Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

Ο Άγιος Διονύσιος της συγχώρεσης, ο Άγιος της συγγνώμης...

"Της Κυριακής το ξύπνημα με λιώνει, με πεθαίνει,
ν'ακούω "γιούλια ολόμπλαβα!" κι ο Άγιος να σημαίνει!"
Ιωάννης Τσακασιάνος

"Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἀρχειοφυλάκιον τῆς Βενετίας, ὑπῆρχε θανάσιμη ἔχθρα μεταξὺ τῶν οἰκογενειῶν Μονδίνων καὶ Σιγούρων. Ὁ Ἅγιος προσπάθησε νὰ τοὺς συμφιλιώσῃ, ἀλλὰ ματαίως. Ἀντιθέτως δημιουργήθηκαν φόνοι, διότι διηρέθησαν σὲ δύο παρατάξεις οἱ κάτοικοι. Σὲ μία ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς συμπλοκὲς ἐφόνευσαν τὸν ἀδελφόν του Ἁγίου, Κωνσταντῖνον.
Ὁ φονιὰς τρέχει, διωκόμενος ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὴν ἀστυνομία. Ζητεῖ καταφύγιο σὲ ἐρήμους τόπους. Καταλήγει στὸ Μοναστήρι τῆς Ἀναφωνήτριας, ζητώντας ἄσυλο. Βέβαια δὲν ἤξερε, ὅτι ὁ Ἡγούμενος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ θύματος. Ἐδῶ ζήτησε καταφύγιο.
Ὁ Ἅγιος εἶδε τόσο φοβισμένο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐρώτησε τί ἔχει. Ἐκεῖνος ὠμολόγησε, ὅτι καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοῦ Σιγούρου, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσε. Ὁ Διονύσιος, σὰν ἄνθρωπος καὶ ἀδελφὸς λυπήθηκε πολύ. Πειράχθηκε ἀφάνταστα, διότι ἦταν ὁ μόνος ἀδελφὸς ποὺ εἶχε. Ἐλᾶτε στὴ θέσι του. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ φανερώσει τὴν ταυτότητά του τὸν ἐρώτησε μὲ παράπονο:
-Ἄνθρωπε, σὲ τί σοῦ ἔφταιξε ἐκεῖνος ὁ καλὸς ἄρχοντας καὶ τὸν θανάτωσες ἄδικα;
Παρ᾿ ὅτι πληγώθηκε ἡ καρδιά του, τοῦ πρόσφερε φαγητό, νερὸ καὶ τὸν συμβούλεψε. Προσπάθησε νὰ τὸν κάμῃ νὰ μετανοήσῃ γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὴν αἰώνια Κόλασι.
Σ᾿ ὅλη του δὲ τὴ μετέπειτα ζωὴ προσπάθησε ὁ φονιὰς διὰ τῆς μετανοίας νὰ ἐξιλεωθῇ. Ἀκολούθως τὸν ἔβγαλε στὸ γιαλό, κάτω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τοῦ ἔδωσε τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια, χρήματα καὶ τροφές, γιὰ τὸ ταξίδι, τὸν ἔβαλε μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο καὶ τὸν ἐφυγάδευσε πρὸς τὴν Πελοπόννησο.
Πόση μεγάλη ἀνεξικακία εἶχε, γιὰ νὰ φερθῇ ἔτσι στὸ φονιὰ τοῦ ἀγαπημένου καὶ μόνου ἀδελφοῦ του!"
Ἀρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος,
«Βίος καὶ Θαύματα Ἁγίου Διονυσίου του Νέου ἐκ Ζακύνθου Ἀρχιεπισκόπου Αἰγίνης»


"Εκεί μακριά στης Παναγιάς, το άγιο μοναστήρι
Λιμάνι, κάστρο της ψυχής Παράδεισου γεφύρι [...]



[...] Φύγε, φύγε! καιρός πλιο δε μένει
τρέχα κάτου στην ακρογιαλιά,
μία βαρκούλα εκεί θαύρης δεμένη,
πάρτη, φύγε στα ξένα μακρυά!

Ώ, πες μου, πες μου, δύστυχε, δε θλίβετ' ή καρδιά σου,
Φαρμάκι μέσ' στα στήθια σου δεν αγροικάς πικρό,
Για το βαρύ δεν έκλαψες μεγάλο αμάρτημά σου,
Μετανοείς; Εζήτησες συχώριο απ’ το Θεό;

Τώρα ο φονιάς στο Γούμενο ομπρός γονατισμένος
γέρνει το υγρό του μέτωπο και το χτυπάει στη γη
και το Χριστό κοιτάζοντας, χλωμός και δακρυσμένος,
για το βαρύ το κρίμα του συγχώρεση ζητεί.

Προσεύχεται ... Το δάκρυ του ολόθερμο κυλάει
η άθλία ψυχή βαφτίζεται ... Χαμογελά ο ουρανός
το θείο μυστήριο ο Γούμενος, το βάφτισμα βλογάει-
ειν' ο Χριστός ανάδοχος, εκείνος λειτουργός,

- Δόξα σοι, Κύριε ... Εσώθηκε! - Ώ λόγο πού προφέρεις!
Εσώθης! ξαναπέσμου τη, τη λέξη τη γλυκειά!
Κλάψε ... Μ' αυτά τα δάκρυά σου, ταλαίπωρε, δεν ξέρεις,
πόση γαλήνη εσκόρπισες στη δόλια μου καρδιά! [...]

("Ο Γούμενος της Αναφωνήτρας" [απόσπασμα],  Ανδρέας Μαρτζώκης)



"Καμαρώνουν όλοι οι Ζακυνθινοί να βαφτίσουν ένα παιδί του Διονύσιο (και θηλυκό Διονυσία), και να το φωνάζουν Νιόνιο" σημειώνει ο λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη). Και συνεχίζει: "Είναι μια ωραία σφραγίδα "ταυτότητας" αυτή η συνήθεια βαφτιστικών από πολιούχους, που ξεχωρίζει εντυπωσιακά στην Επτάνησο και επεκτείνεται στις βάρκες, στα καράβια, στις βίλλες ή και σε τροχοφόρα.... Η λαϊκή λατρεία του αγίου στη Ζάκυνθο αποτελεί κάτι το συναισθηματικά αυθόρμητο και ψυχολογικά ενωτικό. Με το σεισμό και την καταστροφή του 1953, το νησί θα εσκόρπιζε, αν δεν ήταν εκεί ο άγιός του, με το Μοναστήρι και το γκρεμισμένο έστω καμπαναριό του, που έπρεπε να ξαναστηθεί. Μαζί του ξαναστήθηκε κι η πολιτεία της Ζάκυνθος...."



