Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασσάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασσάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Αμαρυλλίς!



"Γω τραγουδώ τον έρωτα για την Αμαρυλλίδα*
[...]
Χαριτωμένη αγάπη μου, γλυκιά μου Αμαρυλλίδα,
γιατί στο φέγγος της σπηλιάς δεν φάνηκες, δεν ήρθες
και μένανε το φίλο σου, αυτόν που σ'αγαπάει, 
δεν με καλείς σαν πρότερα για νά'ρθω στη σπηλιά σου;
Θαρρώ πως με οχτρεύεσαι, τώρα θαρρώ πως κρίνεις
που έχω μύτη κυρτωτή και γένι σαν του τράγου'
αν έτσι με θωρείς εσύ θα κρεμαστώ στον πεύκο.
Έλα, καλή, και σού'φερα τα δέκα πρώτα μήλα,
θα ξαναπάω αύριο για να σου φέρω κι άλλα, 
βγες ρίξε μόνο μια ματιά να δεις πως υποφέρω.
Ω, να γινόμουν μέλισσα, το βουητό της νά'χα
και νά'μπαινα απ'τον κισσό και την πυκνή τη φτέρη
μες στη σπηλιά που κρύφτηκες και δεν σε είδα μέρες.


Τώρα γνώρισα τον Έρωτα, θεός σκληρός που είναι'
εβύζαξε απ'τους μαστούς της λιονταρίνας γάλα
μες στους δρυμούς που η μάνα του τον έθρεψε για χρόνια,
αυτός με καίει, με πονεί, τα κόκκαλα σουβλίζει.
Τον πόθο μέσα μου έσπειρες και δεν λυπάσαι τώρα,
ω μαυροφρύδα κοπελιά, αγκάλιασέ με λίγο,
έλα κοντά σε μένανε, γλυκά να σε φιλήσω. [...]


[...] Πονώ πολύ στην κεφαλή μα σένα δε σε μέλει.
Θα πάψω πια να τραγουδώ και χάμω θα ξαπλώσω, 
κι ας έρθουν λύκοι άγριοι να με κατασπαράξουν.
Ο θάνατός μου να γενεί, μέλι να σε γλυκάνει."
(Θεοκρίτου Ειδύλλια, "Κώμος", απόδοση: Ν. Νικολάου, εκδόσεις: Κάκτου)

[* Υπόθεση: Ένας γιδοβοσκός άφησε το κοπάδι του στην επίβλεψη του Τίτυρου, ενός βοσκόπουλου, και εκείνος παίζει τη φλογέρα του και τραγουδάει τον έρωτά του για τη βοσκοπούλα Αμαρυλλίδα, προσπαθώντας να τη συγκινήσει και να την πείσει να δεχτεί την αγάπη του. Η Αμαρυλλίς όμως δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του....]


Αμαρυλλίς, εκ του "αμαρύσσω"= λάμπω, στίλβω, αστράπτω, πβ. Ησιόδου (Θεογονία 287): "πῦρ ἀμαρύσσει ἐξ ὄσσων" ... ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ. Δημητράκου)

Ο Π.Γ. Γεννάδιος σημειώνει στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του:
"Αμαρυλλίς (Amaryllis, τάξις Αμαρυλλιδωδών): περιλαμβάνει φυτά βολβόριζα, κοσμητικά' οι βολβοί των τοξικοί. Με τον οπόν του βολβού της Αμαρυλλίδος, της Διστίχου (A. Disticha) οι ιθαγενείς της Ν. Αφρικής δηλητηριάζουσι τα αγχέμαχα όπλα των. Λίαν κοσμητικόν είδος είναι η Αμαρυλλίς η Ευθάλεια (A. Beladona) ιθαγενές των Αντιλλών απαντών θεραπευόμενον υπό πολλάς διαφοράς, ως και Αμαρυλλίς η Καλλίστη (A. Sprekelia Formosissima), ιθαγενές του Μεξικού. / Αμαρυλλίς είναι το όνομα ποιμενίδος παρά Θεοκρίτω." 
Στην τάξη των Αμαρυλλιδωδών κατατάσσει και το Ιππέαστρον (Ippeastrum, τάξις Αμαρυλλιδωδών): Περιλαμβάνει υπέρ τα 50 είδη' φυτά βολβόριζα, λίαν κοσμητικά. [...] Μεταξύ των οποίων και το Ιππέαστρον το της Βασιλίσσης (Amaryllis Reginae)...

Σύμφωνα, πάλι, με το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" (που περιλαμβάνει αναφορά και στο νεότερο ομώνυμο διήγημα του Δροσίνη) :


Όπως και νά'χει, πρόκειται για ένα πανέμορφο λουλούδι που φιλοξενώ και στη δική μου αυλή, εδώ και μερικά χρόνια, δωρεά ενός γείτονα που αραίωνε τις ασφυκτικά γεμάτες από βολβούς γλάστρες του. Από την πρώτη στιγμή που άνθισε και μου χαμογέλασε το ερωτεύτηκα! Πόσο μάλιστα εκείνον τον περισσευάμενο βολβό, τον στριμωγμένο μέσα σ'ένα μικρό μπογιατισμένο κονσερβοκούτι που δε δίστασε να μου χαρίσει τόσα άνθη στο παραθύρι μου:


Πάντα μ'εντυπωσιάζει με πόση λαχτάρα πολλαπλασιάζονται οι βολβοί τούτων μα κι άλλων πανέμορφων λουλουδιών, κάτω απ'το χώμα... πως γεννοβολούν "στα κρυφά" ολάκερη οικογένεια αγκαλιασμένη σφιχτά μέσα στη γη για να προβάλουν την επόμενη χρονιά ακόμη περισσότερα άνθη κάτω απ' την ανοιξιάτικη ματιά του ηλίου...


Πόση ομορφιά γεννιέται σαν ανταμώσει το βλέμμα του ήλιου με το δάκρυ τ'ουρανού... Πόση ομορφιά γεννάει τούτο το χάδι του Θεού... 

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης!

Όπως είχαν ξεμείνει δυο τζούρες καφέ στην κούπα μου, είπα ν'ανοίξω τον υπολογιστή και -τί μ'έπιασε;- να ψάχνω για αγριολούλουδα! Και τσουπ! πέφτω πάνω στο γνωστό μου βάσανο που συνήθως το ξετρυπώνω ανάμεσα στις φτέρες όταν μαζεύω τις πρώτες κορφάδες τους για μεζέ και ποτέ δε μου κάνει τη χάρη να ποζάρει στο φακό σενιαρισμένο! Χρόνια τό'βρισκα γερασμένο και κατσούφικο με τα πέταλά του ζαρωμένα -μες στην στραπάτσα ένα πράγμα- κι εκνευριζόμουν τόσο με τις κακομοιριασμένες πόζες του που μια χρονιά σκάλισα με μια πέτρα το χώμα, να κλέψω το βολβό του να τον μεταφυτέψω στον κήπο μου μπας και το πετύχω κάποτε φρεσκοανθισμένο! Τέλος πάντων, κάποτε τα κατάφερα -το πρόλαβα και στο βουνό ψάχνοντας για γαϊδαροουρές- αλλά, όπως και νά'χει, είναι τόση η χλωμάδα του και το πείσμα του να φυτρώνει κάτω από σκιές και άλλη τόση η τύχη μου να το συναντώ με τον ουρανό συννεφιασμένο και μουντό, που ακόμη δεν έχω πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα! Δε μ'έχει βασανίσει άλλο αγριολούλουδο τόσο, λέμε! Δεν έχει φωτογένεια!


