Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Υστερόγραφο σαν παραμύθι....("Ψυχής Άκος")

(σαν υστερόγραφο στην προηγούμενη εγγραφή, βλ.: - Αύριο θα πας σχολείο;)

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, όταν οι Τούρκοι ήταν ακόμη εδώ στα χωριά μας και στα σπίτια μας (όχι, μη μπερδευόμαστε.. δε μιλάω για τώρα, που είναι μόνιμοι στις τηλεοράσεις μας.. τότε που είχαν κατακτήσει -και όχι αγοράσει διευκρινίζω.. γιατί μπερδεύονται σήμερα οι έννοιες.. ένα κουβάρι έχουν γίνει..- τότε, αν έχετε ακουστά, κατά τη λεγόμενη Τουρκοκρατία.. αν έχει πάρει το μάτι σας σε κανένα βιβλίο.. ή, έστω, dvd.. αν και νομίζω θά'χει διαγραφεί από κει σιγά-σιγά...είναι το καλό πως με τους υπολογιστές γλιτώσαμε και τις μουτζούρες που προδίδουν!.).. τότε, λοιπόν, εδώ στο Πήλιο, σ'ένα από τα χωριά μας, τις Μηλιές, γύρω στα 1815, τρεις παππούδες* μας πολυταξιδευμένοι και σπουδαγμένοι, ψάχνοντας τρόπο να βγάλουν απ'τα σκοτάδια κι απ'τη δουλεία τη νέα γενιά, κάναν τ'αδύνατα δυνατά να φτιάξουν ένα καλό σχολειό, να φέρουν στα παιδιά βιβλία, να τους δείξουν πως υπάρχει φως, να τους προβάλουν ιδανικά, να τους γαλουχήσουν με πίστη στην ελπίδα για ένα αύριο καλύτερο, για ένα αύριο φωτεινότερο, για ένα αύριο ελεύθερο... (Μα ακούγονται τόσο ρομαντικά όλα αυτά;)

Τούτοι οι παππούδες μας, λοιπόν, είχαν όνειρο να φτιάξουν όχι μοναχά ένα απλό σχολειό, μα μια Ακαδημία, ένα Πανεπιστήμιο κατά κάποιο τρόπο, για τα παιδιά των Ελλήνων. Μεγαλεπήβολα σχέδια θα μου πεις! Κι όμως! Σε μιαν Ελλάδα σκλαβωμένη, σε μια Ελλάδα ρημαγμένη, σε μια Ελλάδα βυθισμένη στο σκοτάδι... το είχαν όνειρο.. Φυσικά, οι Τούρκοι δε δώσαν άδεια για κάτι τόσο μεγάλο.

Όπως και νά'χει, όμως, μετά κόπων και βασάνων και πολλής καλής θελήσεως κι επιμονής, οι παππούδες μας "φιλογενεία κινηθέντες" κατάφεραν να φτιάξουν τη Σχολή τους..."προς ανατροφήν και διδασκαλίαν των τέκνων των ομογενών" και "εις βάσιν τούτου αφιέρωσαν εαυτούς εις αυτό".**... Κύττα να δεις πράγματα! Και να φανταστείς, τότε, για τούτην την "φιλογενείαν" τους δεν τους κατηγόρησαν ως αιμοβόρους ρατσιστές! Τότε. Σήμερα, δεν ξέρω... Ναι, και μάλιστα "αφιέρωσαν εαυτούς εις αυτό" και όσο παραδάκι είχαν ή μπόρεσαν να συγκεντρώσουν! Και δεν τούς είπαν "μαλάκες"! Τότε. Σήμερα, δεν ξέρω...Άλλοι καιροί, άλλα ήθη, άλλα έθιμα, άλλες αξίες... άλλες κι οι έννοιες των λέξεων!

Η Σχολή, λοιπόν, λειτούργησε. Κι οι παππούδες μας εκείνοι, μοιράζαν απλόχερα γνώση κι ελπίδα σ'όποιον ήθελε να τις κατακτήσει και προετοίμαζαν την Επανάσταση. Και κατόρθωσαν να κάνουν το χωριουδάκι τους μια από τις εστίες του ελληνικού Διαφωτισμού. 7 Μαϊου του 1821 υψώθηκε η Σημαία της Επαναστάσεως της Θεσσαλομαγνησίας, στο ίδιο αυτό χωριό. Απέτυχε, όμως. Η Σχολή υπέστη σοβαρότατες ζημιές κι οι παππούδες μας έφυγαν για την ελεύθερη Ελλάδα. Για να ξαναγυρίσει, ο ένας από αυτούς***, το 1834 και να διδάξει ξανά μέχρι το θάνατό του (1844). Τότε η Σχολή έκλεισε. Όμως ο σπόρος είχε ήδη πέσει στη γη....

Το 1881 η Θεσσαλία επιτέλους απελευθερώθηκε. Στον ίδιο χώρο στήθηκε το πρώτο Δημοτικό Σχολείο του χωριού. Αργότερα (1928) τα κειμήλια της Σχολής (πολύτιμα χειρόγραφα και κώδικες, χάρτες, βιβλία, ως και όργανα φυσικής και χημείας) θα φυλαχθούν σε ένα καινούριο κτίριο, εκείνο της Βιβλιοθήκης (δωρεά και τούτο μιας εκ των γιαγιάδων μας****).