"Στις 5 Απριλίου 1893, στις επτά το πρωί, έγινε μεγάλος σεισμός στο νησί της Ζακύνθου. Το καμπαναριό και η στέγη του ναού γκρεμίστηκαν. Το μόνο μέρος που δεν έπαθε καμία ζημιά ήταν το δωμάτιο που φυλάσσεται η ιερή λάρνακα του Αγίου. Την ώρα του σεισμού μέσα στην εκκλησία βρίσκονταν τρεις προσκυνητές: ο Παύλος Σέληνας, ο Ιωάννης Γιακουμέλος και ο Γεώργιος Βορρές. Οι δυο πρώτοι αγκάλιασαν την ιερή λάρνακα και σώθηκαν και ο τρίτος σώθηκε κάτω από το γυναικωνίτη." (Αλεξίου Ιωάννης,  Ο Άγιος της συγγνώμης Άγιοι, IMZ)

Κυκλοφορούν αμέτρητες καταγραφές των θαυμάτων του μεγαλόκαρδου Ζακυνθινού Αγίου της "Συγγνώμης", όπως αποκαλείται απ'το λαό μας - μιας και η καρδιά που μπορεί να συγχωρέσει κρύβει κάτι από το μεγαλείο και την ομορφιά του Θεού και αγγίζει κάθε καλοπροαίρετη ψυχή.... Άλλα παλιότερα, άλλα σύγχρονα. Άλλα όσο βρισκόταν εν ζωή, άλλα αφότου "κοιμήθηκε"...


"Ο Άγιος Διονύσιος κάποτε πήγαινε με άλλους κληρικούς ως προσκεκλημένος στην Μονή Άγιου Γεωργίου στο νησάκι Βοϊδι. Οι ψαράδες όμως οι οποίοι τους μετέφεραν με το πλοίο τους ήταν προληπτικοί κατά των ρασοφόρων, και απέδωσαν στην παρουσία των κληρικών την αποτυχία τους στο ψάρεμα. Ο Άγιος, θέλοντας να τους συνετίσει τους υπέδειξε που να ρίξουν τα δίχτυα τους, και παρότι το μέρος εκείνο δεν είχε ποτέ ψάρια, οι ψαράδες έπιασαν τόσα πολλά, ώστε δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα δίχτυα τους. Τότε προσκύνησαν τον Άγιο και του ζήτησαν συγχώρεση."

Αναφέρει, ακόμη, ο Δημήτριος Λουκάτος: 

"Το καλοκαιρινό πανηγύρι (24 Αυγούστου), τ' Αγίου στη Ζάκυνθο, αν και εντοπίζεται στην πρωτεύουσα, είναι από τα πιο "υπαίθρια" και τα πιο φωτεινά, στον ανοιχτό χώρο του, με απλωμένο το Ιόνιο μπροστά, στην εκκλησιά και σ'όλον το λιτανευτικό δρόμο του, με τους χαμηλούς καταπράσινους γύρω λόφους και με τον εύφορο κάμπο, λίγο πιο πίσω από τους λόφους αυτούς. Το μεσημέρι της παραμονής, όταν με πομπή, πατροπαράδοτα αρχοντική και καλαίσθητη, ξεκινάει ο κόσμος να παρακολουθήσει το στήσιμο της Λάρνακας μέσα στην εκκλησιά [...] Ακολουθεί ο ιδιόρρυθμα καλλίφωνος εσπερινός κι η ολονυχτία, με "εγκοιμήσεις" στους ανοιχτούς χώρους του όλου συγκροτήματος του Ναού -παλιότερα και μέσα- με διακριτικό προσκυνηματικό εμπόριο στους έξω χώρους [...] Η πρωινή κωδωνοκρουσία είναι χαρά και μάθημα ... για τη σημασία που μπορούν να έχουν οι καμπάνες στην καλλιτεχνική αγωγή ενός τόπου και σε ένα ευφραντικό ακρόαμα της κοινότητας. Η λειτουργία πάντα μεγαλοπρεπής και ύστερα η λιτανεία, ζωγραφισμένη ήδη από τον Κουτούζη το 1776....


[...] Η γιορτή θα κλείσει το βράδυ με "φωτιές", τα καλλιτεχνικά πυροτεχνήματα... Και τον τελευταίο νυχτερινό λόγο θα τον πάρουν τα συγκινητικά υπολείμματα των παλιών κανταδόρων του νησιού..."

Ο Λουκάτος τονίζει, επίσης τα κοινά χαρακτηριστικά των τριών αγίων των Επτανήσων (Αγίου Διονύσιου, Αγίου Σπυρίδωνα και Αγίου Γεράσιμου) και παρατηρεί: "...η κοινή πίστη στα "ολόσωμα" λείψανα και στη σημασία της όρθιας λάρνακας [...] οδήγησε και στη δοξασία ότι ο κάθε άγιος επισκέπτεται το γείτονά του, όταν γιορτάζει, και για αυτό μπορεί να λείπει από τη λάρνακα! Απουσιάζουν και σ'άλλες αποστολές (δοξασία που την είχαν και στην αρχαιότητα) και κάποτε φθείρουν και τα "πασουμάκια" τους..." (Δ.Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

Και:

"Η λατρευτική λαογραφία του Αγίου Διονυσίου διαπιστώνεται και στις μικροεκφράσεις που τον αφορούν. Π.χ. Όρκοι:

Μα τον Άγιο! Μα το άγιο Κρυστάλλι (το τζάμι της Λάρνακας)

Μα το Σιγούρο! Μα το άγιο κορμάκι!

Και νοσταλγία των ξενιτεμένων:

Να δω από μακριά το Καμπαναριό τ' Αφεντός και να πεθάνω!

