Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

"κλειδοχρονιά" ανταριασμένη



Αξημέρωτα με ξυπνήσανε οι βροντές και τα μπουμπουνητά! Χαλασμός Κυρίου! Κι ανοίξανε, ξαφνικά, οι ουρανοί κι αρχίσανε να ρίχνουνε τουλούμια!
Με τους πρώτους κεραυνούς, με τα μάτια μισόκλειστα από τον ύπνο, εκσφεντονίστηκα από το κρεβάτι για να προλάβω να μαζέψω το βασιλικό που είχα κρεμασμένο σε ματσάκια έξω να ξεραθεί για το χειμώνα - καθώς ανήκω σε αυτούς τους δυστυχείς που ούτε στον πιο βαθύ τους ύπνο δε λένε να ησυχάσουν, παρά ακόμη και μέσα στις αγκάλες του Μορφέα, συνεχίζουν να σκέφτονται σαν νά'ναι ξυπνητοί.
Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν πρόλαβε να ξεκινήσει η μπόρα κι αμέσως κόπηκε το ρεύμα! Γιατί το βουνό μας έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη Δ.Ε.Η., σταθερή και αμετάβλητη! Και οφείλω να ομολογήσω πως δε μου επιτρέπεται να αρθρώσω κανένα παράπονο για αυτήν, καθότι η Δ.Ε.Η. μας, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζεται από το σπουδαιότατο προσόν της συνέπειας, που εκτιμώ αφάνταστα, οπότε με την πρώτη ψιχάλα είναι δεδομένο ότι θα μας κόψει το ρεύμα, πάει και τελείωσε! Το ξέρουμε και το περιμένουμε! Κανόνας ιερός και απαράβατος! Είτε πρόκειται για ψιλόβροχο, είτε για κατακλυσμό. Οπότε, πώς να διαμαρτυρηθώ; "Δεν τά'χουμε συμφωνημένα; Δεν το περιμένατε;" θα μου αποκριθεί η "κυρία". Αφού, να φανταστείτε, στις αρχές του καλοκαιριού, που αποφασίσανε να αντικαταστήσουνε όλα τα καλώδια -υψηλής τάσης - με άλλα ενισχυμένα, ανθεκτικά κι ατρόμητα και ο συμπαθέστατος κασκαντέρ-υπάλληλος (πόση ώρα ήταν σκαρφαλωμένος ο καημένος με τον ήλιο να τον τσουρουφλάει) με ενημέρωσε θριαμβευτικά, καθώς τού'φτιαχνα παγωμένο καφεδάκι για να δροσιστεί, πως "Από δω και στο εξής δεν πρόκειται να έχετε ούτε μία διακοπή!", σκέφτηκα, χωρίς φυσικά να βγάλω μιλιά "Τί μας λες; Εδώ έχουμε απαράβατο συμβόλαιο με την Υπηρεσία σας! Δεν υπάρχει περίπτωση! Όσα καλώδια και να αλλάξετε, εμείς φως δε βλέπουμε όταν ανοίγουν οι ουρανοί!" Παρόλα αυτά, ως άνθρωπος αισιόδοξος, κράτησα μια κρυφή ελπίδα μπας και γίνει κανένα θαύμα, αλλά... δεν πέρασε μια βδομάδα κι επιβεβαιώθηκα πως κάποιες αξίες και σταθερές παραμένουν αμετάβλητες σε τούτη τη ζωή!
Σήμερα, λοιπόν, ο Δίας ξύπνησε με κέφια! Φόρεσε την αδιάβροχη στολή του, ζώστηκε τους κεραυνούς κι άρχισε το πανηγύρι! Τέτοιες βροντές, τέτοια μπουμπουνητά εκκωφαντικά, δε θυμάμαι νά'χω ξανακούσει! Σείστηκε ο τόπος κι άρχισε να αστραποβολά παντού! Θαρρείς κι ο Ωκεανός μετακόμισε στα ουράνια και γεννοβολούσε ποτάμια βροχής για να λούσει το περίφημο βουνό των Κενταύρων! Τέτοια άγρια νεροποντή έχω χρόνια να θυμηθώ..
Ο Ζευς, "βασιλεύς και πατήρ ανδρών τε θεών τε", ο νεφεληγερέτης, ο κελαινεφής (μαυροσύννεφος), ο εριβρεμέτης (βαρύβροντος) κι αγρικέραυνος, πήρε το αστροπελέκι του και σήμανε τη λήξη του καλοκαιριού, καλωσορίζοντας την εποχή των όμβρων και των χρυσοκίτρινων φύλλων, με τον πιο θεαματικό τρόπο! Το μέχρι χθες λουσμένο στο φως Πήλιο, σκοτείνιασε και θόλωσε, τυλίχτηκε στην ομίχλη και στην καταχνιά, βούλιαξε σε μια θάλασσα βροχής κι αποχαιρέτησε την τελευταία του Αυγούστου μέρα, την "κλειδοχρονιά", όπως συνήθιζε να την ονοματίζει ο λαός μας.
Την τελευταία μέρα του καλοκαιριού τη λένε "κλειδοχρονιά", μας πληροφορεί ο Γ.Α.Μέγας, καθώς θεωρούνε πως σήμερα "κλειδώνει ο χρόνος". Ο Δ. Οικονομόπουλος ("Λεριακά ήτοι ιστορία και αρχαιολογία της νήσου Λέρου"), μάλιστα, καταγράφει σχετικά πως στη Λέρο "αι γυναίκες συνηθίζουν την εσπέρα της παραμονής της πρώτης Σεπτεμβρίου (θεωρούμενης ως αρχιχρονιάς), να παραθέτουν τράπεζαν εστρωμένη εις το μέσο της αιθούσης και επ'αυτής πινάκια γλυκισμάτων, δια να φάγει το στοιχειό του σπιτιού, ως λέγουσι." (πληροφ.: "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγας). Σύμφωνα και με το Βασίλη Λαμνάτο ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") τη μέρα αυτή "..ακούς: "Κλειδώνει ο χρόνος σήμερα" ή "Κλείνει η πόρτα του χρόνου σήμερα" ή "Αμπαρώνει την πόρτα του ο χρόνος σήμερα" και άλλα πολλά. Πιστεύουν οι ξωμάχοι μας πως την ημέρα αυτή ο χρόνος κλειδώνει την πόρτα του και παίρνει μαζί του όλα τα κακά. Όσο όμως και να το πιστεύουν αυτό, ο χρόνος αφήνει πάντοτε πίσω του τις κακές μέρες."

Και μια που αναφερθήκαμε στον Όμβριο Δία και στην ελληνική μυθολογία μας, και μιας κι οι καιροί που ζούμε είναι χαλεποί αλλά κι ο καιρός σήμερα ανταριασμένος, ας θυμηθούμε και το μύθο του Δευκαλίωνα:

"Κάποτε οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο κακοί που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιο του, το Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του και έβαλε μέσα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές ' οι πεδιάδες έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω από τα νερά. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα. Η κιβωτός με το Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω στα νερά εννιά μερόνυχτα ' ύστερα κάθισε στην κορυφή του Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν, στην Όθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν από την κιβωτό και, αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους είπε να του ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν αρνήθηκε και, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν, έπαιρναν λιθάρια απ'τη γη και τα έριχναν πίσω τους, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν. Όπου έπεφταν τα λιθάρια του Δευκαλίωνα, η γη έβγαζε άντρες ' όπου έπεφταν τα λιθάρια της Πύρρας, η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νεός λαός απ'τα λιθάρια της γης.
Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόχτησαν και δικά τους παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και την Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της πρώτης γυναίκας. Για τον πρωτότοκο γιο τους, τον Έλληνα, το γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος του Δευκαλίωνα, αλλά του ίδιου του Δία."
(Ι.Θ.Κακριδή, "Ελληνική Μυθολογία")

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

του Άι-Γιαννιού η κουκόφαβα

Σήμερα, τρεις μέρες πριν μας εγκαταλείψει ο Αύγουστος, τιμάται η μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μνήμη της μέρας του αποκεφαλισμού του.



Εδώ, στο Πήλιο, από την προπαραμονή ξεκινούν οι ετοιμασίες για την κουκόφαβα που μοιράζεται στην εκκλησία την παραμονή το βράδυ ή και ανήμερα το πρωί στους πιστούς. Την προπαραμονή το απόγευμα, λοιπόν, οι επιτρόπισσες και όσες πρόθυμες γυναίκες του χωριού συγκεντρώνονται για να καθαρίσουν τα φουσκωμένα στο νερό κουκιά. Το βράδυ τα αφήνουν και πάλι στο νερό κι από τα ξημερώματα της επομένης αρχίζει η παρασκευή. Όλο το πρωινό τα κουκιά βράζονται σε κατσαρόλια ή και μεγάλα καζάνια, έπειτα τα περνούνε από το μύλο να τα φτιάξουνε πολτό κι ύστερα ξανά τα βάζουν στη φωτιά με κρεμμυδάκι για να πήξει ο χυλός και, τέλος, τα σερβιριστούνε στα κυπελλάκια που θα δοθούν στον κόσμο.



Στη Βυζίτσα, μάλιστα, την παραμονή το βράδυ, μοιράζουν και μαγειρεμένο κατσίκι με ρύζι (που ψήνουν σε μεγάλα τσουκάλια στο προαύλιο του ναού) στους πιστούς. Ανήμερα όμως το πρωί, μετά τη λειτουργία, μοιράζεται μονάχα η κουκόφαβα και μάλιστα αλάδωτη, καθότι η μέρα τούτη είναι μέρα μεγάλης νηστείας για την Ορθοδοξία.



Ο τοπικός μας λαογράφος-ερευνητής, Κώστας Λιάπης, γράφει για τη μέρα αυτή:

"... Γνωστή, τέλος, λαογραφική γιορτή και μέρα αυστηρής νηστείας, κατά την οποία συνηθίζουν οι πηλιορείτες να τρώνε αλάδωτη φάβα -στη Βυζίτσα τη φτιάχνουν και την προσφέρουν δωρεάν στους πιστούς το βράδυ της παραμονής οι επίτροποι της εκκλησιάς που πανηγυρίζει- θεωρείται και η γιορτή της "αποτομής της κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου", γνωστή κυρίως σα γιορτή "του Άι-Γιαννιού του αποκεφαλιστή" όπως χαρακτηριστικά τη λένε οι πηλιορείτες, μεταβάλλοντας "ελαφρά τη καρδία" τον Άγιο από θύμα σε θύτη. Ο Άγιος αυτός θεωρούνταν παλιότερα στο Πήλιο προστάτης των "θερμασμένων", που δεν ήταν άλλοι από αυτούς που υπόφεραν από την ελονοσία, γνωστή καλύτερα ως "θερμασιά". Τί σχέση βρήκε η αφελής λαϊκή πίστη ανάμεσα στον Άι-Γιάννη τον Πρόδρομο και στους "θερμασμένους", για να κάνει τον πρώτο προστάτη των τελευταίων; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Κοινό σημείο αναφοράς στάθηκε το ρίγος που ένιωθαν οι θερμασμένοι, κυρίως τον Αύγουστο που η ελονοσία βρισκόταν τα παλιά χρόνια σε ιδιαίτερη έξαρση και στο Πήλιο. Το ίδιο ρίγος που πρέπει να ένιωσε κι ο Άγιος όταν του έκοψαν την τίμια κεφαλή, γεγονός που του έδωσε αλλού και την προσωνυμία "ριγολόγος" ή "ριγανάς".
Την ίδια μέρα, κατά την οποία μάλιστα γίνονται στο Πήλιο αρκετά "νηστίσιμα" πανηγύρια, απαγορεύεται και σήμερα η κατάλυση κάθε ποτού και ιδιαίτερα του μαύρου κρασιού, που θυμίζει το αίμα που χύθηκε κατά τον αποκεφαλισμό του Αγίου."

(Κώστας Λιάπης, "Στο Πήλιο της παράδοσης")

Και, φυσικά, δε θα μπορούσε να μην αναφέρει κι ο γνωστός λαογράφος Γ.Α.Μέγας, πολλά και ενδιαφέροντα για τη μέρα του Άι-Γιαννιού:

"Η σχετική με τον αποκεφαλισμό του Προδρόμου διήγηση της Αγίας Γραφής, έτσι όπως αποτυπώθηκε στις εκκλησιαστικές εικόνες, συγκίνησε βαθύτατα την ψυχή του λαού. Κι η λαϊκή φαντασία που δε γνωρίζει όρια, βλέπει το κεφάλι του Προδρόμου να αναπηδά μέσα στο δίσκο του ηλίου, όταν αυτός ανατέλλει στις 29 Αυγούστου. Όσοι το πιστεύουν αυτό στην Κύπρο (ίσως και αλλού), σηκώνονται πολύ πρωί για να δουν το θέαμα. Το ανοσιούργημα όμως της Ηρωδιάδας έγινε κατά τη λαϊκή πίστη αιτία μεγάλου κακού για την ανθρωπότητα. Οι κακοήθεις πυρετοί που μαστίζουν, κυρίως τον Αύγουστο, τον τόπο μας με τα τρομερά τους ρίγη και τους μεγάλους παροξυσμούς, οφείλονται στην ταραχή που αισθάνθηκε το κεφάλι του καρατομημένου Αγίου. Την αντίληψη αυτή εκφράζουν τα λόγια κάποιου λήμνιου χωρικού:
"Από τότε που αποκεφάλισαν τον Αγιογιάνν' , από τότε έπεσεν η θέρμη στον κόσμο' ταραχκίν του κιφάλ' τ' κι έπισι ταραχή, συνερίγ', παραξ'σμός. Γι'αυτό τ'Αγιογιάνν' τ' Παραξ'σμου είναι για τς θέρμες. Κείνος που θερμαίνεται πάει στον Αγιογιάνν' λάδ', κερί, λίβανο και θυμιάζ'. (Σβέρδια)"
Γι'αυτό κι ο Άγιος αποκαλείται Θερολόγος ή Ριγολόγος, Παροξυσμός ή Κρυαδίτης, και η μνήμη του τιμάται με απόλυτη νηστεία' και έτσι λέγεται και νηστευτής (στην Κορώνη) ή νηστικός (στη Λέσβο). Η νηστεία του συνοδεύεται απ'τηνη απαγόρευση όλων όσα μοιάζουν με το αίμα που έτρεξε από το κεφάλι του. Να οι σχετικές δεισιδαιμονίες, διατυπωμένες από τους ίδιους τους χωρικούς.
"Δεν τρώγουμε μαύρο σταφύλι, μαύρο σύκο, ό,τι μαύρο φρούτο είναι, γιατί το αίμα του Αγίου τα έβαψε. Δεν τρώγουμε ούτε καρύδι, γιατί του έκοψαν το καρύδι όταν τον αποκεφάλισαν. Δεν πιάνουμε μαχαίρι κείνη τη μέρα και το ψωμί το κόβουμε με τα χέρια. (Κίος)"
"Δεν κόβουμε καρπούζι με το μαχαίρι στο πάνω μέρος, να μη ξεκεφαλίζουμ' έτσι τον άι-Γιάννη. Κείν' τη μέρα τίποτα δεν τρώνε' είναι νηστησμάρχης άγιος. (Τελώνια Λέσβου)"
Για εξιλασμό, όσοι πάσχουν από πυρετούς, "τάζουν" στον Άγιο λάδι, λιβάνι, κερί ή πετεινό και κατσίκι, που θυσιάζουν στη γιορτή του. Δεν παραλείπουν και πράξεις που εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση της ασθένειας σε δέντρα και άλλα αντικείμενα. Π.χ. στο Αδραμύττι:
"Τον Άι-Γιάννη τον αποκεφαλιστή τον έκαναν τάμα, άλλος πετεινάρ', άλλος κατσικάκ' για τον πυρετό. Πήγαινε μια οικογένεια κι έσφαζε' παίρναν το κεφάλι του πετεινού και το κρεμάγανε σε μια συκιά και τ'αφήνανε κει. Ή κόφτανε μια τρίχα πε τα μαλλιά τς, μια λουρίδα πε το φουστάνι τς και τ'αφήνανε πάνω στο δέντρο, ότ' νά 'τανε' καλύτερα νά 'ναι αλυγαριά. Και το τάμα πού'κανεν ο νοικοκύρ'ς στον Άι-Γιάννη (το πετεινάρ' ή το κατσίκ') δεν τό'τρωγεν ο ίδιος. Άλλοι το τρώγαν ' τ'άφηνεν εκεί κι όποιος τό'βρισκε τό'τρωγε. Ψυχικό ήτανε."
Στην Κορώνη, "την ημέρα που γιορτάζει η χάρη του, όποιος θέλει μετράει μια κλωνιά με τον άγιο Γιάννη, όσο δηλαδή είναι το εικόνισμα του τέμπλου, και τη ζώνει στη μέση του. Κοιμάται με δαύτηνε δυο τρεις βραδιές κι ύστερα τήνε χύνει κερί και την ανάβει στη χάρη του και καίγονται ούλες οι αρρώστιες."
Σε πολλές περιοχές έχουν καθιερωθεί για την υγεία του κοινού πανηγύρια, λιτανείες και παρακλήσεις σε ξωκλήσια ή αγιάσματα που αποβλέπουν στη μνήμη του αποκεφαλισμού του Προδρόμου. Και στον ίδιο σκοπό αποβλέπουν και οι φωτιές που ανάβονται σε μερικούς τόπους, όπως στην Απολλωνιάδα της Προύσας ' "πετιούνταν απάνω απ'τις φωτιές και λέγανε: αφήνουμε τον κακό καιρό και πάμε στον καλόν καιρό. Ανάβανε και σκόρδα και βάζαν στα χέρια τους, για να μη βγάζουν παρανυχίδες".
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Τέλος, ο Βασίλης Λαμνάτος, μας αναφέρει για τους τσοπάνηδες, εκτός των άλλων:

"Οι τσοπάνηδες τό'χουν σε μεγάλο κακό να φάνε κρέας αυτή τη μέρα. Παθαίνουν τα ζωντανά, λένε, αρρώστιες και ψοφούν." και
".. Οι φωτιές τώρα, π'ανάβει ο λαός μας ανήμερα της γιορτής και τις πηδούν άνθρωποι κάθε ηλικίας, έχουν σαν σκοπό τον καθαρισμό και την προφύλαξη από κάθε κακό κι αρρώστια. Συνήθως, πηδούν τρεις φορές πάνω απ'τη φλόγα, όσα είναι και τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Έτσι, μ'αυτά τα τρισπηδήματα, πιστεύουν πως καθαρίζονται από κάθε βάσανο. "Καίγεται", τους ακούς και λένε, "ό,τι κακό σέρνεις πάνω σου"."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Άγιε Φανούρη φανέρωσε...




"Ο νεοφανής Άγιος Φανούριος είναι, στη λαϊκή μας παράδοση, μέγας ευρετής απωλεσθέντων αντικειμένων. Αυτή ακριβώς η ιδιότητα δημιoύργησε το ιδιότυπο λατρευτικό υπόβαθρο της προσφοράς κατά την ημέρα της εορτής του (27 Αυγούστου) εθιμικών άρτων και γλυκισμάτων, τα οποία, αφού ευλογηθούν από τον ιερέα, μοιράζονται στους παρευρισκομένους.
Η σύνδεση του Αγίου με τα χαμένα αντικείμενα είναι παρετυμολογική: Ο Φανούριος φανερώνει! Η λατρεία του Αγίου Φανουρίου φαίνεται ότι ξεκινά από τη Ρόδο, όπου κατά την παράδοση βρέθηκε η εικόνα του, όταν έσκαβαν σε ερείπια παλαιού ναού έξω από τα τείχη της πόλης. Η αμφίεσή του παρέπεμπε σε στρατιωτικό Άγιο. Σε ειδικά εικονίδια πάνω στην ίδια εικόνα υπήρχαν σκηνές από το μαρτύριο του Αγίου. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Νείλος (1355-1369) διάβασε την επιγραφή "Άγιος Φανούριος". Από τη Ρόδο η λατρεία του εξαπλώθηκε στα κοντινά νησιά και κυρίως στην Κρήτη, όπου υπάρχουν σήμερα τρία σπουδαία μοναστήρια στα οποία τιμάται και δεκάδες ναοί.
Στην προσφορά άρτων και γλυκισμάτων προς τον Άγιο Φανούριο ανιχνεύονται απηχήσεις των νεοελληνικών νεκρικών εθίμων, αφού το τάμα προς τον Άγιο σχετίζεται με τη μεταθανάτια τύχη των συγγενικών του προσώπων! Πιο συγκεκριμένα, η πίτα παρασκευάζεται "για να συγχωρέσει ο Θεός τση μάνας του Αγίου" ή "για συγχώριο της μάνας και της αδελφής του", ενώ συχνά προστίθεται στην ομάδα των γυναικών και η αρραβωνιαστικιά του! Ο μελετητής της ελληνικής λαογραφίας Γιώργος Αικατερινίδης κατέγραψε μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τη μητέρα του Αγίου στις βρύσες Μεραμπέλλου:
"Η μάνα του Αγίου δεν ηκαμε καλό ποτέ τζη. Μόνο ένα κρομμυδύφυλλο ήδωσε μια βολά σ'ένα διακονιάρη. Σαν απόθανε ήβραζε σ'ένα καζάνι με πίσσα και ο Άγιος αρώτησε: α-Γιάντα η μάνα μου είναι εκειά μέσα;
Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος τ'απηλοήθηκε: -Γιατί δεν ήκαμε ποτέ καλό. Να ρίξομε το κρομμυδόφυλλο που ήδωσε κι ανέ τηνέ σηκώσει να βγει επάνω, να σωθεί...
Ερίξανε το κρομμυδόφυλλο και η μάνα ντου βγήκε στα χείλια του καζανιού μαζί με τρεις άλλες γυναίκες που πιαστήκανε κι αυτές από το κρομμύδι. Μα η μάνα ντου τώσε δίνει μια σπρωξιά και πέφτουνε πάλι μέσα. Τοτεσάς λέει ο Αρχάγγελος: Θωρείς πως κι επαέ είναι ακόμη κακή.
Τοτεσάς ο Άγιος Φανούριος ζήτησε μια χάρη: Να μην πηγαίνουνε πράμα γι'αυτόν, μόνο για τη μάνα ντου για να λένε να τση συγχωρέσει ο Θεός..."
Οι παραλλαγές της παράδοσης για την αμαρτωλή μητέρα του Αγίου Φανουρίου που ακούγονται σ'όλη την Ελλάδα είναι δεκάδες. Ακόμη και ως ειδωλολάτρης που δεν ασπάστηκε το Χριστιανισμό αναφέρεται. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σημειώνει στο διήγημά του "Γουτού Γουπατού" - χωρίς να αναφέρει τίποτα περισσότερο : "Όσοι επικαλούνται τον Άγιο Φανούριον οφείλουν να λέγουν: Θεός σχωρέσ' τη μητέρα του Αγίου Φανουρίου. Θεός σχωρέσ' την."
(Νίκος & Μαρία Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης")

"Τον Άγιο Φανούριο έκανε αρκετά δημοφιλή η παρήχηση του ονόματός του προς το φαίνω, φανερώνω. Είναι ο Άγιος που φανερώνει τα χαμένα ζώα ή πράγματα και την τύχη. Γι'αυτό στις εικόνες παριστάνεται να κρατά στο χέρι αναμμένο κερί και στην πίστη του λαού έχει θέση μάντη. Εννοείται ότι το αίτημα συνοδεύεται και με ορισμένα τάματα. Π.χ. οι γυναίκες της Παρνασσίδας, όταν έχουν πράγμα χαμένο τάζουν:
Άγιε μου Φανούριε, φανέρωσέ μου το... και θα σου κάνω μια κουλούρα για την ψυχή της μάνα σου! (Η μάνα του Αγίου έχει πολλές αμαρτίες). Ύστερα νειρεύονται αυτό που έχασαν και το βρίσκουν. Τότε κάνουν μια κουλούρα και τη μοιράζουν στα μικρά παιδιά λέγοντας: "Πάρτε να σ'χωρέστε" (δηλαδή τη μάνα του Αγίου). (Αράχωβα).
Πίτα κάνουν και οι ανύπαντρες για να τους βρει γαμπρό. (Κρήτη)"
(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

"Για τον Άγιο Φανούριο ο λαός μας λέει πολλά. "Είναι ο Άγιος", λένε οι ξώμαχοί μας, "που φανερώνει τα κλεμμένα ζα και τα χαμένα πράγματα". Καμιά φορά πιστεύουν πως φέρνει και την καλή τύχη στον άνθρωπο. Του φανερώνει το δρόμο τον καλό. "Του φέγγει", λέει ο λαός για κάποιον που τον πάει καλά η τύχη του. "Του φέγγει ο Άγιος Φανούριος". Γι'αυτό στις εικόνες παριστάνεται να κρατάει στο χέρι κερί αναμμένο και να φωτίζει. " (Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας")

"Στην Κύπρο, στην Κρήτη και σε άλλες περιοχές, ο Άγιος μπορεί να φανερώσει στην κάθε ανύπαντρη κοπέλα το μέλλοντα σύζυγό της! "Οι ανύπαντρες κοπέλες που θέλουν να παντρευτούν ετοιμάζουν φανουρόπιτα για να φανερωθεί ο υποψήφιος γαμπρός". Στη Σκιάθο "πίτα στον Άγιο τάζουν και οι γυναίκες που τον παρακάλεσαν να τους φανερώσει το γαμπρό που θα κάμουν στην κόρη τους". Στη Φλώρινα, η φανουρόπιτα (που την πάνε οι ελεύθερες κοπέλες στην εκκλησιά) χρησιμοποιείται ως ονειρομαντικό μέσον με ένα κομμάτι που βάζουν κάτω απ'το προσκέφαλο (ο Άγιος θα φανερώσει το μέλλοντα σύζυγο). [...]
Συνήθως η Φανουρόπιτα παρασκευάζεται με επτά ή εννιά υλικά! Η επιλογή των αριθμών αυτών δεν είναι καθόλου τυχαία, μια και είναι γνωστός ο ρόλος των αριθμών στις μαντικές και μαγικές πρακτικές. Τα επτά ή εννιά υλικά φαίνεται να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της πίτας! [...]


Φανουρόπιτα Δράμας:
1 ποτήρι λάδι.
1 ποτήρι ζάχαρη.
1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι.
1 κουταλιά κουταλιά ξύσμα πορτοκαλιού
3 ποτήρια αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 κουταλάκι σόδα
1 κουταλιά κανελογαρύφαλα
1/2 ποτήρι καρύδια χοντροκομμένα
1/2 ποτήρι μαύρες σταφίδες
Χτυπάμε το λάδι με τη ζάχαρη, προσθέτουμε το ξύσμα και το χυμό του πορτοκαλιού και τέλος το αλεύρι ανακατεμένο με τα υπόλοιπα υλικά. Αδειάζουμε το χυλό σε ταψί Νο 28 και ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 45-50 λεπτά. Όταν κρυώσει λίγο, πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη."
(Νίκος & Μαρία Ψιλάκη, "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης")

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Μπαρκ

του Antoine de Saint-Exupery (απόσπασμα):


"... Τριγύρισε μπροστά στα εβραϊκά μαγαζιά, κοίταξε τη θάλασσα, σκέφτηκε πως μπορούσε να πάει όπου του άρεσε, πως ήταν ελεύθερος... Μα αυτή η ελευθερία του φάνηκε πικρή: γιατί ανακάλυψε πόσο του έλειπαν οι δεσμοί με τον κόσμο.
Τότε ο Μπαρκ χάιδεψε το μάγουλο ενός παιδιού που περνούσε. Το παιδί χαμογέλασε. Δεν ήταν κάποιο παιδί του κυρίου του που το κολάκευε. Ήταν ένα αδύνατο παιδί στο οποίο ο Μπαρκ χάριζε ένα χάδι. Και που χαμογελούσε. Κι αυτό το παιδί ξύπνησε τον Μπαρκ, κι ο Μπαρκ ένιωσε κάπως πιο αξιόλογος πάνω στη γη εξαιτίας ενός παιδιού που του χαμογέλασε. Άρχισε κάτι να διαβλέπει και περπατούσε τώρα με μεγάλα βήματα.
-Τί ψάχνεις να βρεις; ρώτησε ο Αμπντάλα.
-Τίποτα, απάντησε ο Μπαρκ.
Μα όταν, στη στροφή κάποιου δρόμου, έπεσε πάνω σε μια παρέα παιδιά που παίζανε, στάθηκε. Ήταν εδώ. Τα κοίταξε αμίλητος. Ύστερα, αφού πήγε στα εβραϊκά μαγαζιά, γύρισε φορτωμένος δώρα. Ο Αμπντάλα νευρίασε:
-Βλάκα, φύλαξε τα λεφτά σου!
Μα ο Μπαρκ δεν άκουγε πια. Σοβαρός, έγνεφε σε κάθε παιδί. Και τα χεράκια τους απλώνονταν προς τα παιχνίδια και τα βραχιολάκια και τις χρυσοκέντητες παντοφλίτσες. Και κάθε παιδί, μόλις έπαιρνε στα χέρια του το θησαυρό του, το έσκαγε σαν αγριοκάτσικο.
Τ'άλλα παιδιά του Αγαδίρ, μαθαίνοντας το νέο, έτρεξαν κι αυτά στον Μπαρκ: κι αυτός τους χάρισε χρυσοκέντητα παντοφλάκια. Και στα περίχωρα του Αγαδίρ κι άλλα παιδιά που τα ξεσήκωσε αυτή η φήμη τρέξανε με φωνές προς αυτόν το μαύρο θεό' γαντζωμένα πάνω στα παλιόρουχα του σκλάβου, γύρευαν κι αυτά το μερτικό τους. Ο Μπαρκ καταστρεφόταν.
Ο Αμπντάλα φαντάστηκε πως είχε τρελαθεί απ'τη χαρά του. Μα νομίζω πως το θέμα για τον Μπαρκ δεν ήταν να μοιράσει ένα πλεόνασμα χαράς.
Είχε, αφού ήταν λεύτερος, τα βασικά αγαθά, το δικαίωμα ν'αγαπηθεί, να τραβήξει προς το βορρά ή προς το νότο και να κερδίσει το ψωμί του με την εργασία του. Τί του χρειάζονταν λοιπόν αυτά τα χρήματα... Αυτός ένιωθε, όπως νιώθεις μια άγρια πείνα, την ανάγκη νά'ναι ένας άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους, δεμένος με τους ανθρώπους. Οι χορεύτριες του Αγαδίρ είχαν φερθεί στοργικά στο γέρο-Μπαρκ, μα τις άφησε χωρίς μεγάλη προσπάθεια, όπως είχε πάει' δεν τον είχαν ανάγκη. Το γκαρσόνι του αράπικου καφενείου, οι διαβάτες στους δρόμους, όλοι σέβονταν αυτόν τον ελεύθερο άνθρωπο, μοιράζονταν μαζί του εξίσου τον ήλιο, κανένας όμως δε φάνηκε να δείχνει πως τον είχε ανάγκη. Ήταν ελεύθερος, απεριόριστα ελεύθερος, τόσο που να μη νιώθει το βάρος του πάνω στη γη. Του έλειπε αυτό το βάρος των ανθρώπινων σχέσεων που σου κόβει το βήμα, αυτά τα δάκρυα, αυτοί οι αποχαιρετισμοί, αυτές οι μομφές, αυτές οι χαρές - όλα όσα κάθε άνθρωπος θωπεύει ή απωθεί κάθε φορά που κάνει μια χειρονομία, αυτοί οι χίλιοι-δυο δεσμοί που τον δένουν με τους άλλους και του δίνουν κάποιο βάρος. Μα ο Μπαρκ ήταν ήδη φορτωμένος με χιλιάδες ελπίδες...
Κι η βασιλεία του Μπαρκ άρχιζε μέσα σ'αυτή τη δόξα του ήλιου που έδυε στο Αγαδίρ, μέσα σ'αυτή τη δροσιά που ήταν γι'αυτόν τόσα πολλά χρόνια η μόνη γλυκιά στιγμή που περίμενε. Και καθώς η ώρα της αναχώρησης πλησίαζε, ο Μπαρκ προχωρούσε μέσα σ'αυτήν την πλημμύρα των παιδιών, όπως άλλοτε ανάμεσα στα πρόβατά του, χαράζοντας το πρώτο χνάρι, την πρώτη του αυλακιά στον κόσμο. Θα ξαναγύριζε αύριο στη φτώχια των δικών του, υπεύθυνος για περισσότερες ζωές απ'όσες τα γέρικα χέρια του θα μπορούσαν να θρέψουν - εδώ όμως βάραινε με το πραγματικό του βάρος. Σαν αρχάγγελος πολύ ανάλαφρος για να ζήσει τη ζωή των ανθρώπων μα που πρόσθεσε με ζαβολιά, μολύβι στη ζώνη του για να βαραίνει, ο Μπαρκ προχωρούσε με δυσκολία, ελκόμενος προς τη γη από χιλιάδες παιδιά, που τόση ανάγκη είχανε από χρυσοκέντητα παντοφλάκια."

(Αντουάν ντε Σαιν-Εξυπερί, "Γη των ανθρώπων")



Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

το σκάκι



Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

Μανώλης Αναγνωστάκης


Get this widget Track details eSnips Social DNA

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

όλες μου τις ευχές...

για το πιο πολύτιμο κι αγαπημένο πεταλουδάκι που γνώρισα...



Φωτεινούλα μου, χρόνια πολλά και καλά, μέσα απ'την ψυχή μου... όλη μου την αγάπη πάντα κι ένα μπουκέτο αγριολούλουδα για σένα...













του Στρατή Μυριβήλη: "...Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πούναι γιομάτη θαύματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ'άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε κανείς να τη χαρεί μέσα στο φως του ήλιου, θάβλεπε πως ήταν άλικη, μ'ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Ένα θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δε θ'αργήσει ν'ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες!..."



Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Στο ξωκλήσι του Σωτήρος..



Προχωρώντας στον κακοτράχαλο χωματόδρομο, η πλούσια βλάστηση σκιάζει την ανάσα σου, το άγριο πράσινο δροσίζει το ηλιοκαμμένο κορμί.. Ύστερα τα χωράφια με τις μηλιές ' οι κιτρινοπράσινοι καρποί να βαραίνουν γλυκά τα κλαδιά τους αρχίζοντας σιγά-σιγά, στο ένα τους μόλις μάγουλο, να παίρνουν ροδιές αποχρώσεις, σαν εκείνα τα χλωμά ντροπαλά παιδιά που τα συγκίνησε κάποια απόκρυφη, σιωπηλή μελωδία.. Κρυμμένο κάτω απο καστανιές και πυκνά, αναμαλλιασμένα δέντρα, ταπεινό και απόμερο, φωλιάζει το μικρό ξωκλήσι του Σωτήρος.. Ντουβάρια πέτρινα, παλιακά και καιροφαγωμένα, προφυλαγμένα από τη ντόπια γκρίζα σχιστόπλακα, φιλοξενούν τούτο τον πανέμορφο φτωχικό ναό.



Μαζεύτηκε κόσμος πολύς απόψε για την αρτοκλασία. Τα αναμμένα κεριά σμίξανε ασφυκτικά στα μικρά στρογγυλεμένα μανουάλια, οι ψαλμωδίες κι οι προσευχές ζέσταναν την υγρή πέτρα της εκκλησιάς, ο περίβολος πλημμύρισε ανθρώπινες ανάσες.. Αύριο είναι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, και το ξεχασμένο ξωκλήσι καθαρίστηκε και ντύθηκε στα γιορτινά του, απλά και λιτά, όπως αρμόζει στη αυθεντική του ομορφιά...




Γράφει ο Γ.Α.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "Η πίστη ότι τη νύχτα της 5ης προς την 6η Αυγούστου ανοίγουν οι ουρανοί, κάνει πολλούς να αγρυπνούν, για να δουν το άγιο φως. Τό'χουν σε καλό. Συνηθίζουν εξάλλου στις 6 Αυγούστου να φέρνουν στην εκκλησία τα πρώτα σταφύλια για ευχολόγηση και να τα μοιράζουν στους εκκλησιαζόμενους. Την ημέρα αυτή προσφέρονται στο ναό του Σωτήρος και τα πρώτα ελαιόλαδα."