Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δροσίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δροσίνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Η σιωπή των αμνών...

 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Ήθελα να γράψω δυο κουβέντες εδώ και μήνες για όλα τα δεινά που μαστίζουν τούτο τον τόπο- όχι για άλλο λόγο, παρά μήπως κι εκτονωθούν λιγουλάκι κάτι άφωνες κραυγές που κονταροχτυπιούνται μέσα μου-  αλλά τα αλλεπάλληλα φρικώδη γεγονότα διαρκώς με ξεπερνούσαν... ξεπερνούσαν τις δυνάμεις μου και να παρέλυαν τις συλλαβές μου...

 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων.

Επιπλέον μέσα στη δίνη της σύγχρονης παρανοϊκής καθημερινότητας που, θέλοντας και μη, βιώνουμε δε βρήκα και την "κρίσιμη μάζα ελεύθερου χρόνου" που χρειαζόμουν ώστε να ζορίσω αρκετά τον εαυτό μου μέχρι να απεγκλωβιστεί από τούτη τη σιωπή της οδύνης.

 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.

 


καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ·


Μέχρι πρότινος ο πόλεμος τούτος γινόταν αργά και μεθοδικά. Κυβερνήσεις, επιδοτήσεις, μέσα μαζικής εξαπάτησης, εκπαιδευτικά συστήματα, μεταρρυθμίσεις, ως κι οι σειρές στην τηλεόραση, όλα επιστρατευμένα στο να εθίσουν όλο και περισσότερους στη διαφθορά, στην κλεψιά, στην ανηθικότητα, στη διαστροφή, στην τεμπελιά, στην εξάρτηση και φυσικά να οδηγήσουν στην αποχαύνωση, στην σύγχυση, στην εξάλειψη κάθε κριτικής σκέψεως...



 

ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

 

Η παραγωγή να καταστραφεί....

Η αυτονομία να εξαλειφθεί...

Η υπακοή να επιβληθεί...



Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.


Μέχρι τώρα όμως, το χάλι τούτο απαιτούσε και κάποια υποτυπώδη συναίνεση- π.χ. κάψτε το ψαροκάικό σας και θα σας δώσουμε επιδότηση! 

Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

Αλλά, τώρα, ο πόλεμος άλλαξε.... Αποφασίζουν, διατάζουν κι εκτελούν, χωρίς κανείς να μπορεί να τους βάλει πλέον φρένο!

πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ’ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα.


 

Εν μία νυκτί μπάζωσαν τα οστά των αδικοχαμένων παιδιών στα Τέμπη και τότε ουδείς αντέδρασε! Τα γιδοπρόβατα θα λυπηθούν; 

Στο όνομα μιας πανδημίας ξέκαναν τους γονείς και τα αδέρφια μας και εμείς αποδεχτήκαμε να πεθαίνουν ολομόναχοι σε θαλάμους και να θάβονται γυμνοί και τουμπανιασμένοι σε σακούλες. Να κατασφάξουν τα πρόβατα θα διστάσουν; 


ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.



Χρόνια, δεκαετίες μας κυβερνούνε συμμορίες... Διέφθειραν γενιές, ξεπούλησαν γη και ύδωρ, αποδόμησαν αξίες, πίστη κι ιστορία, αντέστρεψαν έννοιες, βάφτισαν το ψέμα αλήθεια, παραποίησαν, παραχάραξαν, εκβίασαν, έκαψαν, έκλεψαν, φτωχοποίησαν, σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους...



ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

κι αποθρασύνθηκαν τόσο που συνεχίζουν με μανία να αποδεκατίζουν ό,τι υγιές απέμεινε σε τούτο τον τόπο.... Ό,τι αυτόνομο, ό,τι ελεύθερο, οτιδήποτε θα μπορούσε να τους αντισταθεί... 

ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.