[...] Στο χειμωνιάτικο πανηγύρι (17 Δεκεμβρίου), οι Ζακυνθινοί είναι μόνοι τους. Δεν έχουν τον τουρισμό της μεγάλης Γιορτής και Λιτανείας του καλοκαιριού. Δεν είναι όμως τόσο "μόνοι" τους, αφού τους πλαισιώνουν οι τρεις αιώνες της λατρείας του αγίου και τους συμπαραστέκονται οι γενιές που, σε καμιά περίπτωση, δεν τον αρνήθηκαν. Ακούνε και οι σημερινοί πιστοί, στην ολονυχτία, την αφήγηση των θαυμάτων του Αγίου, που είναι τοπικά και ιστορικά, αναφερόμενα σε γνωστές τοποθεσίες του νησιού τους." (Δ.Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

Λιτανεία Αγίου Διονύσιου στη Ζάκυνθο, Νικολάου Κουτούζη

Τέλος, στην "Ιστορικοαγιολογική Μελέτη" του Αγίου (Θεολογική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, καθηγητής: Σ. Πασχαλίδης, επιμέλεια: Μπενίσης Μάριος, πηγή: Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ζακύνθω) παρατίθενται, μεταξύ άλλων, κάποια ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία της λαϊκής λατρείας των Ζακυνθινών:

"Για τους Ζακυνθινούς όλη η θρησκευτική και πνευματική ζωή, η πίστη και η λατρεία έγκειται στο πρόσωπο του Αγίου τους. Γι’ αυτούς, Άγιος είναι μόνο ένας, ο Άγιος Διονύσιος. Η Μ. Μηλίγκου - Μαρκαντώνη χαρακτηρίζει την ζακυνθινή κοινωνία και τη βιωτή της με τον πρωτότυπο όρο “Αγιοδιονυσιοκεντρική βίωση”.

 Όταν κάποιος τυγχάνει άρρωστος στο νησί της Ζακύνθου, η πρώτη σκέψη πριν ακόμα έρθει ο γιατρός, είναι να μεταφερθεί ο ασθενής, ενώπιον του ιατρού “ψυχών τε και σωμάτων”, ενώπιον του λειψάνου του Αγίου Διονυσίου. Έντονα λαογραφικά στοιχεία ενέχει και η ευχή που δίνεται στα ταξίδια από τον κάθε Ζακυνθινό: «Νά 'χεις τον Άγιο βοήθεια σου». Παρών εξακολουθεί να είναι ο Άγιος σε όλο το φάσμα της ζωής των πιστών. Είναι γνωστή η παράδοση, ιδίως στους μεγαλύτερους σε ηλικία Ζακυνθινούς, που αναφέρει τη μεσιτεία του Άγιου στο Θεό προς τεκνογονία ατέκνων ζευγαριών. Έντονη επίσης είναι η παράδοση που θέλει τα νέα ζευγάρια να ανταλλάσσουν βέρες όχι στο σπίτι, αλλά στο ναό του Αγίου, μπροστά στο ιερό λείψανο, μετά από μικρή δέηση, “για να είναι ο Άγιος μάρτυρας”, όπως χαρακτηριστικά λέγεται. [...]

Προς τιμήν του Αγίου πολλοί ξεκινούν ακόμα και από τα πιο απομακρυσμένα χωριά με τα πόδια να επισκεφθούν το κέντρο του νησιού, τη Χώρα, απόσταση που ξεπερνά τα 30 χιλιόμετρα. Έτσι, οι πιστοί ξεκινούν αργά το βράδυ για να φτάσουν νωρίς το πρωί και να παρακολουθήσουν την εορταστική Θεία Λειτουργία. Το έθιμο τηρείται από κάθε ηλικίας ανθρώπους, από νέα παιδιά μέχρι και υπερήλικους γέροντες.[...]

Επίσης, ίδια λαϊκή αντίληψη υπάρχει και για την αλλαγή των “χρυσωμένων εμβάδων”, των αναθηματικών παντόφλων του Αγίου. Οι αναθηματικές παντόφλες αποτελούν το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί κάποιος να αφιερώσει στον Άγιο.[...]"

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Τα στοιχειώδη...




"Τὸ φῶς γιὰ νὰ βλέπω καὶ ν’ ἀγαπῶ

τὸ βρίσκω παντοῦ: Στὸ λίγο ψωμί,

στοῦ βουνοῦ τὴ γυμνότητα, στὸ λουλούδι τῆς γλάστρας,

στὸ νερὸ τῆς πηγῆς, στὸ γιομάτο εὐγένεια

ἀεράκι ποὺ ἔρχεται καὶ θωπεύει τὴν κούραση

τῶν χεριῶν μου, στὸ λίγο ἐχέμυθο φῶς

τοῦ σπιτιοῦ μου τὴν νύχτα, στὴν παρουσία

τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου ποὺ προχωρεῖ

στὸ ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στὸ ἄξαφνο

ἔγχρωμο βεγγαλικὸ τῆς φωνῆς

ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται."

(Νικηφόρου Βρεττάκου, "τα στοιχειώδη")

 


"Ἀδέξια, μὲ χοντρὴ βελόνα, μὲ χοντρὴ κλωστή,
ράβει τὰ κουμπιὰ στὸ σακάκι του. Μιλάει μονάχος:

Ἔφαγες τὸ ψωμί σου; κοιμήθηκες ἥσυχα;
μπόρεσες νὰ μιλήσεις; ν’ ἀπλώσεις τὸ χέρι σου;
θυμήθηκες νὰ κοιτάξεις ἀπ’ τὸ παράθυρο;
χαμογέλασες στὸ χτύπημα τῆς πόρτας;

Ἄν εἶναι ὁ θάνατος πάντοτε – δεύτερος εἶναι.
  Ἡ ἐλευθερία πάντοτε εἶναι πρώτη."
 
(Γιάννη Ρίτσου, "τα στοιχειώδη")

 


 "Ὑπάρχει μια σιωπή

ποὺ κλέβουμε ὁ ἕνας ἀπ' τὸν ἅλλο,

ὅταν ὅλοι τραγουδάμε μαζὶ

καὶ κανεὶς δὲ φυλάει τον ἑαυτό του."

(Γιώργου Σαραντάρη, "Υπάρχει")

 


 Καλή κι ευλογημένη χρονιά!

 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης...

- Αλήθεια, κατάλαβε;
- Κατάλαβε! Είναι, φαίνεται, το μυαλό των ανθρώπων όπως τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου... Κάθε νοημοσύνη συντονίζεται και σε άλλες συχνότητες, όπως τα χρώματα της Ίριδας! Άλλος μπορεί να αντιληφθεί το κόκκινο, άλλος το θαλασσί...
Στάθηκε και με κοίταζε. Συνέχισα να μιλώ:
- Έτσι φαίνεται. Τώρα μόλις έκανα κι εγώ τους συνειρμούς. Κι όμως ναι, τούτο το κατάλαβε κάποιος που δεν λογίζεις έξυπνο, γιατί σε τούτες τις συχνότητες εκπέμπει το μυαλό του. Κι αυτό το "χρώμα" τό'δε, το αντιλήφθηκε το μυαλό του. Δες τους σκύλους: Ακούνε ήχους σε συχνότητες που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Έτσι και με την νοημοσύνη! Αλλουνού του κόβει εδώ κι αλλουνού εκεί. Είναι πόσα χρώματα μπορείς να δεις, πόσες συχνότητες αφουγκράζεσαι. Ίσως κάτι σαν αυτό που λέμε "πόσες οπτικές". Ένα ευέλικτο μυαλό θα δει και παραπάνω χρώματα...
Χάθηκα στους συλλογισμούς....
Και η αλήθεια; Η αλήθεια, λοιπόν, και επισήμως δε θά'χει χρώμα, θά'ναι διάφανο λευκό σαν το φως που περικλείει κι αγκαλιάζει όλα τα χρώματα....


Η άνοιξη χαμογελά. Οι ανεμώνες που κάθε χρονιά σηματοδοτούν τη λήξη του χειμώνα αρχίζουν να χλωμαίνουν στα λιοπερίβολα για να παραδώσουν τη σκυτάλη στα καθ'αυτό αγριολούλουδα του έαρος. Όλα συνεχίζουν το διάβα τους από τούτη τη ζωή σύμφωνα με το μερτικό που τους δώρισε η πλάση. Έτσι κι οι ανεμώνες. Γνωρίζουν καλά πότε να ξεπροβάλουν το κεφαλάκι τους απ' την εγκυμονούσα γη και να χαρούν τις ανασαιμιές τους κάτω απ'τις αχτίδες του ηλιάτορα. "Τώρα έφτασε η στιγμή..." μονολογούν με τα δικά λόγια και θαρεττά αναφαίνονται με το κορμάκι τους στητό να κυνηγάει το φως που καταφθάνει από ψηλά. Άλλες θα τανυόνται γαλήνια προς τον ήλιο μέχρι να χλωμιάσουν με τον καιρό και να μαραθούν, άλλες δε θα προλάβουν να χαμογελάσουν για πολύ στο περιβόλι μιας κι ένα χέρι ζήλεψε την ομορφιά τους και τις θέλησε δικές του, άλλες μπορεί να τσαλαπατηθούν από το βιαστικό διαβάτη, κι άλλες θα στολιστούν με δάκρυα απ'το μαύρο σύγνεφο που τσαλάκωσε τα λεπτεπίλεπτα πέταλά τους. Έρχονται και φεύγουν... Μα καμιά, δεν πιστεύω, να σκέφτηκε να ζητήσει κλουβί απ'το Θεό ή τον άνθρωπο για να την προφυλάξει...
"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."

(Γιώργος Σαραντάρης)

Όχι πως δε σκέφτονται. Όχι, όχι, εμάς μας βολεύει να το πιστεύουμε αυτό, καθώς δε μπορούμε ν'αφουγκραστούμε τα σκιρτήματά τους. Κι έχουν τη φρονιμάδα να μαζεύουν τα πεταλάκια τους προστατεύοντας το λιλιπούτειό τους πρόσωπο όταν σκοτεινιάσει ο ουρανός. Κι άλλοτε να χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου για να μην τσακίσει το κορμί τους. Να χώνουν τις ρίζες τους βαθιά στη γη, πολλές φορές μέσα σε βράχους και κάτω από πετραδάκια για να σταθούν γερά. Μα καμιά, δεν πιστεύω να ονειρεύεται και να παρακαλά να σωθεί μέσα σ'ένα ανθοδοχείο μακριά απ'το χάδι της πλάσης για να γλιτώσει το τσαλαπάτημα του αδιάφορου διαβάτη...
"Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.[...]"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άξιον Εστί- Ανάγνωσμα Τέταρτον")

Πόσο απολαμβάνω τον ήχο των βημάτων μου στο χωμάτινο μονοπάτι στη σιγαλιά. Μοναχά το κελάρυσμα των πουλιών ν'ακούγεται κι ο ήχος απ'τα πετραδάκια που σκιρτούν σε κάθε πατημασιά. Τούτα τα βήματα, τόσο ρυθμικά σα δείκτες παλιού ρολογιού, να θυμίζουν το χρόνο και τη θνητότητα που βαδίζει σ'αυτήν την απέραντη κι αέναη ομορφιά που, καθώς προχωρώ, πλημμυρίζει τους οφθαλμούς και το είναι μου...  Στη στροφή ατενίζω την καταγάλανη θάλασσα να σμίγει με τον ορίζοντα, πέρα μακριά, κι εγώ στο μυθικό βουνό ανάμεσα στα ασημένια ελιόφυλλα. 
- Θεέ μου, πώς έφτιαξες τόση ομορφιά;  Κι εμείς τόσο "δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα..."
"Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ."
(Ιωάννου Α' 4,18)

Ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήτανε, λέει, όλα να απαγορευτούν, όλα. Πώς ξεκίνησε τ'όνειρο δε θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά πως βρήκα έναν παπά σ'έναν χώρο απροσδιόριστο κι εγώ ήθελα, θυμάμαι, να του μιλήσω -ίσως να του εξομολογηθώ όλα τούτα που πλάκωναν την ψυχή μου- κι ήθελα απλά να γονατίσω και να βάλω τα κλάματα. Ο παπάς έφυγε πριν μ'ακούσει και γω βρέθηκα σ'έναν χωματόδρομο όπου δεν ακούγονταν πατημασιές -ούτε καν οι δικές μου- μην ξέροντας κατά που να κάνω. Κίνησα, θυμάμαι, για το σπίτι κι η μάνα μου φάνηκε ξαφνικά δίπλα μου να βαστάει ένα μωρό και να το παίρνω εγώ για να την ξαλαφρώσω. Κι είχε ένα όχι ανθρώπινο όνομα το μωρό, όπως κάποια κατοικίδια, και της λέω να του δώσουμε άλλο κι όπως τό'ψαχνα με το νου νομίζω είπα να τ'ονομάσουμε Ζωή. Μα, ύστερα, καθώς συλλογιζόμουνα, θέλησα να κάνω κατά την άλλη μεριά του δρόμου και της ξανάφησα το μωρό, να προλάβω νά'μαστε προετοιμασμένοι πριν με σταματήσουν... Κι όπως δεν ήξερα με σιγουριά κατά που να κάνω και πάσχιζα να δω το συμφερότερο με τη λογική, απ'την αγωνία ξύπνησα! "Όνειρο ήτανε ευτυχώς... όλα καλά... Μα... όχι, στάσου, δεν είναι μοναχά στ'όνειρο!" 
"Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες,
μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμε τὸ πῶς νὰ κάμουμε
γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο
τὸν κίνδυνο ποῦ ἔτσι φρικτὰ μᾶς ἀπειλεῖ.
Κι’ ὅμως λανθάνουμε, δὲν εἶν’ αὐτὸς στὸν δρόμο·
ψεύτικα ἦσαν τὰ μηνύματα
(ἢ δὲν τ’ ἀκούσαμε, ἢ δὲν τὰ νοιώσαμε καλά).
Ἄλλη καταστροφή, ποῦ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαία πέφτει ἐπάνω μας,
κι ἀνέτοιμους — ποῦ πιὰ καιρὸς — μᾶς συνεπαίρνει."
(Κωνσταντίνος Καβάφης, "Τελειωμένα")


- Πόσα χρώματα βλέπεις;
Κοιτάζω απ'το παράθυρο.
- Αλλάξαν οι αποχρώσεις τ'ουρανού σήμερα. Χλώμιασε το σκηνικό. Ο Παγασητικός έσβησε μες στο γαλοζόγκριζο του τοπίου. Γκρίζες κι οι σκεπές με τον σχιστόλιθο. Μοναχά η γη καταπράσινη με κίτρινες πινελιές εδώ κι εκεί, μικροσκοπικές φιγούρες από αγριολούλουδα. Κι η κερασιά που στολίστηκε με τα πρώτα της λευκά ανθάκια. 
Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα. Κυριακή Σταυρολουλουδιά κι ο σταυρός απέμεινε χωρίς λουλούδια... "Κύριε σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."  
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» 
(Λούκ. 23,34)

- Φόβος δεν είναι η αγάπη, μη σε ξεγελούν, κλείσε τ'αυτιά σου! Μοναχά η αγάπη τον φόβο νικά...
Ο θεός του πολέμου Άρης κι η θεά του έρωτα και του σμιξίματος Αφροδίτη γέννησαν, λέει, δυο γιούς, τον Φόβο και τον Δείμο (=τρόμος). Τούτοι γινήκαν και δορυφόροι (δόρυ+φέρω) του πιστοί, μ' άλλα λόγια οπλισμένοι σωματοφύλακες.
Γέννησαν, όμως, και μια θυγατέρα, την Αρμονία... 
Κι η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω απ'τον Ήλιο χρόνια τώρα, με την τροχιά της πάντα ανάμεσα σ'εκείνες του Άρη και της Αφροδίτης. Κι οι γιοι του συνεχίζονται να περιστρέφονται γύρω από αυτόν ως ακόλουθα και πιστά του ουράνια σώματα...
"Κι ὅπως τραβᾶ στὸν πόλεμο ὁ ανθρωποβόρος Ἄρης
κι ὁ Φόβος πλάι ἕπεται, γιος δυνατὸς κι ἀτρόμητος,
καρτερικὸ πολεμιστὴ ἀκόμη φευγατίζοντας..."

(Ομήρου Ιλιάς Ν299)

Κατηφορίζω ξανά με τον νου προς τα λιοπερίβολα. Μήπως συναπαντήσω ξανά στις ζωγραφιές του Θεού τη γαλήνη που μου ξέφυγε, την θυγατέρα Αρμονία. Μήπως κατορθώσω και μιμηθώ τα λιλιπούτεια ταπεινά πλάσματά του που με τόση σωφροσύνη διαφυλάσσουν ευλαβικά το μερτικό τους στη ζωή. Μήπως κι οσφρανθώ την Χάρη Του  κρυμμένη στα ροδοπέταλά τους. Μήπως κι ακούσω την Αλήθεια Του στους ύμνος των πουλιών. Αφουγκράζομαι ξανά τα βήματά μου πάνω στο ξερό χώμα του μονοπατιού. Να συντονίσω τους ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς μου στο ρυθμό τους. Ν'αγγίξω για μια, έστω φευγαλέα στιγμή, με την θνητή μου ύπαρξη τη μελωδία της αιωνιότητας... Συγκεντρώνομαι ξανά στα βήματά μου...
"[...] Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο."

(Μανώλης Αναγνωστάκης, "Φοβάμαι")


Μπήκε η άνοιξη στο βουνό των άγριων και μέθυσων Κενταύρων. Ο Χείρων, από άλλη γενιά, μοναχός με τους εσσαεί μαθητές του διδάσκει και θεραπεύει στα ξεχασμένα μονοπάτια του. 
Γέρνω ξανά να δω απ'το παράθυρο. Στην κληματαριά σκάσαν τα πρώτα τρυφερά φυλλαράκια. Δισταχτικά, κουβαριασμένα ακόμη θαρρείς, ξεπροβάλλουν. Κι ο νεαρός ποιητής που χάθηκε τότε που πολεμούσαν για την πατρίδα και τη λευτεριά, μου σιγοτραγουδά:
"Δεν είμαστε ποιητές" σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς"

(Γιώργος Σαραντάρης, "Δεν είμαστε ποιητές")

 

[Υ.Γ. βλ. και: Χρώματα φόβου κι αγάπης (2) ]

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

γεμάτη χώμα φρέσκο από χαμομήλι αμόλυντο...


[...] ὅρμινον τε, καί εἰρύσιμον, κύκλαμις τ’ ἰοειδής, 
στοιχάς, παιονίη τε πολύκνημόν τε κάτερνες· 
μανδραγόρης, πόλιόν τ', ἐπί δέ ψαφαρόν δίκταμνον· 
εὔοδμος τε κρόκος, τε και κάρδαμον· 
ἐν δ' ἄρα κῆμος, σμίλαξ, ἠδέ χαμαίμηλον, μήκων τε μέλαινα [...]
(Ορφέως "Άργοναυτικά" στίχοι: 920-4)



Περιγράφοντας ο Ορφέας το παλάτι του Αιήτη στην Κολχίδα... "Διότι εμπρός από τον οίκο του Αιήτου και του ερατεινού ποταμού υπήρχε περίφραγμα [...] Εκτός δε αυτού είναι τρεις υπερμεγέθεις πύλαι [...] πάνω εις τον προστάτη των πυλών στέκεται κάποια βασίλισσα ... η οποία ανάβει την φλόγα του πυρός και την οποία οι Κόλχοι εξιλεώνουν ως Άρτεμιν εμπύλιαν ... Αυτή είναι δια τους ανθρώπους φοβερά κατά την όψιν ... Ούτε κανείς εντόπιος εισεχώρησε περισσότερον εις το εσωτερικόν εκείνης της οδού ούτε και κανείς ξένος επέρασε από το κατώφλι .... Εις δε το έσχατον μέρος του μυχού του περιφράγματος υπάρχει άλσος, κατάσκιον από θάλλοντα δένδρα ... υπάρχουν επίσης χόρτα σκεπασμένα με χαμηλές ρίζες, δηλαδή ασφόδελος .... κυκλάμινον ... και ρίγανη ... Ακόμη φύονται εκεί και μανδραγόρας και πολιόν και δίκταμνον ... και κρόκος ευώδης και κάρδαμον .... σμιλακιά και χαμομήλι και παπαρούνα η μαύρη [...] Εις το μέσον ... απλώνεται ο πανύψηλος κορμός της φηγού (βελανιδιάς) .... επάνω εις ένα μακρόν κλάδον επεκρέματο εδώ κι εκεί το χρυσούν δέρας, το οποίο προφυλάττει ένας φοβερός όφις, καταστρεπτικό δια τους ανθρώπους τερατόμορφον θηρίον [...]"
(απόδοση: Ιωάννου Πασσά- "Τα Ορφικά")

Το χαμομήλι, λοιπόν, κάνει πολύ νωρίς την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα. Κι αν ο Ιάσων, ξεκινώντας απ'τα λημέρια του Χείρωνα, το αντίκρυσε στο άλσος της Κολχίδας, ο Κώστας Βάρναλης το αντικρύζει στον τόπο των Κενταύρων:

"Σε θεμωνιές, πηγάδια ή σε κουφάλες
ελιών τρυπώστε, ω Θεσσαλές, που λάβρη
σκιρτά η καρδιά σας· όλοι αφρό και γαύροι
με τις στερνές κατηφοράνε στάλες

της βροχής, καταρράχτες, οι Κενταύροι
με πηδήματα οργιές, κραξές μεγάλες
απ’ των φαράγγων μέσα τις διχάλες
κάτασπροι, κατακόκκινοι και μαύροι.

Αλιφασκιά, θυμάρι, χαμομήλι
καπνίζοντας και στα ίδια τους καπούλια
καβάλα, μες στων σύγνεφων τα τούλια

ορθοί και ανάεροι στάθηκαν σαν ήλιοι
και με ρουθούνια πίνουν ματωμένα
τα μύρα των κορμιώ σας τ’ αναμμένα."

(Κώστα Βάρναλη, "Κένταυροι")



Χαμομήλι ή Χαμαίμηλον από το χαμαί (χάμω) και "δια την προς τα μήλα ομοιότητα τη οσμή", σύμφωνα με τον αρχαίο ιατρό Διοσκουρίδη. Ο Διοσκουρίδης, μάλιστα, το συγκαταλέγει στην ευρύτερη κατηγορία των "ανθεμιδών": 
"Ανθεμίδα: Άλλοι την αποκαλούν "λευκάνθεμο", άλλοι "ηράνθεμο", επειδή ανθίζει την άνοιξη (σημ. έαρ/ ηρ), άλλοι "χαμομήλι", επειδή μοιάζει στη μυρωδιά με τα μήλα, άλλοι "μηλάνθεμο", άλλοι "χρυσοκαλλία" και άλλοι "καλλία". Αυτής υπάρχουν τρία είδη τα οποία διαφέρουν μόνο στα άνθη' βλαστοί μιας σπιθαμής , με τη μορφή θάμνου, οι οποίοι έχουν πολλές διακλαδώσεις, μικρά φυλλαράκια, λεπτά και κεφάλια σφαιρικά τα οποία από μέσα έχουν μικρό λουλουδάκι λευκό και χρυσαφί, ενώ απ'έξω περιβάλλεται κυκλικά από λευκά ή κίτρινα ή πορφυρόχρωμα φυλλαράκια στο μέγεθος του απήγανου. Φυτρώνει σε πετρώδεις περιοχές και δίπλα στους δρόμους, ενώ μαζεύεται την άνοιξη. [...]" (Διοσκουρίδου, "Περί Ύλης Ιατρικής", Γ 136 - απόδοση: "Φιλολογική Ομάδα Κάκτου")

Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν": "Χαμαίμηλον (Matricaria)... περί τα 70 είδη... Το αξιολογώτερον είνε Χ. το κοινόν... Το μόνον είδος του προκειμένου γένους όπερ απαντά  έν Ελλάδι, ένθα είνε κοινότατον και κν. γνωστόν υπό τα ονόματα Χαμομήλι, Χαμόμηλο, Μαρτολούλουδο (Κοραής)' εν Αιγίνη Λουλούδι του Αγ.Γεωργίου, εν δε τη Κύπρο Μουγιόχορτο. Το φυτό τούτο είνε πιθανός το Χαμαίμηλον του Γαληνού, εις τούτο δε κατά τινάς αναφέρεται μία των Ανθεμίδων του Διοσκουρίδη. Τα άνθη του φαρμακευτικά' αλεθόμενα και μεταβαλλόμενα εις λεπτήν κόνιν δυνατόν ν'αντικαταστήσωσι το Πύρεθρον εν τη καταπολεμήσει πολλών εντόμων, αποσταζόμενα δε παρέχουσι κυανούν φαρμακευτικόν αιθέριον έλαιον πολύτιμον. [...]"











