Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάνατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Αντίο...

- Έι, χαζοπούλι του Πηλίου, έλα να σου φτιάξω καφεδάκι!

Η πρώτη ανάμνηση, τούτη η φωνή από την ταράτσα. Κι ύστερα το φλιτζάνι με τον ελληνικό και δίπλα η ρακή η "ψημένη"... 


Δεν τα πάω καλά με τις αναμνήσεις κι έτσι δυσκολεύομαι και στα τηλέφωνα... Κι έτσι κατέληξα να μάθω με τόση καθυστέρηση ότι τούτη η φωνή "συχωρέθηκε"... Ένα επιπρόσθετο "πνίξιμο" για την αμέλειά μου... που δεν συγχωρείται... Και δίπλα ένα σφηνάκι με την ψημένη ρακή. Το καταχωνιασμένο μπουκάλι είχε σημειωμένο πάνω "2008" και το όνομά της. 

Μια άλλη ζωή. Κύκλοι που κλείνω ερμητικά και τους θάβω βαθιά στο μπαουλοντίβανο. Σαν να θέλω να ξεφύγω από τις μνήμες τους, ίσως κι από εμένα. Γιατί τόσο πολύ;

Εκείνη η θέα από το μπαλκονάκι. Ν'αγναντεύεις το γαλάζιο και τις βάρκες που φιλοξενεί. Η λιτή και μεγαλειώδης κακαβιά με το ξύδι κι οι τόσες κουβέντες που ανταλλάσσαμε...  Σαν να μην είχα ανάγκη από ύπνο σ'εκείνο το νησί. Λες κι ο αγέρας πού'κανε τα σύννεφα να τρέχουνε, εξαφάνιζε και κάθε διάθεση για νωχέλεια.

Πόσους θά βρεις σε τούτη τη ζωή να νοιαστούν; Και πραγματικά να χαρούν με την παρουσία σου; Κι εγώ πάλι καθυστέρησα...

Είναι κάποιοι άνθρωποι ξεχωριστοί, ιδιαίτεροι που συναντάς εκεί που δεν το περιμένεις και αφήνουν στην ψυχή σου το στίγμα τους. Κι ας μη σας δένουν τα χρόνια συναναστροφής. Άνθρωποι που αποδέχεσαι μοναχά την ομορφιά τους, την ομορφιά της ψυχής.

Ένα πιάτο δίπλες με μέλι στο κομοδίνο για καλωσόρισμα στις δυόμιση τα ξημερώματα που δένει το καράβι. Η πόρτα του δωματίου με το κλειδί πάνω να με περιμένει να την ανοίξω μες στην νύχτα. Ποιά Ελλάδα γνώρισα και ποιά μου ετοιμάζουν; Ίσως για τούτο και το μπαουλοντίβανο. Ίσως και για άλλα πολλά που πονάνε. 

 Σήμερα, όμως, αναγκάστηκα και το άνοιξα για να ρίξω μια κλεφτή ματιά! Έκλεψα λίγες λέξεις -δεκαεπτά χρόνια πριν γραμμένες- γεμάτες αρμύρα και φως και βιάστηκα να το ξανακλείσω:

"Κατέβηκε η θεία Καλλιόπη επίσημα ντυμένη για τη βόλτα στα Κατάπολα («Ε, πάμε στην Πρωτεύουσα, πώς θα έρθω, σαν το γύφτο με τη ρόμπα;» μου είπε όταν την πείραξα) φορώντας το υπέροχο άσπρο κεντητό μαντήλι στο κεφάλι και χωρίς το μπαστούνι της που την είχε νευριάσει! Πρώτα περάσαμε να πληρώσει τη δόση του ηλιακού, ύστερα σταματήσαμε έξω από το κοσμηματοπωλείο που εκτελεί χρέη ταχυδρομείου και, τέλος, στο μπακάλικο του Λ. για να φορτώσουμε τα ψώνια. Από εκεί, επισκεφτήκαμε μια φιλενάδα της που κατοικεί σε ένα διπλανό γουστόζικο σπιτάκι με ένα κουκλίστικο κουζινάκι με γαλάζιο ταβάνι και ξυλοδεσιά κι ατελείωτες ανοιχτές πιατοθήκες στερεωμένες στον άσπρο τοίχο χιλιοφορτωμένες με κατσαρόλες, τεντζερέδες, πιάτα και γλυκά."

"Ανεβήκαμε στην κυρά Καλλιόπη που μας ετοίμασε αμοργιανό πρωινό˙ βρεγμένο παξιμάδι με λαδορίγανη, ντοματούλα και ντόπιο σκληρό τυρί… Μας μίλησε για τις αλυκές, πέρα από τις Πλάκες, που πήγαιναν και μάζευαν αλάτι, τον αφρίτη, τόσο αφράτο που θρυμματιζόταν στα δάχτυλα… Μέσα στις γούβες των βράχων, όταν η θάλασσα λάδωνε, κυρίως τον Ιούνιο, πήγαιναν, κι ακόμη μερικοί πάνε, με τα καϊκάκια και σεργιάνιζαν στις Αλυκές για να το μαζέψουν με το κουταλάκι της σούπας. Κι αν τύχαινε καμιά γούβα με πολύ, που το μάζευαν με τη χούφτα, κάναν χαρά μεγάλη… Μια φορά είχε πάει με τον πατέρα της, με τα μουλάρια. Κι είχε κάτι βράχια μυτερά και κοφτερά που σου τρυπούσαν το πέλμα. Κι όταν το κουβαλούσαν να το φορτώσουν , ήταν βαρύ, δεν άντεξε… Κι έκανε ο πατέρας δυο αγώγια…."

 


Σα να ταξιδεύω σ'άλλες ζωές, αιώνες πίσω... Πόσο άλλαξα τούτα τα χρόνια. Όχι η ουσία μου, όχι η ψυχή μου. Μοναχά τα μάτια της από τα τόσα δάκρυα. Πόσο, όμως, άλλαξε η ίδια η ζωή. Τούτο πονάει πιότερο απ'τα δάκρυα...


Ψυχοσάββατο ξημερώνει αύριο. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα σου. Έκανες τούτο τον κόσμο πιο όμορφο... Και συγχώρεσέ με, αν θες, που ήμουν μακριά....


Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

εκ των ένδον...

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Πραγματικά με σόκαρε η απάντηση της μικρής (πρωτοετούς φοιτήτριας) φιλενάδας μου, όταν της έστειλα ένα δίλεπτο της Μαλβίνας που μιλούσε τότε για "εθνική απονεύρωση" (για να πονέσουμε λιγότερο όταν χάσουμε το δοντάκι μας...): "Και πώς θα γίνει αυτή η απονεύρωση; Από ποιούς θα γίνει; Ε, από ανθρώπους που νομίζουν ότι η χώρα μας είναι μια ευρωπαϊκή εταιρεία, αγνοώντας την αιματηρή ιστορία της.... Από πληρωμένους κονδυλοφόρους...."

Θα μου πεις, τουλάχιστον αν είσαι έστω και λίγο σκεπτόμενος: "Πού το περίεργο της απάντησης; Γιατί σε σόκαρε; Εσύ η ίδια δεν το νιώθεις καλά ότι ελευθερία λόγου δεν υπάρχει πλέον; Ακόμη και στο διαδίκτυο οι όποιες αναρτήσεις "αντιφρονούντων" διαγράφονται, αποκλείονται, λοιδορούνται, εξαφανίζονται...". Ναι, αλλά ίσως είναι διαφορετικό το να συνειδητοποιείς με ποιό τρόπο έχει αποτυπωθεί όλο τούτο σ'ένα νέο παιδί. Ουσιαστικά με σόκαρε που, κατα βάθος, σοκαρίστηκε που μπορούσαν να είναι τα πράγματα αλλιώς! Όπως με σοκάρουν πράγματα που τους διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο, όπως επίσης και πράγματα που δεν τους διδάσκουν, πράγματα ουσιώδη που εντελώς αγνοούν και τους αφήνουν να αγνοούν, εκείνους που προετοιμάζονται για να διδάξουν τις επόμενες γενιές μας... Όπως με σοκάρουν κι όσα γίνονται γύρω μου και επικρατεί άκρα του τάφου σιγή...

Κι ύστερα σκέφτηκα το "πως γράφω" τα τελευταία χρόνια εγώ, και το "πως έγραφα" δεκατέσσερα χρόνια πριν που πρωτοξεκίνησα. Πόσο πιο "σιωπηρά" και "κεκαλυμμένα" τώρα... Τόσο κεκαλυμμένα που όταν αποτυπώνω την κραυγή μου στις λέξεις, λαμβάνω σχόλια για την "ομορφιά των τοπίων" που περιγράφω... Κι αναρωτιέμαι ύστερα: κανείς δεν κατάλαβε ή κανείς δε θέλει ή δεν αντέχει να καταλάβει; Τό'χα κρύψει εγώ τόσο καλά, ή είδαν εκείνοι μονάχα αυτό που θέλησαν να δουν;

Όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερη από κείνη, οι ΗΠΑ βομβάρδιζαν το Αφγανιστάν. Με είχε πιάσει φρίκη και τότε ήμουν πολύ πιο εκρηκτική... Σε μια κουβέντα με έναν, αρκετά μεγαλύτερό μου φίλο, που εκτιμούσα, κοντέψαμε να τσακωθούμε. "Μα για το καλό τους το κάνουν. Να τους γλυτώσουν από τους Ταλιμπάν." έλεγε πραγματικά ικανοποιημένος. "Για το καλό τους; Νοιάζονται τόσο για το καλό τους; Σοβαρολογείς;" μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, ακριβώς επειδή τον εκτιμούσα και, μάλιστα, για την ευαισθησία του. Τον ζόρισα τόσο με τον οργισμένο μου αντίλογο που στο τέλος μου ομολόγησε "Τί θες τώρα; Εγώ δεν αντέχω να το δω όπως το βλέπεις εσύ! Αν το συλλάβω έτσι στο μυαλό μου, απλά δε μπορώ να το αντέξω! Οπότε θέλω να σκέφτομαι πως το κάνουν όντως για το καλό τους."

Σαφώς δε μεταφέρω ακριβώς τα λόγια, μετά από τόσα χρόνια, αλλά το νόημά τους. Κι αυτό το νόημα μού'μεινε. Και πάντα αναρωτιέμαι για τους άλλους -αλλά σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και για τον ίδιο μου τον εαυτό- αν πράγματα ολοφάνερα, δεν τα αναγνωρίζουν, ακριβώς επειδή δεν αντέχουν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία κι έτσι αποδέχονται όποια εναλλακτική ερμηνεία τους προτείνεται (και, μάλιστα, από το όποιο "Σύστημα" την προωθεί) αρκεί να είναι πιο διαχειρίσιμη μέσα τους, πιο "εύπεπτη", πιο ανώδυνη και πιο "βολική" στην τελική. Και τούτο, πλέον, παρατηρώ πως γίνεται κατά κόρον. Εξάλλου ο σύγχρονος άνθρωπος είναι τόσο τσιτωμένος, τόσο βομβαρδισμένος με μαυρίλα και φρίκη, τόσο πνιγμένος από φόβο, ανασφάλεια, θλίψη κι οργή ["Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν"...] που δεν αντέχει άλλες επιβαρυντικές, για την ψυχική του υγεία, σκέψεις που, ίσως, οδηγούν σ'επικίνδυνα μονοπάτια γι'αυτήν. Κι έτσι μπαίνουμε σ'ένα φαύλο κύκλο... Κι η γάγγραινα προχωρεί...

"Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν."

(Ομήρου Οδύσσεια α1-10)

Ιστόρησέ μου Μούσα τον άνδρα τον πολύτροπο που τόσο πολύ περι-πλανήθηκε, αφού της Τροίας την ιερή πόλη πόρθησε' πολλών ανθρώπων τον νου και τις πόλεις γνώρισε, πολλά άλγη έπαθε στον πόντο κατά θυμόν, αγωνιζόμενος να διασώσει την ψυχή του και την επάνοδο των εταίρων του. Αλλά όσο και να το επιθυμούσε δεν έσωσε τους εταίρους του' διότι εκείνοι από δικές τους ατασθαλίες εξολοθρεύτηκαν- οι νήπιοι, που καταβρόχθισαν τα θηλυκά βόδια του Υπερίονος Ηλίου και τότε εκείνος τους αφαίρεσε τη μέρα της επιστροφής... Κάποια από τούτα, θεά, θυγάτέρα τους Διός, πες και σ'εμάς....

