Από τον "Λειμώνα της Παράδοσης" ("Πηλιορείτικα Α") του λαογράφου μας Βαγγέλη Σκουβαρά: Η Χρυσαυγή που τραγουδά τα "χαίρε" του ζαγοριανού υμνογράφου στην Παναγιά κι ο μικρός σπουργίτης... Μιας κι είναι απόψε οι πρώτοι Χαιρετισμοί της Παναγιάς, πρώτη Παρασκευή της Σαρακοστής ....

Πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής... "Οι Έλληνες στους Λάκκους ετοιμάζονται για την γιορτή της Κυριακής του Πάσχα την οποία, βεβαίως, μετά την αυστηρή νηστεία, αναμένουν με αισθήματα άγνωστα στους προτεστάντες, αλλά ακόμα και στους καθολικούς. Εξάλλου αρκετά συχνά υποστήκαμε κι εμείς την αυστηρότητα της ατελείωτης Σαρακοστής, ιδιαίτερα όταν καθυστερούσαμε να φτάσουμε στον τόπο διανυκτέρευσης. (Pashley, 1991Β:114)" παραθέτει ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις:Καρμανωρ) και συνεχίζει:
"Περίοδος κάθαρσης ύστερα από την ευωχία και την ελευθεριότητα της Αποκριάς η Μεγάλη Σαρακοστή -όπως λέγεται- ταυτίζεται με την πιο λατρευτική περίοδο του χρόνου. Με λιτά φαγητά, χωρίς ιδιαίτερες διασκεδάσεις και ένα αυστηρό τρόπο ζωής, οι επτά βδομάδες πριν απ'την Ανάσταση αποτελούν για τον παραδοσιακό εθιμικό βίο την ουσιαστική προετοιμασία για τη μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας. Οι βδομάδες αυτές συμβολίζονται στην Κρήτη άλλοτε με εφτά καλόγριες που πεθαίνουν, άλλοτε με εφτά βάρκες που φεύγουν κι άλλοτε με εφτά βιβλία που διαβάζονται στην εκκλησία. (βλ. όμως και: Η κυρά Σαρακοστή, οι κούνιες κι άλλα έθιμα των ημερών...)
"Στη Σητεία η Σαρακοστή παρουσιάζεται με εφτά καλόγριες από το Τοπλού και κάθε Σάββατο ακούγεται:Στα μοναστήρια επικρατούσαν μέχρι και πριν από μισόν αιώνα πιο χαρακτηριστικές ακόμη συνήθειες. Οι καλόγριες μετρούσαν 49 κουκιά και τα έβαζαν σε εφτά μπουκαλάκια. Κάθε πρωί, έτρωγαν κι από ένα κουκί. Κι όταν τέλειωνε το πρώτο μπουκαλάκι το πετούσαν ή το φύλασσαν. Το ίδιο και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο.... Όταν έφταναν στο τελευταίο μπουκαλάκι ήξεραν πλέον πως έφτανε η Μεγάλη Εβδομάδα." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")
-Εμάθετέ τα: Επόθανε μια καλογριά στο Μεγάλο Μοναστήρι (Τοπλού)' και οι ανίδεοι απαντούσαν:
-Ε την κακομοίρα! Κι ειντά 'χε κοντό κι απόθανε; Ώσπου να το καταλάβουν να γελάσουν όλες με το αστείο."
"Η Σαρακοστή έχει εφτά βάρκες. Κάθε Κυριακή αργά φεύγει και μια. Άμα φύγει και η τελευταία, έρχεται η Λαμπρή."
"Σαν αποκάμουνε τα εφτά βιβλία έρχεται η Λαμπρή. Κάθε βδομάδα είναι κι ένα βιβλίο."