Η  αλήθεια είναι πως στο βουνό του Χείρωνα δυσκολεύομαι, πλέον, να βρω καθαρό χαμομήλι. Ίσως επειδή, καθώς γράφει κι ο Διοσκουρίδης "φύεται ... παρά τας οδούς" και, στις μέρες μας, δεν είναι και το ιδανικότερο να συλλέγεις βοτάνια από τέτοιες τοποθεσίες! Γιατί κι εδώ το πανέμορφο χαμομηλάκι θα το εντοπίσω συχνά σε ισόπεδες αλάνες που παρκάρουν αυτοκίνητα ή ανάμεσα σε πετρούλες καλντεριμιού που περιδιαβαίνουν γατιά, σκυλιά και άνθρωποι... Είναι και τόσο πλούσια η βλάστηση στο βουνό μας που, που να ξεχωρίσει το χαμηλό του ανάστημα ανάμεσα στην πνιγηρή άγρια πρασινάδα; Άσε που οι περισσότεροι σύγχρονοι το ξεπατώνουν από τη ρίζα βιαστικά (η εποχή της "κεκτημένης ταχύτητας", βλέπεις...), γιατί δεν έχουν την υπομονή να συλλέξουν όπως οι παλιοί, μ'ευλάβεια, μοναχά τ'ανθάκια του, αποσπώντας τα με το άνοιγμα των δαχτύλων τους ("καθώς η φούχτα άμα τρυγά πυκνό το χαμομήλι κι ανάμεσα στα δάχτυλα το δέχεται" -Άγγελος Σικελιανός). Κι επιπλέον, οι τόσοι ψεκασμοί με φονικά δηλητήρια για τα χορτάρια δυσχεράναν ακόμη περισσότερο την επιβίωσή του...
Πάντως, κουτσά-στραβά, τελικά τα καταφέρνω να μαζέψω τα εύοσμα ανθάκια του. Από τα ωραιότερα αρώματα της φύσης κατ'εμέ! Κι αν και δεν είμαι φίλος των ζεστών αφεψημάτων και "τσαγιών" (προτιμώ κάτι σε τσίπουρο ή κρασάκι!!), είναι από τα λίγα βότανα που το ρόφημά τους με δελεάζει. Κι ακόμη περισσότερο για τις τόσες φαρμακευτικές ιδιότητες που διαθέτει! Πολλές εκ των οποίων έχω τσεκάρει! Από φλεγμονή στο δόντι μέχρι δερματικά... Έτσι συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα βότανα του "της φύσης φαρμακείου μου", μαζί με το περίφημο βάλσαμο ή σπαθόχορτο.

Μας πληροφορεί ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"): 
"Το χαμομήλι είναι ένα βότανο με πολύπλευρη δράση. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν ως αντιπυρετικό και στους διαλείποντες πυρετούς (Γαληνός), ο Διοσκουρίδης το θεωρούσε εμμηναγωγό και ο Ιπποκράτης το συνιστούσε σε υστερικές κρίσεις και σε λευκόρροια. Συνίσταται σχεδόν για κάθε οργανική ανωμαλία, αν και η σπουδαιότερη ικανότητά του είναι να χαλαρώνει άτομα φορτισμένα από συναισθηματικά προβλήματα. Η δράση του είναι αντισπασμωδική. Και σπασμός είναι το αποτέλεσμα μιας εντάσεως, φυσικής ή πνευματικής. Πολλά πειράματα... έδειξαν ότι το χαμομήλι έχει την ικανότητα να θεραπεύει φλεγμονές του δέρματος, εκζέματα, αναφυλαξίες, κυστίτιδες, χρόνιες γαστρίτιδες και άλλες αρρώστιες."  Κατόπιν παρουσίαζει τις κυριότερες ιδιότητές του:
"- Σπασμολυτικό, ηρεμιστικό των νεύρων (ημικρανίες, νευραλγίες, ζαλάδες, αυπνίες, υστερία, παροξυσμός ασθματος)
- Επουλωτικό (εγκαύματα, σπυριά, λειχήνες, εκζέματα)
- Καταπραϋντικό, αναλγητικό, παυσίπονο, αντιφλογιστικό (οδυνηρή οδοντοφυϊα, διαταραχές εμμηνόπαυσης, κυστίτιδες, ρευματισμούς, βήχα, νευραλγία τριδύμου)
- Ανθελμινθικό
- Αντιαλλεργικό (αναφυλαξία, φαγούρα)
- Ορεκτικό, διεγερτικό
- Χωνευτικό, αντιφυσητικό, αντιδιαρροϊκό
- Ανακουφίζει φλογισμένες αιμορροϊδες, κράμπες, πόνους αυτιών
- Εφιδρωτικό, αντιπυρετικό
- Χολαγωγικό
- Βακτηριοκτόνο (πληγές στόματος, άφθες, δέρμα)
- Εμμηναγωγό (δυσμηνόρροια) [...]"



Εμπνεόμενη από τη διαδικασία παρασκευής του βαλσαμέλαιου, μια χρονιά δοκίμασα να παρασκευάσω και "χαμομηλέλαιο" με την ίδια λογική: Σ'ένα βάζο στριμωγμένα ανθάκια χαμομηλιού (πάντα θέλω "δυνατή" δόση από την πρώτη ύλη μου) περιλουσμένο με ελαιόλαδο (βιολογικό και άθερμο), τοποθετημένο για κανένα μήνα σε μέρος φωτισμένο μεν από τον ήλιο αλλά και σκιερό συνάμα κι έπειτα στράγγισμα. Τελικά, μου χρησίμευσε όσο δεν το περίμενα, οπότε και φέτος μπήκα στην ίδια διαδικασία...



Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

μη λησμονάτε τη χώρα μου...


του Οδυσσέα Ελύτη

(αποσπάσματα από το "Άξιον Εστί"...)


Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σε μένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Hπείρων
και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
Άλλο εγώ,
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
Eκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μου αντικαταστήσανε
την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.
Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν,
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός, τόσo βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝEKPΩN ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩN ΒΡAXΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!


[...]Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να 'χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρισε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί πού ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ' αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα 'χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς που κάθομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης: «Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα 'χει από τα πριν χαμένα κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και γι' αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά-γρήγορα κείνοι που είναι ναν τα βρουν, θαν τα βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δείχνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου, η ώρα ετούτη που μας ακούει». [...]


Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!
[...]


Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι∙
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα κι άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε∙
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.


Ήρθαν με τα χρυσά σιρίτια
τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας
και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.
«Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν».
Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα
όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά
με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο
και η τριπλά εργασμένη προδοσία.
Για μας η αυγή στο χάλκωμα
και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
ο δόλος και τ' αόρατο γάγγαμο.
Για μας το σύρσιμο στη γης
ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά
των ματιών η απονιά
και η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.
Αδελφοί μάς εγέλασαν!
«Γι' αυτούς» είπαν, «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν».
Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα
θύρα της Παράδεισος!
Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε
της πνοής σου παίγνιο
και το κράτος και τη βασιλεία του!
[...]


Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά * στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!
Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της!
Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού * και το φως ανελέητο!
Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό * τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό
τους παλιούς φίλους καλώ * με φοβέρες και μ' αίματα!
Μα 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί * κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος  μπαίνουν * εναντίον οι άνεμοι!
Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
[...]


Αυτός είναι
ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας!
Θύρες επτά τον καλύπτουνε
και στρατιές επτά παχύνονται στη διακονία του.
Μηχανές αέρος τον απάγουνε
και βαρύν από γούνα και ταρταρούγα
στα Ηλύσια μέσα και στους Λευκούς Οίκους τον αποθέτουνε.
Και γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του -
Και γυναίκα καμιά, επειδή όλες δικές του -
ο Παντοδύναμος!
Θαυμάζουν οι αφελείς
και σιμά στη λάμψη του κρυστάλλου χαμογελούν οι μαυροφορεμένοι
και σκιρτούν των άντρων του Λυκαβηττού
οι ημίγυμνες τίγρισσες!
Αλλά πόρος κανείς για να περάσει ο ήλιος τη φήμη του στο μέλλον
Και ημέρα Κρίσεως καμιά, επειδή
εμείς αδελφοί, εμείς η μέρα της Κρίσεως
και δικό μας το χέρι που θ' αποθεωθεί -
καταπρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια!
[...]


Όπου, φωνάζω, και να βρίσκεστε, αδελφοί
όπου και να πατεί το πόδι σας
ανοίξετε μια βρύση
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Δροσερός ο κρουνός θ' αγαλλιάσω.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
μεγαλόφωνα το νου μου ν' απαγγείλει
ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου.
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατουν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω
ανοίξετε, αδελφοί
μία βρύση ανοίξετε
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη!
[...]



Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φόβος, αγάπη, κι άλλα ατάκτως ερριμένα...

"Έπειτα με τον Άρη που τις ασπίδες διατρυπά η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβο και τον Δείμο, οι οποίοι κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών στον κρυερό πόλεμο μαζί με τον Άρη τον πορθητή των πόλεων, και την Αρμονία, που ο μεγαλόκαρδος Κάδμος την πήρε σύζυγό του." 
(Ησιόδου "Θεογονία 934", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."
(Γιώργος Σαραντάρης)

"Και παραδεχόμεθα μεν ότι ορθαί κρίσεις είναι έμφυται εις τον άνθρωπον, διότι η φύσις εμπνέει εις αυτόν το αίσθημα παντός το οποίον είναι καλόν' αλλ' οι φιλόσοφοι διαφέρουν των κοινών ανθρώπων, διότι έχουν τας κρίσεις των σταθεράς και αμεταβλήτους κατά τας εναντιότητας της τύχης. [...] "Διότι ο φόβος, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, όχι μόνον μας κάμνει να λησμονώμεν εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχη οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμεταβλήτους".." 
(Πλουτάρχου, "Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή Αρετής", απόδοση:Π.Ρώτας-Α.Κατσούρος)


"Κι όπως ο ανθρωποβόρος Άρης στον πόλεμο προχωρεί,
και μαζί του ο Φόβος προσφιλής γιος κρατερός κι ατρόμητος
έπεται, και φευγατίζει ("εφόβησε") ακόμα και καρτερόψυχο πολεμιστήν"
(Ομήρου Ιλιάς 298, απόδοση: Κ.Δούκα)



Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. (Βίας)

"Ο Σωκράτης όταν τον ρώτησαν τί είναι δύναμη, είπε: "κίνηση της ψυχής μαζί με το σώμα". "
(Στοβαίου "Ανθολόγιον Β, ζ16, απόδοση Χρ.Θεοδωράτου)

"Αλλά είναι ωραίο να επιχειρεί κανείς τα ωραία, κι ό,τι του συμβεί να πάθει, να το πάθει."
(Πλάτωνος, Φαίδρος 274β)

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Ρήμα το σκοτεινόν....

"Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε 
Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος 
Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα 
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται 
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά 
Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα 





Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα 

Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη 
Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A 
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά καιρούς 
Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες 
Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους κήπους 
Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης 
Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη 





Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να μεγεθύνω τα όμικρον 

Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του 
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω 
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου 
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως 
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ 
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη 
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα 
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και πεθαμένους να κατατρομάξεις 





Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας 

Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω: κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω 
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα 
Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα 
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες 
Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία 
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης





Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν· "αιώνιο" δεν. Δεν 

Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του σκοτωμού 
Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου θηράματα 
Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ 
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι 
H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει 
Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας 
Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι 




Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων 

Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου 
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες 
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις 
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω 
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες ανοίγονται 
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί 
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν 
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη 





Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ' 

H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται."





Οδυσσέας Ελύτης