Με αφορμή τούτο το υπέροχο ποίημα του Δροσίνη που μου έστειλε ένας φίλος προχθές το βράδυ και μια ίωση που αναγκαστικά με κράτησε μακριά από άλλες υποχρεώσεις, μελέτες ή λογισμούς, κατέληξα μετά από σαράντα χρόνια να παρακολουθώ ξανά σε κινούμενα σχέδια τη Χάιντυ των παιδικών μου χρόνων... Ανάσανα μαζί της τον παγωμένο καθάριο αγέρα του βουνού, αναπαύθηκα στην απλότητα της καλύβας του παππού, γεύτηκα την ελευθερία της αυτονομίας και της επιλογής, παραβγήκα στο τρέξιμο με τα κατσίκια του κοπαδιού κι απόλαυσα την πλάση όλη ανόθευτη χωρίς περιττή φλυαρία....



Τελικά, όπως άλλαξαν τα κινούμενα σχέδια, άλλαξαν κι οι ζωές μας... 


ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.



ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,


Τί ξεπουλήσαμε τελικά για να περνάμε τη ζωή μας κολλημένη σε μιαν οθόνη; Τί ανταλλάξαμε για ένα φορητό υπολογιστή και μια ηλεκτρική κουβέρτα;; Τί μοσχοβολιές αφήσαμε πίσω για να στριμωχτούμε σε χρυσοπληρωμένα τετράγωνα γκρίζα κλουβιά;  Αποκαμωμένοι, κάθε βράδυ, στον καναπέ καταπίνοντας επεξεργασμένες σαβούρες να αναπολούμε το μοναδικό τριήμερο των διακοπών στο χωριό, την κληματαριά, τη ζεστασιά της ξυλόσομπας και της συντροφιάς και την ευωδιά της γάστρας....



καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. 

Να μεγαλώνουμε νευρωτικά παιδιά σε τσιμεντουπόλεις με μόνη μας αγωνία για αυτά πόσα περισσότερα ανούσια διπλώματα και χαρτιά θα συγκεντρώσουν ώστε να καταξιωθούμε στους γνωστούς και πώς θα καταλήξουν δυστυχείς σκλάβοι ή αφεντικά σε κάποια απρόσωπη πολυεθνική εταιρεία.



καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Και ύστερα, έντρομοι για τα γύρω μας δεινά, αντί να αναρωτιόμαστε πώς καταλήξαμε έτσι, να ευχόμαστε στις γιορτές λαχανιαστά: "Υγεία, μοναχά υγεία!", μιας και τίποτε άλλο πια για μας και την άδεια μας ζωή δεν έχει αξία....



 διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Μέχρι τώρα είχαν απομείνει κάποιες διέξοδοι διαφυγής. Για εκείνους τους ελάχιστους που πνιγόντουσαν χωρίς αγέρα. Για εκείνους τους ελάχιστους που δραπέτευαν... Για κείνους που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη γη και το βιος τους και για τους άλλους που δοκίμαζαν να επιστρέψουν. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν... Σφραγίζουν κάθε διέξοδο, κάνουν αδύνατη κάθε αυτονομία, πυροβολούν και θέλουν να αφανίσουν ό,τι ευωδιάζει πραγματική ζωή και ό,τι  κινείται ελεύθερο... 


οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. (Ιωα.10:1-18)

Έτσι, μέσα σ'όλα τα δεινά που μας μαστίζουν, φτάσαμε και  στη "σφαγή των αμνών".... με τούτα τα αθώα κι ανύποπτα πλάσματα να σφάζονται ανηλεώς υπό πρωτάκουστες, φρικώδεις κι απάνθρωπες συνθήκες-  όταν ακόμη κι οι ίδιοι οι σφαγείς τους ευθαρσώς ομολογούν ότι ούτε καν ο άνθρωπος από αυτά κινδυνεύει! Ζώα υγιή να μακελεύονται την ώρα που γεννούν μπροστά στους ανθρώπους που τα ανέστησαν, να θάβονται ζωντανά και το χώμα να ξερνάει αγανακτισμένο το αίμα τους... Κι ουδείς να μπορεί τούτο το κακό να το σταματήσει.....
Τούτη την Ύβρι θα την ακολουθήσει η Νέμεσις.....