Μέχρι που ήρθανε οι Γερμανοί (ναι, ναι εκείνοι που μας έχουνε και τώρα στη μπούκα, που μας πείσανε πως ήμαστε χρεωκοπημένοι, αγύρτες, κλέφτες, τεμπέληδες και μαλθακοί κι εμείς αντιστεκόμενοι, βεβαίως-βεβαίως, τρέχουμε καθημερινά στα lidl και τ'άλλα σαβουροσουπερμάρκετ τους για να δηλητηριαζόμαστε με τις σάπιες κονσέρβες τους και να τους τονώνουμε -χάρη στην ευγνωμοσύνη που σαφώς τους οφείλουμε καθώς μας άνοιξαν τα μάτια κι είδαμε τι κουμάσια είμαστε και τι βούρδουλα χρειαζόμαστε- τη δική τους οικονομία)... Ήρθαν, λοιπόν, οι Γερμανοί (με τον πόλεμο του 1940.. έτσι, για να μαθαίνουν οι νεότεροι, μιας και δε νομίζω πως θα τα διδαχτούν ποτέ!), και κάποιοι άλλοι παπούδες μας (που δε γουστάραν τη μπότα της γιαγιάς της Μέρκελ καρφωμένη στα κεφάλια τους) παλεύανε να κάνουνε αντίσταση. Οι Γερμανοί χαλάστηκαν πολύ με κάτι ενέδρες -με τις οποίες οι παππούδες μας τους έφαγαν λάχανο- και, καθώς διακρίνονται για τις ευαισθησίες τους και τον ανθρωπισμό τους ανά τους αιώνες, αποφασίσανε να καθαρίσουν εν ψυχρώ κάθε χωριανό από 16 ως 60 χρονών και να βάλουν και καπάκι μια φωτιά στο χωριό να τα κάψουν όλα, έτσι για να το διασκεδάσουν και λιγάκι, βρε αδερφέ! Οι περισσότεροι ντόπιοι ψυλιασμένοι την κάναν για το βουνό, αλλά το κεφαλοχώρι έγινε στάχτη και 33 χωριανοί που πιάστηκαν εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, παρακολουθώντας τα πάντα να τυλίγονται στις φλόγες (1943)...

Έτσι κάηκε και το περίφημο Σχολειό.

Το χωριό απέμεινε ερειπωμένο και πάμφτωχο.. Η ζωή όμως συνεχίστηκε. Κι ας ακολούθησαν κατακλυσμοί, σεισμοί, παγετοί, ξενιτεμοί και κακουχίες. Μετά το 1960 το χωριό άρχισε να παίρνει τα πάνω του. Τότε, ένας άλλος απ'τους παππούδες μας***** αποφασίζει να φτιάξει νέο σχολειό πάνω στα ερείπια της παλιάς Σχολής. Μη νομίζετε ότι δεν υπήρχαν εμπόδια και τότε! Η δωρεά έγινε, το σχολειό χτίστηκε (μάλιστα έμεινε και κληροδότημα υποτροφίας για τις επόμενες γενεές), χρειάστηκαν όμως δυο χρόνια να παραμείνει κλειστό μέχρι επιτέλους οι ιθύνοντες ν'αποφασίσουν να το λειτουργήσουν (1972). Είναι το ίδιο σχολειό που λειτουργεί και σήμερα ως Γυμνάσιο και φιλοξενεί σχεδόν 60 μαθητές από όλα τα γύρω χωριά. Είναι το ίδιο σχολειό που πέρσι φάγανε τα λυσσιακά τους για να το κλείσουνε, κι όταν μέσα στα αμέτρητα επιχειρήματα για τη στήριξή του, κάποιοι ρομαντικοί αποφάσισαν να κάνουν το λάθος να αναφέρουν και την ιστορικότητά του, οι τεχνοκράτες απ'το υπουργείο -ανεπισήμως- απάντησαν "Αφήστε τα αυτά! Δε μας ενδιαφέρουν καθόλου!". Τί να τους ενδιαφέρει, εξάλλου; Ευτυχώς που υπήρχαν κι άλλοι λόγοι.. ευτυχώς που πληρούσε όλες τις τυπικές προϋποθέσεις.. ευτυχώς που έπεσε πολύ ζόρισμα.. από κάποιους που ακόμη εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για αυτόν τον ρημαδότοπο και τις ψυχές του.. Για να του δοθεί μια μικρή, προσωρινή, παράταση ζωής..

Η Βιβλιοθήκη, που ανακαινίστηκε το 1974 με σχέδια άλλου εκ των παππούδων μας******, παρέμεινε κι αυτή ζωντανή -προς το παρόν- να διαφυλάττει τους πολύτιμους θησαυρούς της, με τις πόρτες ανοιχτές σε μαθητές μικρούς και μεγάλους, με την περίφημη επιγραφή εκείνης της παλιάς, της επί Τουρκοκρατίας, του Γένους Σχολής, να στολίζει την είσοδό της:



ΨΥΧΗΣ ΑΚΟΣ

Μήπως, δυστυχώς, χρειάζεται να το μεταφράσω;:

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΗΣ...

Γιατί δε χάσαμε μόνο το νόημα των λέξεων...

χάσαμε, δυστυχώς, και το νόημα της γνώσεως...
(ε, αυτά είναι αλληλένδετα -για αυτό μας βάλλουν τόσο και τη Γλώσσα.. τυχαία καταργήσαν πάλι τα αρχαία ελληνικά;-.. πάνε πακέτο, ένα πράγμα...)
Θεραπεία ψυχής, λοιπόν...

(αν δε χάσαμε και την ψυχή μας..)

(Σημ.:
*Γρηγόριος Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής, Δανιήλ Φιλιππίδης
**απόσπασμα από το συμφωνητικό ιδρύσεως της Σχολής απ'τον Κωνσταντά και τον Γαζή
***Γρηγόριος Κωνσταντάς
****Κρυσταλλία Οικονομάκη
*****Κωνσταντίνος Γραμμενής
******Αργύριος Φιλιππίδης)

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Κάποτε, γύρω στο 1821..


"Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω
κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον
κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω
κι αν έρθεις κατ' επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω."
(Γεώργιος Καραϊσκάκης)

Έτσι, για να θυμόμαστε λιγάκι πως είναι νά'χεις μέσα σου την αίσθηση της Ελευθερίας.. αυτό το "Ελευθερία ή Θάνατος" της χιλιοταλαιπωρημένης Σημαίας μας.. το "Χαίρε ω Χαίρε Ελευθεριά!" του Εθνικού μας Ύμνου ("Ύμνου προς την Ελευθερίαν", για να μην ξεχνιόμαστε).. από το "Ω, παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ', ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων` νυν υπέρ πάντων αγών" του Αισχύλου ("Πέρσες") μέχρι το "Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους"του Κολοκοτρώνη και πάει λέγοντας... για να φτάσουμε στο Σήμερα της Λήθης και της Αδράνειας, των προσκυνημένων "ηγετών" και της διαστρέβλωσης της Ιστορίας μας, ως και της υποθηκεύσεως της ίδιας της Πατρίδας μας ("την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω", ορκίζονταν οι αρχαίοι Αθηναίοι... οι σημερινοί "αρχηγοί" πάλι, συναγωνίζονται ποιός θα την πρωτοξεπουλήσει..).. Στο σήμερα μιας ιδιαιτέρως μεθοδικής και ύπουλης υποδουλώσεως....μέσω της αποχαυνώσεως...


"[...] Παίρνουνε τ' αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
 στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια. 
 "Καρδιά, παιδιά μου" φώναξε, "παιδιά μη φοβηθείτε, 
 σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε". 
 Ψιλή βροχούλαν έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα, 
 τρία γιουρούσιαν έκαμαν, τα τρία αράδα αράδα. 
 Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες. 
 Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.  
 Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια, 
 κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει. 
 Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες, 
 και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ' τη χούφτα 
 και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν. 
 Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι. 
 Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα: 
 "Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξεις, 
 να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσεις;" 
 Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι: 
 "Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε! 
 Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν' αποθάνω. 
 Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες 
 μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε, 
 όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βόγιας". 
 Σαν τ' άκουσε ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει: 
 "Χίλια πουγκιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσια, 
 το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη, 
 γιατί θα σβήσει τη Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι". 
 Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν. 
 Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε, 
 την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες: 
 "Σκυλιά, κι α' με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη. 
 Ας είναι ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας, 
 που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι". 
("Του Διάκου", δημοτικό)

Α, και πάλι για να μην ξεχνιόμαστε:
"Η μεσολάβηση των ξένων στα ζητήματα της Ελλάδος είτανε κατά κανόνα ατυχής, συχνά ασύνετη, και κάποτε άτιμη. Ελάχιστοι από τους αξιωματικούς που μπήκαν στην ελληνική υπηρεσία κάνανε οτιδήποτε αντάξιο της προηγούμενης φήμης τους. Η σταδιοδρομία του Νόρμαν, του Φαβιέρου, του Τσώρτς και του Κόχραν σημαδεύτηκε από μεγάλες καταστροφές. Ο Φράνκ Άστιγκς, είτανε ίσως ο μόνος ξένος που ο χαρακτήρας του και τα κατορθωματά του καλυφθήκανε από πραγματική δόξα.

Αλλά η Ελλάδα ζημιώθηκε περισσότερο από εκείνους που ονόμαζαν Φιλέλληνες στην Αγγλία και την Αμερική. Μερικά από τα ατμόπλοια, για τα οποία η ελληνική κυβέρνηση πλήρωσε μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ουδέποτε εστάλησαν στην Ελλάδα. Μερικά από τα πεδινά πυροβόλα που αγοράσανε οι Έλληνες αντιπρόσωποι - Ορλάνδος και Λουριώτης - είτανε τόσο κακά κατασκευασμένα, που οι κυλίβαντες έσπαζαν με την πρώτη βολή. Στη Νέα Υόρκη είχανε υπογραφή συμφωνίες να ναυπηγηθούν δύο φρεγάτες και οι συμβληθέντες τα καταφέρανε με τέτοιο τρόπο, ώστε η Ελλάς παρέλαβε μόνο μία, αφού πλήρωσε την αξία για δύο."
(G. Finley - Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως)

Και ξανά για να μην ξεχνιόμαστε.. όταν η απάντηση στον απεσταλμένο του αρχηγού του τουρκικού στρατεύματος ήτανε:
"Γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε "από ημάς" συνθήκην με "έναν" κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!" (Γεώργιος Καραϊσκάκης)

Χρόνια πολλά και Λεύτερα εύχομαι.. Διπλή γιορτή σήμερα.. Άντε, να προλάβω και την παρέλαση των πιτσιρικάδων μας ...όσο μας επιτρέπουν ακόμη να τιμάμε.. έστω και λίγο.. τους ήρωες αυτούς που χύσαν το αίμα τους για να μπορέσουμε εμείς να υπάρξουμε σε τούτον τον τόπο.. και για όσο ακόμη μας επιτρέπουν νά'χουμε σχολειό εδώ στα χωριά μας.. σχολειό που, με νύχια και με δόντια, καταφέραμε "προσωρινά" να το κρατήσουμε..

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Φωτιά και τσεκούρι!

Τιμάμε σήμερα τη μνήμη όλων εκείνων των Ελλήνων που αγωνίστηκαν για να λευτερωθεί ο τόπος μας, όλων εκείνων των αληθινών ηρώων που έδωσαν την τελευταία ρανίδα του αίματός τους και έταξαν την ίδια τους την ψυχή στα ιδανικά της πατρίδας και της λευτεριάς...


"Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάστασι, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα", αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικού, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάστασι." (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Ο λόγος στην Πνύκα" προς το Ελληνικόν
Γυμνάσιον)

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.[...] Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο.(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Ο λόγος στην Πνύκα" προς το Ελληνικόν Γυμνάσιον)

«Αυτό οπού μας φοβερίζεις, να μας κόψης και κάψης τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργον, διατί τα άψυχα δένδρα δεν εναντιώνονται εις κανένα, μόνον οι άνθρωποι οπού εναντιώνονται έχουνε στρατεύματα και σκλαβώνεις, και έτσι είναι το δίκαιον του πολέμου ...όχι τα κλαδιά να μας κόψης, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνον πέτρα απάνω στην πέτρα να μην μείνη, ημείς δεν προσκυνούμεν. Τι τα δένδρα μας αν μας τα κόψης, και κάψης την γην δεν θέλει την σηκώσης και η ίδια η γης που τα έθρεψε, αυτή η ίδια γη μένει δική μας και τα ματακάνει. Μόνον ένας Έλληνας να μείνη, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζης πως την γην μας θα την κάμης δική σου, βγάλτο από το νου σου». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα", απάντησις προς τον Ιμπραήμ)

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα")

"Εις τον καιρό του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνο δια την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τον καιρό του Δράμαλη, όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε ποτέ, μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα. Η Ρούμελη ήτον όλη προσκυνημένη, η Αθήνα πεσμένη, τα ρουμελιώτικα στρατεύματα διαλυμένα, μόνον η Πελοπόννησος ήταν μεινεμένη με τα δυο νησιά Ύδρα και Σπέτσαις, οπού είχαν δύναμιν. Ο Κιουταχής είχε πάρει προσκυνοχάρτια, επάσχιζε να πάρη κι ο Ιμπραϊμης δια να στείλη εις την Κωνσταντινούπολιν, και όταν ή ο μινίστρος της Αγγλίας ή άλλης δυνάμεως εμεσίτευαν εις τον Σουλτάνον δια την Ελλάδα, να τους αποκριθή, ποιά Ελλάδα; Η Ελλάς είναι προσκυνημένη, και να τα προσκυνοχάρτια τους. Εκτός από μερικοί κακοί άνθρωποι, ιδού οι άλλοι επροσκύνησαν. Τότε αι δυνάμεις δεν είχαν τίποτε να αποκριθούν, και ημείς εχανόμεθα." (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα")

«Εγώ όντας εβγήκα εις τον Άγιον Γεώργιον, έγραψα γράμματα εις τον Γενναίον και εις τον Κολλιόπουλον, οπού ήταν συνταγμένοι, και επετάχθηκσν εις το Λιβάρτζι, την επαρχία την προσκυνημένη (Καλαβρύτων), και τους διέταξα: «Τσεκούρι και φωτιά εις τους προσκυνημένους!» Και έτσι επέρασαν εις το Λιβάρτζι. Τότε έστειλεν ο Μπραϊμης καταπατητάδες, να ιδή που είμαι και τί ασκέρι έχω, και έδωσε ενός Ρωμιού τριακόσια μπαρμπούτια, δια να μάθη πού είμαι και να μου ριχθή επάνω, και εγώ τον έπιασα και έσπειλα εις την δημοσιά και τον εκρέμασα, εις τα Καλάβρυτα, δύο ώρες απ' έξω. Τον εκρέμασα με ένα χαρτί που έλεγε το φταίξιμό του: «Προδότης του Έθνους»»(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα") 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

τιμή σ'εκείνους... (ήρωες του '21)

25η Μαρτίου..


Τιμάμε σήμερα τη μνήμη όλων εκείνων των Ελλήνων που αγωνίστηκαν για να λευτερωθεί ο τόπος μας, όλων εκείνων των αληθινών ηρώων που έδωσαν την τελευταία ρανίδα του αίματός τους και έταξαν την ίδια τους την ψυχή στα ιδανικά της πατρίδας και της λευτεριάς, για να μπορούμε εμείς σήμερα να πατούμε σε λεύτερο χώμα, χωρίς το ζυγό της σκλαβιάς... Τιμάμε όλους εκείνους τους αγωνιστές, γνωστούς και αγνώστους, που αφιέρωσαν τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους στην Ελλάδα και στην Ελευθερία, στο μέλλον το δικό μας, για να μας "ανοίξουν το δρόμο" προς ένα καλύτερο αύριο.. Όπως λέει ο Γέρος του Μωριά στο λόγο του στην Πνύκα προς τους μαθητές του Γυμνασίου "Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε..." (Άραγε στεκόμαστε άξιοι;...)

"Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάστασι, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα", αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικού, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάστασι." (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Ο λόγος στην Πνύκα" προς το Ελληνικόν Γυμνάσιον)

«Αυτό οπού μας φοβερίζεις, να μας κόψης και κάψης τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργον, διατί τα άψυχα δένδρα δεν εναντιώνονται εις κανένα, μόνον οι άνθρωποι οπού εναντιώνονται έχουνε στρατεύματα και σκλαβώνεις, και έτσι είναι το δίκαιον του πολέμου ...όχι τα κλαδιά να μας κόψης, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνον πέτρα απάνω στην πέτρα να μην μείνη, ημείς δεν προσκυνούμεν. Τι τα δένδρα μας αν μας τα κόψης, και κάψης την γην δεν θέλει την σηκώσης και η ίδια η γης που τα έθρεψε, αυτή η ίδια γη μένει δική μας και τα ματακάνει. Μόνον ένας Έλληνας να μείνη, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζης πως την γην μας θα την κάμης δική σου, βγάλτο από το νου σου». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα", απάντησις προς τον Ιμπραήμ)

Δεν πρέπει να ξεχνάμε... σε μια εποχή που προβάλει πρότυπα ετοιμόρροπα και σαθρά, σε μια εποχή που ισοπεδώνει κάθε αξία.. εκείνους τους ήρωες που πίστεψαν στο "ακατόρθωτο" και πολέμησαν με όλες τις δυνάμεις τους για αυτό.. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι τους οφείλουμε την Ελλάδα και την Ελευθερία μας... Δεν πρέπει να λησμονούμε το χρέος μας στον τόπο αυτό.. να τον αγαπάμε, να τον ομορφαίνουμε, να τον κρατάμε ζωντανό και λεύτερο για τις γενιές που έπονται..


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αθανάσιος Διάκος

Γεώργιος Καραϊσκάκης

Νικηταράς

Μάρκος Μπότσαρης

Μακρυγιάννης

Ρήγας Φερραίος

Ιωάννης Γκούρας

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Μαντώ Μαυρογένους

Δημήτριος Μακρής

Οδυσσέας Ανδρούτσος

Κωνσταντίνος Κανάρης

Ανδρέας Μιαούλης

Ιωάννης Νοταράς

Γεωργάκης Ολύμπιος
Παπαφλέσσας
και πόσοι ακόμη....

