή δε βρήκα τίποτα σχετικό με το λύφι, με όσες ονομασίες κι αν δοκίμασα να ψάξω. Σε κάτι παλαιότερες και πολυτιμότερες, όμως, το ανακάλυψα ως ελλύφη!  Όπως και στο περίφημο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του Π.Γ.Γενναδίου:



Αυτά λοιπόν περί φυσικών σφουγγαριών και ελλυφίων που φυτρώνουν στον μπαξέ μου! :)

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια...

"Τ' Άι Προκόπη η δουλειά σου νά'ναι λιγοστή
αν θέλεις να προκόψεις
και
"Καρπός αλωνισμένος τ' Άι Προκόπη δεν προκόβγει!" 
λένε οι Κρητικοί, αλλά, όπως μας πληροφορεί ο Μ.Γρηγοράκης ("Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες"), "μπορεί τ' Άι Προκόπη να μην προκόβγουν οι δουλειές, προκόβγουν όμως τα κηπευτικά τη μέρα της γιορτής του, γιατί τα ευλογεί κι η σοδειά θα πάει καλά:
"Ο Προκόπης κόβγει αγγούρια κι η Αγιά Μαρίνα σύκα
κι Αϊ Λιάς κόβγει σταφύλια με καλάθια και μαντήλια"" 
 
"κι ο Άϊ-Λιάς τα σταφυλάκια μες στα βεργοπανεράκια", όπως λεν στο Μεσολόγγι.) Από την άλλη, όμως, όπως προτρέπει κι η πρώτη παροιμία, "αντίθετα από τις αργίες των άλλων μικρογιορτών, σήμερα επιβάλλεται λιγοστή εργασία, για προκοπή της κάθε δουλειάς", καθώς "το όνομα του αγίου αυτού ο ελληνικός λαός το έχει συμβολικό για την προκοπή, όπως το έχει κι η Εκκλησία, που το επικαλείται στις ευχές του γάμου, για να ευλογήσει τους νεόνυμφους". (Δ.Λουκάτος, "Τα καλοκαιρινά"). Επιπλέον, "κι οι στείρες γυναίκες επικαλούνται τον άγιο για να τεκνοποιήσουν."
 
Του Αγίου Προκοπίου, λοιπόν, σήμερα... άντε και καλή προκοπή!

Υ.Γ. Μιας, όμως και αναφερθήκαμε στα αγγούρια και, μιας και σαφέστατα είναι η εποχή τους όπως προδίδει κι η λαϊκή παροιμία και, μιας και ακόμη και μεταφορικά θεωρώ ότι είναι επίκαιρα όσο ποτέ (βλέπε: "Τα βρήκαμε αγγούρια!" , "Εδώ είναι το αγγούρι!" κ.α. χειρότερα...), ε, ας αναφερθούμε λιγάκι σ'αυτό τον δροσερόν εποχιακό μας καρπό που αναπτύσσεται ταχύτητα, τόσο ώστε να λέμε "πότε φύτρωσε τ'αγγούρι, πότε μάκρυνε η ουρά του!".




Αγγούρι εκ του αγγούριον, υποκοριστικό του άγουρος εκ του αρχαίου άωρος (α στερητικό + ώρα). Ίσως γιατί τρώγεται άγουρο (πριν σποριάσει) και τραγανό, σε σχέση με το πρώτο ξαδερφάκι του το πεπόνι (εκ του πέπων = ώριμος), που το γευόμαστε ώριμο και μελωμένο.
Αποτελεί το καρπό του "πέπονος του ημέρου". Κολοκύθια, αγγούρια, πεπόνια, μια οικογένεια εξάλλου. Μας πληροφορεί σχετικά ο Π.Γ. Γεννάδιος στο πολύτιμο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του, πως "Μετά τον Θεόφραστον [372-287/5 π.Χ.] το όνομα Σίκυος πέπων ή απλώς Πέπων επικράτησε δια το" κοινό πεπόνι, ενώ "Σίκυος ή Σικύς ελέγετο ο τότε ή και προγενεστέρως εισαχθείς ανά τας ελληνικάς χώρας ήμερος Πέπων, ήτοι η κοινή Αγγουριά", της οποίας, μάλιστα ο καρπός το αγγούρι, λέγεται και "τρυφερό (εν Ευβοία), τροφαντό (εν Κύπρω) και αμελέτητο ενιαχού".




Αρκετά σχετικά με το αγγούρι και δη των αρχαιοτέρων χρόνων, μας αναφέρει κι ο Αθήναιος στους περίφημους "Δειπνοσοφιστές" (Γ4,5) του:







Ας κλείσουμε, όμως εδώ, με μια ακόμη σχετική και σοφή λαϊκή παροιμία:

"Μη χορεύεις φούρια-φούρια κι ο χορός δεν είν' αγγούρια!"

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Περί γιγάντων ο λόγος..

(Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α 6,1)
 
Η ιστορία, λοιπόν, ξεκίνησε κάπως έτσι: Με τη Γη να τα παίρνει στο κρανίο για την μαύρη τύχη των υιών της Τιτάνων και να γεννοβολά τους φοβερούς και τρομερούς γίγαντες.
Ή, σύμφωνα με τον Ησίοδο ("Θεογονία 185"), από τις στάλες αίματος τ' Ουρανού που την ποτίσαν μιας και ο Κρόνος με το δρεπάνι τού'κοψε τα αιδοία, καθώς:
"Κι αυτά δεν φύγαν απ'το χέρι του έτσι στα χαμένα' γιατί όσες στάλες αίμα έπεσαν, όλες η Γη τις δέχτηκε και με καιρούς και χρόνια τις Ερινύες εγέννησε τις φοβερές και τους μεγάλους Γίγαντες..[...]" 
 
Πότε; Στο απώτατο κι απροσδιόριστο παρελθόν... Και μας έμεινε αμανάτι η λέξη, οι μύθοι και τα παραμύθια.. με άλλα λόγια, η ανάμνηση...

(Νικολάου Γ.Πολίτη, "Παραδόσεις")
 
Η περίφημη γιγαντομαχία, μάλιστα, ενέπνευσε πάμπολλους δημιουργούς των αρχαίων χρόνων.
Παρθενών. Ανατολικές μετόπες. Μάχη των Ολύμπιων θεών εναντίον των Γιγάντων.           (Γιγαντομαχία) *πηγή φωτογραφίας:http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA        /Parthenon.aspx                                                                                                                  
 
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, το "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":
"Ιδίως η Αττική εις την λατρείαν της απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις την γιγαντομαχίαν, ως εκ του ρόλου τον οποίον έπαιξε η Αθηνά. Αρκεί να λάβωμεν υπ'όψιν ότι ο περίφημος πέπλος, ο οποίος κατ'έτος προσεφέρετο από τας Ατθίδας παρθένους εις την θεάν, εστολίζετο με σκηνάς της γιγαντομαχίας. Ο Φειδίας είχεν απεικονίσει εις την εσωτερικήν πλευράν της ασπίδος της Αθηνάς εικόνας από την γιγαντομαχίαν. Εις το μουσείον της Ακροπόλεως φυλάσσεται τμήμα αετώματος, προφανώς ναού του 7ου αιώνος π.Χ., όπου παρίσταται η Αθηνά πολεμούσα κατά του Εγκελάδου, τον οποίον έχει ήδη εξαπλώσει προ των ποδών της."
πηγή φωτογραφίας: "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" 
 
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, στους θεούς δόθηκε χρησμός που ανέφερε πως ο μόνος τρόπος για να νικήσουν τους τρομερούς γίγαντες ήταν να συμμαχήσουν με κάποιον θνητό (!). Έτσι κι έγινε. Με σύμμαχο, λοιπόν, τον Ηρακλή, κατόρθωσαν να τους κατατροπώσουν.
Γίγας, "Παρά το γω, το χωρώ, γίνεται γας' και κατά αναδιπλασιασμόν, γίγας' ή παρά το εκ της γης ιέναι" (Ετυμολογικόν Μέγα). Με άλλα λόγια, είτε επειδή προέρχονται από τη γη, τέκνα της γης, είτε από το γας, γω που σημαίνει χωρώ.
Όπως και νά'χει, οι Γίγαντες, δεν είχαν την καλύτερη φήμη. Ούτε κατά τη μυθολογία μας, ούτε στα σημερινά παραμύθια (με σπάνιες εξαιρέσεις!). Συμβόλιζαν τη δύναμη του κακού, του δυνάστη. Σήμερα γίγαντες μπορεί να μην υπάρχουν, με την παραδοσιακή τους μορφή (η απεικόνισή τους, εξάλλου, έδινε έμφαση στο έντονο "υλικό" στοιχείο τους, ό,τι κι αν μπορούσε να σημαίνει αυτό..), αλλά από κακό που γιγαντώνεται, από δυνάστες με "γιγάντιες" δυνάμεις, άλλο τίποτα. Κάτι ενδιαφέρον στο μύθο είναι πως για να κατατροπωθούν στάθηκε απαραίτητη η συμμαχία του θνητού με τους θεούς (ό,τι κι αν σημαίνει, και πάλι, αυτό...).
Παρ'όλο, λοιπόν, που η λέξη, καθώς πέρασαν οι αιώνες, χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο για να προσδιορίσει την υπερβολική δύναμη ή το μεγάλο μέγεθος, ακόμη και για να χαρακτηρίσει έναν ήρωα (π.χ. το Διγενή Ακρίτα) κι όχι τα τερατώδη όντα του κακού κι έτσι οι σύγχρονοι Γίγαντες αναφέρονται ως, π.χ., "μεγαλοτραπεζίτες και σια", απομείναμε με μόνους γίγαντες τα συγκεκριμένα φασόλια (αν και θέλω να ευελπιστώ και για ήρωες μελλοντικά...).
Κι επειδή, ένεκα της περιβόητης κρίσης, καλό είναι να αναθεωρήσουμε και τις διατροφικές μας συνήθειες προς το πιο παραδοσιακόν και οικονομικόν, ας μιλήσουμε λιγάκι και για τους γίγαντες, που έθρεψαν γενεές γενεών σε τούτα εδώ τα χώματα.
 
Όταν ξεκίνησα να καλλιεργώ το μπαξέ μου πιο συστηματικά κι είχα την πρώτη μου επαφή με τους ντόπιους σπόρους, βρέθηκαν στα χέρια μου μια χούφτα μαύροι γίγαντες, προσφορά από έναν γείτονα. "Μαύροι;" απόρησα.."Υπάρχουν και μαύροι;". Συνηθισμένη από τα λιγοστά του εμπορίου, δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει τι πλήθος ποικιλιών και χρωματισμών χαρακτηρίζει το κοινότατο φασόλι μας. Ένα πράγμα.. πώς να το πω; .. την εποχή του υποτιθέμενου "πλούτου", της πληθώρας, της περίφημης "ανόδου του βιοτικού επιπέδου"... σαν να φτώχαιναν τα γύρω μας.. συντροφιά και με το λεξιλόγιό μας. Έτσι, κάπως, σαν νά'χασαν και τα φασόλια την πολυχρωμία τους και να κατέληξαν όλα ολοσδιόλου λευκά, μικρά και μεγάλα. Ένας συστηματικός αποχρωματισμός των λεπτομερειών της ζωής, μέχρι να μας την καταντήσουν γκρίζα...
 
Μαύροι γίγαντες, λοιπόν, με ένα βαθύ πορτοκαλί λουλούδι ν'αγκαλιάζεται με το λευκό, στο πρώτο μου αυλάκι!
Κι επειδή οι γίγαντες δε θα μπορούσαν, ως γίγαντες, να μην διαφέρουν απ'τα κοινά φασόλια, έχουνε κι ένα άλλο γνώρισμα, που δεν τό'χω διαβάσει πουθενά, αλλά μου το μετέφερε εκείνος ο γείτονας καθώς μου τους παρέδωσε, "για επτά χρόνια στη σειρά, ξαναφυτρώνουν στον ίδιο τόπο, χωρίς να χρειαστεί να τους ξανασπείρεις" κι ας έχουν ξεραθεί ολοσχερώς με του χειμερινού βοριά τ'αγιάζι. Αρκεί να μη σκαλίσεις βαθιά και πετάξεις τις ρίζες τους και έτσι τους ξεπατώσεις... Κύττα, να δεις, επιμονή, της γης τα τέκνα!..... 

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

ντοματοπελτές στο ταψάκι!