"ίδε ο αμνόσ του θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου" (Ιωα.1:29)

Η σφαγή των αμνών... Αλήθεια, ποιών αμνών;
Κι όλοι σιωπούν.... 
Οι επίσημοι φορείς με τα συμφέροντα...
Εκείνοι που θαλασσοδέρνονται με τα δικά τους δεινά....
Εκείνοι που αγνοούν, που αποκοπήκαν από την πλάση και δεν αντιλαμβάνονται....
Κι οι άλλοι που πονούν και νιώθουν τόσο, μα τόσο ανήμποροι....

[...] ἀλλ’ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν.

τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.

ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μεῖζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.

Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. [...]

(Ιωα.10:26-30)

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αλωνάρης... (καθώς διαβαίνουμε τον Ιούλιο)

Πάει και ο Ιούνιος, ο Θεριστής... "Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις!" λέει ο λαός."Σπέρνεις ανέμους, θα θερίσεις θύελλες!" Ενίοτε, βέβαια, μια χαρά σπέρνεις τους σπόρους σου, αλλά το χωράφι είναι γεμάτο κρυμμένα ζιζάνια κι ο αγώνας δρόμου για να τα ξεπατώσεις σε εξαντλεί, οι καιρικές συνθήκες είναι κι αυτές εναντίον σου, ο φθονερός γείτονας σε σαμποτάρει (*) και έτσι βρίσκεσαι με μια συγκομιδή χειρότερη κι από θύελλα! Και μπήκαμε στον Αλωνάρη, στην καρδιά του καλοκαιριού, όπου το θερμόμετρο ανεβαίνει κι ήρθε η ώρα να διαχωριστούν "δια της τριβής" οι σπόροι των δημητριακών "από του περιβλήματος", κοινώς να κάνεις ένα καλό ξεδιάλεγμα και, με κόπο πάντα φυσικά, να συγκεντρώσεις τον όσο πολύτιμο καρπό και να πετάξεις όλα τ'άχρηστα. Ακόμη κι αν ο καρπός είναι ελάχιστος, καλύτερα να μείνεις νηστικός και να τον φυλάξεις για την επόμενη σπορά, καθώς η Περσεφόνη θα έχει ήδη κατηφορίσει στα παλάτια του Άδη.
Κι αν το γνωμικό "προστάζει":"το Μάη πίνε το νερό, το Θεριστή το ξύδι, τον Αλωνάρη το κρασί να γίνεις παλληκάρι", αφού το μπουγέλωμα το φάγαμε και ξύδι μπόλικο μας τρατάρανε, μένει να δούμε αν θα γίνουμε παλικάρια!


(*) Σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Την πρώτη ημέρα του αλωνισμού συνηθίζετο εις πολλά μέρη της Ελλάδος να αφήνουν οι αγρόται εις την μέσην του αλωνιού όρθιον ένα δεμάτι σίτου, την τελευταίαν δε ημέραν αυτού να σταυρώνουν τον σωρόν του σίτου με το πτύον (φτυάρι) ή τον λιχνιστήρα, πέριξ δε του σταυρού να χαράσσουν ένα κύκλον, επειδή επίστευον ότι έτσι ασφαλίζουν τους καρπούς από την βασκανίαν ή από κάθε άλλην κακήν επήρειαν." Κατόπιν, καρφώναν το φτυάρι ή το λιχνιστήρα στο μέσο του σωρού και τελούσαν "καταχύσματα", δηλαδή λαμβάναν καρπό απ'το σωρό και τον έριχναν στο φτυάρι ή στο λιχνιστήρα κι ευχόντουσαν "και του χρόνου" να μπήξουν το φτυάρι τους στο σωρό του σίτου. Αυτή η διαδικασία, γινόταν από την αρχαιότητα, καθώς, όπως τονίζει κι ο Ν.Γ.Πολίτης ("Λαογραφία", Γ') αναφέρεται ήδη από το Θεόκριτο (για περιοχή της νήσου Κω) στα "Ειδύλλιά" του:
"Άραγε μας κεράσατε τέτοιο ποτό, ω Νύμφες,
στης Αλωίδας Δήμητρας πλάι εις το βωμό της;
Ας μπήξω πάλι στο σωρό ένα μεγάλο φτυάρι
κι αυτή γελώντας να κρατεί στάχυα και ανεμώνες."
("Θαλύσια"στ.154-7, απόδοση Ν.Νικολάου)