 



Αγωνιζόμενος να σώσει την ψυχή του...

Ιστόρησέ μου, Μούσα, λοιπόν, για τούτον τον άνδρα που παράδερνε στη θάλασσα, αφ'ότου κατέστρεψε την ιερή πόλη της Τροίας, τούτον τον άνδρα που περιπλανιότανε χρόνια παλεύοντας να σώσει την ψυχή του και τους συντρόφους του και μετά από τόσες δοκιμασίες κατόρθωσε μονάχος να επιστρέψει στην πατρική γη που τόσο ποθούσε. Κι όσοι σύντροφοι τού'χαν απομείνει μετά από τις πρώτες δοκιμασίες, χαθήκαν κι εκείνοι από δικά τους σφάλματα, όσο κι αν τούτος πάλευε να τους προστατεύσει, όσο κι αν τους συμβούλευε σοφά να μην αγγίξουν τα όσια κι ιερά του Ηλίου για να κατευνάσουν την ακόρεστη, ζωώδη πείνα τους....


Μέρες καλοκαιρινές στο βουνό των μέθυσων Κενταύρων αλλά και του σοφού Κενταύρου Χείρωνα. Θαρρείς κι ο καιρός παραλογίστηκε για να ταιριάξει με τους παράλογους ανθρώπους. Άραγε ο Ήλιος βάλθηκε να μας ξεγελάσει για τις ατασθαλίες μας, απατηλά να χορτάσει την ακόρεστη ανάγκη μας για φως μέσα στα σκοτάδια που οι ίδιοι πλάσαμε για να ζούμε;

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Με βρίσκω πλέον να σιωπώ κι αναρωτιέμαι... Φταίει το μήνυμα που διοχετεύεται μεθοδευμένα και παντί τρόπω κι έχει στοιχειώσει τη συνείδησή μας πως έτσι κι αλλιώς "είμαστε με δεμένα τα χέρια" και "δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα πια", παρά μονάχα να παρακολουθούμε τη ροή των γεγονότων...; Ή μήπως τόσο κουράστηκα από τους ανθρώπους που δεν αντέχω να ριψοκινδυνέψω ν'ακούσω έστω κάτι ακόμα, κάτι το ελάχιστο σα σχόλιο που να επιβεβαιώνει το θέατρο του παραλόγου που με περιστοιχίζει; Γιατί έχει κι η ψυχή μου τα όριά της. Κι οι συνεχόμενες υπερβάσεις έχουν καταντήσει άκρως εξουθενωτικές. 

Μ'ανησυχεί λιγουλάκι, βεβαίως, που χθες το βράδυ μια φράση του Δαμασκηνού (κι ας τη βιώνω ως μια καθοριστικά θλιβερή διαπίστωση) μου χάρισε και μια περίεργη ανακούφιση, καθώς επιτέλους αποτυπώθηκε με λέξεις μια κάποια απάντηση σε μια διαχρονική απορία μου. 

"Επειδή λοιπόν ο Θεός μας δημιούργησε για την αφθαρσία, όταν αθετήσαμε τη σωτήρια εντολή του μας καταδίκασε στη φθορά του θανάτου, για να μην είναι το κακό αθάνατο." (Ιωάννου Δαμασκηνού, "Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως- Δ")

[υποσημείωση Ν.Ματσούκα:"Βασική και χαρακτηριστική άποψη της πατερικής θεολογίας' ο θάνατος δεν είναι τιμωρία με την καθαρή νομική έννοια, αλλά μια έσχατη παραχώρηση της θείας φιλανθρωπίας ώστε το κακό να μη γίνει αθάνατο."]

Κι όταν θέλησα να φανταστώ τούτη την ανθρωπότητα (πόσο μάλλον εκείνους που μας κυβερνούν κι αποφασίζουν για μένα, χωρίς εμένα) με το "δώρο" της αθανασίας στα χέρια της και το συναίσθημα ήταν τόσο τρομακτικό που δε μπόρεσα καν να το κάνω εικόνα. 

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Τώρα σαν τί να πείς;

Πώς το εμβόλιο μπορεί και νά'χει μακροχρόνιες παρενέργειες, οι οποίες δεν έχουν καν μελετηθεί; Αμέσως θα σε κατατάξουν στους "αρνητές" κι άρα στους "ψεκασμένους"...

Τώρα σαν τί να πεις;

Πως σύσσωμοι οι κυβερνώντες ξεπούλησαν τη Μακεδονία κι ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν και τη μισή Ελλάδα; Αμέσως θα σε κατατάξουν στους "ακροδεξιούς φασίστες" και στους "Χρυσαυγίτες".

Να πείς τί;

Πως δεν είναι όλοι τούτοι που εισβάλουν στη χώρα μας ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες, αλλά οι περισσότεροι είναι αδίστακτοι εγκληματίες; Εκεί τελείωσες! Έχεις θεωρηθεί, τουλάχιστον, απάνθρωπο τέρας κι έχεις άμεσα καταταχτεί στους ρατσιστές-φασίστες (των οποίων μάλιστα "η ζωή δεν έχει ουδεμία αξία" όπως έχει αποφανθεί ο "φιλάνθρωπος όχλος των ανθρωπιστών"), οπότε και να θελήσεις να εξηγήσεις τί θες να πεις, ουδείς ενδιαφέρεται να ακούσει, αλλά σε "στολίζουν" με τα χυδαιότερα επίθετα όλοι τούτοι που θεωρούν εαυτούς τάχα "δημοκρατικούς" και "αυτοκλητους" υποστηρικτές του ανθρώπινου δικαίου και της ελευθερίας"! Πού να τολμήσεις να μιλήσεις! Π.χ., το πολύ απλό: ότι δυστυχώς περιμαζεύουμε μαζί με τους αληθινούς πρόσφυγες τους ίδιους τους σφαγείς τους, τους ίδιους τους υπαίτιους δηλαδή που κάποιοι άνθρωποι ξερριζώθηκαν από τον τόπο τους, καταστράφηκαν, βιάστηκαν, μαρτυρήσανε, σκοτώθηκαν, εξαθλιώθηκαν.... τους οποίους και βαφτίζουμε επίσης "ταλαιπωρημένους πρόσφυγες"... όχι, είναι αδύνατον να το κάνουν εικόνα οι περισσότεροι! Θα πέσουν να σε φάνε! Θα σε ταυτίσουν με κάτι ελάχιστους (θέλω να πιστεύω) διαταραγμένους υπανθρώπους που, για ακατανόητο λόγο, μισούν κάθε τί ξένο προς αυτούς. Ναι ρε φίλε, αλλά αν ένας τσοπάνης περιμαζέψει στη στάνη του τα πρόβατα της γειτονικής στάνης που δέχτηκαν επίθεση από λύκους και κατακρεουργήθηκαν, δε θα περιμαζέψει και τους λύκους μαζί, μην τυχόν κι ο βασιλιάς των ζώων τον πει ρατσιστή! Τόσο απλό είναι.... Ούτε θα διοχετεύσει σε όλες τις στάνες του χωριού μαζί με τα κατατρεγμένα πρόβατα τους λύκους που τα κυνηγούν! Κι ας είναι ο μεγαλύτερος φιλόζωος! Θα περιμαζέψει μοναχά τα κυνηγημένα πρόβατα, δε θ'αφήσει τις θύρες ανοιχτές κι όποιον πάρει ο Χάρος! Πόσο πια απλά να το πω;

Και πάει λέγοντας... Οπότε, γιατί να μιλήσεις; 

Η κοινή λογική έμαθε να σιωπά γιατί βρίσκεται αντιμέτωπη με τους χιλιάδες αυλικούς του βασιλιά (βλ."Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα", Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) που ήταν γυμνός, μα κανείς δεν τολμούσε να του το πει καθώς σύμφωνα με τον περίφημο ράφτη του "τούτα τα ρούχα ήτανε αόρατα και μπορούσαν μονάχα να τα δουν όσοι ήταν έξυπνοι"... Κι αν κάποιοι αφελείς κι ανασφαλείς δεν τολμούσαν αναλογιζόμενοι ότι θα φανεί λειψή η νοημοσύνη τους, κάποιοι άλλοι δεν τολμούσαν από φόβο μην τον θυμώσουν και τους τιμωρήσει, ενώ άλλοι εδράττοντο, πανευτυχείς, της ευκαιρίας να παραδεχτούν πως τάχα τα βλέπουν μοναχά για να τον κολακεύσουν και να επωφεληθούν... Κι αν ανάμεσα σε όλους αυτούς βρεθεί κι από κανένα μικρό παιδί ν'αναφωνήσει "Κοιτάξτε! Ο βασιλιάς είναι γυμνός! Θα κρυώσει!", θα πέσουν αυτοστιγμεί χιλιάδες "αυλικοί" και "ειδικοί" να το φιμώσουνε....

"Έπειτα, ο βασιλιάς διέταξε να βγουν όλοι στους δρόμους για να θαυμάσουν τα καινούρια του ρούχα. Καθώς περνούσε ανάμεσα στους υπηκόους του, που είχαν μείνει άφωνοι, φώναζε καμαρώνοντας:
– Μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να δουν τα ρούχα μου!
Και οι καημένοι οι άνθρωποι χειροκροτούσαν και φώναζαν ενθουσιασμένοι ότι τα καινούρια ρούχα του βασιλιά ήταν καταπληκτικά!"

 

Και να πω τί; 

 Ότι κουράστηκα να ζω στο θέατρο του παραλόγου;

Να μιλήσω για αυτά που με απασχολούν; Πώς; Να πω τί;

Ότι ανησυχώ για την πατρίδα μου, παραθέτοντας αναγκαστικά πρώτα έναν απολογητικό πρόλογο όπου θα οφείλω να διευκρυνίσω πρώτα το αυτονόητο για να μην παρεξηγηθώ, δηλαδή πως δεν είμαι φασίστρια, ρατσίστρια, ακροδεξιά, ξενοφοβική κι οτιδήποτε άλλο από όλες αυτές τις μυριάδες ταμπέλες που σου τοποθετεί το "σύστημα" μεμιάς μόλις αναφέρεις τη λέξη "πατρίδα", αφού πρώτα, μεταξύ άλλων, άφησε ανενόχλητη μια εγκληματική οργάνωση να την καπηλευτεί για να μπορέσει, εκ των υστέρων, να την ταυτίσει μαζί της; 

Λυπάμαι παίδες αλλά βαριέμαι να εξηγώ διαρκώς τα αυτονόητα και σιχαίνομαι να μπαίνω στη διαδικασία να απολογούμαι επειδή η κοινωνία μας (οι άνθρωποί της) αποδέχτηκαν την απόλυτη σύγχυση και διαστρέβλωση των εννοιών... Σιχαίνομαι, μάλιστα, ακόμη περισσότερο με τη σκέψη πως θα προσπαθούσα να πείσω πως δεν είμαι φασίστρια όλους εκείνους τους "μη φασίστες" που έσπευσαν να ευχηθούν με τόσο μένος και  ακραία ηδυπάθεια αλλά και ανεξάντλητη χυδαία δημιουργικότητα (βλ.σκίτσα, κολάζ, ανεκδοτάκια, κλπ), "καλό βιασμό" από τους συγκρατούμενούς τους στα μέλη της γνωστής εγκληματικής οργάνωσης που, εννοείται δικαίως (ναι!ναι! πάλι επιβάλλεται, για να μην παρεξηγηθώ, να το διευκρινίσω ότι θεωρώ πως δικαίως δικάστηκαν και δεν επιβραβεύω κανέναν με φονικά και σαδιστικά ένστικτα!) δικάστηκαν. Κυριολεκτικά φρίκαρα κι έμεινα ν'αναρωτιέμαι ποιοί είναι τελικά οι περισσότερο φασίστες... Γιατί, προσωπικά, δε θα διανοούμουν ποτέ ότι θα αισθανθώ ηδονή με το βιασμό οποιουδήποτε πλάσματος, ακόμη κι αν αυτό το πλάσμα μου ήταν απεχθέστατο! Ίσως επειδή εγώ είμαι η φασίστρια!....