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Η επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας


"Στις παραμονές της Επανάστασης αρκετοί Πηλιορείτες ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία, μεταξύ των οποίων ο προοδευτικός λόγιος `Aνθιμος Γαζής, ο οποίος τότε βρισκόταν στην πατρίδα του τις Μηλιές, όπου μαζί με το συμπατριώτη του Γρηγόριο Κωνσταντά είχε ιδρύσει την εκεί περίφημη Σχολή. Ο Γαζής είχε αναλάβει να υποκινήσει τη Θετταλομαγνησία και είχε μυήσει αρκετούς, όπως το γενναίο Μακρινιτσιώτη αρματολό Κυριάκο Μπασδέκη.

Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στη νότια Ελλάδα, ο επαναστατικός πυρετός δυνάμωνε και ο Γαζής αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία. Η Επανάσταση του Πηλίου ξεκίνησε από τις Μηλιές. [...]

Στις 7 Μαϊου στις Μηλιές, που αποτέλεσε το κέντρο της Επανάστασης, έγινε συγκέντρωση και την ίδια μέρα ο Γιάννης Δήμου ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης και μίλησε ο Κωνσταντάς καλώντας τους συμπατριώτες του να ξεσηκωθούν για την ελευθερία." (Αννίτα Ν. Πρασσά, "1821, οι αθέατες όψεις, "Ελευθεροτυπία) 

Η σημαία που είχε κεντήσει η αδελφή του Δήμου, ήταν λευκή, στη μέση είχε ένα μεγάλο κόκκινο σταυρό, στις γωνίες τέσσερις κόκκινους μικρούς σταυρούς, στο πάνω μέρος τον ήλιο της Ελλάδας που ανατέλλει και στο κάτω μέρος την ημισέληνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που δύει.

"Όταν τα ελληνικά καράβια φουντάρησαν στην Αγριά, ο Γιάννης Δήμου που ήταν αντικαταστάτης του Γαζή, σήκωσε τη σημαία της επανάστασης στην πλατεία του χωριού. Χτύπησαν οι καμπάνες, έγινε δοξολογία και οι Μηλιώτες δακρυσμένοι φιλούσαν ο ένας τον άλλον. Ο χαιρετισμός ήταν "Ελλάς Ανέστη". [...]

Ο Τούρκος ζαμπίτης Μπραμ αγάς, που ήταν στις Μηλιές, στην αρχή παραξενεύτηκε:

-"Μπρε τί καμώματα είναι τούτα; Κλέφτικα πράματα γλέπω. Τί 'ναι αυτά μπρε.. κατίστε φρόνημα."

-"Αγά μου κι εμείς δεν ξέρουμε", τού'πανε μερικοί.

Ο Τούρκος θέλησε να εξακριβώσει τί γινόταν.

Στο αναμεταξύ όμως, η σημαία κυμάτιζε στην πλατεία, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, κι απ'τα γύρω χωριά: Λαμπνού, Πρόπαν, Βυζίτσα, Πινακάτες και Τσάγκαράδα, έρχονταν ομάδες ομάδες με τραγούδια και φλάμπουρα, με ζουρνάδες και νταούλια.

Ο ζαμπίτης Μπραμ αγάς θέλησε να φύγει:

-"Αγά μου, του είπαν μερικοί, θα σε κρύψουμε εμείς. Μη φοβάσαι."

Ο αγάς έτρεμε και κιτρίνισε σα φλουρί.

Ο Δήμου έβγαλε διαταγή να μην τον σκοτώσουν. Του φόρεσαν ράσα και τον έκρυψαν στο μοναστήρι τ' Αη Νικόλα, εκεί κοντά. Δεν ήταν κακός άνθρωπος και πάντα υποστήριζε το χωριό. Δεν είχε κανέναν εχθρό και ο Δήμου σκέφτηκε σαν ανθρωπιστής.

Το απομεσήμερο της άλλης μέρα - ήταν μέρα Κυριακή (8/20 του Μάη) - ο Κωνσταντάς έβγαλε λόγο στην πλατεία κι είπε πάνω κάτω τούτα τα λόγια με τρεμάμενη φωνή:

"Συμπατριώτες, ελευθερία!

Τα βάσανά μας ετελείωσαν. Χαίρεται αδελφοί, χαίρεται όλον το Γένος από άκρου εις άκρον είναι ανάστατον. Από την Ρουσίαν εώς την Κρήτην όλοι οι αδελφοί μας χριστιανοί εσηκώθηκαν, συντρίβουν ταις αλυσίδαις τεσσάρων αιώνων τυραννίας. Οι εχθροί μας είναι ολιγότεροι και πολεμούνται αναμεταξύ τους. Το αίμα χιλιάδων αθώων ψυχών έγινε ωκεανός και θα καταποντίσει τους τυράννους. Ο Μωάμεθ δε θα σώσει πλέον τους Αγαρηνούς. Η εξουσία του είναι εις την δύσιν της. Αγάπην και ομόνοιαν αδελφοί, αγάπην έχετε, και σωζώμεθα. Η ένωσις είναι η δύναμις. Είναι προτιμότερος ο ένδοξος θάνατος, παρά η άτιμη ζωή. Ας αποθάνωμεν τί την θέλομεν τέτοιαν ζωήν; Ας αποθάνωμεν όμως εκδικούμενοι το αίμα των αθώων αδελφών μας, το αίμα τόσων γενεών χριστιανών όπου τους έσφαζον αθεόφοβα οι άπιστοι Αγαρηνοί. Το αίμα των πατέρων μας, όπου έτρεξε ποτάμι. Αλλ'όχι θα αποθάνωμεν, θα νικήσωμεν. Χαίρεται αδελφοί, χαίρεται, θα βασιλεύση η πίστις του Χριστού. Ζήτω η ελευθερία.."

Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος. Το χωριό πανηγύριζε κι ο κόσμος από τον ενθουσιασμό του είχε πάθει παραλήρημα." (Γ.Κορδάτος, "Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς")


Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Αηγιωργήτικα..



Είναι τόσες οι παραδόσεις, οι θρύλοι, τα έθιμα, τα τραγούδια κι οι δοξασίες για τον Αϊ Γιώργη και τη μέρα τούτη, που δε θα χωρούσαν ούτε για αστείο σε μια εγγραφή. Του Αϊ Γιωργιού σήμερα, του καβαλάρη Αγίου, που κατέχει ξέχωρη θέση στην ψυχή του λαού μας. Ο Αϊ-Γιώργης ο καβαλάρης ιππότης που σκότωσε το δράκοντα κι έσωσε τη βασιλοπούλα και τη χώρα, ο Αϊ-Γιώργης, ο αήττητος στρατηλάτης και τροπαιοφόρος, ο μεγάλος προστάτης των Ελλήνων από τους Τούρκους τα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς κι ο προστάτης του πεζικού και του στρατού ξηράς σήμερα, ο άγιος υπερασπιστής των φτωχών, ο άγιος απελευθερωτής των αιχμαλώτων, ο Αϊ-Γιώργης της άνοιξης, των κτηνοτρόφων και των γεωργών, ο Αϊ-Γιώργης ο θαυματουργός. ...

«`Αγιε μου Γιώργη στρατηγέ και μέγα καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
Στη δόξα και στη δύναμη θέλω να σ'αναβάλλω,
που σκότωσες τον λέοντα, το δράκο το μεγάλο,
που ήταν μες στη χώρα μας μες σε βαθύ πηγάδι.
Ανθρώπους τον ταϊζανε κάθε πρωί και βράδυ
κι όταν δεν είχαν να του παν άνθρωπο να δειπνήσει,
σταλιά νερό δεν άφηνε, η χώρα να δροσίσει....»


«Ο `Αγιος Γεώργιος σκοτώνει το Δράκο και σα μιας μικρότερης, αλλά πάντα θείας δύναμης, φορέας, νικά όπως ο Χριστός το Σατανά. Έτσι ο `Αγιος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αίγλη, εκείνην που θέλει να του αποδώσει η παραλλαγή και όχι ο αρχικός του μύθος που περιορίζεται στη Δρακοντοκτονία.» (Μ.Μιχαήλ-Δέδε, «Γιορτές-έθιμα και τα τραγούδια τους»)

Την εποχής της Τουρκοκρατίας, ο Δράκος έπαιρνε τη μορφή του Τούρκου κατακτητή. Ο Αϊ Γιώργης αποτελούσε προστάτη του υπόδουλου Έλληνα αλλά κι «οπλαρχηγό-άγιο» των επαναστατημένων αγωνιστών.

«`Αγιε μου Γιώρη καλά το λέει τ'αηδόνι
καλά το λέει τ'αηδόνι μεσ'του Γουλά τ'αλώνι.
Πόσες φορές με γλίτωσες βρε Αϊ Γιώρη
πόσες φορές με γλίτωσες απ'των Τουρκών τα χέρια ...»

Ο καβαλάρης άγιος «συμμετείχε» στις μάχες, στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων, συνεισφέροντας στη νίκη.

«Πάντως και οι αρματωλοί κι οι κλέφτες μας ξεκινούσαν «την ημέρα τ'αϊ-Γιωργιού», για τις επιχειρήσεις τους και, στην Επανάσταση του 1821, τα πρώτα μπαϊράκια έδειχναν, για θρησκευτική και ψυχολογική ενθάρρυνση, τον αϊ-Γιώργη.» (Δ.Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης»)

Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Σούλι, υψώνει στις 26 Οκτωβρίου 1820 λευκή σημαία με τον Αϊ-Γιώργη στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία, θρησκεία, πατρίς».


Ο Αθανάσιος Διάκος είχε λευκή σημαία με τον `Αγιο Γεώργιο στη μέση και την επιγραφή «ελευθερία ή θάνατος». Αλλά και οι Πελοποννήσιοι συνήθιζαν να απεικονίζουν στα μπαϊράκια τους τον `Αγιο Γεώργιο ή τον `Aγιο Δημήριο με την επιγραφή «εν τούτω νίκα».
Η λαική λατρεία, όμως, του καβαλάρη αγίου, δεν περιοριζόταν μονάχα στις στρατηγικές του ικανότητες και στη θεία δύναμή του, αλλά συσχετιζόταν και με το ανοιξιάτικο τοπικό κλίμα της γιορτής του. Στη συνέχεια παραθέτω, μερικά μονάχα, αποσπάσματα, από τα τόσα έθιμα που λάμβαναν χώρα στον τόπο μας την ημέρα της εορτής του, ξεκινώντας με μια αναφορά στην ετυμολογία του ονόματός του:

«Το όνομα «Γεώργιος», ελληνικότατο, είναι πνευματική μεταφορά από την αγροτική μας ζωή, και βγαίνει από το ουσιαστικό «γεώργιον», που σημαίνει κτήμα ή χωράφι καλλιεργούμενο (ή καλλιεργήσιμο). Γίνεται όμως και επίθετο: «γεώργιος», για τον άνθρωπο που επιδέχεται την πνευματική καλλιέργεια, ή που τον επέλεξε γι'αυτό η Μοίρα ή ο Θεός. («Χριστού γεώργιον» ονομάζεται στην Υμνογραφία του, ο άγιος Γεώργιος).» (Δ. Λουκάτος, «Πασχαλινά και της άνοιξης»)