Ακόμη, αναφέρει ο Φίλιππος Βρετάκος, πως οι σχολιαστές βεβαιώνουν ότι το έθιμο τούτο ήταν παλαιότατο, ανάγοντες την πρώτη αρχή αυτού εις τον Τριπτόλεμο."Ειώθασι γαρ εκτρίψαντες τους καρπούς και σωρούς ποιήσαντες το πτύον πήσσει" και"Όταν δε λικμώνται και σωρεύωσι τον πυρόν (το σίτο), κατά μέσον πηγνύουσι το πτύον (φτυάρι) και την θρινάκην (το γεωργικό εργαλείο προς λίκνιση του σίτου, το λιχνιστήρα) κατέθεντοΤην δε αιτίαν είχον εκ Τριπτολέμου." (Σχολ.Θεοκρ.Ζ, 155-156). "Εν Κω παρέμεινεν η συνήθεια αύτη μέχρι και σήμερον."
Και προσθέτει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):"Χαρακτηριστικό είναι στην περίπτωση αυτή το προσκύνημα του σιταριού, που βρίσκουμε στ'αλωνιστικά έθιμα των Κρητικών του Λασιθίου. Εκεί:
"άμα 'πολιχνίσουνε τον καρπό, τόνε σταίνουνε σωρό. Του κάνουνε ένα σταυρό στη μέση και κατόπιν ένα στεφάνι [κύκλο] γύρω γύρω. Ύστερα καρφώνουνε την παλάμη στη μέση στο σταυρό με το χέρι της , κι είναι η χούφτα [το πλατύ μέρος] επάνω. Κάνουνε ύστερα τρεις μετάνοιες και πιάνουνε μια χαχαλιά καρπό, τον προσκυνούνε και ύστερα τόνε χύνουνε πάνω από την παλάμη. Ξανακάνουνε τρεις μετάνοιες κι αρχίζουνε να σακιάζουνε τον καρπό."
Η περιγραφή όσων τελούνται στο τέλος του αλωνισμού στα χωριά της Εύβοιας (που μας διέσωσε ο Γ.Δροσίνης (1)) είναι απήχηση των Θαλυσίων (2)της αρχαίας γιορτής για τη συγκομιδή των καρπών. Στις Γούβες της Ευβοίας, λέγει, αφού βάλουν το "λιώμα" σε ένα μακρουλό και ψηλό σωρό, που λέγεται "λαμνί",
η οικοδέσποινα κρατούσα λάγηνον προσφέρει ύδωρ είς ένα έκαστον, ίνα νιφθεί, κι εκείνος νιπτόμενος ραντίζει το γέννημα και το αλώνιον κύκλω, ευχόμενος και του χρόνου! Εν τέλει δ' η οικοδέσποινα πλαγίως κρατούσα την λάγηνον, δρομαίως περιτρέχει τον σωρόν, χωρίς να πέση ουδέ σταγών ύδατος κατά γης, ευχομένη και αυτή να γίνει του χρόνου τόσος ο σωρός, όσος είναι ο κύκλος, τον οποίον έκαμε.
Με το νίψιμο των χεριών όσων περευρίσκονται στον αλωνισμό και με τον ραντισμό της σοδειάς με νερό, καθώς και με την εικονική διαγραφή μεγάλου κύκλου γύρω από τον σωρό, και τη σοδειά ασφαλίζουν από την επίδραση του κακού, αλλά και την καλή χρονιοά για τον ερχόμενο χρόνο προμαντεύουν. Με τις ίδιες προφυλάξεις γίνεται στο τέλος "το μέτρημα και το σήκωμα του σωρού". [...]