Αν και φέτος, λόγω άνοιξης -που μόνο άνοιξη δεν ήταν, αν κι είχαν ανοίξει οι ουρανοί κι έριχναν διαρκώς καρεκλοπόδαρα-  αλλά και λόγω γενικότερης στραβομάρας, οι ντοματιές μου (τα δικά μου φυτώρια, όχι οι ελάχιστες αγοραστές που αναγκάστηκα να πάρω για πρώιμες) δεν έλεγαν με τίποτα να κοκκινήσουν (εκεί, πράσινες απ'το κακό τους παραμένουν οι περισσότερες!), πριν λίγες μέρες κατόρθωσα να συγκεντρώσω κανένα πενταμισάρι κιλά και σε συνεργασία με τη Σ. πού'χε μαζέψει άλλες τόσες, αποφασίσαμε να φτιάξουμε πελτέ. Από τον παραδοσιακόνε. Γιατί τόσα χρόνια, μια επειδή βιαζόμουνα και βαριόμουν τα ξεφλουδίσματα και ξεσπορίσματα, μια επειδή λυπόμουν να πάει χαμένη τούτη η ποσότητα της ντομάτας, έφτιαχνα μια πηχτή σάλτσα νοστιμότατη που διατηρούσα σε βαζάκια για το χειμώνα, η οποία όμως δεν ήταν κι ακριβώς πελτές. Κοινώς, έκοβα τις ντομάτες, τις περνούσα στο μπλέντερ και τις έβραζα μέχρι να εξατμιστούν όλα τα νερά στην κατσορόλα. Κάποιες ωρίτσες δηλαδή. Προσέθετα αλατάκι για συντήρηση και γέμισα με τη σάλτσα γυάλινα βαζάκια ή μπουκαλάκια (με κάπως ευρυ στόμιο), τη σκέπαζα με λάδι για να μη μου μουχλιάσει και -για φόβο των Ιουδαίων- τα έβαζα και στο ψυγείο. Έτοιμη πηχτή σάλτσα για οτιδήποτε θελήσεις. Κι αν τυχαίνει να τρέχεις σαν το Βέγγο -όπως σε κάποιες φάσεις εγώ- και να μην προλαβαίνεις ούτε τούτο να κάνεις, απλώς κόβεις τις ντομάτες κομματάκια ή τις περνάς στο μπλέντερ (ανάλογα την προτίμηση), τις βάζεις σε σακουλάκια (ή ταπεράκια) και τις φυλάς στον καταψύκτη. Το μόνο πλεονέκτημα είναι ότι έτσι δε χρειάζονται αλάτισμα, οπότε μπορείς αργότερα, μαγειρεύοντας, να τις προσθέσεις σε κάτι ήδη αλμυρό, χωρίς να κινδυνεύει το φαγητό να γίνει λύσσα!

Αλλά, ας επανέλθουμε στον πελτέ, που, όπως και να το κάνουμε, είναι άπαιχτος, ακόμα και αλειμμένος σε μια φέτα ζεστό ψωμί! Υπάρχουν παραλλαγές στη διαδικασία -κι έχω διάφορες σκέψεις για το πως θα μπορούσα λίγο να την επισπεύσω- αλλά εγώ θα την παρουσιάσω όπως ακριβώς μου την έδειξαν, όπως ακριβώς τελικά φτιάξαμε τις προάλλες τον πελτέ μας. (Α! Μη φανταστείτε ότι βγαίνει καμιά τρελή ποσότητα.. μιας κι η ντομάτα κρύβει μέσα της μεγάλον όγκο νερού.)

Η διαδικασία ως είχε, λοιπόν...:

Πλένουμε τις ντοματούλες μας..


τις κόβουμε, αφού τις καθαρισουμε από τα κοτσάνια..


τις βάζουμε στο κατσαρόλι να πάρουν μια βράση, να μαλακώσουν...


τις περνάμε από το τρυπητό, πιέζοντας καλά, ώστε να αφαιρεθούν φλούδια και σπόρια και να μείνει ο καθαρός πολτός..


τον πολτό αυτόν τον βάζουμε σ'ένα φαρδύ κατσαρόλι (ακόμη καλύτερα, σ'ένα ταψί) να βράσει..


ανακατεύοντας, ώστε να μην κολλήσει.. μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά... όσο στεγνώνει, χαμηλώνουμε και τη φωτιά να μην αρπάξει κι ανακατεύουμε με μια ξύλινη κουτάλα με προσοχή.. στο τέλος προσθέτουμε και το αλατάκι..


σ'αυτή την παχύρρευστη μορφή, τον συγκεντρώνουμε και τον τοποθετούμε σε κάποιο πήλινο ή γυάλινο σκεύος.. ώστε να τον λιάσουμε όσο να εξατμιστούν και τα εναπομείνανατα υγρά (αν τον έχουμε στεγνώσει καλά στη φωτιά, δε χρειάζεται ιδιαίτερο λιάσιμο.. αλλιώς μπορούμε να τον αφήσουμε και μια-δυο μέρες στον ήλιο (πάντα προστατευμένο μ'ένα τούλι για μύγες και σχετικά)...


και τον διατηρούμε σε γυάλινα βαζάκια σκεπασμένον με ελαιόλαδο (εγώ άλειψα ένα τι και τα βαζάκια με λάδι, πριν τον βάλω)..


Είναι ό,τι πιο νόστιμο, λέμε!!!

Πελτές, λοιπόν, (εκ του τουρκικού "πελτέ" που όμως προέρχεται απ'το ελληνικότατο "πολτός") από ντοματούλες, που μας ήρθαν από τη Νότιο Αμερική, μόλις στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα... με πλούσιες ευεργετικές ιδιότητες.. Το λυκοπένιο που περιέχουν αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα αντιοξειδωτικά κι είναι πολύτιμο για τον οργανισμό μας, ακόμη και ως αντικαρκινικό. Ακόμη είναι πλούσιες σε καροτίνη, σε βιταμίνες Α, Β1, Β2 και λιγότερο σε βιταμίνη C, Κ.


Υ.Γ. Εναλλακτικά...:

Πειραματιζόμενη ξανά να φτιάξω χωρίς τόση ταλαιπωρία, προτίμησα, αφού καθαρίσω και κόψω τις ντομάτες να τις πολτοποιήσω με το ραβδομπλέντερ...


κι ύστερα από το τρυπητό...


οπότε να βράσω μια και καλή τον πολτό μου και να γλυτώσω έτσι ένα στάδιο. Μου φάνηκε και πιο εύκολο να περάσει ο πολτός έτσι από το σουρωτήρι, παρά με την άλλη μέθοδο.

Υ.Γ.2. Και για ακόμη μεγαλύτερη διευκόλυνση (αποφεύγεις το βράσιμο με τις ώρες μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά), αφού περάσω τη ντομάτα από το τρυπητό (ή από το μηχανηματάκι που πλέον αγόρασα κι αφαιρεί σπόρους και φλούδια) τη βάζω σε μια μαξιλαροθήκη που έχω ειδικά για αυτή τη δουλειά και την κρεμάω για να στραγγίξει, με μια λεκάνη, φυσικά, από κάτω για να συγκεντρώνει το υγρό που στάζει. Είναι εντυπωσιακό ότι έτσι στραγγίζει η ντομάτα απ'το νερό της και μόνο, χωρίς να διαφεύγει καθόλου τοματοχυμός!

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

με άρωμα λεβάντας...

Λεβάντα... αγαπημένο μου άρωμα, αγαπημένο μου φυτό που ευωδιάζει κάθε που ανθίζει στον κηπάκο μου και που πολύ εύκολα πολλαπλασιάζεται, αφού αρκεί να κόψεις ένα κλωναράκι και να το μπήξεις στο χώμα, τέτοια εποχή ή και την άνοιξη...

Πέρα από το ιδιαίτερο μοσχοβόλημά της και το πανέμορφο μωβ ανθάκι της, η λεβάντα κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου για την πολύτιμη προστασία που προσφέρει στα ρούχα και στα βιβλία μου. Έτσι το καλοκαιράκι, περισσυλλέγω με δέος τα λουλούδια της, που αφού αποξηράνω τα φυλάσσω σε γυάλινα δοχεία για να τα χρησιμοποιήσω με την πρώτη ευκαιρία! Κι αφού, πριν λίγο καιρό, αρωμάτισα με αυτά τις ντουλάπες μου,χθες αξιώθηκα να γεμίσω τα καινούρια μου πουγκάκια που θα στολίζουν τα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Μιας και η λεβάντα θεωρείται σκωροαπωθητικό, όπως προστατεύει τα μάλλινα, θεωρώ πως εξίσου μπορεί να προστατεύσει και τα βιβλία και δη τα παλιά κι ευαίσθητα, από τούτο το λαίμαργο ζωύφιο. Και, πάντα μου γεννιέται η απορία' εφόσον ετούτο το ευωδιαστό φυτό είναι τόσο αποτελεσματικό, γιατί ο κόσμος προτιμά να επιλέγει όλα εκείνα τα δηλητηριώδη υποκατάστατα, τύπου ναφθαλίνης, που οι κουβέρτες ποτισμένες από την απωθητική μυρωδιά τους, δε λεν με τίποτα να ξεβρωμίσουν;


Ο σημερινός, λοιπόν, συνδυασμός λεβάντας και βιβλιοθήκης, μου προκάλεσε στο νου μου ερωτηματικά σε σχέση με το όνομά της, τις ρίζες της, την καταγωγή και τη γενιά της, ένα πράγμα! Και, άρχισα να σκαλίζω τα βιβλία μου σχετικά..

Ένα κοινό λεξικό ("Τεγόπουλος-Φυτράκης") το ετυμολογεί από το ιταλικό lavanda. Ωραία, πάμε παρακάτω... Lavanda ιταλικά, lavande γαλλικά, lavender αγγλικά και πάει λέγοντας. Όλες την ίδια ρίζα, από το ιταλικό lavare= πλένω. Γράφει το γαλλικό "Dictionnaire Etymologique" (Albert Dauzat): (XIV s., Chr. de Pisan), empr. a l'it. lavanda, proprem. "qui sert a laver" (parce qu'elle parfume l'eau de toilette). Δηλαδή, σα γραπτή λέξη τη συναντάμε το 14 αιώνα, είναι δάνειο από το ιταλικό lavanda κι ονομάστηκε έτσι επειδή με εκείνην αρωματίζαν το νερό του λουτρού. (εξ' ου κι η προέλευση του ονόματος από το lavare= πλένω.)

Κι άμα το σκαλίσουμε κι ακόμη παραπάνω... το lavare προέρχεται από τα λατινικά lavo και luo που με τη σειρά τους προέρχονται από τα αρχαιοελληνικά λούω και λόFω (με το δίγαμμα -F- του αρχαιοελληνικού αλφαβήτου που το 403π.Χ. αφαιρέθηκε από το ιωνικό αττικό αλφάβητο, αλλά διατηρήθηκε εις το Χαλδαϊκό το οποίο και υιοθετήθηκε από τους Λατίνους και ηχούσε συνήθως ως ελαφρό β ή φ) που φυσικά σημαίνουν λούω, πλένω. Εξ' ου και λοFετρόν (λουτρόν), επειδή "λύει την κόπωση" του σώματος... (τα στοιχεία αυτά από τα βιβλία "Έλλην Λόγος" και "Ο εν τη λέξει λόγος" της Άννας Τζιροπούλου-Ευσταθίου).

Κι όλα αυτά, ταιριάζουν μια χαρά με τις ηρεμιστικές, σπασμολυτικές κι αναλγητικές ιδιότητες της λεβάντας μας, που το αιθέριο έλαιό της, θα αποτελούσε ό,τι πιο ανακουφιστικό μέσα σε μια γεμάτη με χλιαρό νερό μπανιέρα...

Όπως αναφέρει κι ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του ("100 βότανα, 2.000 θεραπείες"): "Οι αρχαίοι Λίβυοι και Ρωμαίοι την χρησιμοποιούσαν στο μπάνιο τους. Από την ιστορία ξέρουμε ότι την χρησιμοποιούσαν και για να αρωματίζουν τα ρούχα τους (έραβαν ανθισμένα κλαράκια λεβάντας ανάμεσα στη φόδρα και το ύφασμα)." 

Μάλιστα.. όλα καλά.. αλλά οι απορίες μου συνεχίστηκαν... Το "λεβάντα" είναι μια σχετικώς πρόσφατη ονομασία. Πώς άραγε λεγόταν από τους αρχαίους ημών προγόνους; "Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης" του Δημητρίου Δημητράκου και: λεβάντα: το φυτόν λεβαντίς η στοιχάς. Και πάμε στο: στοιχάς: 1) ο κείμενος κατά στοίχους, κατά σειράς, 2) Στοιχάδες (νήσοι) σειρά νήσων παρά την Μασσαλίαν, Απολλών.Ρ.4.554, Στραβ.4.1.10, 3) στοιχάς (η) είδος του αρωματικού φυτού λαβαντίς, ονομασθέν ούτως εκ των Στοιχάδων νήσων: Ορφ.Αργ.918, Διοσκ.3,26' πρβλ. στοιχαδίτης οίνος κ. στοιχαδικόν όξος.

Επομένως τη λεβάντα τη συναντάμε στην αρχαιοελληνική γραμματεία με την ονομασία "στοιχάς", καταρχήν στα "Αργοναυτικά" των "Ορφικών" :


αλλά και στο Διοσκουρίδη.

Η λεβάντα, εκτός από "σκωροαπωθητικό", έχει πολλές άλλες ωφέλιμες για τον άνθρωπο ιδιότητες, τις οποίες καταγράφει ο στο βιβλίο του Κώστας Μπαζαίος"100 βότανα, 2.000 θεραπείες". Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αναλγητική (το αφέψημά της σταματάει πονοκεφάλους και πονόδοντους), ηρεμιστική (σε ευερεθιστικότητα, μελαγχολία, ναυτία, νευρώσεις), σπασμολυτική (για σπασμούς, αϋπνίες, αναπνευστικά, κοκίτη, άσθμα, βρογχίτιδα, γρίπη, φυματίωση, τόσο με τη μυρωδιά της όσο και με εντριβή), αντισηπτική και βακτηριοκτόνα (με εξωτερική χρήση επουλώνει πληγές, χρόνια εκζέματα, συρίγγια, εγκαύματα, ακμή, δερματίτιδες, ψώρα, αλλά και αλωπεκία), βακτηριοκτόνα σε κυστίτιδες, εμμηναγωγή (σε δυσμηνόρροια), υποτασική (ρίχνει την υψηλή πίεση), αντιφυσητική (διώχνει τα αέρια του εντέρου), αποχρεμπτική, τονωτική, καρδιοτονωτική, ανθελμινθική (σκοτώνει τα παράσιτα των εντέρων).

Επιπλέον, αποτελεί βοηθητικό αντίδοτο σε δηλητηριάσεις, δαγκώματα ζώων ή φιδιών, τσιμπήματα εντόμων. ("Οι κυνηγοί στις Άλπεις, όταν δαγκώσει φίδι το σκυλί τους, τρίβουν την πληγή με λεβάντα και εξουδετερώνουν το δηλητήριο".)

Ακόμη, ο Κώστας Μπαζαίος προτείνει:

"Με λεβάντα μαζί με άλλα βότανα και φύλλα ευκαλύπτου κάνουμε αναζωογονητικό ατμόλουτρο στο πρόσωπο" και

"Όσοι έχουν πιτυρίδα ας δοκιμάσουν να λουστούν μερικές φορές με νερό στο οποίο έχουν βράσει λεβάντα. Συνήθως είναι πολύ αποτελεσματικό."

Όμως χρησιμοποιώντας ένα τόσο ισχυρό βότανο, πρέπει να λαμβάνουμε και τις προφυλάξεις μας, και έτσι μας προειδοποιεί:

"Σε μεγάλες (τοξικές) δόσεις είναι ερεθιστική. Ειδικά απαγορεύεται να κάνουν οποιαδήποτε εσωτερική χρήση λεβάντας, όποιοι έχουν στομαχικά προβλήματα. Επίσης το αιθέριο λάδι της σε μεγάλες δόσεις είναι ναρκωτικό, που μπορεί να προκαλέσει θάνατο. Γι' αυτό είναι καλύτερο να χρησιμοποιείται μόνο εξωτερικά. Τέλος, δεν πρέπει να πίνουμε πολύ συχνά έγχυμα λεβάντας γιατί μπορεί να προκαλέσει κολικό." 

Αυτά περί ετυμολογίας και ιδιοτήτων της λεβάντας... Το αποτέλεσμα, πάντως, είναι πως κάθε φορά που άνοιγα ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου για να βρω τα εν λόγω βιβλία, μοσχοβολούσε το δωμάτιο!.. Με μια κίνηση, πολλά τα οφέλη λοιπόν.. και προστατευτικά για τα βιβλία και αρωματικά για το χώρο και χαλαρωτικά για τα τεντωμένα νευράκια..

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Το χοντρό μπιζέλι...

..χορεύει τσιφτετέλι..!


Μπήκε ο Μάιος κι ο καιρός δε λέει να "στρώσει", τα μπουμπούκια διστάζουν να ξεπεταχτούν και τα κηπευτικά καθυστερούν να μεστώσουν... Ίσα που μάζεψα μια χούφτα μπιζέλια από τον κηπάκο, ενώ πέρσι τέτοια εποχή γέμιζα κατσαρόλες! Τούτα τα μπιζέλια είναι από τα λίγα ανθεκτικά ζαρζαβάτια, που παρέα με τα σκληροτράχηλα κουκιά, έχοντας αντιμετωπίσει έναν τσουχτερό χειμώνα εδώ στο βουνό, στολίζουνε τους μπαξέδες μας τους μήνες της άνοιξης...

Το λουλούδι τους πανέμορφο και ντελικάτο, στις αποχρώσεις του μενεξεδί, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα υπέροχα άνθη των αγριολούλουδων..


Το μπιζέλι, λοιπόν, το παραμυθιού, (εκείνου ντε, με την πριγκίπισσα που ντυμένη φτωχικά και μουσκεμένη από τη βροχή βρέθηκε στο κατώφλι ενός πρίγκιπα κι η παμπόνηρη μέλλουσα πεθερά της για να διαπιστώσει αν όντως κρατάει από αρχοντική γενιά κι αξίζει για σύζυγος του γιόκα της, παράχωσε κάτω από είκοσι στρωσίδια της ένα βολάκι μπιζελιάς και, καθώς το επόμενο πρωινό η γαλαζοαίματη κοπελιά παραπονέθηκε πως δε μπόρεσε να κοιμηθεί γιατί κατιτίς την ενοχλούσε, πήρε επάξια τη θέση της νυφούλας!!!), οφείλει τη σημερινή ονομασία του στο αρχαιοελληνικό "πίσον" που μετονομάστηκε στα λατινικά σε "pisum" για να καταλήξει στο ιταλικό "pisello" και στο μεταγενέστερο ελληνικό "πιζέλιον" ή "μπιζέλιον"!

Αναφέρει ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828) στο "Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης":

Πίσον, το ' και πίσος, πισός, πίσσος, ο. Είδος οσπρίου, εν τη συνηθεία, πισέλιον, και μπιζέλιον. (πιθαν. παρά το, πτίσσω)

όπου:

πτίσσω, ίσω: Ξεφλουδίζω τα γεννήματα ή τα όσπρια δια κοπανίσματος ή χειρομύλου. Και, κοπανίζω, συντρίβω, ποιώ τι λεπτόν....

