Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκουβαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκουβαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Η Χρυσαυγή, ο σπουργίτης κι οι Χαιρετισμοί της Παναγιάς...

Από τον "Λειμώνα της Παράδοσης" ("Πηλιορείτικα Α") του λαογράφου μας Βαγγέλη Σκουβαρά: Η Χρυσαυγή που τραγουδά τα "χαίρε" του ζαγοριανού υμνογράφου στην Παναγιά κι ο μικρός σπουργίτης... Μιας κι είναι απόψε οι πρώτοι Χαιρετισμοί της Παναγιάς, πρώτη Παρασκευή της Σαρακοστής ....


Πρώτη βδομάδα της Σαρακοστής... "Οι Έλληνες στους Λάκκους ετοιμάζονται για την γιορτή της Κυριακής του Πάσχα την οποία, βεβαίως, μετά την αυστηρή νηστεία, αναμένουν με αισθήματα άγνωστα στους προτεστάντες, αλλά ακόμα και στους καθολικούς. Εξάλλου αρκετά συχνά υποστήκαμε κι εμείς την αυστηρότητα της ατελείωτης Σαρακοστής, ιδιαίτερα όταν καθυστερούσαμε να φτάσουμε στον τόπο διανυκτέρευσης. (Pashley, 1991Β:114)" παραθέτει ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις:Καρμανωρ) και συνεχίζει:

"Περίοδος κάθαρσης ύστερα από την ευωχία και την ελευθεριότητα της Αποκριάς η Μεγάλη Σαρακοστή -όπως λέγεται- ταυτίζεται με την πιο λατρευτική περίοδο του χρόνου. Με λιτά φαγητά, χωρίς ιδιαίτερες διασκεδάσεις και ένα αυστηρό τρόπο ζωής, οι επτά βδομάδες πριν απ'την Ανάσταση αποτελούν για τον παραδοσιακό εθιμικό βίο την ουσιαστική προετοιμασία για τη μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας. Οι βδομάδες αυτές συμβολίζονται στην Κρήτη άλλοτε με εφτά καλόγριες που πεθαίνουν, άλλοτε με εφτά βάρκες που φεύγουν κι άλλοτε με εφτά βιβλία που διαβάζονται στην εκκλησία. (βλ. όμως και: Η κυρά Σαρακοστή, οι κούνιες κι άλλα έθιμα των ημερών...)
"Στη Σητεία η Σαρακοστή παρουσιάζεται με εφτά καλόγριες από το Τοπλού και κάθε Σάββατο ακούγεται:
-Εμάθετέ τα: Επόθανε μια καλογριά στο Μεγάλο Μοναστήρι (Τοπλού)' και οι ανίδεοι απαντούσαν:
-Ε την κακομοίρα! Κι ειντά 'χε κοντό κι απόθανε; Ώσπου να το καταλάβουν να γελάσουν όλες με το αστείο."
"Η Σαρακοστή έχει εφτά βάρκες. Κάθε Κυριακή αργά φεύγει και μια. Άμα φύγει και η τελευταία, έρχεται η Λαμπρή."
"Σαν αποκάμουνε τα εφτά βιβλία έρχεται η Λαμπρή. Κάθε βδομάδα είναι κι ένα βιβλίο." 
Στα μοναστήρια επικρατούσαν μέχρι και πριν από μισόν αιώνα πιο χαρακτηριστικές ακόμη συνήθειες. Οι καλόγριες μετρούσαν 49 κουκιά και τα έβαζαν σε εφτά μπουκαλάκια. Κάθε πρωί, έτρωγαν κι από ένα κουκί. Κι όταν τέλειωνε το πρώτο μπουκαλάκι το πετούσαν ή το φύλασσαν. Το ίδιο και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο.... Όταν έφταναν στο τελευταίο μπουκαλάκι ήξεραν πλέον πως έφτανε η Μεγάλη Εβδομάδα." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