"Όταν ο Ηράκλειος ανήλθε στο θρόνο, η κατάσταση της Αυτοκρατορίας από κάθε άποψη ήταν οικτρή. [...] Από την κατάσταση αυτή της πλήρους αποδιοργανώσεως επωφελήθηκαν για μια ακόμη φορά οι Πέρσες [...]" σημειώνει ο Σαράντος Καργάκος, ενώ υπάρχουν "ανοιχτά μέτωπα στη Βαλκανική". [...] "Την κατάσταση ... έσωσε ο πατριάρχης Σέργιος, που αφού έθεσε στη διάθεση του Ηρακλείου όλους τους θησαυρούς της Εκκλησίας τον έπεισε να μείνει και μάλιστα τον δέσμευσε με όρκο ενώπιον του πλήθους μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας." Οι πόλεμοι κατά των Περσών ξεκινούν. Όμως το 626 "οι Άβαροι είχαν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως" και ο Άβαρος αρχηγός δηλώνει "πως οι κάτοικοι θα γλιτώσουν αν γίνουν ψάρια ή πουλιά" [...] Στη φάση αυτή την κατάσταση έσωσε το βυζαντινό ναυτικό, που απαρχής είχε ως αποστολή να εμποδίσει την συνένωση Αβάρων και Περσών...". Αλλά "η τύχη της πόλεως κρίθηκε κυρίως στα τείχη της ξηράς πάνω στα οποία προσέκρουσαν όλες οι αβαρικές επιθέσεις. Ψυχή της άμυνας ήταν ο Σέργιος που, κρατώντας την εικόνας της Παναγίας, περιέτρεχε τα τείχη, εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές.[...] Σε μια έξαρση θρησκευτικού ενθουσιασμού λαός και στρατός επιτέθηκαν κατά των Αβάρων και τους έτρεψαν σε φυγή [...] Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας απέδωσαν την σωτηρία τους στην "Υπερμάχον Στρατηγόν", την Θεοτόκο, και προς τιμήν της ψάλλονται οι "Ακάθιστοι Ύμνοι" με τα υπέροχα "Χαίρε", που ψάλλονται μέχρι σήμερα κάθε Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σε ανάμνηση του μεγάλου εκείνου γεγονότος. Όπως σωστά έγραψε παλαιός πανεπιστημιακός καθηγητής, ο "Ακάθιστος Ύμνος" για 14 αιώνες και πλέον αποτέλεσε τον οιονεί εθνικό ύμνο της Ρωμιοσύνης. Η υπέροχη αυτή ποιητική και μουσική σύνθεση είχε αποδοθεί στον πατριάρχη Σέργιο που όμως δεν είναι γνωστός για άλλες ποιητικές του επιδόσεις. [...]" (Σαράντος Καργάκος, "Η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως").
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε·
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.
"...από τις δημοφιλέστερες βραδινές ακολουθίες της εκκλησίας μας, γιατί, εκτός από τη χαρούμενη ποίηση και την πολυφωνική ψαλτική των τροπαρίων τους... πέφτουν μέσα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα των ελληνικών δειλινών." συμπληρώνει ο Δ.Λουκάτος ("Πασχαλινά και της Άνοιξης").
Βροχερή η μέρα απόψε, μουντή, συννεφιασμένη... Και να που τώρα που άρχισε να σουρουπώνει, ο ήλιος φάνηκε, η πλάση θαρρείς γλύκανε και μοσχοβόλησε Άνοιξη... Ένα κερί αναμμένο και δυο όμορφες ψαλμωδίες, ενίοτε, βοηθούν την ψυχή να γαληνεύσει... Κι είναι όμορφο τότε το ταξίδι στα βάθη της. Μ'ένα μπουμπούκι ανθισμένης καμέλιας μονάχα για προσφορά... Τόσο λιτά, τόσο απλά, τόσο απέριττα... όταν ξεδιαλύνεται στον νου το "ακατάληπτο" και μοιάζει πιο κατανοητό από τον καταληπτό αλλά τόσο ακατανόητο κόσμο των πέντε αισθήσεων....
Μια παύση-Στάσις από όσα τρέχουν ακατάπαυστα γύρω μας κι εμείς πίσω από αυτά.
Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.