"Στο στρατόπεδο των Αιγινητών, στις Πλαταιές, βρισκόταν ο Λάμπων του Πυθέου [...] Αυτός έχοντας μια ανοσιώτατη πρόταση πήγε στον Παυσανία και... του είπε: "Υιέ του Κλεομβρότου, έχεις κατορθώσει ένα έργο πολύ μεγάλο... κι ο θεός σου έδωσε το προνόμιο να σώσεις την Ελλάδα [...] Όταν ο Λεωνίδας σκοτώθηκε στις Θερμοπύλες, ο Μαρδόνιος και ο Ξέρξης του έκοψαν το κεφάλι και το έμπηξαν σε έναν πάσσαλο. Εάν λοιπόν ανταποδώσεις με τον ίδιο τρόπο, θα επαινεθείς [...] εάν ανασκολοπίσεις το Μαρδόνιο, θα έχεις πάρει εκδίκηση για το θείο σου [...]" ... Εκείνος όμως του αποκρίθηκε..."Ξένε Αιγινήτη [...] αφού σήκωσες ψηλά εμένα, την πατρίδα μου και το έργο μου, έπειτα με έριξες κάτω στο τίποτε, συμβουλεύοντάς με να κακοποιήσω έναν νεκρό και λέγοντάς μου ότι, αν το κάνω, θα αυξηθεί η φήμη μου. Αυτά αρμόζουν περισσότερο στους βαρβάρους κι όχι στους Έλληνες' κι όταν τα κάμνουν οι βάρβαροι τους κακοχαρακτηρίζουμε. Με τέτοια κακοποίηση νεκρού ούτε στους Αιγινήτες εύχομαι να αρέσω ούτε σε όσους αυτά είναι αρεστά [...] με παρόμοια πρόταση μην ξαναπαρουσιαστείς μπροστά μου.... και να είσαι ευχαριστημένος που φεύγεις χωρίς να πάθεις τίποτε." (Ηροδότου, "Ιστοριών Θ'-78", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Ναι, μπορούσαν!

Όταν οι λέξεις κι οι έννοιες δεν είχαν χάσει εντελώς το νοημά τους! Όταν δεν αλωνίζαν χιλιάδες ρουφιάνοι -με συρφετό πορωμένων κι αδαών κανίβαλων να τους ακολουθούν- να παραποιούν και να λογοκρίνουν κάθε λέξη σου και το νόημά της, όταν δεν είχαμε καταντήσει (ο καθένας για διαφορετικούς λόγους) σαν τους αυλικούς και το λαό εκείνου του γυμνού βασιλιά του παραμυθιού- που, σαν όλα τα παραμύθια κρύβει μοναχά αλήθειες!

Για κάθε λέξη που ενοχλεί θα πέσουν οι κανίβαλοι κάθε είδους να σε φάνε.... Όλοι τούτοι που τάχα μάχονται για τον άνθρωπο και τις ελευθερίες του, για το δικαίωμά του στη ζωή, στη διαφορετικότητα, στα μπρόκολα με τις κόκκινες βούλες! Όλοι τούτοι που δε μπορούν ν'ανεχτούν ούτε για ένα λεπτό τη όποια δική σου διαφωνία, το δικό σου δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης σου!  Όλοι αυτοί, λοιπόν, είναι έτοιμοι -μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά αν είχαν τη δυνατότητα- να σε κατασπαράξουν αν πεις έστω και μια κουβέντα που αντιβαίνει στην προσωπική τους αντίληψη περί "σωστού" και "πολιτικής ορθότητας"! Όλοι εκείνοι που τάχα έχουν συστρατευτεί για να υποστηρίζουν το δικαίωμα στη "διαφορετική άποψη"...

Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλάω πλέον, λοιπόν, και τό'χω κόψει το άθλημα. Ούτε δημόσια, ούτε καν ιδιωτικά. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Πάνε χρόνια που προτιμώ τα σιγοψιθυρίσματα με το κύμα της θάλασσας, τις αχτίδες του ήλιου, τ'άνθη της λεμονιάς, το γουργούρισμα της γάτας μου και, ενίοτε, δυο κουβέντες με τη μικρή φιλενάδα μου που δεν έχει προλάβει ακόμη να της κάψει τα εγκεφαλικά κύτταρα η συστηματική "πλύση εγκεφάλου και συνειδήσεως" της εποχής μας... Απλά, κάποια στιγμή κανείς φορτώνει... και παραφορτώνει θά'λεγα... και μπορεί να βγάλει μια κραυγή... έτσι, για να εκτονωθούν οι λέξεις χορεύοντας με τον ήχο, για να ακουστεί η φωνή και να σιγουρέψει πως ακόμη οι χορδές του πάλλονται και δε φιμώθηκε ολότελα, για να προσλάβουν οι σκέψεις του χρώματα, για να...  μετανιώσει τελικά που το άνοιξε το ρημάδι και να επιβεβαιωθεί η επιλογή της σιωπής του!

Σήμερα με δυο μάσκες κι αύριο με τέσσερις! Μεθαύριο ντυμένοι αστροναύτες! Και σε ειδικά ανήλιαγα λαγούμια, μη σου πω! Αρκεί να γλυτώσουμε....

"...Πρώτα, λοιπόν, έβλεπαν και του κάκου έβλεπαν,

άκουγαν και δεν άκουγαν, μα όμοιοι με μορφές ονείρων

ζούσαν σ'όλο το μάκρος της ζωής τους κι ανακάτωναν άστοχα τα πάντα,

κι ούτε πλιθόχτιστα προσήλια σπίτια ξέραν,ούτε τα ξύλα να δουλεύουν,

αλλά, σαν τ'αχαμνά μυρμήγκια κάτου από τη γης, τρυπώνανε μέσα σ'ανήλια σπήλια.

Και μήτε του χειμώνα είχαν κανένα βέβαιο σημάδι, 

μήτε της ανθομυρισμένης άνοιξης, μήτε του καρπερού καλοκαιριού,

μα δίχως κρίση εκπορευόντουσαν στην τύχη...."

(Αισχύλου, "Προμηθεύς Δεσμώτης" 447-456, απόδοση: Τάκη Μπάρλα)


Με ξεπερνά το να υπογράφω στον εαυτό μου (ή να στέλνω μήνυμα για να πάρω έγκριση από το πουθενά, ως εναλλακτική) για να πάω στο γιατρό μου ή να κάνω μια βόλτα στο βουνό! Έχει αρχίσει να με τρελαίνει αυτό, λέμε! Με τρελαίνει να είμαι υποχρεωμένη να κάνω κάτι εντελώς παράλογο! Το οποίο δε με προφυλάσσει από τίποτα απολύτως! Ίσα και μόνο για να αυτογελοιοποιούμαι! Μιας κι όποιος θέλει να βγει και να κυκλοφορήσει βγαίνει, αρκεί να στείλει ένα sms! Καθώς με την έγκριση του sms όλα είναι o.k.! Π.χ. πατάς "για αγορά αγαθών πρώτης ανάγκης" και πας στο μπάρμπα του το Σπύρο να κατεβάσεις τσίπουρα. Αν είσαι φύσει νομοταγής κλείνεσαι στους τέσσερις τοίχους, αν έχεις θράσος, κάνεις ό,τι γουστάρεις! Αν έχεις θράσος αλλά και λεφτά, εκεί δε σε σταματά κανείς! Οπότε, το θέμα είναι απλώς να σου σπάσουν τον τσαμπουκά και να σε εξευτελίσουν! Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται. Κλείνουν, λέει, τα σύνορα των νομών. Κι εδώ στις γιορτές γεμίσαμε κόσμο! Όπως και τούτο το Σαββατοκύριακο και πόσα άλλα!  Ποιοί; Πώς; Όποιοι κι όπως θέλαν! Οι ματσωμένοι, έτσι κι αλλιώς, ούτε καν ενδιαφέρονται για το τρακοσάρι (τόσα δίναν σε κάθε έξοδό τους σε εστιατόριο όταν ήταν ανοιχτά), οι ελεύθεροι επαγγελματίες (δικηγόροι, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, κλπ) έχουν το "άλλοθι" του ελεύθερου επαγγέλματος κι όπου θέλουν πάνε "για λόγους εργασίας" (μιας κι από περιέργεια ρώτησα), άλλοι τη βολεύουν με "πλαστά" χαρτιά από γιατρούς, και πάει λέγοντας...  Και δεν αναφέρομαι αυτή τη στιγμή στο αν κάναν καλά ή άσκημα, αλλά στο ότι δεν έχει κανένα νόημα όλη αυτή η ανούσια αστυνόμευση πέραν του εξευτελισμού μας! Και πως την πληρώνουν όσοι δεν έχουν θράσος ή και λεφτά. Όπως φοιτητές που κάναν μονάχοι Χριστούγεννα στην πρωτεύουσα και δεν ήρθαν στους δικούς στους στο χωριό, από φόβο μήπως τους αφήσουν να επιστρέψουν και χρεωθούν κανένα πρόστιμο. Όπως η κοπέλα που έχασε τη δουλειά της και το σπίτι της κι ήρθε για να μείνει σε συγγενικό πρόσωπο κι έφαγε πρόστιμο γιατί "δεν είχε λόγο που να εμπίπτει στις εξαιρέσεις μετακίνησης" ! Αλλά η τύπισσα που μας ήρθε από το εξωτερικό και κάνει τις διακοπούλες της (κυκλοφορώντας μάλιστα και χωρίς μάσκα) έχει λόγο που "εμπίπτει" φαίνεται, γιατί ούτε έφαγε πρόστιμο, ούτε τη σταμάτησε κανείς! Οπότε, ποιός δουλεύει ποιόν; Όποιος έχει συνείδηση, έτσι κι αλλιώς θα προσέχει, είναι αυτονόητο! Θα τηρεί τα μέτρα υγιεινής και θά'χει τον νου του! Όποιος δεν έχει συνείδηση, έτσι κι αλλιώς θα κάνει ό,τι γουστάρει! Οπότε για ποιόν η αστυνόμευση; Για τον, έτσι κι αλλιώς, νομιμόφρονα;  Ή, έτσι, για τον τσαμπουκά της εξουσίας; Για το σπάσιμο νεύρων του πολίτη; Για να συνηθίζουμε;  Όχι, δεν καταγγέλω όποιον ήρθε στο χωριό μας με "πλάγια μέσα", γιατί οι περισσότεροι ήρθαν και μένουν σπιτάκι τους και πάνε καμιά βόλτα στα μονοπάτια να μην τρελαθούν κι ίσως και καλά κάνανε. Καταγγέλω το παράλογο μιας αστυνόμευσης που είναι εντελώς ανούσια (πέραν του "ταξική"- ο έχων να πληρώσει απαλλάσσεται), κι απλά τρομοκρατεί τους μη έχοντες και τους νομοταγείς κι επιπλέον δίνει την εξουσία σε κάθε τυχόν κομπλεξικό άτομο στο χώρο της αστυνομίας (ευτυχώς που οι περισσότεροι δεν είναι τέτοιοι) να βγάλει τα απωθημένα του σε κάθε "αδύναμο" πολίτη, όπως έναν συνταξιούχο παππού που τον ψαρώσαν και τον γράψανε επειδή είχε έντυπη βεβαίωση και δεν είχε στείλει sms (ο οποίος, δυστυχώς αλλά και δικαιολογημένα, δεν είχε και τη διαύγεια, την τόλμη και τη γνώση να τους στείλει στον αγύριστο, μιας και το χαρτί που κρατούσε ήταν υπεραρκετό!), ή μια γυναίκα που ξαπόστασε στη βόλτα της σ'ένα παγκάκι! Καταγγέλω το παράλογο της αστυνόμευσης στον ιερέα που πήγε μονάχος να πετάξει το σταυρό στα νερά να τ'αγιάσει* και του την πέσανε λες κι ήταν εγκληματίας κατά της δημόσιας υγείας, όσο και στον ερασιτέχνη ψαρά που τον εμποδίζουν να πάει στο γυαλό παρέα με το καλάμι του! (* Το πιο τραγικό: Από κάτω από μια τέτοια δημοσίευση μιλιούνια οι αγριεμένοι κανίβαλοι να ωρύονται με μένος για την εκκλησία ως μέγιστη εστία μετάδοσης! Ενώ παντού γίνεται ο κακός χαμός! Για κανένα τζαμί, πουθενά δεν είδα να γίνεται καμία νύξη... Είναι θέμα "πολιτικής ορθότητας", βλέπεις... εκεί, θά'μαστε "ρατσιστές" αν μιλούσαμε...) Έχουμε εντελώς τρελαθεί;

Κατευθυνόμενες φανατισμένες αγέλες καραδοκούν να κατασπαράξουν όποιον έχει αντίθετη άποψη! Έχει καταντήσει ανατριχιαστικό πια! Αν αρνηθείς να κάνεις το εμβόλιο, θεωρείσαι έξαφνα εχθρός του λαού και της δημόσιας υγείας! Και δε θα μπει στον κόπο να σε ρωτήσει κανείς αν λόγοι υγείας το επιβάλλουν να μην εμβολιαστείς ή αν, τέλος πάντων, έχεις κάποια σοβαρά επιχειρήματα. (Λες και δεν είναι από μόνο του αρκετά σοβαρό, ότι η pfizer αποποιείται κάθε ευθύνη για όποια μελλοντική παρενέργεια παρουσιαστεί... και, αναμενόμενο, εφόσον είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Hallo, δεν είναι φιλανθρωπικές εταιρείες οι φαρμακοβιομηχανίες!) Είδα ανάρτηση σοβαρότατου, κατά τα άλλα, ατόμου, να ωρύεται εναντίον όσων υγειονομικών δε δέχονται να εμβολιαστούν και να προσθέτει ειρωνικότατα ότι εάν τους λέγαν πως έπρεπε να εμβολιαστούν για να μη χάσουν το Καρναβάλι της Πάτρας, εκεί δε θα φέρναν αντίρρηση! Ποιά είσαι εσύ κυρά μου που ισοπεδώνεις έτσι τον άλλον; Γνωρίζεις τί προβληματισμούς έχει; Ποιές γνώσεις και σκέψεις που εσύ αγνοείς τον οδηγούν στο να είναι επιφυλακτικός; Και γίνατε όλοι παπαγαλάκια των " Μ.Μ.Ε. ειδικών"; Το γιατρό ειδικά, αλλά και κάθε άνθρωπο. Αλλά πόσο μάλλον τον γιατρό που φέρει τόση ευθύνη... κι αν δεν είναι ασυνείδητος, οφείλει να είναι τουλάχιστον επιφυλακτικός! [Δόξα τω Θεώ, οι γιατροί που, μετά μεγίστης προσοχής, επέλεξα να εμπιστευτώ, δεν ανήκουν στη φάρα των ασυνείδητων "παπαγάλων". Άλλος επέλεξε το ρίσκο του εμβολιασμού ως προτιμότερο, άλλος του μη εμβολιασμού. Αλλά όλοι μου μίλησαν προβληματισμένοι για τις όποιες επιφυλάξεις τους. Από κανέναν δεν άκουσα, αυτό ανεύθυνο κι εξωφρενικό που ακούω από άλλους: "Εννοείται θα εμβολιαστείς, δεν υπάρχει περίπτωση να πάθεις τίποτα. Μην ακούω αηδίες!", όταν η ίδια η φαρμακευτική δε γνωρίζει και νίπτει τας χείρας της!] Αλλά το θέμα μου δεν είναι αυτό, το θέμα μου είναι αυτή η "υποχρεωτικότητα" που προωθείται "για το καλό μας" κι η διαρκής επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων αλλά και αντισυνταγματικών νόμων "για το καλό μας" που, μάλιστα,  γίνεται "μετά κλάδων και βαϊων" αποδεκτή από το "πόπολο"

Κάθε μέρα μπροστά μου και καινούριες περιπτώσεις: 5000ευρω στον πρόεδρο του συλλόγου πεζοπόρων γιατί πήγαν στα βουνά να περπατήσουν (σκορπισμένοι, όχι ολοι μαζί) και 300 σε καθε πεζοπόρο που πετύχανε, μετά απο καταγγελία! Κι ο πρωθυπουργός παρεάκι είχε πάρει τα βουνά και πόζαρε! 300 ευρώ στη γιαγιάκα που περπατούσε χωρίς χαρτί για να μην τρελαθεί μόνη της στο σπίτι παρέα με τα φαντάσματα των αδικοχαμένων παιδιών της και τον Ευαγγελάτο! Κι οι έχοντες εδώ να βολταρουν Αθήνα- Πήλιο στο χαλαρό χωρίς να 'χουν δώσει ποτέ τσακιστή δεκάρα! Όπως, καλή ώρα, τα τραπεζώματα με τον πρωθυπουργό! Κι εγώ να αγχώνομαι σα μαλακας όταν κατεβαίνω Βόλο μην πέσω σε κανέναν βλαμμένο και το πληρώσω χρυσό που πρέπει να συνδυάσω γιατρούς και τράπεζες και ψώνια κι άλλες χίλιες δυο και θέλω και δυο ώρες πήγαινε-έλα από το χωριό! Ή πρέπει, για να αισθάνομαι ακόμα πιο μαλακας, σε κάθε βήμα μου να στέλνω μήνυμα διαφορετικό; Και να περπατώ μονάχη στα έρημα καλντερίμια με τη μάσκα να κρέμεται και να μου τραβάει τ'αυτιά, μη και σπάσει ο διάολος το ποδάρι και την πάθω σαν τον άλλον που του την είχαν στήσει στα ρουμάνια! Και να απαγορεύεται, λέει, να βγω να πετάξω τα σκουπίδια μετά τις εννιά για να μη διασπείρω τον ιό και μες στα λεωφορεία να είναι στουμπισμενοι σαν τις σαρδέλες! Αν δεν είναι αυτό παράλογο τί είναι; Αν αυτό δε λέγεται χούντα, τότε τί λέγεται;

Και μέσα σ'αυτό το, αξιοζήλευτο για κάθε δικτατορική κυβέρνηση, περιβάλλον τρομοκρατίας και σύγχυσης και συνεχούς επιβολής νέων περιοριστικών μέτρων τα πλείονα εκ των οποίων δεν έχουν ουδεμία λογική κι επιστημονική βάση (τα Σ/Κ να κλείνει νωρίτερα η αγορά και να συνωστίζονται περισσότεροι στα σούπερ μάρκετ για να προλάβουν να ψωνίσουν, κλπ) κι αποτελούν το θέατρο του παραλόγου, ενώ αλλάζουν αλλεπάλληλα και πάλι χωρίς καμία λογική (μετά τις 6 το απόγευμα δε μπορείς να παραγγείλεις σουβλάκι για το σπίτι, πριν μπορείς... τελικά και μετά μπορείς...κλπ), όπου καταργούνται με κάθε τρόπο οι ελευθερίες μας "για το καλό μας", επιβάλλεται λογοκρισία "για το καλό μας", ευδοκιμούν πάσης φύσεως ρουφιάνοι, και πάλι "για το καλό μας", κι όπου οδηγούμαστε -συν τοις άλλοις- και σε παγκοσμίου επιπέδου φτωχοποίηση του λαού, ποιός εχέφρων νους δε βλέπει πλέον ότι δεν πρόκειται απλά για έναν φονικό ιό και μια πανδημία;  Κι όλα αυτά, για πρώτη φορά στα χρονικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, με λίγες παραλλαγές. Είναι θέμα "συνομωσιολογίας";! Πρέπει νά'σαι τουλάχιστον τυφλός για να μην το βλέπεις! Για ποιά ελευθερία μιλάμε όταν (το πλέον αηδές!) επιβραβεύεται ο κάθε ρουφιάνος ως "υπεύθυνος πολίτης" που θα καταγγείλει το γείτονά του, τον οποίον αντιπαθεί, ότι μάζεψε στο σπίτι πέντε άτομα και να εισβάλει η αστυνομία! Που θα καταγγείλει τον παπά, τον οποίο απεχθάνεται, ότι μετέλαβε ένα παιδάκι μετά την κεκλεισμένων θυρών λειτουργία! Που θα καταγγείλει τον Καθηγητή του πως οι απόψεις του είναι "αιρετικές" (ότι εναντιώνονται, δηλαδή, στην πλύση εγκεφάλου που τρώμε καθημερινά) -και θα καταφέρει κιόλας να του ακυρώσει τη διδασκαλία και να τον αναγκάσει να παραιτηθεί! Ο θρίαμβος της ρουφιανιάς, της λογοκρισίας, του φασισμού και της κακεντρέχειας! Ποιά ελευθερία λόγου και ποιά ελευθερία κινήσεων; Ο κάθε αδαής κι αμόρφωτος Ευαγγελάτος να τρομοκρατεί με τα μάτια γουρλωμένα και με αδιαμφισβήτητο κύρος "υπέρ-ειδικού" και να πληρώνεται αδρά για τούτο! Κι η αντίθετη άποψη να φιμώνεται και να εξευτελίζεται! Ας είναι και λάθος, ρε αδερφέ! Γιατί να μην ακουστεί;! Να θυμίσω πως "για το καλό μας", για να μας προστατεύσουν δηλαδή, κάποτε ρίχνανε βιβλία στην πυρά; Τώρα κατεβάζουν αναρτήσεις και κλείνουν μικρόφωνα! Τότε καίγανε μάγισσες, τώρα εξευτελίζουν και εξαφανίζουν από το προσκήνιο ανθρώπους! Και στο χέρι του κάθε κακομοίρη η κάμερα του κινητού και εν αναμονή να φωτογραφίσουμε όποιον παραβιάσει στο ελάχιστο το οτιδήποτε, να τον καταδώσουμε, να τον δημοσιοποιήσουμε και να συλλέξουμε και ένα τσούρμο οργισμένων πολιτών που θα μας επευφημήσουν και θα "λιντσάρουν" λεκτικά τον άμοιρο "εγκληματία"! Κι η Εξουσία πανευτυχής να περνά τους αντισυνταγματικούς νόμους της με την επιδοκιμασία του τρομοκρατημένου όχλου! "Κλείστε τα όλα!", αρκεί να μην έχω εγώ μαγαζί, να μην κινδυνεύω εγώ και τα παιδιά μου να πεινάσουμε και να βρεθούμε στο δρόμο να κοιμόμαστε στα παγκάκια!

Η οικονομική κατάρρευση έρχεται... η απόλυτη φτωχοποίηση του λαού, επίσης, έρχεται... η φρίκη της πείνας καταφθάνει... Τα λεφτά θα μαζευτούν στα χέρια των πολύ ολίγων κι εκλεκτών κι οι πολλοί θα εξαθλιωθούν εντελώς. Κι όλα τούτα σε παγκόσμιο επίπεδο.  Δεν είναι θέμα "συνομωσιολογίας", είναι θέμα απλής μαθηματικής σκέψης δημοτικού. Αλλά ο ανθρώπινος εγκέφαλος αρνείται να δει την επόμενη μέρα και στέκει μοναχά στο σήμερα, στο φονικό ιό. Λες και μας έταξε κανείς πως είμαστε αθάνατοι!

"[...] Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!"

(Κώστα Βάρναλη, "Οι μοιραίοι")

"Υγεία, μόνο υγεία!" ακούω πλέον από παντού σαν ευχή. Ε, όχι ρε παιδιά, ακόμη κι ο σκύλος, που θεωρείται ζώον ά-λογον το γνωρίζει αυτό: Αν είναι μια ζωή να την περάσει δεμένος στο παλούκι, δεν του αρκεί η υγεία! Κι έχω περάσει πάρα πολλά με την υγεία μου για να ξέρω να εκτιμώ την αξία της! (Άσε που η υγεία είναι συνάρτηση και της ψυχολογικής μας κατάστασης που, των περισσοτέρων, πάσχει σφόδρα με όλα τούτα.... Ασε που ο κόσμος πεθαίνει από χιλιάδες άλλα νοσήματα καθώς χειρουργεία διαρκώς αναβάλλονται, χρόνια πάσχοντες και καρκινοπαθείς αφήνονται στο έλεος του Θεού, προληπτικές εξετάσεις δε γίνονται κι ο κόσμος δεν τολμάει πια ούτε καν να πλησιάσει τα νοσοκομεία- τα οποία εξάλλου και καμιά κυβέρνηση δεν νοιάστηκε να επανδρώσει... πόσο μάλιστα η σημερινή! Γιατί η σωτηρία μας έγκειται στο να μην κυκλοφορούμε μετά τις 6 το βράδυ, κουφάλες!)

Αν είναι να ζω έτσι (Γιατί όλο τούτο φαίνεται πως δεν έχει τελειωμό! Κι αν έχει, τότε θά'ρθει κι άλλο και θα μας έχουν πλέον "εκπαιδευμένους"), αν είναι να τρέμω μη γεράσω (Γιατί το μπούλινγκ που υφίστανται οι περισσότεροι ηλικιωμένοι με ξεπερνά! Ανήμποροι να φέρουν και την παραμικρή αντίσταση κι απαγορεύεται να ξεμυτίσουν! Οφείλουν να μείνουν αποκλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους για τα τελευταία χρόνια της ζωής τους! Ούτε ν'ανάψουν ένα κερί στην εκκλησιά για παρηγοριά! Άσε πλέον τους στυγνούς εκβιασμούς από τα τέκνα τους για το εμβόλιο, πως αν αρνηθούν δε θα ξαναδούν τα εγγόνια τους κλπ. Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σ'όλο του το μεγαλείο! ), αν είναι να τρέμω μην αρρωστήσω από οτιδήποτε (Γιατί θα απαγορεύεται να με πλησιάσει οικείος μου και από πεταμένη σ'ένα θάλαμο νοσοκομείου ίσως τελικά θα βρεθώ πεταμένη μέσα σε μια γυαλιστερή αποστειρωμένη σακούλα για να μην κολλήσει το παρθένο χώμα τον ιό- Ω, τί ύψιστη ύβρις κατά των νεκρών τέτοιο τέλος και τέτοια ταφή! O tempora, o mores!)... όχι, δεν έχει καμία αξία! Πιο πιθανό, βέβαια, είναι να φύγω από καρκίνο, αλλά όλα τούτα και πάλι, δυστυχώς, θα ωφείλω να τα ανεχτώ! Μας έταξε κανείς πως είμαστε αθάνατοι, ξαναρωτώ; 


"Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία", θυμούνται σε κάθε επέτειο το σύνθημα κι αποδίδουν "φόρο τιμής"... Η παιδεία, πάει, ισοπεδώθηκε πλήρως από όταν περνάς κάθε τάξη του σχολείου ακόμη και με κόλλα λευκή (θες δε θες προβιβάζεσαι πλέον), όταν στην νεότερη ιστορία της τρίτης Λυκείου διδάσκεσαι για το τραπεζικό σύστημα της νεότερης Ελλάδας κι όχι για την Επανάσταση του 1821, όταν μαθαίνεις να παπαγαλίζεις ακόμη και το κόμμα και σου απαγορεύεται η κριτική σκέψη, όταν εισάγεσαι στο Πανεπιστήμιο με 3 στα 20 κι όταν, εν μέσω κορωνοϊού, δίνεις εξετάσεις για το πτυχίο σου από το σπίτι, αντιγράφοντας, κατά βούληση, ό,τι θες από το βιβλίο ή τον συμφοιτητή σου! Μια νέα εντελώς αμόρφωτη χειραγωγίσιμη μάζα βολικότατη, μέσα στην άγνοιά της, για κάθε εξουσία! Και με την ψευδαίσθηση ότι τα πτυχία της αντιστοιχούν σε συμπυκνωμένη σοφία! Νάτοι οι μελλοντικοί "ειδικοί"! Το ψωμί πάει κι αυτό... ωσονούπω έρχεται η πείνα... Κι όσο για την ελευθερία... κάθε μέρα χάνουμε και μιαν απόχρωσή της... κι όλοι σιωπούν...

Οι μόνες φωνές που ακούγονται είναι οι αντίλαλοι της εξουσίας, τα "παπαγαλάκια" του φόβου.

Κι ο μόνος αντίλογος που επιτρέπεται να ακουστεί είναι τον πλέον ακραίων και τρελαμένων ζαβών τις οποίες κι επιτρέπουν να αντιλαλούν σαν ηχώ για να μπορούν να τις ταυτίσουν με τους όποιους προβληματισμούς των σκεπτόμενων ώστε να τσουβαλιάζουν ύστερα, όσους έχουν ενστάσεις, ως ψεκασμένους!

Η κοινή λογική... σιωπά... (πλην ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων.) Γιατί δε μπορώ να πιστέψω πως χάθηκε! Αλλά πως αρνείται ν'αναμιχθεί σε τούτο τον κυκεώνα!

Κι έτσι αποφάσισα να της δώσω για λίγο το βήμα. Κι ας την κατασπαράξουν τα όρνια! Έτσι, βρε αδερφέ, να μην νομίζουμε πως χάθηκε από προσώπου γης. Αλλά και για να μην νομίζει η μικρή μου φίλη πως σήμερα δε μπορεί κάποιος να μιλάει ελεύθερα δημόσια... Πολύ μου κακοφάνηκε να παραδίδω μια τέτοια εικόνα, έναν τέτοιον κόσμο στα παιδιά... μα πάρα πολύ... αφάνταστα πολύ! Οπότε, κι ας μην είχα καμιά, μα απολύτως καμιά  διάθεση, αποφάσισα να κάνω μια παύση της σιωπής και να μιλήσω....

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Συνομιλώντας με τη ζωή και το θάνατο...



Και μπήκε ο Μάρτης, λοιπόν... Ο Μάρτης, που τού'χω μπόλικα φυλαγμένα, μιας και τις τελευταίες χρονιές μου βγάζει ένα πρόσωπο που δε θα τό'λεγες καθόλου φιλικό! Κι όσο κι αν μια ζωή αναμένω την Άνοιξη, αυτή τη φορά δε θα με πολυχάλαγε να τον προσπεράσουμε στα γρήγορα τον φιλοπόλεμο κι ιδιότροπο Μάρτη, τον αφιερωμένο, βεβαίως-βεβαίως, στον δεινότατο θεό του πολέμου Άρη (Mars). Όχι δεν είμαι προληπτική, ούτε προκατειλημμένη μαζί του, απλά έχω λόγους βάσιμους και σοβαρούς που, δυστυχώς, δε μπορούν να αναλυθούνε εδώ μέσα. Άσχετα, όμως, από τους παραπάνω λόγους, δε θα τό'λεγα και προς τιμήν του, που η μέρα σήμερα ξεκίνησε με μια κηδεία! Ολοκληρώθηκε, βέβαια, με τον εσπερινό για το αυριανό Ψυχοσάββατο και το σταράκι ("στάρι" λέμε εδώ τα κόλλυβα) για τις ψυχές των ξενιτεμένων στην Πέρα Όχθη, οπότε όλη τούτη η μέρα, η πρώτη του μηνός αφιερώθηκε στους "αποχωρήσαντες" του κόσμου τούτου...


Δυστυχώς, με το έμπα του 2019, ουκ ολίγοι γνωστοί μου "έφυγαν"... Οι περισσότεροι μπορεί να μην ήταν φίλοι ή ιδιαιτέρως κοντινοί, αλλά στα χωριά, νομίζω πως τα πράγματα βιώνονται τόσο διαφορετικά από ότι στις μεγαλουπόλεις -τουλάχιστον όταν δεν είσαι αναίσθητος!- όσον αφορά το θάνατο, που δε μένεις ανεπηρέαστος. Στις πόλεις χάνονται όλοι μέσα στο πλήθος και στην ανωνυμία, εδώ όλοι είναι κάποιοι, όλοι σχεδόν σημαίνουν κάτι για σένα, ακόμη κι αν δεν είναι φίλοι: Ο γείτονας, ο περιπτεράς, ο μαγαζάτορας, ο ψάλτης, ο πρόεδρος, ο παπάς κι η παπαδιά, ο ταχυδρόμος, τα πιτσιρίκια που σου τραγουδούν τα κάλαντα, η γιαγιά που σου φέρνει τα αυγά, ο παππούς που συναπαντάς κάθε μέρα στο ίδιο τραπεζάκι στο καφενείο, ο μπακάλης, ο υδραυλικός, ο υδρονομέας που σου φέρνει νερό να ποτίσεις τον κήπο σου, ο μπάρμπας με τον γαϊδαράκο, ο συγχωριανός που έτυχε δέκα φορές να βρεθείτε στο ξαφνικό να πίνετε τσιπουράκι συζητώντας αμπελοφιλοσοφίες, η παραπάνω γείτονισσα που κάθε φορά θα καλημερίσεις στο καλντερίμι ανηφορίζοντας στην πλατεία, ο άλλος που μαζεύατε δυο χρονιές παρέα ελιές, ο ψαράς που φέρνει κάθε μέρα με το αγροτικό την πραμάτεια του στα γύρω χωριά, ακόμη κι ο νεκροθάφτης! Όποιος και να χαθεί, πέρα κι εκτός των φιλικών σχέσεων που μπορείς νά'χεις ή να μην έχεις, είναι απώλεια! Είναι μια ψυχή μείον από την κοινότητα, μια καλημέρα λιγότερη, μια σχεδόν καθημερινή εικόνα που σβήνει, ένα τσούγκρισμα ποτηριού που δε θα ξανακουστεί, συν όλες τις πολύτιμες ιδιότητες που κουβαλάει ο καθείς και τον ξεχωρίζουν και τον χρίζουν χρήσιμο ή και ακόμη, άκρως απαραίτητο, σε μια μικρή κοινωνία.
Σήμερα, λοιπόν, ήμουν σε μια κηδεία σε ένα διπλανό χωριό. Πιο μικρό, πιο "δεμένο" και λιγότερο "μεταλλαγμένο" από το δικό μας, στο οποίο δικό μας κάποια ήθη έχουν αλωθεί λόγω τουρισμού, αλλά και λόγω φυσικά του "σύγχρονου τρόπου ζωής" που έχει εισβάλει κι εδώ μέσω τηλεόρασης, διαδικτύου και "ετεροδημοτών". Είχανε χάσει τον παπά τους, ενάμιση χρόνο πριν. Ίσως όποιος δεν έχει ζήσει σε χωριό, δε μπορεί να διανοηθεί, τί απώλεια είναι να λείψει παπάς από χωριό! Και δεν αναφέρομαι μόνο σε εκείνους που εκκλησιάζονται, για τους οποίους είναι ιδιαιτέρως λυπηρό να μην ακούγεται η καμπάνα την Κυριακή (κι αν σκεφτούμε κάποιες γιαγιάδες, ίσως είναι η μόνη τους ευκαιρία στη βδομάδα και για ένα συναπάντημα) κι ακόμη χειρότερο να μην μπορούν να απολαύσουν τους Ύμνους για την Παναγιά ή μια κατανυκτική Μεγάλη Βδομάδα, παρά στην καλύτερη μονάχα μιαν Ανάσταση με παπά σταλμένο από την πόλη να ξεπετάει τα λόγια βιαστικά για να γυρίσει πίσω στην οικογένειά του. Ακόμη κι ο Επιτάφιος της Μεγάλης Παρασκευής για να στολιστεί, που εδώ τουλάχιστον συρρέουν χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο για να τον θαυμάσουν ή και να τον ακολουθήσουν, θέλει μια οργάνωση και μια διαδικασία. Ακόμη και τα πανέμορφα πετρόχτιστα ξωκλήσια μας, θέλουν κάποιον να νοιάζεται και να φροντίζει για να μην ρημάξουν. Κι όταν δεν υπάρχει παπάς στο χωριό, για όλα τούτα και πόσα άλλα, δυσκολεύουν πολύ τα πράγματα... Μα νομίζω το χειρότερο είναι στο θάνατο...
Ίσως δεν το καταλάβαινει αυτό κάποιος που ζει στην Αθήνα. Γιατί ο άνθρωπος συνηθίζει και έτσι κι αλλιώς. Κι εγώ όταν μικρή έχασα τον πατέρα μου εκεί ζούσα, οπότε το θεώρησα δεδομένο πως μετά το νοσοκομείο θα βρεθώ σε ένα άγνωστο νεκροταφείο, όπου σε ένα μικρό δωμάτιο θα συναντήσω ένα σφραγισμένο κουτί στο οποίο θα μου πούνε πως είναι ο πατέρας μου μέσα, θα συνοδεύσουμε το κλειστό κουτί σε μια άγνωστη εκκλησία κι ένας άγνωστος παπάς που δε θα ξαναδώ ποτέ μου θα ψάλλει γρήγορα κι "εργολαβικά" τρόπον τινά τις ευχές γιατί έχει ο "επόμενος" σειρά και, αφού γίνει η ταφή, θα πιούμε καφέ βιαστικά, σαν να ξεπετάμε κάποια υποχρέωση, όλοι μαζί σ'ένα άγνωστο, ψυχρό χώρο που λειτουργεί μοναχά για τέτοιες περιπτώσεις... Τώρα που ζω εδώ, αυτό το σενάριο το θεωρώ παραπάνω κι από εφιαλτικό! Απάνθρωπο!
Ενώ στο χωριό, άμα συμβεί -Θεός φυλάξει- το κακό, θα ειδοποιήσεις τον παπά που σε ξέρει και τον ξέρεις και γνωρίζει τον άνθρωπό σου και, όσο νά'ναι, νοιάζεται γιατί είναι συγχωριανός του κι ίσως και φίλος ή συγγενής του, θα χτυπήσει την καμπάνα πένθιμα για το χωριό, θα έχεις τον άνθρωπό σου στο σπίτι να τον ξεπροβοδίσεις από κει με φίλους και συγγενείς (κι ας είναι και κάποιοι σπαστικοί!), θα τον πας στη γνώριμη εκκλησιά του χωριού σου να διαβαστεί, θα δεις το πρόσωπό του, θα τον αποχαιρετίσεις ανθρώπινα με ένα λουλούδι από τον κήπο σου, θα το συνοδεύσεις στο μικρό νεκροταφείο στον τόπο που έζησε κι αγάπησε και που όλοι στα γύρω μνήματα είναι γνωστοί, θα μαζευτείς στην πλατεία του χωριού ή ακόμη και στο σπίτι, να μνημονεύσεις τις στιγμές που ζήσατε αντάμα... Θα πιεις κι ένα κρασί... Πάντα όλα τούτα δύσκολα, αλλά τουλάχιστον πιο φυσιολογικά... Μ'όλο τους το τελετουργικό που αιώνες τώρα, συντρόφευε τις πονεμένες στιγμές της απώλειας. Την τελευταία φορά που κατέβηκα στην Αθήνα για κηδεία, απλά τρόμαξα! Ένα κλειστό κουτί, στη σειρά μαζί με άλλα ίδια κουτιά. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Κι ύστερα φούρια, τα λόγια μισά για να προλάβουν να "εξυπηρετηθούν" όλοι οι μεταβαίνοντες στον Κάτω Κόσμο,  χωρίς να ξέρουμε ποιοί πενθούν μαζί μας και ποιοί πενθούν τον διπλανό,  μετά σπρωξίδι σε κάτι στενοκοπιές, ένα λουλούδι που δε μ'άφησαν να πετάξω στο χώμα γιατί βιαζόντουσαν να πισωγυρίσουμε στο αδιέξοδο και, τέλος, σ'ένα καφενέ μπερδεμένοι κι ανακατεμένοι μ'άλλους να προλάβουμε να αδειάσουμε στα γρήγορα το φλιτζάνι με το νερουλό καφέ για να αδειάζουν κι οι καρέκλες για τους επόμενους! Τί νόημα έχει όλο τούτο;


Κι επανέρχομαι στο γειτονικό χωριό... Πού'χανε χάσει τον παπά τους. Έναν άνθρωπο, παλαιάς κοπής, που κρατούσε ενωμένο το χωριό, που το σπίτι του ήταν πάντοτε ανοιχτό για τους συγχωριανούς του κι όποιον τον είχε ανάγκη. Μού'χε κάνει τόσο εντύπωση πριν κάποια χρόνια που τον γνώρισα και πέρασα μέρος της ζωής μου εκεί. Όντως, εκεί, βίωσα στιγμές που μοναχά σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη είχα αφουγκραστεί να υφίστανται... Από τα πανηγύρια, μέχρι και τις κηδείες... Κι όταν τον χάσανε, ήτανε σαν να χάθηκε η κεφαλή.. Σαν να χάσανε έναν κοινό πατέρα. Τόσο, που τό'νιωσα κι εγώ, η ξένη! Εκείνος ο καλός παπάς, όμως, είχε φροντίσει να αφήσει και καλή μαγιά ώστε να τον διαδεχτεί, να μη μείνει το χωριό ακέφαλο. Δεν είναι κι εύκολη απόφαση, όμως, να βάλεις το ράσο με όσα αυτό συνεπάγεται, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, όσο κι αν αγαπάς την ιεροσύνη. (Αναφέρομαι, φυσικά, πάντα σε ανθρώπους με συνείδηση κι επίγνωση των πράξεών τους, αφήστε κατά μέρος τους συμφεροντολόγους κάθε λειτουργήματος ή κι επαγγέλματος.... Δεν έχω καμιά όρεξη να ασχοληθώ μ'αυτούς!) Σημασία έχει πως τελικά το αποφάσισε, κι εκείνος κι η γυναίκα του, για να μη μείνει η εκκλησιά του χωριού του κλειστή, κι οι συγχωριανοί χωρίς ένα σπιτικό ανοιχτό στη χαρά και στον πόνο τους. Κι όλο τούτο θέλει μια διαδικασία, την οποία και φυσικά δε θα αναλύσω τώρα, αλλά, σε γενικές γραμμές, αφού πάρει κάποιος το χρίσμα πρέπει και να μαθητεύσει για κάποια περίοδο ώστε να εξοικειωθεί με τον ρόλο του. Σήμερα, λοιπόν, θά'ταν η πρώτη μέρα που θα λειτουργούσε μόνος του στην εκκλησιά του χωριού, εν όψει του Ψυχοσάββατου, ο νέος παπάς. Κι όπως τά'φερε ο Μάρτης, τελικά, ξεκίνησε με μια Εξόδιο Ακολουθία...


Στεκόμουν δίπλα στην εκκλησιά και περίμενα... Ανηφόριζαν το δύσκολο καλντερίμι από το σπίτι του θανόντος. Μπροστά ο χωριανός παπάς ψέλνοντας συγκινημένος, ακολουθούσε η σορός στα χέρια βουρκωμένων φίλων και συγγενών και παραπίσω οι δικοί του άνθρωποι... Οι υπόλοιποι αναμέναμε εκεί.. Χωρίς καμιά βιασύνη για την περασμένη ώρα που ανέγραφε το κηδειόχαρτο, χωρίς επαγγελματίες να αναλαμβάνουν τα βάρη και το ρόλο των αγαπημένων του... Συγκινήθηκα διπλά... Δε μπορούσε νά'ναι αλλιώς... Όταν στη θύμισή μου τον βλέπω άλλοτε καβάλα στο άλογο για το χωράφι, άλλοτε να μου κάνει σινιάλο από το παραθύρι να "χτυπήσουμε" από ένα τσιπουράκι στο μικρό μπακάλικο κι άλλοτε να τον πειράζω και να γελά αλλά συνάμα νά μού'χει έτοιμη τη "σουβλερή" απάντηση κάτω απ'τα πυκνά μουστάκια του... απλά δεν ταίριαζε αλλιώς....
Χάσαμε τ'αυθεντικά... κι αρχίσαμε να τα χάνουμε κι απ'τα χωριά ακόμη... Μαζί με τους τελευταίους αυθεντικούς ανθρώπους... Χάνονται τ'απλά, τα όμορφα, τα αληθινά.. Και το χειρότερο είναι πως συνηθίζουμε... συνηθίζουμε τ' αφύσικα για φυσιολογικά, τα δήθεν για ουσία και τα φολκλόρ για παράδοση... βαφτίζουμε ανθρωπιά ό,τι πιο απάνθρωπο κι εστιάζουμε στην επιφάνεια και στις ταμπέλες κι όχι στο περιεχόμενο...  Συνηθίζουμε να περιφρονούμε ακόμη και το ταξίδι μας σ'αυτή τη ζωή, όπως και το ταξίδι μας προς το θάνατο. Κι αν είναι πρόοδος , δεν αντιλέγω, να βάζουμε πλάκα Πηλίου στις σκεπές των σπιτιών μας κι όχι το ταπεινό κεραμίδι, επειδή έτσι επιτάσσει η "παράδοση" του τόπου για να θαυμάζονται αρχιτεκτονικά ως "διατηρητέα", είναι τουλάχιστον κατάντια να εστιάζουμε μοναχά εκεί, μοναχά στην πέτρα, κι όχι στον άνθρωπο, στην ουσία της ζωής και του θανάτου του, όπου τα "ενδύουμε" όλα με κακοφτιαγμένη λαμαρίνα τελευταίας ποιότητας.


Μπήκε η Άνοιξη... Στο βουνό μας ο ήλιος ακόμη παλεύει να λιώσει τ'απομεινάρια του τελευταίου χιονιά... Μπήκε ο Μάρτης... Τα μπουμπούκια ξεπροβάλλουν δυναμικά, απτόητα από την παγωνιά του λευκού χιονιού, όπως κάθε Άνοιξη, όπως κάθε χρονιά τέτοια εποχή, σεβόμενα το ρόλο τους και την ουσία της ύπαρξής τους...
Καλή ανθοφορία, λοιπόν! Στον νου και στις ψυχές μας... Καλό μήνα Μάρτη!


Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε, καθ'ότι λαογραφικό το ιστολόγιο, για όποιον ενδιαφέρεται για τα του Μάρτη, μια παλαιότερη ανάρτηση εδώ: Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Καλό ταξίδι Δάσκαλε...


Όταν τελείωνα τη δευτέρα λυκείου, είχα βρέθει σε ένα μεγάλο δίλημμα που με ταλάνιζε σχετικά με το ποιά "δέσμη" (τότε), πιο κατεύθυνση σπουδών να ακολουθήσω. Βλέπεις, αγαπούσα τα φιλολογικά, ήμουν ερωτευμένη με τις φυσικές επιστήμες, ποθούσα να μάθω την ιστορία του τόπου μας, με εντυπωσίαζε η επιστήμη της γενετικής και, τέλος πάντων, ήθελα να μάθω σχεδόν τα πάντα! Αλλά έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Τόσο δυσκολευόμουν που -το σκέφτομαι τώρα και γελάω- έφτασε η ώρα να ξεκινήσει η σχολική χρονιά και δήλωσα στο σχολείο πως "μάλλον, αλλά προς το παρόν, γιατί δεν είμαι σίγουρη" θα ακολουθήσω την πρώτη δέσμη! Αυτήν και ακολούθησα τελικά. Πέραν από την απέχθειά μου προς την "παπαγαλία" που υπήρξε ανασταλτικός παράγων για τα φιλολογικά όπως διδάσκονταν και εξετάζονταν, ο βασικός λόγος που έλαβα αυτήν την απόφαση ήταν πως μετά από αρκετή σκέψη κατέληξα πως "ιστορία κι αρχαία" μπορώ να τα μελετήσω και μόνη μου...
Τέλειωσα τις σπουδές μου κι ήρθα να μείνω στο χωριό. Συνέχισα να καταβροχθίζω λογοτεχνικά βιβλία κι ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια για να μου δωθεί η αφορμή να ξεσκαλίσω τα "αρχαία ελληνικά" -τα οποία, σημειωτέον, είχα διδαχθεί μονάχα δυο χρονιές στο σχολείο, καθώς είχε καταργηθεί η διδασκαλία τους από το γυμνάσιο τότε- και να αρχίσω να μελετώ ιστορικά βιβλία. Στην αρχή τά'χασα, δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω, κατά που να κάνω! Ύστερα μια φωνή μου είπε το απλό "Από την αρχή": Όμηρος. Και πάει λέγοντας... Στο θέμα "ιστορία" ήμουν πολύ επιφυλακτική, γιατί ο καθείς μπορεί να "κόβει και να ράβει" καταπώς τον βολεύει, να γράφει τις μπαρούφες του, τις προσωπικές τους υποκειμενικές υποθέσεις ως γεγονότα ή, ακόμα χειρότερα, νά'ναι στρατευμένος σε κάθε λογής "-ισμό"! Έτσι, ξεκίνησα  απ'ευθείας με έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Μού'λειπε, όμως, μια "συνολική θεώρηση"... Τότε ήταν που πρωτογνώρισα το έργο του αειμνήστου Σαράντου Καργάκου!
Δε θα γράψω πολλά, δεν είμαι έτσι κι αλλιώς η αρμόδια. Τα λέει, εξάλλου, μια χαρά ο Στάθης, στο κείμενο που παραθέτω πιο κάτω. Απλά θέλω να αποτίσω ένα φόρο τιμής σ'ένα μεγάλο Δάσκαλο, σ'ένα σπουδαίο Έλληνα, σ'έναν ξεχωριστό Άνθρωπο, που διάβηκε για την αντιπερα όχθη μόλις τρεις μέρες πριν, μαχόμενος μέχρι τελευταίας πνοής για την Ελλάδα, για να ξεστραβώσει και να φωτίσει όλους εμάς που βρισκόμαστε στα σκοτάδια και στην άγνοια, πάντα με απαράμιλλο ήθος και αξιοπρέπεια, χωρίς ακρότητες, φανατισμούς και σκοταδισμούς κι επιπλέον χωρίς να υπάρξει πιόνι κανενός "συστήματος"! Γιατί φυσικά η καθαρή κι αληθινή φωνή του, δε βόλευε κανέναν από όλους -είτε κόκκινους, είτε μπλε, είτε πράσινους και τρικολόρε, είτε κατήμαυρους!- όσους θέλουν να προπαγανδίσουν ή να καπηλευτούν και να προωθήσουν ιδέες, αξίες κι ιδανικά για τους δικούς τους ύποπτους σκοπούς και συμφέροντα...
Έφυγε σίγουρα πικραμένος για τη μοίρα της πατρίδας μας που τόσο αγαπούσε, σε μια συγκυρία τραγική: η Ελλάδα να σφαδάζει μετά από μια συνεχή πολυετή (σε χρόνο βάθους έως και δεκαετιών) συστηματική αποδόμηση και διάλυσή της και η Μακεδονία μας πλέον να ξεπουλιέται ευθαρσώς κατ'εντολήν των διεθνών αρπακτικών και κατά προδοσία των εγχώριων τρωκτικών πάσης χρωματικής αποχρώσεως .... 

 Του Στάθη, από την εφημερίδα: Το ποντίκι:

16.1.2019 / ΣΤAΘΗΣ Σ.
Σαράντος Καργάκος



"Ο Σαράντος Καργάκος. Κατ’ αρχάς ένας γλυκός άνθρωπος. Που νοιαζόταν για τους μαθητές του, τους ανθρώπους, την πατρίδα μας. Πολυμαθέστατος και πολυγραφότατος, με τον αέρα της Μάνης στην καρδιά και τους ορίζοντες του κόσμου στο βλέμμα. Μειράκιο είχα την τύχη να με προετοιμάσει στα αρχαία ελληνικά για τις εξετάσεις μου στο Πανεπιστήμιο. Τότε αντιλήφθηκα για πρώτη φορά την αξία του περιεχομένου σε ένα κείμενο, διότι ο δάσκαλος για να μας διδάξει τη μετάφραση ή το συντακτικό, τα πραγματολογικά στοιχεία ή το νόημα ενός «αγνώστου» κειμένου που πιθανόν να «έπεφτε» στις εξετάσεις, το επανατοποθετούσε στο σώμα του έργου στο οποίο ανήκε, ώστε να καταλάβουμε το πνεύμα του κειμένου που θα έπρεπε να επεξεργασθούμε. Δεν διόρθωνε τα λάθη μας μόνο, αλλά τα εξηγούσε. Φιλόλογος περιωπής.
Χρόνια πολλά μετά αντάμωσα πάλι τον παλιό μου δάσκαλο υπό νέο πρίσμα: της πολιτικής του διαδρομής, του συγγραφικού του έργου και της συνεισφοράς του στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού. Με την ευκαιρία να σας συστήσω τα τρία τρίτομα έργα του Σαράντου Καργάκου για την Ιστορία των Αθηνών, την Ιστορία της Σπάρτης και την Ιστορία του 1821. Για αρχή, διότι στα 72 έργα που έχει εκδώσει καταπιάνεται με πλήθος πτυχών της ελληνικής Ιστορίας καθώς και του ελληνικού πολιτισμού, στην οικουμενικότητά τους, έτσι που ο αναγνώστης να μετατρέπεται σε γνώστη και εν τέλει σε μύστη.
Στις ιστορικές του μελέτες (μονογραφίες, δοκίμια και σύνολα έργα) ο Καργάκος είναι γλαφυρός ως προς την αφήγηση, ακριβής ως προς τις πηγές και καθόλου δογματικός ως προς τα συμπεράσματά του. «Η έρευνα μόνον αναθεωρεί την Ιστορία – κι όχι οι θεωρίες» μου έλεγε «διότι η αλήθεια βασίζεται σε αποδείξεις». Πραγματεύθηκε το σύνολο του ιστορικού σώματος του ελληνισμού, την Αρχαϊκή Εποχή, τους Κλασικούς Χρόνους, την Ελληνιστική Εποχή (στην επιστημονική προσέγγιση της οποίας συνέβαλε και ως συγγραφέας και ως ερευνητής), το Βυζάντιο, την Επανάσταση του 1821 και τα Νεώτερα Χρόνια. Υπέροχος αφηγητής όλων αυτών και δια ζώσης και δια της γραφίδος, εν τέλει εύθυμος όπως όλοι όσοι γνωρίζουν τα ανθρώπινα, ευρύστερνος, Χριστιανός στην πίστη αλλά και στην απόλαυση του βυζαντινού πολιτισμού, όσον και αυστηρός με τις ελαφρότητες που μας καταδυναστεύουν. Ο Σαράντος Καργάκος οίκτιρε και περιφρονούσε τους ιδιοτελείς εκ των αμαθών, κι άλλοτε αισθανόταν θλίψη. Το έργο του αντέκρουε την τρέχουσα κυριαρχία των φληναφημάτων από μόνο του, αλλά συχνά αισθανόταν την ανάγκη να ασχολείται και ο ίδιος εναντίον της κυρίαρχης προπαγάνδας, με την αρθρογραφία του στον Τύπο. Στην οποίαν αρθρογραφία επίσης διέπρεψε αντιμετωπίζοντας την επικαιρικότητα ως ένα υλικό που στερεώνει τη συνέχεια της διαχρονίας. «Την ιστορία δεν την γράφουν οι νικητές, αλλά εκείνοι που την ανακαλύπτουν».
Σε όλη του τη ζωή υπερασπίσθηκε την εθνική ανεξαρτησία, την πρόοδο του κοινού των Eλλήνων, γνώρισε τους πολιτισμούς των άλλων ανθρώπων, και αγωνίσθηκε για το δίκιο. Ήταν ενάρετος με την έννοια που έδιναν στην αρετή οι αρχαίοι, δηλαδή γενναίος, δίκαιος, πρόμαχος του κοινού, με παρρησία και ευγένεια.
Πνεύμα ελεύθερο, προσηνής και συντροφικός. Ενθουσιαζόταν με τις ίδιες του τις σπουδές, όπως για τη Μακεδονία ή τις έρευνες στη Βακτριανή, έπαιζε απ’ έξω κι ανακατωτά όλη την τεράστια βιβλιογραφία για τον Μεγαλέξανδρο, γνώστης της Ρωμαϊκής Iστορίας στο βάθος της και ώρες- ώρες Βυζαντινός κι ο ίδιος στους τρόπους του. Βλέπω τον δάσκαλο με το κεράκι του σε ένα ανεμοδαρμένο ξωκλήσι στη Μάνη, τον άκουσα κι εγώ να μου εξηγεί τι ιστορούν οι εικόνες και τι δηλούν οι μύθοι, πώς περνούν οι τελετουργίες η μία μέσα στην άλλη από εποχή σε εποχή, έχοντας τον δεκαπεντασύλλαβο στο στόμα και τη γνώση στο θηκάρι.
Σαν μίλαγε για την ποιητική των γεγονότων, όπως τα σμιλεύουν οι πράξεις των ανθρώπων, έλαμπαν τα μάτια του, κοιτούσε γύρω του σαν τον αητό και ταυτοχρόνως άπλωνε μπροστά του το μέλι να γευτείς, να μάθεις πώς να το βρίσκεις. Κοσμοκαλόγερος αλλά και στρατιώτης στο μεϊντάνι των συγκρούσεων, έπαιρνε θέση αφήνοντας να λογαριάσουν το κόστος οι δευτερότεροι. Πολυμήχανος και δαιμόνιος ένας πανηγυριστής της ζωής κι εν τω άμα αναχωρητής, όταν ο γρίφος έπρεπε να λυθεί, όταν το νερό που ύστερα θα δρόσιζε λάλον τη συντροφιά, το καφενείο, τη σχολική τάξη, θα έπρεπε να αναβλύσει απ’ την πηγή του. Ακόμα κι όσους τον εχθρεύθηκαν ή τον φοβήθηκαν για τις ιδέες του ο δάσκαλος τούς αντιμετώπισε με ηπιότητα (αλλά και κάποιες φορές με δικαιολογημένη οργή) που πήγαζε απ’ την αγωνία του για την τύχη μας. Αγωνία εξ αγάπης. Ένα πράγμα μίσησε στη ζωή του ο Σαράντος Καργάκος, τον φασισμό.
Ιδρυτικός της «Πανσπουδαστικής», εισηγητής του 15% για την Παιδεία τη δεκαετία του 1960, καταδιώχθηκε απ’ τη Δικτατορία, ωφέλησε τα γράμματα, νοιάσθηκε για την Ελλάδα και εκδήμησε πατριώτης, όμορφος στην όψη όπως και στην ψυχή, αρχοντάνθρωπος, με το ζακετάκι του κάτω απ’ το κουστούμι να προστατεύει μια μεγάλη καρδιά.

Στο καλό, δάσκαλέ μας, στα Ηλύσια…"

email: stathispontiki@gmail.com



Υ.Γ. Πέρσι τέτοια εποχή, σε μια κρίση βαριεστημάρας, πείστηκα κι εγώ να μπω στο "φατσοβιβλίο" να δω τί γίνεται, παρ'όλο που μου είναι αποκρουστικά και όλος αυτός ο αχταρμάς άσχετων πληροφοριών που σε κατακλύζουν,  και η αυτοματικοποιημένη αποβλακωμένη κι ανούσια πληκτρολόγηση των απρόσωπων "λάικ" , κι ακόμη περισσότερο η αίσθηση του απόλυτου "φακελώματος" της προσωπικότητάς σου. Αλλά, επειδή "ουδέν κακόν αμιγές καλού", ανακάλυψα και κάποιες σελίδες εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπως εκείνη του Σαράντου Καργάκου, που μού'δωσαν τη δυνατότητα να διαβάζω αξιόλογα άρθρα και να ενημερώνομαι. Στις 24 Φεβρουαρίου, ο Σαράντος Καργάκος αναρτά: "Εὐχαριστῶ τό ἐκλεκτό κοινό πού ἐκτιμᾶ τούς λόγους καί τίς γραφές μου. Τά μηνύματά σας εἶναι γιά μένα δυναμωτικές ἐνέσεις. Δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά ἀπαντῶ προσωπικά. Ἔχω ἠθελημένη ἄγνοια περί τά ἠλεκτρονικά. Ὁ χειρισμός εἶναι ἔργο τοῦ γυιοῦ μου Γιάννη Καργάκου." Με εντυπωσίασε τόσο που εκείνος που, τόσα μας έδινε, μας ευχαριστούσε! Και μου έδωσε την αφορμή και την ευκαιρία να του πω, επιτέλους, το δικό μου ευχαριστώ για τα τόσα που με δίδαξε χωρίς να καν να με γνωρίζει. Το μεταφέρω εδώ, απλά, γιατί δε θέλω να χαθεί στο αχανές διαδίκτυο, θέλω να παραμείνει σαν κατάθεση δική μου στη μνήμη του: "Εμείς σας ευχαριστούμε κύριε Καργάκο! Είναι τόσα αυτά που θά'θελα να σας γράψω, που χάνω τα λόγια μου! Ένα μεγάλο ευχαριστώ που υπάρχετε, που απλόχερα μας προσφέρετε τις γνώσεις σας, που στέκεστε σα φάρος φωτεινός μες στα σκοτάδια τούτης της εποχής της ισοπέδωσης και διαστροφής των πάντων, που μας χαρίζετε πνευματική τροφή με το λόγο και τις γραφές σας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλο το έργο σας, για τα βιβλία σας που με δίδαξαν και συνεχίζουν να με διδάσκουν την ιστορία μας, για το ήθος και την ακεραιότητά σας που αποτελεί για μένα, προσωπικά, δυναμωτική ένεση! Ο Θεός να σας έχει καλά, γερό κι ακμαίο! Ευχαριστώ και το γυιο σας που μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε αυτή την επικοινωνία μαζί σας." Και πάλι, 
ξαναμπήκε στον κόπο και μ'ευχαρίστησε!..

Καλό Ταξίδι Δάσκαλε, Καλό Παράδεισο... Ευχαριστώ...

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Μενεξέδες...



Εκεί που η πλάση θαρρείς κι έχει αποκοιμηθεί και ψάχνεις έστω ένα τόσο δα λουλουδάκι να στολίσεις τη ματιά σου, εκεί που ο χειμώνας έχει για τα καλά στρογγυλοκαθίσει στο βουνό σου και το τοπίο σαν να έχει πέσει σε λήθαργο βαρύ, ξαφνικά, ένα πρωινό, διακρίνεις ανάμεσα στη μουντή πρασινάδα μικροσκοπικές μωβ πινελιές να αποδιώχνουν αμίλητα, αλλά σθεναρά, τη μονοτονία... Ποτέ δεν τους έχω πετύχει να προβάλλουνε χωρίς το δάκρυ της βροχής, ποτέ δεν τους θυμήθηκα χωρίς δυο πεταλάκια τους μουλιασμένα.. Πρωτοπόροι, θαρρείς βιαστικοί, αντιμέτωποι πάντα με το τσουχτερό κρύο, με τα τερτίπια του Φλεβάρη, που ανοίγει τις φλέβες του και ρίχνει ποταμούς βροχής, που τραμπαλίζεται κι αλλάζει και χαρίζει κι ενδιάμεσα κάτι απότομες εμβόλιμες λιακάδες που τους τσουρουφλάνε..

Σήμερα τους παρατήρησα, το πρωί.. σήμερα που πάλι κάποια ψυχή μας αποχαιρέτησε για την πέρα όχθη.. κι έτσι μου φάνηκαν πένθιμοι ντυμένοι στα μωβιά, σαν να βάλθηκαν να στολίζουν τη γειτονιά με τις μεγαλοβδομαδιάτικες μενεξεδιές κορδέλες τους... 


Ιον το εύοσμον.. κοινώς μενεξές.. Ιον εκ του "ίος=μόνος, καθώς φύεται μόνον" μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") ή "παρά το ανιέναι ταχέως" (ιών, ιούσα, ιόν, μετοχή του είμι= πορεύομαι...).

Με άλλα λόγια φυτρώνουν μόνοι.. γεννιούνται μόνοι.. Κι ύστερα μαζεύονται παρεούλες-παρεούλες, γειτονιές-γειτονιές... μέχρι και πάλι να σβήσουν.. μόνοι, όπως όλοι μας..


Μενεξές.. με πλήθος φαρμακευτικές ιδιότητες, γνωστές από την αρχαιότητα.. Ακόμα κι ο Ιπποκράτης τον συνιστούσε. Σήμερα, πάλι, παστωνόμαστε με χιλιάδες φάρμακα, όχι τίποτα άλλο, για να "φύγουμε" χαπακωμένοι.. μιας κι άλλο από αρρώστιες και θανατικά, δεν ακούω πλέον..




(Ομήρου Οδύσσεια, ε)


Καλό ταξίδι γειτόνισσα .......... 

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Νυχτερινές μελωδίες στον Παλιό Σταθμό..



Σαββατόβραδο.. στον ειδυλλιακή τοποθεσία του Παλιού Σταθμού, συντροφιά με το τραινάκι, κάτω από τις αγκάλες των αιωνόβιων πλατανιών, δίπλα από τους καταρράκτες της ρεματιάς που γουργουρίζουν ορμητικά κατεβάζοντας το κρυσταλλένιο νερό απ'το βουνό..  εκεί.. σε μια φιλόξενη γωνιά του φημισμένου όρους των Κενταύρων.. εκεί.. που καμιά φορά αν ξεχαστείς, περπατώντας μονάχος στη σιγαλιά, μπορεί και ν'αφουγκραστείς τον καλπασμό του Χείρωνα..(βλ.: Κένταυρος Χείρωνας) επέλεξε η Τάνια Τσανακλίδου, παρέα με τη Μάρθα Φριτζήλα, να μας χαρίσουν μια μαγική, αξέχαστη μελωδική βραδιά..


Ήταν οι μέρες δύσκολες.. και δυστυχώς εξακολουθούν νά'ναι..ο τόπος μας, η Ελλάδα μας, για άλλη μια φορά καιγόταν..και δυστυχώς εξακολουθεί να καίγεται.. η καταστροφή κι ο πόνος στοιχειώνουν την καρδιά.. για αυτό και δεν είχα τη διάθεση να ετοιμάσω τούτη την εγγραφή κοντά μια βδομάδα τώρα.. αλλά δε μπορούσα να μην το μοιραστώ.. Έχουμε τόσες απίστευτες ομορφιές στη χώρα μας.. εκεί που η φύση ζωγραφίζει ελεύθερη με τις ατίθασες πινελιές της, εκεί που ο άνθρωπος διακριτικά προσθέτει τις δικές του με σεβασμό.. τόσες απίστευτες ομορφιές που κινδυνεύουν.. σε λίγα μονάχα λεπτά να μεταβληθούν σε πυρανάλωμα.. σε εικόνες κολάσεως που καταβροχθίζουν την ίδια τη ζωή.. κι είναι η μόνη μας περιουσία.. η περιουσία εκείνη που πρέπει να φροντίσουμε να αφήσουμε και στα παιδιά μας.. Μια τέτοια ομορφιά είναι κι ο χώρος του Παλιού Σταθμού.. ένας χώρος που κατέχει μια ξεχωριστή θέση στις παιδικές μου αναμνήσεις.. εκείνα τα χρόνια που μικρά πιτσιρίκια τρέχαμε ελεύθερα και σκαρφαλώναμε στα βράχια της ρεματιάς, χωρίς κανείς να μας εμποδίζει μήπως και γκρεμοτσακιστούμε, τότε που οργανώναμε "πικ-νικ" δίπλα στην πηγή με το κρυστάλλινο νερό ή και στις μεγάλες πέτρες ανάμεσα στις μικρές λιμνούλες του καταρράκτη, τότε που το παιχνίδι μας ήταν στις ράγες του παλιού Μουτζούρη, πριν ακόμη επαναλειτουργήσει το τραινάκι που σήμερα προσφέρει στους επισκέπτες μια αξέχαστη διαδρομή..


Ένας χώρος που εύχομαι ολόψυχα να σωθεί, από κάθε λαίλαπα που ισοπεδώνει στο διάβα της τις ομορφιές μας και τη ζωή.. να σωθεί, να μπορούν να τον απολαμβάνουν, αλλά και να τον σέβονται όλες οι επόμενες γενιές..


Το τραινάκι συμμετείχε κι αυτό ενεργά, κάνοντας ένα ξεχωριστό νυχτερινό δρομολόγιο, συντροφιά μας στις βραδινές νότες και στα τραγούδια, αποχωρώντας αργά το ξημερώματα και προσφέροντας μια ιδιαίτερη συγκίνηση, ειδικά σ'εκείνους τους μεγαλύτερους, που θυμούνται με νοσταλγία τα παλιά του δρομολόγια, τότε που αποτελούσε το βασικό - ακόμη και μοναδικό, πέρα από τα ζώα που χρησιμοποιούσαν- μεταφορικό μέσο για τους κατοίκους των χωριών του ανατολικού Πηλίου. (βλ.: Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο..)


Η συναυλία εκπληκτική.. ίσως η ωραιότερη που ποτέ έχω ζήσει.. Η αγαπημένη μας συντοπίτισσα Τάνια Τσανακλίδου ιδιαίτερα συγκινημένη που τραγουδούσε σ'αυτόν τον τόπο που λατρεύει, ξεπέρασε τον ίδιο της τον εαυτό.. Η Μάρθα Φριτζίλα ισάξια τη συνόδευσε.. και έκλπηξη της βραδιάς, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας που παρεβρισκόταν εκεί και μας χάρισε κάποια από τα τραγούδια του..


Ο κόσμος, φυσικά, μαγεμένος..

Άντε, να σας χαρίσω κι ένα τραγούδι απ'τη βραδιά...






Και για να μην ξεχνιόμαστε.. σήμερα.. Ένα "καλό ταξίδι" στο παλικάρι που χάθηκε τόσο άδικα.. στον ηρωικό πιλότο που βρήκε το θάνατο προσπαθώντας να προστατεύσει τη ζωή που κάποιοι άλλοι, με καρβουνιασμένη ψυχή, δυστυχώς είχαν βάλει στο μάτι.. και κάποιοι άλλοι, με άδεια ψυχή, δε φρόντισαν, έστω, να τους δυσκολέψουν σ'αυτό το φρικιαστικό έργο τους...

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

ασφόδελοι

Προχθές ο Πορφύρης μου, που έκλεισε μόλις τα τέσσερα, είχε ραντεβού για ΚΤΕΟ και, φυσικά, έπρεπε να του αφιερώσω όλο το πρωινό! Όχι επειδή με βασάνισαν στην αναμονή οι υπάλληλοι (Άντε ν'αργησαν κανένα μισάωρο να τον υποδεχτούν, γιατί είχε προκύψει κάποιο τεχνικό πρόβλημα και βγήκαν απ'το ρυθμό τους. Κερνούσαν μάλιστα και καφεδάκι και καραμελίτσες με γεύση σαπούνι -από παιδί την είχα την απορία για αυτές τις σαπουνένιες καραμέλες- κι όλα αστραφτοκοπούσαν κι η ευγένεια να ξεχειλίζει από παντού.. τόσο που αναρωτήθηκα μήπως και πέρασα σ'άλλη διάσταση, σε άλλο πλανήτη.. αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία..), αλλά επειδή έπρεπε να διασχίσω το μισό νομό για να φτάσω! Τέλος πάντων, το πήρα κι εγώ σαν εκδρομούλα, και στην επιστροφή έκανα διάφορες στάσεις, μία από αυτές και για να φωτογραφίσω τους μελαγχολικούς -όπως λέει η μάνα μου- ασφοδέλους που πλημμυρίζαν τις πλαγιές..


Καθώς τους αντίκρυσα, μού'ρθε στο νου μου η περιγραφή του Ομήρου, ο λειμώνας με τους ασφοδέλους - που τόσο με είχε εντυπωσιάσει -  κι η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη..




(Οδύσσεια λ539, ω13, απόδοση Κώστα Δούκα)



Διαβάζουμε, λοιπόν, στο "Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":


Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

απώλειες...

Είναι κάτι νύχτες -και μέρες ενίοτε- που οι εικόνες στο μυαλό χορεύουνε ' κρυμμένες ζωγραφιές ξεπηδούν κάτω από τα σκονισμένα σεντόνια, θαρρείς και κείνο το τζάμι το θολωμένο από την πάχνη του καιρού κι απ'τις πατημασιές του χρόνου κάποιο χέρι κραταιό κι αδάμαστο μ'ένα σφουγγάρι το φανέρωσε...

Είναι κάτι νύχτες που μετράς μονάχα απώλειες. Και λογαριάζεις, σα μπακαλάκος του χωριού, τα νούμερα. Τούτα τα νούμερα που μονάχα νούμερα δεν είναι, γιατί είναι όλη σου η ζωή, όλος ο πλούτος της ψυχής σου κι όλα τα δάκρυα που μούσκεψαν τα χνώτα σου.

Κι αν ξεκινάς από την πέρα όχθη, καταλήγεις σε τούτην εδώ τη στεριά κι ύστερα αναρωτιέσαι τι πιο πολύ πονάει.

Θυμάσαι τι σού'χα πει; Θυμάσαι πόσα λόγια δε σου πρόλαβα; Κατάλαβες; Τίποτα δεν κατάλαβες, στραβάδι! Ανίκανη κι εγώ να προλάβω..

Περνούν οι στιγμές κι οι μνήμες τις χρωματίζουν με σκοτεινή παλέτα. Δειλά χαμόγελα κρυμμένα σε υφάλμυρες πινελιές, μου τραγουδούν για ζωντανούς και πεθαμένους.. Απώλειες...

Ιδιαίτερη νύχτα.. ζοφερή.. Θυμάμαι μια τέτοια νύχτα χρόνια πριν, τότε που ήμουνα σχεδόν παιδί - αν ήμουνα ποτέ παιδί δεν το θυμάμαι... Τότε που χάραξα τη μεγαλύτερη απώλεια... Θυμάμαι και τη νύχτα την περσινή που ξαγρύπνησα ματώνοντας, προσμένοντας έναν ακόμη αποχαιρετισμό, για την πέρα όχθη. Θυμάμαι κι εσένα που τότε ήσουνα εκεί, αλλά τώρα σε έχασα..