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

κουκιά σπέρνω..

Περί κυάμων ο λόγος...


Σήμερα μας καλημέρισε ένας ήλιος χαμογελαστός που, ομολογουμένως, μας είχε λείψει κάμποσες μερούλες... Σα νά'βαλε φρένο η άνοιξη στον ερχομό της φέτος... Εκεί που τα κλαράκια ετοιμάζονταν να πετάζουν καινούρια βλαστάρια κι ανθούς, τους έκοψε τη φόρα με την ξαφνική παγωνιά των ημερών, που μου θύμισε την παροιμία "Μάρτη γδάρτη και κακέ παλουκοκάφτη!".

Βγήκα μια πρωινή βόλτα στον κηπάκο μου και χαιρέτησα τις κουκιές τις ανθισμένες που προσμένουν τις ανοιξιάτικες ηλιαχτίδες για να μεστώσουν, να ανδρώσουν και να δώσουν καρπό.. Χάζευα τον όμορφο ανθό τους.. ζωγραφισμένο με μαύρες κι άσπρες πινελιές..


"Αν κάνει ο Μάρτης τρία νερά κι ο Απρίλης άλλα δύο, να δεις του Μάρτη τα κουκιά, τ'Απρίλη τα σιταράκια, να δεις το γέρο κρίθαρο πως τρέφει τη μουστάκα." λέει μια παροιμία που, τουλάχιστον για το Πήλιο και το κλίμα του, μου κάνει λιγάκι βιαστική! Μάλλον μας ταιριάζει καλύτερα το "Απρίλης, Μάης, τα κουκιά μεστώνουν!"

Πλήθος οι λαϊκές παροιμίες για τα κουκιά:

"Τ' άι Λουκά σπείρε τα κουκιά!"

"Τί κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω!"

"Κουκιά έφαγες και κουκιά μαρτυράς!"

ή "Κουκιά έφαγε, κουκιά μολογάει!"

"Αν μαγειρεύεις τα κουκιά σε πήλινο τσουκάλι, θε να φουσκώσουν τα κουκιά και να χυθεί το λάδι!"

"Όποιος δεν κάθεται καλά και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος του κώλου του κουκιά του μαγειρεύει!"

"Άρρατα θέματα (παραφθορά του "άρρητ' αθέμιτα"), κουκιά μαγειρεμένα!"


Το κουκί, ετυμολογικά προέρχεται από το αρχαίον "κοκκίον", υποκοριστικό του "κόκκος". Στην αρχαιότητα τα κουκιά τα ονόμαζαν κυάμους, εκ του "κύω", "φουσκώνω", λόγω του "φουσκώματος" που προκαλούσε η κατανάλωσή τους. Εξ ου και η "κυάμωση", η επικίνδυνη ασθένεια που προκαλείται από κατανάλωση κυρίως χλωρών κουκιών, ιδιαίτερα σε άτομα που τους λείπει ένα συγκεκριμένο ένζυμο. Ίσως εκεί να οφείλεται κι έλλειψη δημοτικότητας των κουκιών που, σε πολλούς προκαλούν το φόβο της δηλητηρίασης. Παρόλ'αυτά, στα μέρη μας ο κύαμος είναι ένα αρκετά δημοφιλές φυτό που σπέρνουν στους κήπους κυριώς οι παλιοί (οι νεότεροι, γενικότερα, βαριούνται να καλλιεργούν), ίσως επειδή αποτελεί ένα από τα ανθεκτικότερα φυτά ως προς το βαρύ χειμώνα του Πηλίου.

Σύμφωνα, πάντως, με τον Κώστα Μπαζαίο ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), τα λουλούδια κι ο καρπός της κουκιάς θεωρούνται φάρμακο του ουροποιητικού συστήματος, το νερό από το βράσιμο των κουκιών διώχνει τις χιονίστρες και η διατροφή με φρέσκα κουκιά κατεβάζει το ζάχαρο στους διανητικούς. Επίσης, τα εγκαύματα και το ανεμοπύρωμα μπορούν να ανακουφιστούν αν τα πασπαλίζουμε με αλεύρι από κουκιά, ενώ το αφέψημα από λουλούδια κουκιάς βοηθάει σε προβλήματα χολής, σε αρθριτικά, ρευματισμούς, ισχυαλγίες, κολικούς νεφρών, ημικρανίες. Πάντα, βέβαια, με προφυλάξεις λόγω του κινδύνου της κυάμωσης...


Όσο για την έκφραση "Μετρημένα κουκιά" , προέρχεται από το γεγονός ότι στην αρχαία Ελλάδα οι κύαμοι χρησιμοποιούνταν ως κλήροι. "Ο τω κυάμω λαχών", είναι ο εκλεγείς δια κλήρου.


Όπως σημειώνει και το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell-Scott": "Κύαμος..ΙΙ.ο κλήρος δι' ου εν Αθήναις δημόσιοι άρχοντες εξελέγοντο (διότι οι σύροντες λευκούς κυάμους επετύγχανον εν τη εκλογή).."

Πολυσυζητημένη ως προς την ερμηνεία της και η ρήση του μεγάλου Πυθαγόρα περί "κυάμων απέχεσθαι"...

Σάββατο 31 Μαΐου 2008

Φράουλες και φραουλιές!


Γράφει ο Κώστας Μπαζαίος στο "100 βότανα, 2000 θεραπείες":
"Φραουλιά.. για την αναιμία, την υπόταση, τα αρθριτικά, τις πέτρες στη χολή και στα νεφρά. [...] Δε μιλάμε φυσικά για τις άθλιες, τις ανούσιες, καλλιεργημένες φράουλες, που πουλάνε οι 9 στους δέκα μανάβηδες, αλλά για τις άγριες φράουλες κι αυτές που μπορεί ο καθένας να φυτέψει, ακόμα και σε δυο μέτρα γης κι όποιος τις δοκιμάσει δε μπορεί πια να ξαναβάλει στο στόμα του τις φράουλες του εμπορίου (που τους λείπουν όχι μόνο το άρωμα και η γεύση, αλλά και οι περισσότερες θεραπευτικές ιδιότητες). Μπορείτε όμως εύκολα να φυτέψετε μερικές, ακόμη και στη βεράντα...."
Φράουλες, λοιπόν, ένα από τα αγαπημένα φρούτα της εποχής... Κι επειδή τυχαίνει νά'χω πάμπολλες φραουλιές στον κήπο μου - οι οποίες, αν και κάθε χρόνο τις βάζουν στο μάτι οι ασβοί (βλ.: Ασβοί και γάτες!) και τις ξεπατώνουν για να βρουν σκουλικάκια στις ρίζες τους, καταφέρνουν να πολλαπλασιάζονται και να αναπληρώνουν τις απώλειες- τις αξιοποιώ δεόντως και όσες δεν τις τιμώ σα φρέσκο φρούτο, τις μετατρέπω σ'ένα απίθανο λικεράκι, σε μαρμελάδα ή σε γλυκό του κουταλιού. Έχω βέβαια το προνόμιο να ανήκουν στις αρωματικές και γευστικότατες καθώς και πλούσιες σε πολύτιμες ιδιότητες φράουλες, που περιγράφει ο Μπαζαίος. Επιπλέον έχω και μια ποικιλία μικροσκοπικών βουνίσων αγριοφραουλιών (βλ.: δεύτερη φωτογραφία), που προσθέτουν το πολύτιμο άρωμά τους και την ιδιαίτερα έντονη γεύση τους σε κάθε μου παρασκεύασμα από φράουλα. Όπως και νά'χει, όμως, ο καθένας μπορεί να φτιάξει ένα λικεράκι ή ένα γλυκό, από αυτόν τον αγαπημένο καρπό, ακόμη κι αν είναι του εμπορίου.


Το λικεράκι το συνιστώ με χίλια, για τους λάτρεις των ηδύποτων ή της φραουλιάς. Η παρασκευή του είναι απλούστατη. Πλένουμε τις φράουλες, τις καθαρίζουμε από τα κοτσανάκια και τις τοποθετούμε σ'ένα γυάλινο βάζο, παρέα με το κονιάκ και τη ζάχαρη. Σφραγίζουμε το βάζο και το αφήνουμε να λιαστεί για κανένα μήνα. Ύστερα το σουρώνουμε με προσοχή και το λικέρ μας είναι έτοιμο. Μονάχα που θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή, στο τελευταίο αυτό στάδιο. Για να μην προκύψει το λικέρ μας θολό, τοποθετούμε ένα κομμάτι βαμβάκι στο σουρωτήρι μας, ώστε να κατακρατήσει ίχνη του φρούτου που κολυμπάνε στο ρευστό και του προσδίδουν θαμπάδα. Οι αναλογίες των υλικών είναι τρία μέρη φράουλα προς δύο μέρη κονιάκ και ένα μέρος ζάχαρη. Για παράδειγμα, για περίπου ενάμιση κιλό φράουλα, χρειαζόμαστε ένα λίτρο κονιάκ και πεντακόσια γραμμάρια ζάχαρη. (Η αρχική συνταγή ορίζει τη διπλή ζάχαρη απ'αυτή που αναφέρω, αλλά δε θα το συνιστούσα.)


Όσο για το γλυκό του κουταλιού φράουλα, η διαδικασία είναι αντιστοιχη με εκείνη της μαρμελάδας (μονάχα που στη μαρμελάδα δε χρησιμοποιούμε ολόκληρες τις φράουλες) κι είναι η εξής απλή: Τοποθετούμε τις φράουλες στην κατσαρόλα συντροφιά με τη ζάχαρη (αναλογία: τουλάχιστον ένα μέρος ζάχαρη προς δύο μέρη φρούτου) σε δυνατή φωτιά μέχρι ν'αρχίσει το μείγμα να βράζει. Ανακατεύουμε με προσοχή και φυσικά χαμηλώνουμε τη φωτιά. Ξαφρίζουμε με μια τρυπητή κουτάλα τον αφρό που σχηματίζεται. Αφήνουμε το μείγμα να κρυώσει κι επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία, προσθέτωντας ίσως λίγη ζάχαρη ακόμη, ώστε το γλυκό να "δέσει". Δεν ξεχνάμε να στίψουμε μέσα και λίγο λεμονάκι, ώστε να μη ζαχαρώνει το γλυκό μας. `Αντε, και καλή επιτυχία σ'όποιον το δοκιμάσει!


Και να παραθέσω μερικές ακόμη ιδιότητες του φυτού αυτού, που καταγράφει ο Κ.Μπαζαίος: Ο χυμός της φρέσκιας φράουλας ασπρίζει τα δόντια, αλλά και ανακουφίζει από τα ηλιακά εγκαύματα. Ο καρπός της φραουλιάς είναι θρεπτικός, πλούσιος φυσικά σε βιταμίνη C (αλλά και σε ασβέστιο, σίδηρο, μαγνήσιο, φώσφορο. θείο, ιώδιο, σάκχαρα, διοξείδιο του πυριτίου, αλλά και ταννίνη, σαλικυλικό και γαλλικό οξύ, φραγκαριανίνη) και συνίσταται σε όσους υποφέρουν από ηπατικά προβλήματα, αναιμία, νεύρα, ρευματισμούς, αρθριτικά και ποδάγρα. Τα φύλλα και οι ρίζες της είναι διουρητικά, στυπτικά, καθαρκτικά κι αιμοστατικά, χρησιμοποιούνται ως αφέψημα για την καταπολέμηση της διάρροιας, του ίκτερου, του κολικού των νεφρών, της υπέρτασης, των αρθριτικών και των διαταραχών του ουροποιητικού.

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

πασχαλίτσες

στη Φωτεινούλα μου...



Πασχαλίτσες ή λαμπρίτσες.. Μικροσκοπικοί αγγελιαφόροι της άνοιξης κι αυτές, σύντροφοι των λουλουδιών και των κηπευτικών, καλότυχες και γουρλίδικες αλλά και εξολοθρευτές των βλαβερών εντόμων...

Μεγάλη καλοτυχιά, λέει ο λαός μας, να πέσει πάνω σου πασχαλίτσα. Κι αν κάνεις και τη διώξεις, σημάδι γρουσουζιάς! Θυμάμαι παιδί, κάθε που προσγειωνόταν καμιά πάνω στο μπράτσο μου, έκανα μεγάλη χαρά και βιαζόμουν να προλάβω μιαν ευχή, προτού εκείνη ξανανοίξει τα φτερά της και με αποχαιρετήσει.. Ακόμη και τώρα..

Ένα από τα πιο συμπαθητικά και όμορφα έντομα. Ακόμη κι εκείνοι που φοβούνται ή απεχθάνονται τα ζουζουνοειδή, την πασχαλίτσα την καλοδέχονται. Κατακόκκινη με μικροσκοπικές μαύρες βουλίτσες, λάτρης της εξοχής, αιχμαλωτίζει το βλέμμα μας και χρωματίζει τη ματιά μας...

Εκτός, όμως, από χαριτωμένη και γουρλίδικη, αποτελεί και το μεγαλύτερο σύμμαχο των φυτών κατά των βλαβερών εντόμων που ροκανίζουν ασύστολα τα τρυφερά τους βλαστάρια και μπουμπούκια, όπως οι αφίδες (μιλίγκρα). Οι πασχαλίτσες με εντυπωσιακό ρυθμό και πείσμα, καθαρίζουν τις καλλιέργειες από όλα αυτά τα καταστροφικά ζουμπεράκια, καθώς τούτα αποτελούν και τον αγαπημένο τους μεζέ! Βασική προϋπόθεση, βέβαια, να μην έχει λάβει χώρα ψεκασμός με φυτοφάρμακα, τα οποία εκτός από τα βλαβερά έντομα, εξολοθρεύουν κι εκείνες.. Η φύση, βλέπεις, είχε προνοήσει.. όπως πάντα.. Έπλασε τούτα τα λιλιπούτεια κόκκινα πλασματάκια, για να προστατεύουν τα τρυφερά φυλλούδια και τους βλαστούς από τους φυτοφάγους απομυζητικούς εχθρούς τους.. Ο κύκλος της ζωής.. Μονάχα που εμείς τα θαλασσώσαμε...

Σάββατο 5 Απριλίου 2008

Ασβοί και γάτες!


Όλα τα ζωάκια τα αγαπώ. Με τις κότες, ομολογώ, πως δεν έχω ιδιαίτερη συμπάθεια, αλλά, τέλος πάντων, τις ανέχομαι.. Και τις σαρανταποδαρούσες βέβαια -εκείνες τις χοντρές με τις δαγκάνες και το δηλητήριο- τις τρέμω και τις απεχθάνομαι, αλλά δεν τις συγκαταλέγω στα ζωάκια, παρά στα εντομοειδή τέρατα! Τα ζωάκια-ζώακια όμως τα αγαπώ και τα φροντίζω.

Από την άλλη όμως, αγαπώ και τα φυτά και τα λουλούδια.. Αγαπώ τον κήπο μου, τα δέντρα μου, τα άνθη και τα ζαρζαβατικά μου...Όταν όμως στη γειτονιά σεργιανίζουν καμιά δεκαπενταριά γάτες, οι οποίες πολλαπλασιάζονται κάθε που οι γάτοι αρχίζουν τα γκομενιλίκια, πώς να επιβιώσει ο έρμος ο κήπος; Τί κι αν έβαλα περίφραξη προς το καλντερίμι, τι κι αν κότσαρα σίτα σ'ολόκληρη την πόρτα, μέχρι ψηλά, εκείνες έχουν τον τρόπο να τρυπώνουν παντού, να σκαλίζουν και να λερώνουν τα χώματα, να μου δολοφονούν τα τρυφερά μαρουλάκια. Κι άντε να πεις, κάπως παλεύονται αυτές! Ο.Κ. θα φάω δέκα μαρούλια λιγότερο και θα διαολοστείλω κάμποσες φορές περισσότερο. Με τους ασβούς όμως τί κάνεις;

Αυτά τα συμπαθέστατα, κατά τ'άλλα ζωάκια, έχουν κηρύξει τον κήπο μου προσωπικό τους εστιατόριο! Έρχονται κάθε νύχτα και σκάβουν λάκκους, πετώντας στον αέρα ρίζες και φυτά, αναποδογυρίζουν γλάστρες και ξεπατώνουν φυτώρια για να βρουν κανένα μεζέ στο αφράτο χώμα! Τίποτα δεν αφήνουν όρθιο, μονάχα τα δέντρα και τις μεγάλες τριανταφυλλιές. Τζάμπα ο κόπος, το τσάπισμα, η φροντίδα.. μέσα σε μια νύχτα φέρνουν την καταστροφή.. Γιατί είναι δίπλα η ρεματιά, κι όσο και αν παλεύω να τους σταματήσω, ακούγοντας διάφορες μεθόδους και συμβουλές, τίποτα δεν καταφέρνω! Τί λάμπες έβαλα -γιατί τάχα φοβούνται το φως- τί καλάμια με καρακατσουλιό ασπροκόκκινες πλαστικές κορδέλες από κείνες που κοτσάρει η Δεή στα έργα της - γιατί, λέει, αυτές ανεμίζουν εύκολα και το τρίξιμό τους τους ξεγελά και φοβούνται για ανθρώπινη παρουσία- ως και σκιάχτρο έφτιαξα -ναι, ξέρω, αυτό είναι για τα πουλιά, αλλά μες στην απελπισία μου..- τίποτα δεν κατάφερα, εξακολουθούν να με προτιμούνε! Το τελευταίο που μου πρότειναν, είναι να βάλω ναφταλίνη -που δε θέλουν τη μυρωδιά της- εκεί που φυτεύω.. Μα εγώ φυτεύω παντού, σε κάθε ίντσα! Να σπείρω και τη ναφταλίνη μαζί; Να έχουμε άλλα, χειρότερα;

Κάθε χρόνο, λοιπόν, μιας κι οι ασβοί είναι καλοκαιρινοί θαμώνες στα μέρη μας, ευελπιστώ πως θα προτιμήσουν άλλη γη για εστιατόριο, μα φαίνεται έγινε σταθερή αξία ο κήπος μου -τα χώματα αφράτα και σκαμμένα, η ποικιλία μεγάλη... self-service μεν, αλλά προσφέρει αξεπέραστη ποιότητα!- και δεν αποφασίζουν να τον εγκαταλείψουν! Και το κακό είναι πως φέτος, διέκρινα τις πρώτες επισκέψεις από τώρα! Αν ξεκινήσουν από τόσο νωρίς, το εστιατόριο θα βαρέσει διάλυση μέχρι το φθινόπωρο, ο κήπος θα ρημάξει. Και άντε πάλι εγώ να αναρωτιέμαι και να σκέφτομαι πως να τους αντιμετωπίσω, όταν κάθε πρωί με πόνο ψυχής και νεύρα τσατάλια βλέπω τα λουλούδια μου και τα κηπευτικά μου ρημαγμένα..