«Η γιορτή του αγίου Γεωργίου, καθώς συμπίπτει με την εποχή που η φύση στην Ελλάδα λουλουδίζει, θεωρείται και αρχή καλοκαιριού. Παρουσιάζει λοιπόν πολλές ομοιότητες με τις άλλες ανοιξιάτικες γιορτές και κυρίως με τη γιορτή της Πρωτομαγιάς, την κατεξοχήν λαϊκή γιορτή της άνοιξης. Γι'αυτό και πολλά έθιμα της ημέρας αυτής είναι από τα έθιμα που τελούνται από το πέρασμα μιας εποχής του έτους σε άλλη. Π.χ. στο Ναίμονα (Αίμο) της Θράκης, «τ'Αϊ-Γιωργιού (και την Πρωτομαγιά) παγαίναν'νε τα κορίτσια νυχτίτσα στο νερό, κόβ'νε πρασινάδα και βαν'νε στα μπακίρια και στις πόρτες του σπιτιού' καν'νε και σταυρό'πέ το πρασινάδ' την όξω πόρτα (πρασινίζ'νε την πόρτα). Στ'αχίρ', γελάδια, βόδια άμα νέχ' κανείς, παίρν' πε το δάχλο κοπριγιά και καν'σταυρό στ'χιριού την πόρτα κείν'τη μέρα.»

Ζητούν δηλαδή να προφυλάξουν το σπίτι και τα ζώα τους από το κακό, από τα μάγια και τη βασκανία, την οποία στην αρχή κάθε χρονικής περιόδου προσπαθούν με διάφορα αντιμαγικά μέσα ν'αποτρέψουν. Σε μερικούς τόπους, όπως στο Κωσταράζι της Καστοριάς, γυναίκες και κορίτσια αφού πάρουν νερό απ'τη βρύση πάνε στα χωράφια και τυλίγονται στις πρασινάδες και βάζουν για καλό στις πόρτες, στα παράθυρα, όπως την Πρωτομαγιά.[ ...]
Ο άγιος Γεώργιος λατρεύεται ιδιαίτερα από τους βοσκούς. Σ'αυτό μάλλον συντέλεσε η σύμπτωση της γιορτής του με την εποχή, κατά την οποία οι βοσκοί αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά, για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους και να τυροκομήσουν.» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

«Για τους τσοπάνηδες, η γιορτή τ'Αη Γιώργη, του καλοσυνάτου Αγίου, είναι μια δεύτερη Λαμπρή. Πανηγυρίζει όλο το βλάχικο απ'άκρη σ'άκρη. Σείεται όλος ο τόπος. Θα σφάξουν δε, και στη γιορτή του Μεγαλομάρτυρα αρνιά σαν το Πάσχα, που τα λένε «αηγιωργίτσηδες». Θα φάνε, θα πιουν, θα χορέψουν και θα γλεντήσουν και με το παραπάνω. Αυτή τη μέρα του Αγίου που διαφεντεύει με τη δύναμή του κοπάδια και τσελιγκάτα, θα κανονίσουν κι όλες τις προθεσμίες και τις τσοπανοδουλειές τους, γιατί απ'Αη -Γιωργιού σ'Αη-Γιωργιού είναι χρόνος για τους τσελιγκάδες. Γι'αυτό, από μερικούς και γνωστικούς τσοπάνηδες θ'ακούσεις να λένε τη δεύτερη μέρα της Λαμπρής που γιορτάζεται τις πιότερες φορές ο Αη-Γιώργης, «αρχίμερα της βλαχουριάς» ή «πρωτοχρονιά της βλαχουριάς».

Παλιότερα, αλλά και σήμερα ακόμα, τη δεύτερη μέρα της Πασχαλιάς οι τσοπάνηδες συνηθίζουν να αγωνίζονται στο πέταγμα του λιθαριού, στη δοκιμή της δύναμης των χεριών, στο πάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδημα και στο σημάδι.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)

«Η εποχή και πιθανώς οι άθλοι που αποδίδονται στον άγιο Γεώργιο παρακινούν αυτούς που γιορτάζουν τη μνήμη του να κάνουν και αγώνες δρόμου, ιπποδρομιών, πάλης, κλπ.
Είναι χαρακτηριστικά για το παραδοσιακό φίλαθλο πνεύμα των Ελλήνων όσα τελούνται στην Αράχωβα της Παρνασσίδας. Εκεί, το πανηγύρι κρατάει τρεις μέρες. Μετά τη λειτουργία γίνεται το τρέξιμο των γερόντων. Οι γέροντες πάνε στο στάδιο και παραβγαίνουν κι όποιος πάει πρώτος παίρνει ένα αρνί. (Το στάδιο είναι απότομος κοίλος κατήφορος, γεμάτος κροκάλες. Τρέχουν από κάτω προς επάνω ξυπόλυτοι' επάνω είναι το αρνί ή το κριάρι, βραβείο του νικητή, που δίνεται από τους κτηνοτρόφους για το καλό των κοπαδιών.). Τη δεύτερη μέρα γίνεται το πήδημα και την Τρίτη μέρα η πάλη και η σφαιροβολία' σηκώνουν και βάρος τότε. Μετά τους αγώνες γίνεται χορός και κατόπιν βγάζουν την εικόνα, αφού πέσει το κανόνι. Έρχονται ένα γύρω στο χωριό κι έπειτα μπαίνουν πάλι μέσα, αφού πέσει πάλι το κανόνι.
Στην Αρκαδία, Μεσσηνία, Λήμνο, παραπιλάν τ'άλογα. Μετά τη λειτουργία βάνουν σ'ένα μακρινό μέρος μια κουλούρα και παρατρέχουν με τ'άλογα οι νέοι, ποιος θα την πρωτοπάρει. Αυτός θα την κόψει κομμάτια και θα δώσει σε όλους, όσοι παρατρέξανε μαζί του.
Στου Μπάστα Μεσσηνίας γίνεται τ' Αϊ-Γιωργιού μεγάλο πανηγύρι και παρατρέχουνε τ'άλογα. Οι επίτροποι της εκκλησίας ορίζουν βραβεία: σέλες, χάμουρα, ντουφέκια. Στο Αίνο ο νικητής «διευθύνεται εις την εκκλησίαν και ασπάζεται την εικόνα του αγ.Γεωργίου, εξερχόμενος δε αίρει επ'ώμου εν αρνίον». Στα ελληνικά χωριά της Μεσημβρίας νικητής στην πάλη ήταν αυτός που θα νικούσε στη σειρά τρεις αντιπάλους. (Η τέλεση αγώνων δρόμου, πάλης ή ιπποδρομιών, στις γιορτές και τα πανηγύρια είναι παλιά ελληνική παράδοση.)» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