Τέλος ως έκφραση ευχαριστιών και θυσία προς το πνεύμα της βλάστησης πρέπει να θεωρηθεί προσφορά του πρώτου ψωμιού της συγκομιδής, προσφορά που απευθύνεται είτε στη νύμφη του νερού είτε στον ξένοιαστο τζίτζικα. Ιδού οι σχετικές ειδήσεις. Στα Τοπόλια της Δυτικής Κρήτης
άμα θερίζουν, από τον πρώτο καρπό που θα ζυμώσουν κάνουν ένα κουλούρι και το πάνε στη βρύση και το κρεμούν στην κουτσουνάρα [κρουνό] της βρύσης, που τρέχει το νερό, για να τρέξουνε ετσά τα καλά και στο σπίτι. Όποιος πάει πρώτος να γεμίσει παίρνει το κουλούρι.
Η ίδια συνήθεια συναντάται και στον Δρυμό της Μακεδονίας. Στο Σαμόκοβο της Ανατ.Θράκης:
την πρώτη πίτα, που ζυμώνουν από το νέο ψωμί, τη λένε τζιτζιροκούλικο, γιατί ανήκει στο τζίτζιρα, που τραγουδεί, κατά την λαϊκήν δοξασίαν:
Θερίσετ' αλωνίσετε,
δεματοκουβανήσετε
κι εγώ το κουλικάκι μου
θέλω να μου το δώσετε.
Στη Λακκοβίκια της Μακεδονίας το:
τζιτζιρόκλικο το φέρουν αι γυναίκες εις την βρύσιν ή εις φρέαρ. Εκεί δε, αφ' ου το βρέξουν με νερόν της βρύσης, το διανέμουν εις τους παρατυχόντας, οι οποίοι εύχονται τα βέλτιστα."


(1):

(2): Θαλύσια:"ιερά, εκ του θάλλω (= βλασταίνω, ανθίζω), θυσία ευχαριστήριος δια το θέρος, προσφορά των απαρχών της γεωργίας, γινομένη κατ'αρχάς εις πάντας τους θεούς (μετέπειτα δε εις μόνην την Δήμητρα, πρβλ Θεοκρ.Ειδ.7,3)" ("Ομηρικό Λεξικό"Πανταζίδη)


ή, σε απόδοση Ι.Πολυλά:
"Ότι η χρυσόθρονη Άρτεμις πληγή τους είχε στείλει 
ότι απαρχές του θερισμού δεν πρόσφερεν εκείνης
ο Οινεύς' κι εχαίροντο οι θεοί την εκατόμβην όλοι,
αλλ'όχι η κόρη του Διός...."

Ενώ, στην πορεία της ιστορίας, οι απαρχές των σιτηρών προσφέρονταν στη θεά Δήμητρα, οπως καταγράφει κι ο Θεόκριτος:
"Γιορτάζαν τα Θαλύσια, τη Δήμητρα τιμώντας..."
"Πάμε για τα Θαλύσια από το δρόμο τούτο'
Εκεί τραπέζι κάνουνε οι δυο μας οι φίλοι,
την ευτυχία αρχίζοντας, για το πολύ το μέτρο,
που η πεπλοφόρα Δήμητρα έδωσε στη σοδειά τους."
(Θεοκρίτου, "Θαλύσια"απόδοση: Ν.Νικολάου)