Πρώτη Παρασκευή της Σαρακοστής, λοιπόν, πρώτοι Χαιρετισμοί της Παναγιάς απόψε... από τις ομορφότερες εσπερινές ακολουθίες της Εκκλησίας μας... από τους  εκπληκτικότερους στίχους και τις γλυκύτερες μελωδίες...
"Όταν ο Ηράκλειος ανήλθε στο θρόνο, η κατάσταση της Αυτοκρατορίας από κάθε άποψη ήταν οικτρή. [...] Από την κατάσταση αυτή της πλήρους αποδιοργανώσεως επωφελήθηκαν για μια ακόμη φορά οι Πέρσες [...]" σημειώνει ο Σαράντος Καργάκος, ενώ υπάρχουν "ανοιχτά μέτωπα στη Βαλκανική". [...] "Την κατάσταση ... έσωσε ο πατριάρχης Σέργιος, που αφού έθεσε στη διάθεση του Ηρακλείου όλους τους θησαυρούς της Εκκλησίας τον έπεισε να μείνει και μάλιστα τον δέσμευσε με όρκο ενώπιον του πλήθους μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας." Οι πόλεμοι κατά των Περσών ξεκινούν. Όμως το 626 "οι Άβαροι είχαν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως" και ο Άβαρος αρχηγός δηλώνει "πως οι κάτοικοι θα γλιτώσουν αν γίνουν ψάρια ή πουλιά" [...] Στη φάση αυτή την κατάσταση έσωσε το βυζαντινό ναυτικό, που απαρχής είχε ως αποστολή να εμποδίσει την συνένωση Αβάρων και Περσών...". Αλλά "η τύχη της πόλεως κρίθηκε κυρίως στα τείχη της ξηράς πάνω στα οποία προσέκρουσαν όλες οι αβαρικές επιθέσεις. Ψυχή της άμυνας ήταν ο Σέργιος που, κρατώντας την εικόνας της Παναγίας, περιέτρεχε τα τείχη, εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές.[...] Σε μια έξαρση θρησκευτικού ενθουσιασμού λαός και στρατός επιτέθηκαν κατά των Αβάρων και τους έτρεψαν σε φυγή [...] Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας απέδωσαν την σωτηρία τους στην "Υπερμάχον Στρατηγόν", την Θεοτόκο, και προς τιμήν της ψάλλονται οι "Ακάθιστοι Ύμνοι" με τα υπέροχα "Χαίρε", που ψάλλονται μέχρι σήμερα κάθε Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σε ανάμνηση του μεγάλου εκείνου γεγονότος. Όπως σωστά έγραψε παλαιός πανεπιστημιακός καθηγητής, ο "Ακάθιστος Ύμνος" για 14 αιώνες και πλέον αποτέλεσε τον οιονεί εθνικό ύμνο της Ρωμιοσύνης. Η υπέροχη αυτή ποιητική και μουσική σύνθεση είχε αποδοθεί στον πατριάρχη Σέργιο που όμως δεν είναι γνωστός για άλλες ποιητικές του επιδόσεις. [...]" (Σαράντος Καργάκος, "Η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως").
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, 
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, 
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· 
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, 
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, 
ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

"...από τις δημοφιλέστερες βραδινές ακολουθίες της εκκλησίας μας, γιατί, εκτός από τη χαρούμενη ποίηση και την πολυφωνική ψαλτική των τροπαρίων τους... πέφτουν μέσα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα των ελληνικών δειλινών." συμπληρώνει ο Δ.Λουκάτος ("Πασχαλινά και της Άνοιξης").


Βροχερή η μέρα απόψε, μουντή, συννεφιασμένη... Και να που τώρα που άρχισε να σουρουπώνει, ο ήλιος φάνηκε, η πλάση θαρρείς γλύκανε και μοσχοβόλησε Άνοιξη... Ένα κερί αναμμένο και δυο όμορφες ψαλμωδίες, ενίοτε, βοηθούν την ψυχή να γαληνεύσει... Κι είναι όμορφο τότε το ταξίδι στα βάθη της. Μ'ένα μπουμπούκι ανθισμένης καμέλιας μονάχα για προσφορά... Τόσο λιτά, τόσο απλά, τόσο απέριττα... όταν ξεδιαλύνεται στον νου το "ακατάληπτο" και μοιάζει πιο κατανοητό από τον καταληπτό αλλά τόσο ακατανόητο κόσμο των πέντε αισθήσεων....
Μια παύση-Στάσις από όσα τρέχουν ακατάπαυστα γύρω μας κι εμείς πίσω από αυτά. 

Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Πηλιορείτικα καλησπερίσματα!

"Βρισκόμαστε στις Μηλιές του Πηλίου. Μια συντροφιά από εφήβους ή κι άντρες, με τα ραβδιά στο χέρι για τα σκυλιά, σπρώχνει την αυλόθυρα κι αρχίζει το τραγούδι της, βαδίζοντας προς την είσοδο του σπιτιού. Ήδη ο νοικοκύρης βγήκε στο κεφαλόσκαλο και τους υποδέχεται γελαστός. Γελαστός, γιατί θ'ακούσει ευχές και παινέδια' τις ευχές, που θα του σταθούν παρηγορητικό αντιστύλι μέσα στη σκλαβιά και στην καταπίεση που ζει, τα παινέδια, γιατί του δημιουργούν την ψευδαίστηση μιας αρχοντιάς κι ενός μεγαλείου, που μόνο στα χιμαιρικά, νεανικά του όνειρα τα είχε φανταστεί:
Ας τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη.
Καλησπερίς, αφέντη μου, καλησπερίς, αφέντη μ'.
Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου'
να μη σου βαροφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος.
Στο Ανήλιο, η ασματική αυτή εισαγωγή, λεγόταν έτσι:
Καλές ώρες, καλές αυγές, καλές ώρες αφέντη.
Απόψε ήρθα στην πόρτα σου με το δικό σου θάρρος,
να μη σου κακοφανιστεί, να μη σου πέσει βάρος,
έτσι τα φέρνει ο καιρός κι ο γυρισμένος χρόνος."

Κάπως έτσι ξεκινά να μας ταξιδεύει στα πηλιορείτικα ευχετήρια τραγούδια του προπερασμένου αιώνα ο Βαγγέλης Σκουβαράς, στο περίφημο δίτομο πόνημά του "Από το λειμώνα της παράδοσης" με πηγές δύο ανέκδοτα χειρόγραφα των αρχών του 1900 που, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά τονίζει: "Οι συλλογείς τους ήσαν ήδη στα 1910 προχωρημένοι στην ηλικία και φυσικά, καταγράφουν τα κάλαντα της νεότητάς τους.". Κι όμως, απαράλλαχτοι τούτοι οι στίχοι θα αντιχήσουν κι απόψε, παραμονή των Θεοφανείων, από ομάδες αντρών, στις πλαγιές του Πηλίου. Ακόμη και σήμερα, που τόσα έθιμα αιώνων πρόλαβαν και χάθηκαν στη λήθη μέσα σε μια γενιά, τα καλησπερίσματα θα αντιλαλήσουν και πάλι στο βουνό μας, μόλις ο ήλιος κρυφτεί, λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα του Αγιασμού των Υδάτων.



Τα δημοτικά μας τραγούδια, η ποίηση του λαού μας που έχει καταγεγραμμένες τις ρίζες της από την εποχή του Ομήρου (ακόμη και το "έτσι το φέρνει ο καιρός και το γυρίζει ο χρόνος" δε μπορεί να μη μου θυμίσει το ομηρικό "περιπλομένων ενιαυτών"), ενός λαού που, πάντοτε και σε κάθε περίσταση, εκδήλωνε το συναίσθημα μελωδικά, που τερπόταν με το στίχο και το τραγούδι -άλλο αν σήμερα κάποιοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον καταντήσουν καταθλιπτικό. Τα τραγούδια, λοιπόν, αυτά, όσο και αν τά'χουμε παραγκωνίσει, εκείνα κάποια στιγμή θα ξεπροβάλουν δυναμικά και θα μας παρασύρουν με το σθένος της αυθεντικότητάς τους.

Γράφει ο Σκουβαράς: "Και συνεχίζουμε με το μηλιώτικο τραγούδι, που τοποθετεί το νοικοκύρη μέσα σ'ένα μυθικό, ρομαντικό κι ακριτικό ακόμα πλαίσιο, γεμάτο λεβεντιά κι αρχοντιά. [...]:
Αφέντη, αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη'
πέντε κρατούν το μαύρο σου, πέντε τον καλλιγώνουν,
και άλλοι πέντε τον κρατούν, να καβαλλ'κέψει ο αφέντης.
Κι ο αφέντης καβαλλίκεψε στ'αστέρι το μουλάρι'
αστέρ' είχε στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του,
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν.
Η μια παίζει τον ταμπουρά, κι η άλλη το λαγούτο.
Η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη.
Παίζοντας, χορατεύοντας, αποκοιμήθ'κε ο αφέντης.
Φέρτε νταούλια να βροντάν, ζουρνάδες να φωνάζουν,
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι.
Λύσε το, αφέντη, λύσε το τ'αργυρομάντηλό σου.
Αν έχεις άσπρα δος μας τα, φλωριά μην τα λυπάσαι'
αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ', αφέντη, κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν.
Να ζήσεις χρόνους εκατό κι πάν'από διακόσιους,
κι απ'τους διακόσιους κι ύστερα ν'ασπρίσεις να γεράσεις
ν'άσπρίσεις σαν τον Ελυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι.
Στο μεταξύ η νοικοκυρά ετοιμάζει τα κεράσματα. Καράφες με κρασί και τσίπουρο πάνε κι έρχονται' τα πιατικά κροτούνε. Ώρα είναι να εγκωμιάσουν και την κυρά' απ'τα χέρια της άλλωστε, κρέμεται και των λαρυγγιών η τέρψη. Συνεχίζουμε μηλιώτικα:
Πολλά είπαμε για τον αφέντ', ας πουμ' και την κυρά μας.
Κυρά μ', όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου,
βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλε καγκελοφρύδι.
Όταν κινήσεις για να πας-'στακός αρματωμένος-
παραμεράτ', αρχόντισσες και σεις αρχοντοπούλες.
Εγώ είμαι μια κυρά καλή και πάω στον αγιασμό μου.
[...]
Αν υπάρχει κόρη στο σπίτι, οι τραγουδιστές δεν παραλείπουν να στιχοπλέξουν και σ'αυτήν τα παινέδια τους [...]:
Πολλά είπαμε για την κυρά, ας πούμ' και για την κόρη.
Έχεις μια κόρη όμορφη ωσάν την περιστέρα,
προξενητάδες έρχονται από την Ιγγλιτέρα,
ρωτάνε και ξαναρωτάν για νάβρουν τέτοια κόρη,
στο δαχτυλίδι να διαβεί στη βέργα να περάσει
απάν' σε δίκοπο σπαθί να διπλωθεί να κάτσει.
Γύρευ'ν' αμπέλια ατρύγητα μ'όλους τους τρυγητάδες,
γυρεύ'ν' χωράφια αθέριστα μ'όλους τους θεριστάδες,
γυρεύουν και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύον και τον κυρ-Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Στην περίπτωση της νιας και όμορφης, τα κάλαντα της Αγιάς, μαρτυρούν κάτι οδυνηρότερο κι άγνωστο για τα πηλιορείτικα χωριά, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όντας κατοχυρωμένα με προνόμια, σπάνια έβλεπαν να τα επισκέπτονται Τούρκοι. Τ'αντίθετο γινόταν στην περιφέρεια της Αγιάς και στον κάμπο της Λάρισας, όπου η όμορφη και νέα κόρη κιντύνευε από την οθωμανική ασυδοσία, τις βιαιοπραγίες και την "γιανιτσαρικήν ωμότητα", όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Κόυμας. Να κι οι στίχοι που αφορούν "εις κορίτσι 18 ετών" -κατά την τιτ΄λοφόρηση του Αγιώτη ανθολόγου:
Φραγκίτσα εδώ, φραγκίτσα εκεί, Φραγκίτσα πάει στη βρύση.
Γιανίτσαρος τη σταύρωσε, με τ'άσπρο το σαρίκι.
- Φραγκίτσα, δις μας φίλημα, Φραγκίτσα δις μας μάτι!
-Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω μάτι;
Εσύ είσαι ένας γιανίτσαρος κι εγώ μια ρουμιοπούλα'
εσύ προσκ'νας εις το τζαμί κι εγώ στην εκκλησία."
(Βαγγέλη Σκουβαρά, "Από το λειμώνα της παράδοσης")

Τούτα τα ευχετήρια κάλαντα τελειωμό δεν έχουν! Άλλα για την κόρη, άλλα για το γιο, άλλα για τον γραμματιζούμενο, άλλα για το μωρό, άλλα για τον παππού και τη γιαγιά κι ύστερα λογιω-λογιώ αυτοσχεδιασμοί -πετυχημένοι που αναπαράγονταν- για τους νιόπαντρους, τους αρραβωνιασμένους, τον παπά και την παπαδιά, τον επίτροπο, τον πρόεδρο, το γιατρό, τον τσέλιγκα και τον ναυτικό, τον ταβερνιάρη και τον πρωτομάστορα.... Πολλά από τούτα τα καταγράφει ο Κώστας Λιάπης στο δίτομο έργο του "Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία", όπως τούτο προς το "γεμιτζή" (ναυτικό) από το Κεραμίδι Πηλίου (με μικρές παραλλαγές καταγεγραμμένο και σε άλλα χωριά):
"Σένα σι πρέπει, αφέντη μου, καράβι ν'αρματώσεις,
στην πλώρη να βάλης μάλαμα, στην πρύμνη το ασήμι,
και μεσ'στη μέση του καραβιού καρέκλα καρυδένια,
για ν'ακουμπάη η μέση σου η μαργαριταρένια"
ή τούτο για το βοσκό (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου):
"Εδώ σε τούτες τις αυλές, τες μαρμαροστρωμένς,
εδώ'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος'
σαν πιάνουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν,
σαν τον αφρό της θάλασσας αφρίζουν τα καρδάρια.
Εμείς ολίγα τάπαμε κι ο Θεός να τ'αβγαταίνει."
και αυτό για τον παπά του χωριού (Κερασιά Πηλίου)
"Εδώ κοιμάται ένας παπάς, με τα χαρτιά στην τσέπη.
-Σήκω σαπάνω, Δέσποτα, και μη βαριοκοιμάσαι,
όλα τα κ΄στρα σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν
και η δική σου εκκλησιά στέκεται μαραμένη."

Αυτά και άλλα πολλά με έμπνευση και κέφι τραγουδούσανε οι τραγουδιστάδες του Πηλίου. Σαφώς λιγότερα και πιο περιορισμένα τραγουδούν σήμερα. Τούτο όμως δεν αναιρεί τη μοναδικότητα της αποψινής βραδιάς, τη μοναδικότητα που χάριζαν κάποτε σχεδόν σε κάθε μέρα του Θεού τα τόσα έθιμα κι οι παραδόσεις μας. Τα σύγχρονα μηλιώτικα κράτησαν αυτούσιους τους πρώτους στίχους, στις Πινακάτες είναι συνδυαστικά, παραμένει η ευχετήρια αρχή και συνεχίζουν: "Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός, έρχεται στον κόσμο ο στολισμός. Ο Χριστός μας έρχεται με σκοπό, εις τον Ιορδάνη τον ποταμό....", ενώ στον Αη Γιώργη ξεκινούν αλλιώτικα: "Άσματα χαρμόσυνα ήρθαμε να σας πούμε, πως είν' τα Θεοφάνεια και πρέπει να χαρούμε", και πάει λέγοντας...

Χρόνια πολλά!

Καλή Φώτιση σε όλους μας!

Και:
"Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε πέτρα να μη ραϊσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!"

Και του χρόνου, νά'μαστε καλά!