«Τέτοιες χρονιάρες μέρες οι γεροτσελιγκάδες κοιτάζουν και τις πλάτες απ'τα αρνιά που σφάζουν. Έχουν, βλέπεις, και την «πλατομαντεία» τους. Και για αυτούς τους τσομπάνηδες η πλάτη λέει πολλά. Μαντεύουν τι θα γεννήσει η συγκόρμισσα, δηλαδή η γυναίκα του τσοπάνη, μαντεύουν αν θα πουλήσουν πρόβατα, κι ακόμα, αν θα ψοφήσουν πράματα απ';ανέχεια ή ανάγκη.» (Β. Λαμνάτου, «Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας»)

«Συνήθεια, τέλος, της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, είναι κι οι «κούνιες» και το ζύγισμα των ανθρώπων που γίνονται «για το καλό», για υγεία δηλαδή και ευτυχία. Π.χ., στη Μεσημβρία, «τ' αϊ Γιωργιού ζυγιάζονται, καν'νε και κούνιες στα δέντρα και κουνιούνται' το'χνε σε καλό.» Στη Ζαγορά συνηθίζουν όλοι να κουνιούνται, τουλάχιστον τρεις φορές ο καθένας, λέγοντας ταυτόχρονα: «Εγώ στο χωριό και τα φίδια στο βουνό».» (Γ.Α.Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας)

Χρόνια πολλά!!!

Τρίτη 25 Μαρτίου 2008

1821.. εικόνες της ελληνικής επανάστασης

Δ.Ζωγράφος, Η μάχη της Αλαμάνας

Δ.Ζωγράφος, Η πολιορκία των Αθηνών

Δ.Ζωγράφος, Μεσολόγγι: Από την πολιορκία στην έξοδο

Δ.Τσόκος, Ο όρκος των φιλικών

Θ.Βρυζάκης, Η έξοδος του Μεσολογγίου

Θ.Βρυζάκης, Η μάχη στα στενά των Δερβενακίων

Θ.Βρυζάκης, Ο όρκος στην Αγία Λαύρα

Θ.Βρυζάκης, Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη

Θ.Βρυζάκης, Η πατρίς ευγνομωνούσα

Ν.Λύτρας, Πυρπόληση τουρκικής ναυαρχίδας από Κανάρη

Ο Ήλιος εβασίλεψε -Έλληνα μου βασίλεψε-και το φεγγάρι εχάθη 
κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. 
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει: 
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, 
άκ'σα γυναίκεια κλάμματα κι ανδρών τα μοιργιολόγια, 
γι' αυτά τα ηρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, 
και μές στο αίμα το πολύ είν' όλα βουτημένα. 
Για την πατρίδα πήγανε στον `Αδη τα καημένα».

Γ.Μακρυγιάννης


Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

`Αγιος Αντρέας ο "Τρυποτηγανάς"



Πάει κι αυτός ο μήνας... Κι από αύριο, τυπικά μπαίνουμε στο χειμώνα...

Σήμερα του Αγίου Αντρέα, του «Τρυποτηγανά» ή «Τρυποτηγανίτη». Σα σήμερα, οι νοικοκυρές έφτιαχναν λουκουμάδες ή τηγανίτες. Αλίμονο σε όποιαν αμελούσε να φτιάξει τέτοια μέρα! Ο `Αγιος, για να την τιμωρήσει θα της τρυπούσε το τηγάνι! Κι από το ζυμάρι για τις τηγανίτες, έκαναν με το δάχτυλο σταυρό στο αμπάρι του σπιτιού, που αποθήκευαν το σιτάρι της χρονιάς, για να παραμένει τούτο πάντοτε γεμάτο.
Εκτός από «Τρυποτηγανάς», ο `Αγιος Αντρέας είναι ο προάγγελος του χειμώνα που ακολουθεί, καθώς «αντρειεύει», δυναμώνει δηλαδή, και το κρύο.
«Σ' τσι τριάντα τ' `Αγι-Αντριός,
αντριεύται το κρύο»
Και δεν αντρειεύει μονάχα το κρύο, αλλά και τα σπαρτά κι όλα τα ζωντανά. Για αυτό κι οι αγρότες συνήθιζαν και τούτη τη μέρα να ετοιμάζουν «πολυσπόρια» για να τα διαβάσει ο παπάς και «να πάει καλά η χρονιά με πλούσια μπερεκέτια». Αλλού πάλι, από την παραμονή της εορτής του και για τρεις συνεχόμενες βραδιές, οι νοικοκυρές έριχναν στα κεραμίδια του σπιτιού βρασμένο στάρι και καλαμπόκι, λέγοντας «Αντρά, Αντρά ν'αντρώσ'ν τα στάρια και τα καλαμπόκια μας».
Του Αγίου Αντρέα, λοιπόν, σήμερα, του πολιούχου των Πατρών και προστάτη της πόλης του Ναυπλίου, αφού καθώς ξημέρωνε η γιορτή του, το 1822, έπειτα από πολύμηνη δύσκολη πολιορκία, οι Έλληνες κατέλαβαν το Παλαμήδι. Χρόνια πολλά σε όσους και όσες γιορτάζουν και, φυσικά, στην αγαπημένη μου φοιτητούπολη...

(Υ.Γ. Βλ. και: Άγιος Ανδρέας ο "Τρυποτηγανάς", οι τηγανίτες κι οι απαρχές του λαδιού!)