Πρωί-πρωί, λοιπόν, πέφτω πάνω του! Και διαβάζω: "Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης"! Σώπα ρε! Κύττα να δεις και δεν του φαινότανε, έτσι ταπεινό κι αχρωμάτιστο νά'χει όνομα σκέτο μεγαλείο! Ερμοδάκτυλος! Εμ, το ίδιο είναι να σε λένε παπαρούνα, το ίδιο Ερμοδάκτυλο; Αφού δε μου βγαίνει να μην το γράψω με κεφαλαίο μπροστά! Και, φυσικά, αμέσως μ'έπιασε η περιέργεια! Και γιατί Ερμοδάκτυλος, λοιπόν; Κι έφαγα τον κόσμο να βρω μιαν εξήγηση! Αλλά δε βρήκα ικανοποιητική! Όλο προβλήματα μου προκαλεί τούτο το λέλουδο... άκρη δε βγάζω μαζί του. Έψαξα στο διαδίκτυο, άνοιξα μια στοίβα λεξικά και στο μόνο που κατέληξα είναι ότι "το όνομα του γένους τούτου οφείλεται εις το ριγωμα αυτού που έχει δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου") και τίποτα παραπάνω! Απογοητεύτηκα... Περίμενα μύθους τρανούς να σχετίζουν το λουλούδι μου με το θεό Ερμή, κι αντ'αυτού ένα ξερό "έχει δήθεν το σχήμα" που επιβεβαιώνει κι ο Γεννάδιος ("Λεξικόν Φυτολογικόν") με το εξίσου λακωνικό κι αόριστο"βολβός ή ρίζα έχουσα δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού".


Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είναι και σίγουροι αν πρόκειται για το λουλούδι μου! Εγώ, πάλι είμαι, γιατί μου το φανερώνουν τα σημεία: πάντα σε μπελάδες με βάζει, αυτό θά'ναι. Για το μόνο που είναι σίγουροι είναι πως "εφημίζετο άλλοτε δια τας καθαρκτικάς της ιδιότητας"! Χαίρω πολύ! Αναφέρεται, λένε, το όνομα από τους αρχαίους και πιθανώς αντιστοιχεί στην Ίριδα την κονδυλόριζο ή στο Κολχικό το ποικιλόγραμμο (Γεννάδιος). Εμείς ψηφίζουμε, φυσικά, Ίριδα που είναι το δικό μου βάσανο! Και τώρα που το σκέφτομαι έτσι θά'ναι! Τί δουλειά έχει το Κολχικό, ανάμεσα στους δύο επίσημους αγγελιαφόρους των θεών, την Ίριδα και τον Ερμή; Αυτό ψηφίζει, εξάλλου, και το "ψαχτήρι".

Οπότε δε μου βγαίνει απ'το μυαλό, ότι το λέλουδό μου αυτό για κάποιον σημαντικό λόγο βαφτίστηκε έτσι και, δε μπορεί, κάποιες σημαντικές ιδιότητες ή μηνύματα κρύβει! Και ως είδος της Ίριδος και ως δάκτυλος του Ερμού, αφού ("Ομηρικό Λεξικό" Πανταζίδη), ο Ερμής "είναι μεν ο άγγελος των θεών, ως και η Ίρις, αλλ' αυτός αναφαίνεται μάλλον ως επιτετραμμένος, ως μεσολαβούν πρόσωπο, επομένως και ως προστάτης (Ω347).":

(Ομήρου Ιλιάς, απόδοση: Ι.Πολυλά)

Αγγελιαφόρος των θεών και προστάτης των ανθρώπων ο Ερμής οποίος και στη ραψωδία κ της "Οδύσσειας" δίνει "φάρμακον εσθλόν" στον Οδυσσέα για να τον προστατεύσει από τα "μάγια" της Κίρκης:

"μα ως το λαγκάδι το άγιο εδιάβηκα και κόντευα να φτάσω
στης Κίρκης πια το αρχοντοπάλατο της πολυφαρμακούσας,
εκεί μου απάντηξε ο χρυσόραβδος Ερμής [...]
Για πού τραβάς ξανά, βαριόμοιρε, στ΄ ακρόβουνα μονάχος [...]
Ωστόσο θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα.
Να πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης
σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακηώρα να μη σέ ΄βρει."
(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

Ε, δε μπορεί ο Ερμοδάκτυλός μου (< Ερμής+δάκτυλος, όπου δάκτυλος "εκ της ρίζης "δικ-" ή "δεκ-", του δείκνυμι και δέχομαι" [Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος"]), να μην έχει καμία, μα καμία σχέση με όλα αυτά! Σίγουρα κρύβει έναν καλό μύθο... έστω κι αφανέρωτο, έστω κι αν μοναχά με τη φαντασία μας μπορέσουμε να υποθέσουμε....

Σημείωσις 1η:
Αναφέρει το "Μεγάλο Ετυμολογικό":



Σημείωσις 2α:
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα και το εξής σχετικό ενδιαφέρον κείμενο της Καλής Δοξιάδη (πηγή: http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=779) :
"Στην Κέρκυρα τη λένε "κουκούγερο", που θα πει "μασκαράς" γιατί ανθίζει τιςαπόκριες. Όπως και σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας - τα νησιά του Αιγαίου, την Δυτική Κρήτη, και τόπους της Μεσσηνίας - κουκούγεροι λέγονται οι "κακοί" μασκαράδες, οι άσκημοι, με τα μουτζουρωμένα πρόσωπα, τα κέρατα και τις προβιές ... εκείνοι που διώχνονται για κάθαρση πριν τη Σαρακοστή.
Έτσι δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο όταν εδώ στο χωριό μου εξήγησαν ότι λέγεται έτσι η καημένη γιατί «είναι τόσο άσκημη». Όλοι συμφώνησαν ότι μεγάλο μέρος της ασκήμιας της είναι το μουντό, ουδέτερο της χρώμα που «δεν ταιριάζει σε λουλούδι». Τα λουλούδια, μου είπαν, πρέπει να έχουν γλυκά ή ζωηρά χρώματα. Οπότε δε θεώρησα απαραίτητο να παρατηρήσω ότι βρίσκω το διακριτικό βελούδινο καφετί του χρώμα πολύ chic και όχι μόνον ασυνήθιστο και ενδιαφέρον, αλλά όμορφο.
Μια άλλη εξήγηση για την τοπική ονομασία σίγουρα είναι το "μουτζουρωμένο" του πρόσωπο.
Η βοτανολογική ονομασία της ίριδας αυτής είναι Hermodactylus tuberosus. Έχει ύψος περίπου 20-25 εκατοστά και πολύ ελαφρύ γλυκό άρωμα. Είναι η δεύτερη άγρια ίρις που κάνει την εμφάνιση της στο τέλος του χειμώνα, δυο-τρεις εβδομάδες μετά την Iris unguicularis. Φυτρώνει σε σκιερές και υγρές γωνιές και λόγω του χρωματισμού της δύσκολα διακρίνεται... τόσο που όταν ξαφνικά την βλέπεις αισθάνεσαι ένα σκίρτημα ανακάλυψης.
Οι αρνητικοί συνειρμοί δεν περιορίζονται στη χώρα μας. Αγγλικά λέγεται "Widow Iris" ή 'Snake's Head Iris" [χήρα ή φιδοκέφαλη ίρις]. "


Δε μέλει να "ξεμπερδέψω", τελικά έτσι εύκολα με τούτο τον Ερμοδάκτυλο! Και, γιατί, παρακαλώ το λένε φιδοκέφαλη Ίριδα; "Τα λουλούδια του μοιάζουν ελαφρώς με ανοιχτά στόματα φιδιών", βρήκα σε μια αγγλική ιστοσελίδα. χμ... θα μπορούσε... Αν και πάλι η ονομασία τούτη θα μπορούσε να μας παραπέμψει στον Ερμή που κρατάει το γνωστό κηρύκειον, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο γύρω από την οποία ελίσσονται προς τα πάνω δύο φίδια με τα κεφάλια αντικρυστά! Όσο για το"Χήρα Ίριδα" αναφέρεται ότι ονομάζεται έτσι για τις μαύρες πινελιές του, καθώς λέγεται και "Μαύρη Ίριδα". Ε, ρε μπελά που βρήκα πάλι μ'αυτό το λέλουδο! Ψάχνω, ψάχνω και δεν λέω να σταματήσω...............

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

1940: Η Ελλάδα αντιστέκεται....

"Όταν ευθύς από της πρωίας της 28ης Οκτωβρίου εγνώσθη εις όλον τον ελεύθερον κόσμον από τα πρώτα τηλεγραφήματα ότι η Ελλάς είχεν απορρίψει με τόσον υπερήφανον τρόπον το Ιταλικόν τελεσίγραφον και είχε αποδυθή με τόσον ενθουσιασμόν εις τον άνισον αγώνα, κατέκτησε τον κόσμον αυτόν ολόκληρον βαθύτατος σεβασμός προς το μικρόν αυτό έθνος, το οποίον μέσα εις μίαν Ευρώπην κατεπτοημένην και πανικόβλητον προ της θωρακισμένης και μηχανοκινήτου βίας του Άξονος και πρόθυμον εις κάθε είδους συνθηκολόγησιν, ετόλμα να υψώσει το ανάστημά του κατά της βίας και να βροντοφωνήση το ιστορικόν εκείνο "ΟΧΙ"." ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", τόμος "Ελλάς Β'")




"Όπως ετόνιζε δε ο γνωστός Άγγλος αρθρογράφος Καντιντους:"Οιαδήποτε χώρα, η οποία θα επεδείκνυε την στάσιν της Ελλάδος θα ήτο αξία της αιωνίας εκτιμήσεως και του θαυμασμού μας... Ρίψατε ένα βλέμμα εις τον μακρόν κατάλογον των εθνών που υπετάγησαν υπό του Άξονος από του 1938 και θα ιδήτε ότι η γενναιοψυχία των Ελλήνων φωτίζει σαν ήλιος έναν σκοτεινόν κόσμον...."" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", τόμος "Ελλάς Β'")


Πάντα μοναδικός στη γραφή του ο Ηλίας Βενέζης....:

(από τη συλλογή διηγημάτων "Ώρα πολέμου", εκδ.Εστίας)







(σημ.: Οι γελοιογραφίες προέρχονται από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", ενώ είχαν πρωτοδημοσιευθεί στη ευθυμογραφική επιθεώρηση "Αέρα" κατά την εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου.)

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ο μικρός κομπογιάννος με τον κόκκινο λαιμό...



"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά 
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει 
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά 
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά 
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι 
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά 
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί 
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί, 
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά. 
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά 
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη) 


Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα. Το τοπίο ντύθηκε στ'άσπρα κι οι νιφάδες καλοθρεμμένες, αλλά αέρινες, χορεύουν σ'όλο τούτο το λευκό σκηνικό. Και ξάφνου ένα πορτοκαλοκόκκινο φτερούγισμα, σπάει τη χρωματική μονοτονία!

Απ'τα πιο όμορφα χιόνια (προς το παρόν... μη λέω και μεγάλες κουβέντες, γιατί το κύμα συνεχίζεται). Χωρίς τους τρελούς αγέρηδες, τ' ασφυκτικά ανεμοσούρια και τη μαύρη σκοτεινιά του ουρανού... Ένα χιόνι φωτεινό, στρωτό κι ήρεμο. Εκείνοι πού'χουν ζήσει τα χιόνια, καταλαβαίνουν τι λέω...

Ο κομπογιάννος μας, ο πηλιορείτης "ριλής", ο πανέμορφος κοκκινολαίμης, σαν πιστός εραστής του γερό-χειμώνα, φτερουγίζει εδώ κι εκεί αναζητώντας να χορτάσει την κοιλίτσα του. Μοναχικός, θαρραλέος, αν κι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, πλησιάζει να δοκιμάσει το μεζέ και φτερουγίζει ανάλαφρα πιο πέρα. Δεν είχε άδικο ο Λαμνάτος όταν έγραφε για τον ασπρομάλλη γέροντα, το χειμώνα, που "ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας". Ούτε ο Δροσίνης που τον τραγούδησε: "Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι".


Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...


Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα. 

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

μωμόεροι και ρουγκατζιάρια (πανάρχαια δρώμενα του Δωδεκαήμερου)

"Στη Β.Ελλάδα, τον Πόντο και αλλού γίνονται την Πρωτοχρονιά, όπως και τα Χριστούγεννα και την ημέρα των Φώτων, και αγυρμοί ενηλίκων, οι οποίοι μεταμφιέζονται είτε σε ζώα (καμήλα, αρκούδα, λύκο, τράγο, κ.λ.π.) είτε σε διάφορα πρόσωπα (γαμπρό και νύφη, μπάμπω, αράπη, χαχάμη, γιατρό, καπετάνιο, αρκουδιάρη, κ.λ.π.).
Οι όμιλοι των μεταμφιεσμένων δίνουν στο ύπαιθρο και διάφορες παραστάσεις, που έχουν κάποτε δραματικό-θεατρικό χαρακτήρα. Αναφέρω όσα τελούν, απ'την Πρώτη του χρόνου μέχρι τα Θεοφάνεια στον Πόντο οι λεγόμενοι μωμόεροι. Ο πρωταγωνιστής, που ακούει στο όνομα Ουζεϊν-Αλής απάγει μία νέα και την μεταφέρει στο σπίτι ενός χωρικού. Ο πατέρας της νέας, που παρουσιάζεται "κωδωνοφόρος και με μεγάλο πρόσωπο", βρίσκει το κρησφύγετο, ορμά σ'αυτό και σκοτώνει τον Αλή. Η κόρη θρηνεί πάνω απ'τον άντρα που αγάπησε, γιατί της φέρθηκε με καλοσύνη, και ο πατέρας μετανοεί και προσκαλεί γιατρό, που μ'ένα μαγικό χόρτο ανασταίνει τον σκοτωμένο. Ακολουθεί γάμος αυτού με την κόρη και χορός με πρώτο τραγούδι "αρχή κάλαντα και αρχή χρόνου" κ.λ.π..
Τέτοιου είδους παραστάσεις, δηλαδή φόνος του γαμπρού και ανάστασή του, γάμος, γέννηση παιδιού και χοροί με βωμολοχίες και άσεμνες κινήσεις, γίνονται, όπως είδαμε στη Θράκη κατά την έναρξη της σποράς των δημητριακών και επαναλαμβάνονται την άνοιξη (Αποκριές και Πρωτομαγιά). Ανήκουν στις μιμικές πράξεις που αποβλέπουν, σύμφωνα με τη λεγόμενη συμπαθητική μαγεία, στην πρόκληση της γονιμοποιού ενέργειας της φύσης, στην προαγωγή της βλάστησης και στην καρποφορία."
(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") [* βλέπε και: καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..].


Στην ιστοσελίδα "Άμαστρις" (http://amastris-piperdim.blogspot.com/2010/01/blog-post_05.html) παρατίθεται ένα σχετικό κείμενο του 1927, του Δημοσθένους Οικονομίδη από το "Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος":

"Τη νύχτα της παραμονής του νέου χρόνου μετά το δείπνο, ενώ από την μία παιδιά από διάφορες συνοικίες των πόλεων, των κωμοπόλεων ή και από τα χωριά, γυρίζοντας με φανάρια επισκέπτονταν συγγενικές ή γνωστές οικογένειες και χτυπώντας τις πόρτες των σπιτιών ψάλλανε μπροστά στην πόρτα τα συνηθισμένα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: «Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κλπ.», από την άλλη νεαροί και άνδρες μεταμφιεσμένοι και με μάσκες στα πρόσωπά τους, έρχονταν κατά ομάδες στα σπίτια συγγενών, γειτόνων ή και στενών φίλων και εκεί προξενούσαν ευθυμία και ασυγκράτητα γέλια στους παρισταμένους με κάθε είδους κωμικές παραστάσεις, με φράσεις, με αστείους ή και κοροϊδευτικούς διαλόγους, με μιμητικές ή αλλόκοτες κινήσεις του σώματος. Ακόμα και με χορό που συνοδευόταν από το τραγούδι του Κιόρογλου και με λύρα και νταούλι ή ζουρνά. Και όταν έλειπαν τα μουσικά αυτά όργανα, με τον κρότο ξύλινων κουταλιών, τα οποία καθώς ακουμπούσαν μεταξύ τους από το κυρτό μέρος, κρατημένα όρθια από την λαβή τους με το αριστερό χέρι του παίκτη, έκαναν ρυθμικό κρότο, κάθε φορά που η λαβή του άλλου κουταλιού που κρατιόταν στο αριστερό χέρι κατέβαινε και ανέβαινε ανάμεσά τους, σύμφωνα με τον χρόνο του τραγουδιού..."



Επίσης, στα "Αντέτια Δωδεκαημέρου" η Αργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου, μας πληροφορεί: "Στον Πόντο οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου λέγονταν "Μωμοέρια" (Μωμό-γέροι). Τα "Μωμοέρια" αποτελούνταν από ομάδα κωμικών προσώπων (ο Βασιλέας, ο Καζάκον-υπασπιστής-, η νύφε, ο γιατρόν, ο διάβολον, ο γέρον, η γραία, ο άρκον, ο Αρναούτς με ευζωνικά) που έπαιζαν κωμικές σκηνές.
Στην Τραπεζούντα έπαιρναν χρώμα εθνικό με το σπαθοφόρο, φουστανελλοφόρο επικεφαλής κάθε ομάδας. Έκαναν περιοδείες, εορταστική επίδειξη με ερανισμούς αλλά και ποντιακή πάλη μεταξύ τους οι ομάδες με σκοπό τη μαγική συμπαράσταση στην αιώνια πάλη των φυσικών στοιχείων, ώσπου να δώσουν στον άνθρωπο τη σχετική ευημερία της χρονιάς. Επικράτηση των καλών πνευμάτων πάνω στη βλάστηση και στην προσεχή ετοιμασία της σοδειάς."

Οι μωμόγεροι, λοιπόν, έθιμο πανάρχαιο, με σαφείς ρίζες στη λατρεία του Διονύσου (κάπως έτσι, άλλωστε, δεν ξεκίνησε και το θέατρο, οι τραγ-ωδίες...;) αλλά και στο μύθο της Περσεφόνης που άρπαξε ο Πλούτωνας (καθώς ένα από τα κλασικά του δρώμενα αναπαριστά μια ανάλογη σκηνή όπως θα δούμε) θα μπορούσαν να συνδεθούν ετυμολογικά από τη μίμηση (μίμος) μέχρι και με το θεό Μώμο που, όπως αναφέρει το "Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου" ήταν:
"Θεός των αρχαίων, υιός του Ύπνου και την Νυκτός, προσωποιών την χλεύην και την κατάκρισιν. Κατά την μυθολογίαν, έσκασε διότι δεν κατόρθωσε να εύρει κάποιαν ατέλειαν εις την Αφροδίτην. Παρίστατο φέρων ράβδον η οποία άνω κατέληγεν εις εικόνα γυναικός. Κατά τον μύθον κατέκρινε τον Ήφαιστον, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο, διότι δεν κατασκεύασε παράθυρα εις το στήθος ώστε να βλέπει ο κόσμος τί διανοείται και αν ψεύδεται ή λέγη την αλήθεια."
Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα του Λουκιανού, στο έργο του "Περί ορχήσεως" ,79, που μας μεταφέρει στον 2ο αιώνα π.Χ. και εστιάζει επίσης στην περιοχή του Πόντου:
"Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνηθίζεται και εκτιμάται προπάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είναι σατυρική, τόσον έχει υποδουλώσει τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ορισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχούμενους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται δια τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά δια τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα." (απόδοση Ιωάννου Κονδυλάκη).


Η ρίζα, λοιπόν, μπορεί νά'ναι διονυσιακή και πανάρχαιη, αλλά σαφώς επηρεάστηκε, όπως ήταν φυσικό, από την παρέλευση των τόσων ιστορικών γεγονότων. Έτσι, πολύ συχνά, ο αυτοσχέδιος θίασος εμπλουτίζεται με καινούρια πρόσωπα, με νέες μιμητικές αναπαραστάσεις, όπως, για παράδειγμα, αντλώντας στοιχεία από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

"Ειδικότερα στον Άγιο Μάρκο την πρώτη Ιανουαρίου, ο θίασος των Μωμόγερων, που αποτελείται από χορευτές, ηθοποιούς και οργανοπαίχτες, γυρίζει στο χωριό και δίνει παραστάσεις στους δρόμους. Την πομπή οδηγεί, συνήθως, ένα έφηβο αγόρι που κρατά έναν άντρα μεταμφιεσμένο σε τράγο, στο λαιμό του οποίου κρέμεται μια σακούλα με αίμα (απ'τη σφαγή του τράγου). Όλη η πομπή ραντίζεται με το αίμα του τράγου και ξεκινάει η παράσταση, όπου οι "τράγοι" παλεύουν μεταξύ τους υπό την συνοδεία μουσικής. Ακολουθεί η μονομαχία δύο αντρών για χάρη μιας γυναίκας. Συγκεκριμένα, ένας γέρος παντρεύεται μια νέα, την οποία διεκδικεί ένας νεότερος άντρας' ο τελευταίος σκοτώνει το γέρο και κερδίζει τη γυναίκα' εκείνη, όμως, τον ανασταίνει με τη γενετήσια πράξη. Άλλο κεντρικό πρόσωπο του εθίμου είναι ο Τούρκος τιμαριούχος ή Αλογάς (ντερέμπεης), ο οποίος επιθυμεί τις γυναίκες των άλλων και τους σκοτώνει για να τις αποχτήσει. Ακολουθούν εικονική δική, όπου κατηγορείται ο φονιάς και διακωμωδείται η απονομή δικαιοσύνης, ιατρική γνωμάτευση και αρπαγή της νύφης από τους θεατές. Το δρώμενο κορυφώνεται με τον παράξενο χορό των μωμόγερων υπό τους ήχους οργάνων. " (Νομός Κιλκίς, εκδόσεις Δομή).


Ανάλογης φιλοσοφίας, βέβαια, είναι και τα έθιμα της "Μπάμπως" ή των "Αράπηδων", ή τα "Λιουγκατζάρια" της Θεσσαλίας, τα "Ραγκουτσάρια", καθώς και άλλα πολλά που λαμβάνουν χώρα σε χωριά κυρίως της Βορείου Ελλάδος, την ημέρα του Άη Γιαννιού (βλέπε: Ο Άη-Γιάννης των κουμπάρων, οι Προδρομίτες κι οι Μπαμπόγεροι!), των Φώτων, στις 8 Ιανουαρίου ή ακόμη και κατά ολόκληρο το πρώτο οχταήμερο της νέας χρονιάς ή όλο το Δωδεκαήμερο, τα έθιμα της αποκριάς (καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..) -όπως και, γενικότερα οι μεταμφιέσεις που συνηθίζονται εκείνες τις ημέρες-, αλλά ακόμη και τα πιο ανοιξιάτικα έθιμα του Μάη (Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...,Πρωτομαγιάτικα...).

Στη Φλώρινα, αντίστοιχο έθιμο με τους Μωμόερους είναι τα "Μπαμπάρια" που αναβιώνουν κάθε Πρωτοχρονιά: "Οι ρίζες του ανάγονται στην αρχαιότητα και συμβολίζει το ξύπνημα της γης και την καρποφορία. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός γάμου, στον οποίο η νύφη αποτελεί σύμβολο γονιμότητας και κινδυνεύει να απαχθεί. Τη φύλαξή της αναλαμβάνει μια ομάδα περίπου 15 ανδρών, οι οποίοι φορούν στολές και προσωπίδες από προβιές αρνιού και κουδούνια στη μέση τους. Η αμφίεσή τους είναι κωμική καθώς προκειμένου να "φοβερίσουν" τους "κακούς" φορούν φασόλια γίγαντες για δόντια. Άλλοι χαρακτήρες του δρώμενου είναι ο παππούς, η γριά Μπάμπω, ο παπάς με το θυμιατό, ο γιατρός και ο κουρελής ή καμπούρης. Η νύφη είναι ένας άντρας ντυμένος με τοπική νυφική ενδυμασία και κουδουνάκια αλόγου. Κάποια στιγμή ο γαμπρός πεθαίνει, αλλά σύντομα ανασταίνεται συμβολίζοντας το θάνατο της φύσης το χειμώνα και την ανάστασή της την άνοιξη. Όλη η πομπή, δηλαδή, τα Μπαμπάρια, μπαινοβγαίνουν στις αυλές των σπιτιών και οι νοικοκυράδες πρέπει να δώσουν το ένα δέκατο της σοδειάς τους σε κρασί, τσίπουρο και λουκάνικα." (Νομός Φλώρινας, εκδόσεις Δομή).

Ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο, Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα") μας ταξιδέυει στην παλιά Πρωτοχρονιά των Γρεβενών με τα παραπλήσια "ρουγκατσιάρια":
"Στα χωριά των Γρεβενών καθώς και στ'άλλα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας, που γινόταν το μεσημέρι, όλα τα μεγάλα κι' ανύπαντρα αγόρια του χωριού, καθώς και οι νιόπαντροι και πολλές φορές και οι μεγάλοι, που τόλεγε ακόμα η περδικούλα τους, συγκεντρώνοντας στο "κονάκι" ή σε κάποιο άλλο σπίτι του χωριού κι' εκεί έφτιαχναν τα "ρουγκατσιάρια", όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο κι' όπως το βρήκαν απ'τους παππούδες τους. Ύστερα, χορεύοντας και τραγουδώντας, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, για να σιασκεδάσουν τον κόσμο με τις αστείες τους παραστάσεις και για να μαζέψουν και άλλα "ζαϊρέδια", για το ομαδικό τους γλέντι, που θάκαναν το βράδυ.
Παλιότερα, τα καρναβάλια της αποκριάς ήταν άγνωστα στα χωριά. Τα μασκαρέματα και οι τέτοιου είδους εκδηλώσεις γίνονταν μονάχα την Πρωτοχρονιά ή τις άλλες μεγαλογιορτές του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων.
Τούτα τα μασκαρέματα, που γιορτάζονταν την ίδια εποχή, που γιορτάζονταν και τα "Διονύσια κατ'αγρούς" ή "Μικρά Διονύσια" απ'τους αρχαίους προγόνους μας, έχουν τη συνέχειά τους απ'την αρχαιότητα και δεν είναι α΄σχετα μ'αυτά.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζανε τα "Κατ'αγρούς Διονύσια" τον έκτο μήνα των Αθηναίων, τον Ποσειδεώνα, που ισοδυναμεί με το δικό μας Δεκέμβρη, χωρίς ν'αλλάξουν οι χρονολογίες από τότε.
Τότε ακριβώς, και μέσα στο μεσοχείμωνα, που οι Μαινάδες γιορτάζανε κι' αυτές το θεό Διόνυσο και τόριχναν στα λεγόμενα "διονυσιακά όργια" μέσα στα δάση και στις λαγγαδιές, τότε και οι αρχαίοι Έλληνες ανοίγανε τα καινούρια τους κρασιά (βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)) κι' ύστερα απ'τις θυσίες που έκαναν στο θεό Διόνυσο και στους άλλους Ολύμπιους θεούς τόριχναν στο γλέντι και στο φαγοπότι, για να καταλήξουν κι' αυτοί στο μεθύσι και στα διονυσιακά όργια.
Για να μη γνωρίζονται όμως απ'τους άλλους και για να μπορούν να λένε ό,τι θέλουν κι' ότι τους κατέβαινε στο κεφάλι, κρύβαν τα πρόσωπά τους με λογής-λογής μάσκες και κεφαλαριές ζώων με κέρατα και άρχιζαν τ' αστεία, τις ειρωνίες και τα πειράγματα, άλλοτε σατυρίζοντας διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις και άλλοτε ξεσκεπάζοντας διάφορα απλυτα της κοινωνίας και πράξεις και ενέργειες των διαφόρων κυβερνήσεων.
Έτσι, από κει ξεκίνησε αργότερα η κωμωδία, η τραγωδία και το θέατρο. [...]



Στα χωριά της Καλαμπάκας τα ρουγκατζιάρια και λιουγκατζιάρια. Στα χωριά της Έδεσσας, ρουγκατσιάρους. Στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκηςρογκάτσια, όπως και σε πολλά χωριά της Καρδίτσας, ενώ εκεί τα λένε και ρουγκατσιάρια. Στη Φυτιά της Βέροιας και σ'άλλα χωριά τα λένε ρουγκανάδες. Στην Καστοριά ρουγκατσιάρια. Στη Σιάτιστα, μπουμπουσιάρια. Ίσως απ'το μπούφος (σκιάχτρο-φόβητρο). Στα χωριά των Βεντζίων, σαν κλαίγανε τα μικρά και θέλανε να τα κάνουν να ησυχάσουν τα φοβερίζανε λέγοντας: "Μην κλαις, γιατί θα σε φάει ο Μπούμπος". Στο Βέλβενδο των Σερβίων, αράπδις. Στην Νικήσιανη της Καβάλας, αραπκούς. Στα χωριά της Χαλκιδικής, καραβασλάδες. Στο Κάντσικο της Κόνιτσας μπαμπαϊούρδις. Στο Λειβάδι του Ολύμπου, μπαμπαλιούρδες. Στα χωριά των Τρικάλων καλκάντζαρους. Στο Ξυνό Νερό της Φλώρινας εσκιάρους και τζβογκάρους, δηλαδή μασκαράδες και κουδουνάδες. Στη Θράκη τζαμάλες και στο Αιγίνιο Τζαμαλάδες.
Όπως θα δούμε και παρακάτω, όλα τα σημεία μας λένε, πως με τα ρουγκατσιάρια δε γίνονταν, παρά μια αναπαράσταση κι' ένας συμβολισμός του θανάτου και της ζωής, της ανάστασης και του ξυπνήματος της φύσης από τη χειμωνιάτικη νάρκη, το διώξιμο του χειμώνα απ'το καλοκαίρι και το διώξιμο του παλιού απ'τον καινούριο χρόνο. [...]
Ο φαλλός, καθώς και οι προσωπίδες με τις κεφαλαριές και τα κέρατα των ζώων, όπως και οι συμβολικές παραστάσεις που θα ιδούμε παρακάτω, μας δυναμώνουν πιο πολύ ακόμα την πεποίθηση, πως το έθιμο τούτο είναι κατάλοιπο διονυσιακό και δεν έχει καμιά σχέση με τα Ρωμαϊκά Σατουρνάλια.
Ο Διόνυσος δεν είναι μόνο ο θεός του κρασιού και προστάτης των αμπελιών στους Έλληνες, μα και θεός που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.
Είναι ο "Δαίμων ο Ενιαυτός", που γεννιέται την άνοιξη, μεγαλώνει γοργά, γνωρίζει έναν ιερό γάμο και πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί του χρόνου.[...]



Ο θάνατος και η ανάσταση του Διόνυσου, δεν είναι, παρά ο συμβολισμός των δυο πρωταγωνιστών του Εποχικού δράματος.



Οι δυο αυτοί πρωταγωνιστές, όπως παρουσιάζονται στα ρουγκατσιάρια, είναι μασκαρεμένοι έτσι, που να δείχνουν την αντίθεσή τους στη δύναμη, στο κάλλος και στην ηλικία και να συναγωνίζονται στο ποιός θα παραμερίσει και θα εξαφανίσει τον άλλο. Άσχημος, καμπούρης, κουρελής και γερασμένος ο ένας..[...]...νέος, ωραίος, γεμάτος δύναμη και ζωτικότητα ο άλλος..[...]
Η Μπούλα-έτσι λέγανε την κοπέλα- σύμβολο της βλάστησης και της νέας ζωής, είναι το τρίτο πρόσωπο του διονυσιακού θιάσου, που όλο και ερωτοτροπεί με το νεαρό φουστανελλοφόρο κι όλο θέλει να ξεφύγει απ'την επιρροή και την επίβλεψη του ρουγκατσιάρη , μα δε μπορεί. [...]







Τότε τα παιδιά που κρατούσαν τις ντραγατσίκες και τους τρουβάδες, έπαιρναν το ζαϊρέ απ'το κανίσκι κι' όλοι μαζί τραγουδούσαν:
Σε τούτο σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει σαν τον Έλυμπο, σαν τ'άγριο περιστέρι,
να ζήσει χρόνους ικατό και να τους απεράσει.
Στο τέλος τους αποχαιρετούσαν και πήγαιναν σ'άλλο σπίτι τραγουδώντας:
Έχετε γεια, έχετε γεια, και τώρα και του χρόνου!"

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Περί γιγάντων ο λόγος..

(Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α 6,1)
 
Η ιστορία, λοιπόν, ξεκίνησε κάπως έτσι: Με τη Γη να τα παίρνει στο κρανίο για την μαύρη τύχη των υιών της Τιτάνων και να γεννοβολά τους φοβερούς και τρομερούς γίγαντες.
Ή, σύμφωνα με τον Ησίοδο ("Θεογονία 185"), από τις στάλες αίματος τ' Ουρανού που την ποτίσαν μιας και ο Κρόνος με το δρεπάνι τού'κοψε τα αιδοία, καθώς:
"Κι αυτά δεν φύγαν απ'το χέρι του έτσι στα χαμένα' γιατί όσες στάλες αίμα έπεσαν, όλες η Γη τις δέχτηκε και με καιρούς και χρόνια τις Ερινύες εγέννησε τις φοβερές και τους μεγάλους Γίγαντες..[...]" 
 
Πότε; Στο απώτατο κι απροσδιόριστο παρελθόν... Και μας έμεινε αμανάτι η λέξη, οι μύθοι και τα παραμύθια.. με άλλα λόγια, η ανάμνηση...

(Νικολάου Γ.Πολίτη, "Παραδόσεις")
 
Η περίφημη γιγαντομαχία, μάλιστα, ενέπνευσε πάμπολλους δημιουργούς των αρχαίων χρόνων.
Παρθενών. Ανατολικές μετόπες. Μάχη των Ολύμπιων θεών εναντίον των Γιγάντων.           (Γιγαντομαχία) *πηγή φωτογραφίας:http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA        /Parthenon.aspx                                                                                                                  
 
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, το "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":
"Ιδίως η Αττική εις την λατρείαν της απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις την γιγαντομαχίαν, ως εκ του ρόλου τον οποίον έπαιξε η Αθηνά. Αρκεί να λάβωμεν υπ'όψιν ότι ο περίφημος πέπλος, ο οποίος κατ'έτος προσεφέρετο από τας Ατθίδας παρθένους εις την θεάν, εστολίζετο με σκηνάς της γιγαντομαχίας. Ο Φειδίας είχεν απεικονίσει εις την εσωτερικήν πλευράν της ασπίδος της Αθηνάς εικόνας από την γιγαντομαχίαν. Εις το μουσείον της Ακροπόλεως φυλάσσεται τμήμα αετώματος, προφανώς ναού του 7ου αιώνος π.Χ., όπου παρίσταται η Αθηνά πολεμούσα κατά του Εγκελάδου, τον οποίον έχει ήδη εξαπλώσει προ των ποδών της."
πηγή φωτογραφίας: "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" 
 
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, στους θεούς δόθηκε χρησμός που ανέφερε πως ο μόνος τρόπος για να νικήσουν τους τρομερούς γίγαντες ήταν να συμμαχήσουν με κάποιον θνητό (!). Έτσι κι έγινε. Με σύμμαχο, λοιπόν, τον Ηρακλή, κατόρθωσαν να τους κατατροπώσουν.
Γίγας, "Παρά το γω, το χωρώ, γίνεται γας' και κατά αναδιπλασιασμόν, γίγας' ή παρά το εκ της γης ιέναι" (Ετυμολογικόν Μέγα). Με άλλα λόγια, είτε επειδή προέρχονται από τη γη, τέκνα της γης, είτε από το γας, γω που σημαίνει χωρώ.
Όπως και νά'χει, οι Γίγαντες, δεν είχαν την καλύτερη φήμη. Ούτε κατά τη μυθολογία μας, ούτε στα σημερινά παραμύθια (με σπάνιες εξαιρέσεις!). Συμβόλιζαν τη δύναμη του κακού, του δυνάστη. Σήμερα γίγαντες μπορεί να μην υπάρχουν, με την παραδοσιακή τους μορφή (η απεικόνισή τους, εξάλλου, έδινε έμφαση στο έντονο "υλικό" στοιχείο τους, ό,τι κι αν μπορούσε να σημαίνει αυτό..), αλλά από κακό που γιγαντώνεται, από δυνάστες με "γιγάντιες" δυνάμεις, άλλο τίποτα. Κάτι ενδιαφέρον στο μύθο είναι πως για να κατατροπωθούν στάθηκε απαραίτητη η συμμαχία του θνητού με τους θεούς (ό,τι κι αν σημαίνει, και πάλι, αυτό...).
Παρ'όλο, λοιπόν, που η λέξη, καθώς πέρασαν οι αιώνες, χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο για να προσδιορίσει την υπερβολική δύναμη ή το μεγάλο μέγεθος, ακόμη και για να χαρακτηρίσει έναν ήρωα (π.χ. το Διγενή Ακρίτα) κι όχι τα τερατώδη όντα του κακού κι έτσι οι σύγχρονοι Γίγαντες αναφέρονται ως, π.χ., "μεγαλοτραπεζίτες και σια", απομείναμε με μόνους γίγαντες τα συγκεκριμένα φασόλια (αν και θέλω να ευελπιστώ και για ήρωες μελλοντικά...).
Κι επειδή, ένεκα της περιβόητης κρίσης, καλό είναι να αναθεωρήσουμε και τις διατροφικές μας συνήθειες προς το πιο παραδοσιακόν και οικονομικόν, ας μιλήσουμε λιγάκι και για τους γίγαντες, που έθρεψαν γενεές γενεών σε τούτα εδώ τα χώματα.
 
Όταν ξεκίνησα να καλλιεργώ το μπαξέ μου πιο συστηματικά κι είχα την πρώτη μου επαφή με τους ντόπιους σπόρους, βρέθηκαν στα χέρια μου μια χούφτα μαύροι γίγαντες, προσφορά από έναν γείτονα. "Μαύροι;" απόρησα.."Υπάρχουν και μαύροι;". Συνηθισμένη από τα λιγοστά του εμπορίου, δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει τι πλήθος ποικιλιών και χρωματισμών χαρακτηρίζει το κοινότατο φασόλι μας. Ένα πράγμα.. πώς να το πω; .. την εποχή του υποτιθέμενου "πλούτου", της πληθώρας, της περίφημης "ανόδου του βιοτικού επιπέδου"... σαν να φτώχαιναν τα γύρω μας.. συντροφιά και με το λεξιλόγιό μας. Έτσι, κάπως, σαν νά'χασαν και τα φασόλια την πολυχρωμία τους και να κατέληξαν όλα ολοσδιόλου λευκά, μικρά και μεγάλα. Ένας συστηματικός αποχρωματισμός των λεπτομερειών της ζωής, μέχρι να μας την καταντήσουν γκρίζα...
 
Μαύροι γίγαντες, λοιπόν, με ένα βαθύ πορτοκαλί λουλούδι ν'αγκαλιάζεται με το λευκό, στο πρώτο μου αυλάκι!
Κι επειδή οι γίγαντες δε θα μπορούσαν, ως γίγαντες, να μην διαφέρουν απ'τα κοινά φασόλια, έχουνε κι ένα άλλο γνώρισμα, που δεν τό'χω διαβάσει πουθενά, αλλά μου το μετέφερε εκείνος ο γείτονας καθώς μου τους παρέδωσε, "για επτά χρόνια στη σειρά, ξαναφυτρώνουν στον ίδιο τόπο, χωρίς να χρειαστεί να τους ξανασπείρεις" κι ας έχουν ξεραθεί ολοσχερώς με του χειμερινού βοριά τ'αγιάζι. Αρκεί να μη σκαλίσεις βαθιά και πετάξεις τις ρίζες τους και έτσι τους ξεπατώσεις... Κύττα, να δεις, επιμονή, της γης τα τέκνα!..... 

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Πανάρχαιοι Κένταυροι και σύγχρονοι Δράκοντες...

Παρ'όλο που σε τούτη τη σελίδα συνηθίζω να φιλοξενώ μοναχά ομορφιές της πλάσης μας (μιας κι έχουμε πήξει στις ασκήμιες), δε μπορώ, ειδικά τούτη τη φορά, να μην κάνω μια εξαίρεση. Τό'χε πάρει το μάτι μου στο διαδίκτυο πριν καμιά βδομάδα και δεν έλεγα να το πιστέψω. Κι όσο νά'ναι, μια που ζω εδώ, σε τούτο το αγαπημένο βουνό των Κενταύρων, το πήρα το θέμα και προσωπικά. Άσε που δεν είχα ιδέα περί αυτού, ούτε εγώ, ούτε κανείς γνωστός μου από τα γύρω χωριά. Σήμερα, όμως, που κατέβηκα στο Βόλο για κάτι δουλίτσες είχα την ευκαιρία να το δω και με τα ίδια μου τα μάτια, να σταματήσω έκθαμβη το αυτοκινητάκι μου εκεί μπροστά, για να πάθω με την ησυχία μου το εγκεφαλικό! Ένας πελώριος Δράκος με αλογίσια πόδια και σιχαμερά λέπια να δεσπόζει στον κεντρικό δρόμο του πανέμορφου λιμανιού της Αγριάς! Και τούτο το έκτρωμα, να τιτλοφορείται από τους εμπνευσμένους "άρχοντες" που το παραλάβανε από τον εξίσου εμπνευσμένο "καλλιτέχνη", ως "Κένταυρος του Πηλίου"! Τιμή και δόξα! Τα θερμά μου συγχαρητήρια!!!


Να προσπεράσω το ότι "εδώ ο κόσμος καίγεται" -από όλες τις απόψεις- κι εμείς έχουμε την πολυτέλεια να παραγγέλνουμε αποκρουστικούς Δράκους να στολίζουν τις κωμοπόλεις μας από τον "φιλότεχνο" κύριο Yvon Le Bellec και να εκφράσω, καταρχάς, την απορία μου: Για ποιό λόγο ο κύριος Le Bellec θέλει να μας πείσει ότι οι περίφημοι Κένταυροι του Πηλίου ήτανε ερπετοειδή τέρατα που κουβαλούσαν σττην πλάτη του εξίσου λεπιασμένα ανθρωποειδή με βάρβαρες τιάρες και γελοία πασουμάκια; Και για ποιό λόγο ο κύριος Σούρλας (ο οποίος και ήταν εκείνος που προέτρεψε τον "δημιουργό να τον πω;" να το κατασκευάσει, βλέπε:"Το άγαλμα από ορείχαλκο ύψους 6 μέτρων και βάρους 5 τόνων φιλοτέχνησε ο Γάλλος γλύπτης Ιβόν Μπελέκ, μετά από προτροπή και πρόταση του κ. Σούρλα." από: http://www.taxydromos.gr/localnews/tabid/58/articleType/ArticleView/articleId/31001/--.aspx) κι ο Δήμαρχος της Αγριάς καθώς κι οι αποδέλοιποι αρμόδιοι, δεχτήκανε να μας μοστράρουν φάτσα-πόστα αυτή την αηδία που προσβάλει με το χειρότερο τρόπο την ιστορία του τόπου μας, αλλά και την εναπομείνουσα αισθητική μας; Κι ύστερα πάλι για ποιό λόγο ακόμη και το τσουτσούνι (συγγνώμην κιόλας) του υποτιθέμενου Κενταύρου, είναι γεμάτο αιχμηρές φολίδες; Τί θέλει να μας πει ο ποιητής;


Αν είχα τη δυνατότητα να μιλήσω στον ανεκδιήγητο Yvon Le Bellec, θα τού'λεγα απλά, πως αν θεωρεί τους προγόνους τους δράκοντες, σαυροειδή ερπετά, κροκοδείλους ή ό,τι παρόμοιο, θα μπορούσε, χωρίς καμίαν αντίρρηση, να φιλοτεχνήσει έτσι τον παππού του. Επειδή, όμως, η δική μας ιστορία και μυθιστορία, δε μας λέει πουθενά ότι οι κάτοικοι του βουνού μας και δη οι φημισμένοι Κένταυροι ήταν ένα κράμα γυναικωτών πυθώνων με άλογα που κουβαλούσαν ερπετοειδείς νάνους με βυζί και πασουμάκια, ας τους αφήσει στην ησυχία τους και στην αφάνειά τους (εκεί που κρύφτηκαν για να γλιτώσουν από τα χάλια μας) κι ας πάει να δοκιμάσει αλλού τις αλχημείες του! Δε μπορεί, κύριε διεστραμμένε "καλλιτέχνα" μου, σ'εμένα που επιμένω να ζω σ'αυτό το βουνό για να μπορώ ακόμη σε κάθε ευκαιρία ν'αφουγκράζομαι στα μονοπάτια του το μακρινό ποδοβολητό του Χείρωνα, να μου τον κοτσάρεις ως φολιδωτό μεταλλαγμένο δράκοντα στην κεντρική δίοδο που οδηγεί από το Βόλο προς τα λημέρια του! Και δε μπορεί σεις ξεφτιλισμένοι "άρχοντες" του τόπου να το δέχεστε μετά γλοιώδους χαράς! Ε, έλεος πια! (Ως κι η φωτογραφική μου μηχανή διαμαρτυρήθηκε -που δεν την έχω συνηθίσει σε τέτοιου είδους εστιάσεις- και με το που πάτησα το κουμπί νέκρωσε! Είδα κι έπαθα να την επαναφέρω..)


Ο Κένταυρος Χείρων με το μαθητή του Αχιλλέα, από αρχαίο αγγείο.
Και για να μην ξεχνιόμαστε, να θυμηθούμε ελάχιστα περί Χείρωνα: Ο Χείρων ήταν ο πιο αγαπητός κι ο πιο φημισμένος από τους Κενταύρους, γιος του Κρόνου (ο οποίος τον εγέννησε μεταμορφωμένος σε άλογο) και της Φιλύρας, περίφημος ιατρός (άριστος χειρουργός, όπως υποδηλώνει και το όνομά του), βοτανολόγος, μουσικός, κυνηγός, ξακουστός για τη σοφία του, τη δικαιοσύνη του και τους όμορφους τρόπους του και διδάσκαλος όλων σχεδόν των θεσσαλικών ηρώων της μυθολογίας μας. Ο Απόλλων του εμπιστεύτηκε την ανατροφή του υιού του Ασκληπιού, ο Πηλέας την ανατροφή του Αχιλλέα. Ο Ιάσων, ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι, ο Ακταίων, ήταν όλοι μαθητές του. Όπως αναφέρει το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου": "Ο Χείρων ως πρώτος μεταχειρισθείς τας βοτανικάς του γνώσεις προς ανακούφισιν των ανθρώπων, απέλαυεν ιδιαιτέρας λατρείας υπό των κατοίκων της Μαγνησίας, η ανάμηνσίς του δε διετηρήθη εις το χειρώνιον ή μέγα κενταύρειον βότανον του οποίου η ρίζα εθεωρείτο ότι απεμάκρυνε τους όφεις και καθίστα τούτους αβλαβείς ή τους εφόνευε δια του αρώματός της."

"...Φίλοι μου, βλέπετε τον προεξέχοντα λόφο της κορυφής,
ο οποίος είναι κατάσκιος εις το μέσον του βράχου,
όπου εντός σπηλαίου κατοικεί ο Χείρων,
που είναι ο περισσότερο δίκαιος από όλους τους Κενταύρους,
οι οποίοι ανετράφησαν εις την Φολόην
και εις τας αποκρήμνους κορυφάς της Πίνδου.
Αυτός (ο Χείρων) έχει την φροντίδα δια την δικαιοσύνην
και δια να παρέχει φάρμακα προς θεραπεία των ασθενών
άλλοτε πάλι κρούων εις τα χέρια του την κιθάραν του Φοίβου
ή τη λιγυρόφωνον φόρμιγγα του Ερμού
τη φκιασμένην από όστρακον χελώνης,
φανερώνει εις όλους τους περίοικους δίκαια έργα.
Δια τούτο βέβαια η Θέτις, που έχει ωραία πόδια,
παρέλαβε και στην αγκαλιά της και τον ιδικόν μου υιόν,
ενώ ήτο νήπιον που είχε γεννηθή προς ολίγου,
και ανέβη εις το Πήλιον το κινησίφυλλο βουνό,
και τον παρέδωσε εις το Χείρωνα, δια να τον περιβάλλη με αγάπην
και να τον ανατρέφη καλώς και με επιμέλεια..."
(στ.378-390, "Ορφέως Αργοναυτικά", απόδοση Ι.Πασσά)

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Ο Νοέμβρης σαν θα έρθει τα γομάρια μέσα κλείνει!

Αν κι η παροιμία τούτη, μου έφερε άλλους συνειρμούς στο νου, τόσο που, ασυνείδητα, ευχήθηκα με ανακούφιση "αμήν και πότε!" (πόσα "γομάρια" θά'πρεπε να "κλείσει μέσα"...), ουσιαστικά αναφέρεται στις καιρικές συνθήκες (κι όχι στις πολιτικοκοινωνικοεθνικές και σχετικές..), αλλά -τέλος πάντων- από όποια πλευρά και να το δεις καλό είναι, φτάνει να μπορείς ακόμη να βλέπεις γύηρω σου και ν'ακούς, να μην έχει στραβωθεί ολότελα κι έχεις το βλέμμα μοναχά εκεί που κάποιοι έντεχνα σ'το στρέφουν, σαν ταλαίπωρο άλογο με χαλινό και παρωπίδες που στα γεράματά του, με τα πόδια πρησμένα και την ψυχή θλιμμένη, ανέλαβε να κάνει βόλτες στο τετράγωνο χαζοχαρούμενους τουρίστες... Επανερχόμαστε στον καιρό και στον Νοέμβρη, λοιπόν, γιατί αν εστιάσω τώρα στα λογής-λογής "γομάρια" της εποχής θα χειμωνιάσει το σκηνικό πολύ απότομα..
Ο Νοέμβρης σαν θα έρθει τα γουμάρια μέσα κλείνει!
Τον Οκτώβρη τα κουδούνια, τον Νοέμβρη παραμύθια.
Όταν έρθει ο Νοέμβρης σιγομπαίνει κι ο χειμώνας.
Όποιος σπέρνει τον Νοέμβρη ούτε σπόρο δε θα πάρει.
Τον Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
Νοέμβρη οργώματα κι ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
Ο Νοέμβρης κι αν βροντά, το κρασάκι νά'ν' καλά!
Γράφει ο λαογράφος των βοσκών και της αγροτιάς:
"Με τον Νοέμβρη μπαίνουμε πια επίσημα στην αρχή του Χειμώνα. Το φτάσιμό του αλλάζει τη συμπεριφορά του καιρού, προμηνάει στη γύρω φύση τον ερχομό τ'ασπρομάλλη γέροντα και ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας.[...]
"Ο Νοέμβρης έκλεισε τα ζευγάρια στον στάβλο κι ούτε τσοπάνης στα βουνά κι ούτε ζευγάς στον κάμπο" λέει ο λαός μας για να μπορέσει έτσι, μ'αυτά τα λόγια, να δώσει μια πλήρη εικόνα καιρικής συμπεριφοράς του Νοέμβρη κι έναν ιδιαίτερο χαρακτηρισμό στον προάγγελο του Χειμώνα." (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")



Μας θυμίζει ο λαογράφος μας Φίλιππος Βρετάκος:
"Εις το Αττικόν ημερολόγιον, που κατείχε την πέμπτην θέσιν, ελέγετο "Μαιμακτηριών" (15 Νοεμβρίου-15 Δεκεμβρίου), διότι ετελούντο κατ'αυτόν τα "Μαιμακτήρια", που ήσαν εορτή εις τιμήν του Διός Μαιμάκτου, δηλ. του θεού των ανέμων και των καταιγίδων, επειδή ήρχιζαν τότε αι πρώται χειμωνιάτικαι κακοκαιρίαι, με σκοπόν να τον κατευνάσουν δια δεήσεων. Προς τούτο οι Αθηναίοι, φέροντες πέπλον εχόρευον εις το θέατρον της πόλεώς των μετημφιεσμένοι εις Βάκχας, Νύμφας, Ώρας και εδέοντο εις τον Μαιμάκτην Δία, που εσυμβόλιζε την ταραχώδη και ευμετάβλητον αυτήν εποχήν του έτους, να είναι προς αυτούς ήπιος και μαλακός και όχι σκληρός.



Εις τον λαόν είναι γνωστός με τα δημώδη ονόματα: Νοέμβρης, Βροχάρης (διότι αι βροχαί είναι συχναί κατ'αυτόν), Σποράς ή Σπορίτης (διότι γίνεται εις τους αγρούς η σπορά των σιτηρών), Μεσοσπορίτης (διότι μέχρι της 21ης Νοεμβρίου πρέπει να έχει σπαρή η ημίσεια τουλάχιστον σπορά), Σκιγιάτης (ίσως διότι από αυτόν αρχίζουν αι πρώται μεγάλαι νύκτες του χειμώνος, επαυξάνεται το σκότος και η γη σκιάζεται περισσότερον από ό,τι κατά τους άλλους του έτους μήνας), Αϊστράτηγος (διότι έγεται κατ'αυτόν η γιορτή των Ταξιαρχών), Κρασομηνάς (Σουφλί, διότι πίνεται κατ'αυτόν το νέο κρασί), Μπρουμάρης (διότι οι αγροί κατά τας πρωινάς ώρας καλύπτονται υπό πάχνης).... (Φιλιππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριότεραι εορταί των")



Και συμπληρώνει ο Βασίλης Λαμνάτος:
"Θα τον ακούσεις: Σποριά (απ'τη σπορά), Αγιαντριά (απ'τη γιορτή του Αγίου Αντρέα), Ταξιάρχη (απ'τη γιορτή των Ταξιαρχών), Παχνιστή (γιατί απ'το μήνα αυτό τα ζωντανά μπαίνουν στους αχερώνες και τρώνε την τροφή τους στο παχνί ή κατ'άλλους απ'αυτό τον μήνα πέφτουν οι πρώτες πάχνες. Ως πιο ορθό θεωρούμε το πρώτο.) Επίσης θα τον πάρει τ'αυτί σου και Άη-Φιλιππιάτη (απ'τη γιορτή του Άη-Φιλίππου), Μεσοσπορίτη (απ'τη  Μεσοσπορίτισσα , π'αρχίζει απ'την ημέρα αυτή να βασιλεύει κι η Πούλια), Κρασομηνά (γιατί σε πολλά μέρη ανοίγονται και δοκιμάζονται τα κρασιά),  Μεθυστή (επειδή πίνουν απ'τα νεοανοιγμένα βαρέλια κρασί και μεθούν), καθώς και Βροχάρη (γιατί το μήνα αυτόν πέφτουν πολλές βροχές και κατεβάζουν ποτάμια και ρέματα μαζί). Αλλού πάλι τον λένε και Τρυγομηνά (γιατί τρυγούν- μαζεύουν τις ελιές). (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")



Τέλος, μας πληροφορεί ο λαογράφος απ'την Κρήτη:
"Επίσης στην Κρήτη του δίνουμε και την προσωνυμία "Τρυποτηγανάς", γιατί σύμφωνα με το έθιμο, τη γιορτή του Αγίου Αντρέα, πρέπει οι νοικοκυρές να κάνουν τηγανίτες, για να μην τρυπήσουν τα τηγάνια τους.
Αρχή του χειμώνα ο Νοέμβρης και όλοι είναι σχεδον έτοιμοι να μαζευτούν στο σπιτικό τους Ωστόσο, πριν αρχίσει το κρύο, πρέπει οι δουλειές που απόμειναν να τελειώσουν, για να βάλουν τις καινούριες καταβολάδες, πειθαρχώντας στην παροιμία:
Το Νοέμβρη και Δικέμπρη φύτευγε καταβολάδες.
Όλα πρέπει να γίνουν γρήγορα, προτού βασιλέψει η Πούλια, γιατί αρχίζει μετά ο χειμώνας και το δυνατό κρύο. Αφού τελειώσουν όλα αυτά, μαζεύουν τα ζώα στα παχνιά και τα ζευγάρια στους στάβλους για να ξεχειμωνιάσουν. Κατεβαίνουν κι οι τελευταίοι βοσκοί από τα βουνά για να ξεχειμωνιάσουν γιατί:
Ο Άι Μηνάς εμήνυσε Πούλια μην ξημερώσει
κι ούτε βοσκός εις τα βουνά κι ούτε ζευγάς στσοι κάμπους." (Μιχάλη Γρηγοράκη, "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες")

Καλό μήνα και καλή δύναμη!