Επανερχόμαστε στον Ιούλιο, που εκτός από "Αλωνάρης" ή "Αλωνιστής" είναι και"Χορτοθέρης" ή "Χορτοκόπος" αλλά και "Γυαλιστής" ή "Γυαλινός" (με παρετυμολογία του γυαλίζω= ωριμάζω, επειδή κατ' αυτόν αρχίζουν να γυαλίζουν οι ρώγες των σταφυλιών και να ωριμάζουν τα φρούτα), καθώς και "Χασκόμηνας" ή"Φουσκόμηνας", επειδή ωριμάζουν τα σύκα. Ο Ιούλης λέγεται και "Αϊλιάς" λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία, αλλά και "Αϊκήρυκος""Αγιαμαρίνα" κι "Αη-Μιλιανός" λόγω των εορτών των ομώνυμων αγίων στο διάβα του. Κάποιοι, μάλιστα, στα ορεινά, τον λένε και "Θεριστή" σαν τον Ιούνη, γιατί εκεί συχνά εξακολουθεί ο θερισμός, λόγω των διαφορετικών καιρικών συνθηκών. (Μες στο μήνα τούτο, μεταξύ άλλων, γιορτάζει ο Άη Λιάς, η  Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Παντελεήμονας, οι Άγιοι Ανάργυροι, η Αγία Κυριακή, ο Άη Προκόπης, η Αγία Μαρίνα....)

Οι βροχές τούτο το μήνα είναι σπανιότατες, αλλά αν συμβούν μπορεί να αποβούν και καταστροφικές, γι'αυτό ο λαός λέει:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποντισμένο τόπο"
(σημ. Βρετάκου: ποντισμένος= ο επάρατος, ο δυστυχής)
ή και:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο." 
Ακόμη λέγεται:
"Τον Αλωνάρη δούλευε καλόν Χειμώνα νά'χεις!",
αλλά και
"Χιόνισε μες στο Γενάρη, νά οι χαρές του Αλωνάρη!"
"Που μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη." 
Την επίσημη ονομασία του τη δώσαν προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, ενώ, στο περίπου, αντιστοιχούσε με το μήνα Εκατομβαιώνα των αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος ονομαζόταν έτσι διότι κατ'αυτόν τελούνταν τα "Εκατόμβαια", θυσία δηλαδή εκατό βοών, προς τιμήν του "ηλιακού" Απόλλωνα.
Καλό μας μήνα!

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ο μικρός κομπογιάννος με τον κόκκινο λαιμό...



"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά 
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει 
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά 
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά 
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι 
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά 
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί 
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί, 
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά. 
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά 
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη) 


Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα. Το τοπίο ντύθηκε στ'άσπρα κι οι νιφάδες καλοθρεμμένες, αλλά αέρινες, χορεύουν σ'όλο τούτο το λευκό σκηνικό. Και ξάφνου ένα πορτοκαλοκόκκινο φτερούγισμα, σπάει τη χρωματική μονοτονία!

Απ'τα πιο όμορφα χιόνια (προς το παρόν... μη λέω και μεγάλες κουβέντες, γιατί το κύμα συνεχίζεται). Χωρίς τους τρελούς αγέρηδες, τ' ασφυκτικά ανεμοσούρια και τη μαύρη σκοτεινιά του ουρανού... Ένα χιόνι φωτεινό, στρωτό κι ήρεμο. Εκείνοι πού'χουν ζήσει τα χιόνια, καταλαβαίνουν τι λέω...

Ο κομπογιάννος μας, ο πηλιορείτης "ριλής", ο πανέμορφος κοκκινολαίμης, σαν πιστός εραστής του γερό-χειμώνα, φτερουγίζει εδώ κι εκεί αναζητώντας να χορτάσει την κοιλίτσα του. Μοναχικός, θαρραλέος, αν κι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, πλησιάζει να δοκιμάσει το μεζέ και φτερουγίζει ανάλαφρα πιο πέρα. Δεν είχε άδικο ο Λαμνάτος όταν έγραφε για τον ασπρομάλλη γέροντα, το χειμώνα, που "ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας". Ούτε ο Δροσίνης που τον τραγούδησε: "Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι".


Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...


Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα.