Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλλιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Της Τσικνοπέμπτης η δωρά... στον ουρανό ανεβαίνει!


"Στην κυριολεξία "αποκριά" σημαίνει το σταμάτημα της κρεωφαγίας (όπως και το λατινικό Καρναβάλι (carnem levare ή carnis levamem) και το Κυπριακό "Σήκωσες", που σημαίνουν να σηκώσουμε το κρέας από το τραπέζι). Αυτό θα γίνει, με το κλείσιμο της εβδομάδας το βράδυ της Κυριακής. Όλη τη βδομάδα αυτή η κρεωφαγία είναι στο αποκορύφωμά της, ιδιαίτερα το βράδυ της Πέμπτης, που γίνονται οι πρώτες οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις και απαραίτητα τσικνίζεται και τσιγαρίζεται το κρέας και τα μεζεδάκια του σφαχτού για να αρχίσει το διαρκές γλέντι.
Η απαραίτητη αυτή ερεθιστική κουζίνα της Τσικνοπέφτης (που τη διαφημίζουν τώρα και οι ταβέρνες των εξωσπιτικών συγκεντρώσεων) έχει κι άλλες σημασίες, εκτός απ'τη γαστρονομική και εναρκτική: Αποβλέπει σε μία υπαρξιακή παρουσία του κάθε σπιτιού, που θα δώσει ένα "παρόν" λειτουργίας και ζωής, τόσο στην όλη κοινότητα ή γειτονιά (οικογενειακό γόητρο, στοιχειωδών δυνατοτήτων) όσο και στα υποτιθέμενα "κακά πνεύματα" (πολέμια της υγείας και της παραγωγής), που μπορεί να επιβουλεύονται την οικογένεια ή να τη θεωρήσουν φτωχή και ευάλωτη. Αυτό δεν είναι ίσως άσχετο με την απαραίτητη κνίσα των αρχαίων κρεατινών θυσιών, που έπρεπε να φτάσει -για ένα αντίδοτο- ως την αίσθηση των θεών.
Σήμερα, η Αποκριά και το Καρναβάλι έχουν χάσει την ετυμολογική έννοιά τους και σημαίνουν γενικότερα τη χρονική περίοδο των μεταμφιέσεων, του γλεντιού και των ελευθεριοτήτων, πριν απ'τη Σαρακοστή. Μασκαρέματα, χοροί, τραγούδια και σάτιρα ήταν παλιότερα δημιουργήματα και χαρές του λαού της υπαίθρου, αυθόρμητες και "ποιητικές". Τώρα τα πήρε στα χέρια της η "πολιτιστική"... Άρπυια και τα έκαμε "φεστιβάλ" αναπαραστάσεων, που νοθεύουν τις παραδοσιακές εμπνεύσεις."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)
~.~

"Αλλά η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέφτη. Είναι η ημέρα που καθένας, και ο πιο φτωχός, "θα τσικνώσει τη γωνιά του", όπως λένε ' κάτι θα ψήσει στη φωτιά κι η τσίκνα απ'το ψημένο κρέας, χοιρινό ή άλλο, θα μοσχοβολήσει τον αέρα. Εκείνο το βράδυ, όπως και το Σάββατο βράδυ και την Κυριακή της Κρεατινής, οι συγγενείς τρώγουν όλοι μαζί. Κάθε οικογένεια ή μαγειρεύει σπίτι της κι έπειτα πηγαίνουν όλοι οι συγγενείς και τρώγουν στο ίδιο σπίτι, ή μαγειρεύουν σ'ένα σπίτι όλοι. Άμα φάγουν και πιουν, γίνονται μασκαράδες, χορεύουν και τραγουδούν. Και σαν μια οικογένεια, μαστόροι και καλφάδες διασκεδάζουν με τον ίδιο τρόπο την Τσικνοπέφτη στην Ήπειρο ' στο τραπέζι μάλιστα, που οι μαστόροι την ημέρα αυτή κάνουν στους μαθητές τους, μαστόροι και μαθητές θεωρούνται ίσοι."
(Γ.Α.Μέγα, "Ήθη και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)
 ~.~

"Μέχρι και τα μισά του 20ου αιώνα και, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι Απόκριες αποτελούσαν περίοδο επιβεβαίωσης και τόνωσης των συγγενικών δεσμών. Παλιότερα το τελευταίο δεκαπενθήμερο (και σε μεταγενέστερες εποχές το τελευταίο δεκαήμερο) χαρακτηριζόταν από τις επαναλαμβανόμενες συνάξεις συγγενικών ομάδων, τις συνεστιάσεις και τη συμμετοχή σε ευωχικές εκδηλώσεις. [...] Ο κυρίρχος ρόλος των συγγενικών δεσμών εκφραζόταν μέσα από μία μεγάλη σειρά εθίμων και ιεραρχήσεων. [...] Το κρασί λειτουργούσε κατά τις ημέρες αυτές ως σύμβολο της κοινής καταγωγής, του κοινού αίματος, αφού η σχέση ανάμεσα στο κρασί και στο αίμα όχι μόνον είναι έκδηλη, αλλά ενισχύεται και από τη συμβολική μετουσίωση τουοίνου σε αίμα του Χριστού στην εκκλησία. [...]
Η Τσικνοπέμπτη αποτελεί το ουσιαστικό χρονικό ορόσημο από το οποίο αρχίζει η αποκριάτικη ευωχία. Είναι η Πέμπτη της "κρέτινης" εβδομάδας και [...] από αυτήν ξεκινούσαν οι επαναλαμβανόμενες οικογενειακές συνεστιάσεις. [...] Η συνήθως στερημένη αγροτοκτηνοτροφικήγ οικογένεια φρόντιζε να υπάρχουν "του Αβραάμ και Ισαάκ τα καλά", καλομαγειρεμένα και φροντισμένα. Σε περιοχές όπου υπήρχε το έθιμο να σφάζονται χοίροι την παραμονή ή το πρωί της Τσικνοπέμπτης, το τηγανισμένο συκώτι αποτελούσε εθιμικό φαγητό, όπως και άλλα παρασκευάσματα, συνήθως κρέας με βρούβες, που αφθονούν αυτή την εποχή. Το υποχρεωτικό κατά την παράδοση "τσίκνισμα" των φαγητών, όμως, δεν αφορούσε μόνο στο οφτό κρέας αλλά και στις πίτες. Αν έκανε κάποιος μια βόλτα στα κρητικά χωριά μέχρι και τη δεκαετία του 1960, εκτός απ'τις ομάδες των μασκαράδων, θα ξαφνιαζόταν απ'τη μυρωδιά της τηγανισμένης τυρόπιτας, στις κατά τόπους εντυπωσιακές και ευρηματικές εκδοχές της. 
Στις παραδοσιακές κοινωνίες της Κρήτης τη θεωρούσαν πολύ σημαντική ημέρα και οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ως χρέος τους τη διανομή φαγητού σε όσους είχαν ανάγκη. Η συνήθεια αυτή ξεκινά απ'τη συναίρεση του χρόνου (παρελθόν-παρόν), μια και η συνεστίαση ξεκινούσε απ'την ενθύμιση των προγόνων: "Καλώς εσμίξαμε κι εφέτος κι ο Θεός να συγχωρέσει τσ' αποθαμένους μας." 
Ακόμη και το κοινό τραπέζι διατηρούσε τα βασικά στοιχεία ενός μνημοσύνου. Σήκωναν τα ποτήρια "στη μακαρία ντως", θυμίαζαν το φαγητό και μοίραζαν ένα ή περισσότερα πιάτα σε φτωχές οικογένειες. Η πανελλήνια σχεδόν συνήθεια διανομής φαγητού ήταν περίπου τελετουργική στην Κρήτη. Ακόμη κι αν η οικογένεια- αποδέκτης του φαγητού δεν είχε ανάγκη, όφειλε να το δεχτεί με ευχαρίστηση, αφού γνώριζε ότι δινόταν για συγχώρηση των απόντων μελών της οικογένειας που το πρόσφερε. Φαίνεται πως υπήρχε παλαιότερα και η συνήθεια της ανταλλαγής των φαγητών, δηλαδή η οικογένεια που προσέφερε γινόταν ταυτόχρονα και αποδέκτης. Σε γενικές γραμμές και σε πολλά χωριά, το έθιμο διανομής φαγητού είχε προσλάβει καθολικό χαρακτήρα. Όλοι έδιναν σε όλους και έπαιρναν από όλους σε ένα σκηνικό έμπρακτης συγχώρεσης και ενότητας:
"Την Τσικνοπέμπτη ανοίγαμε τσι κουρούπες απού 'χαμε στο χώμα χωσμένες με την ξινομυτζήθρα. Κάνανε πίτες όλα τα σπίτια. Λένε πως πρέπει να δίνεις εκείνη τη μέρα στους φτωχούς. Και επειδή όλοι είναι περίπου το ίδιο και κανείς δε θέλει να τον νομίζουν φτωχό, δίνανε ο ένας στον άλλο. Όλα τα σπίτια μοίραζαν πίτες αναμεταξύ τους. Αν κοίταζες το απόγευμα στους δρόμους του χωριού θα έβλεπες μόνο γυναίκες να κουβαλούν πιάτα με μυζηθρόπιτες." (Γιάννης Σταματάκης, Καπετανιανά)
Μια πανελλήνια παροιμία που διασώζεται σε πολλές παραλλαγές δείχνει τη βαθύτερη σημασία του εθίμου:
"Της Τσικνοπέμπτης η δωρά και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρα της Λαμπρής, στον ουρανό ανεβαίνει."
Στην Κρήτη: 
"Της Τσικνοπέμπτης το Σταυρί και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρας της Λαμπρής εις τσ' ουρανούς εβρέθη."
"Τση Τσικνοπέφτης το μιστό και τση Μεγάλης Πέφτης
και του Μεγάλου Σάββατου στον ουρανό εβρέθη."
(μιστό= η αγαθοεργία, η ανιδιοτελής προσφορά, η ευεργεσία)
Η λειτουργία της εθιμικής δωρεάς, λοιπόν, ανάγεται στα νεκρικά έθιμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στη βάση του αρχικού πυρήνα, αλλά και των μεταγενεστέρων επιβιώσεων, υπήρχε η ανάγκη του "συγχωρεμού". Οι ψυχές των νεκρών είναι παρούσες και μπορούν να απολαύσουν μία πράξη που γίνεται ειδικά σε αυτές. Εκείνος που έπαιρνε ένα πιάτο με φαγητό απαντούσε αμέσως με την ευχή του μνημοσύνου: "Ο Θεός να τως-ε συγχωρέσει". "
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
~.~

"Η Πέμπτη της δευτέρας εβδομάδος της Κρεατινής, των Απόκρεων λέγεται Τσικνοπέμπτη και κατά πατροπαράδοτον έθιμο, κατ' αυτήν κάθε οικογένεια εύπορος ή πτωχή ψήνει εις την φωτιάν κρέας [...] του οποίου η "τσίκνα" * ευωδιάζει και μοσχομυρίζει τον αέρα της περιοχής [...] Εις το περιοδικόν "Λαογραφία", Τ.ΣΤ, σ.256, ο Χ. Κορύλλος γράφει: "Τσικνοπέφτη παρ'ημίν καλείται η Πέμπτη της απολυτής λεγομένης εβδομάδος των Απόκρεων. Καλείται δε ούτως, ως Πέμπτη της τσίκνας διότι την ημέραν εκείνην συνήθως σκοτώνουν [...] τα θρεφτάρια, τους οικόσιτους χοίρους. Επειδή δε ως ως επί το πολύ το κρέας αυτό τρώγεται εψημένον επί των ανθράκων ή επί σχάρας ή εις οβελίσκους και ψημένος αναδίδει τσίκναν, ωνομάσθη εκ τούτου η ημέρα Τσικνοπέφτη."
Παλαιότερον συνηθίζετο το βράδυ της "Τσικνοπέφτης" ως και το Σάββατον και την Κυριακήν της Κρεατινής, κάθε οικογένεια να πηγαίνει με τα φαγητά της μετημφιεσμένη εις το σπίτι άλλης οικογενείας, συγγενικής ή φιλικής, δια να διασκεδάσουν από κοινού και να συσφίγξουν έτσι και τους μεταξύ των δεσμούς. [...] Μετά το φαγητόν οι εορτασταί ήρχιζαν την διασκέδασιν και το γλέντι και με τα τραγούδια των τους χορούς, τα σκώμματα και τα αλληλοπειράγματα διήρχοντο την βραδιά των σκορπίζοντες το γέλιο, την χαράν και την ευθυμίαν."
* Ο Όμηρος λέγει:"κνίση δ'οὐρανόν ἵκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῶ" (Α317), ήτοι ονομάζει την "τσίκναν" "κνίσαν".
(Φίλιππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")
~.~

"Κυρίως οι αποκριές με τις μεταμφιέσεις και τους χορούς άρχιζαν από την Τσικνοπέμπτη και μετά. Έτσι την ημέρα ετοίμαζαν τις κολοκυθόπιττες και τα φαγητά για το τραπέζι [...] Μαζεύονταν δε σε ένα σπίτι όλο σχεδόν το σόι και μετά το φαγητό άρχιζαν το χορό στον οποίο κυριαρχούσαν τα παλιά ωραία αποκριάτικα που τα χόρευαν μονότονα και κάθε τόσο χτυπούσαν τα πόδια στο πάτωμα, όταν επαναλάμβαναν τον στίχο, τον οποίο έλεγε ο πρώτος του χορού. Από την Τσικνοπέμπτη άρχιζαν να βγαίνουν και οι "μτσούνες', οι μασκαράδες δηλαδή, που ήταν κυρίως παιδιά τα οποία φορούσαν παλιά ρούχα και βάζαν στα πρόσωπά τους μαντήλια, ενώ κρεμούσαν κρεμμύδια, κουδούνια, κλπ [...] Βγαίνανε τα βράδια και επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού..."
(π.Κωνσταντίνου Καλλιανού, "Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια", έκδοση πολιτιστικού συλλόγου Νέου Κλήματος)
~.~

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Χάσκα και φωτιές!

Έχω σπάσει το κεφάλι μου να θυμηθώ που πρωτοδιάβασα για τη "χάσκα"! Αδυνατώ... Κι ας έχω ανοίξει γύρω μου ένα σωρό λαογραφικά βιβλία... Κάπου αλλού ήτανε.. Τό'χε πάρει το μάτι μου σαν αναφορά σ'ένα ξεχασμένο έθιμο κάπου βορειοελλαδίτικα.. Θυμάμαι πολύ καλά, όμως, πόση εντύπωση μού'κανε, δυο-τρία χρόνια πριν, όταν πήρε τ'αυτί μου σε μια κουβεντούλα "Θυμάσαι εκείνες τις απόκριες τί γέλιο κάναμε με τη χάσκα, όταν είχαμε μαζευτεί....". Πετάχτηκα πάνω! "Κάνετε χάσκα την αποκριά;!" "Κάνουμε!" "Ακόμη;!" "Ε,να, πέρσι δεν κάναμε...Πότε ήταν; Έχουμε λίγα χρόνια που δεν κάναμε.." "Φέτος θα κάνουμε;!" ρώτησα όλο αγωνία... "Να κάνουμε, γιατί να μην κάνουμε;" Το καταχάρηκα, λοιπόν, που βρήκα ζωντανό -έστω σε λίγους- το έθιμο τούτο το ξεχασμένο και, επιπλέον, όχι από μια "φολκλορική" αναβίωση, αλλά από φυσική συνέχεια και μάλιστα στα χωριά μας!


Το έθιμο τούτο συναντάται στον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και λαμβάνει χώρα την Κυριακή της Τυρινής κατά το τελευταίο αρτύσιμο γεύμα της αποκριάς. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο συνήθως κατέχει το αυγό (που μερικές φορές, όμως, δίνει τη θέση του στον νηστίσιμο χαλβά), καθώς είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να καταναλωθεί πριν τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής και μέχρι τη μέρα της Ανάστασης, όπου και πάλι θα ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο χαρμόσυνο δείπνο που ακολουθεί! Με άλλα λόγια, με αυγό βουλώνουμε το στόμα μας καθώς κλείνει το Τριώδιο και ξεκινάει η Σαρακοστή, με αυγό το ξεβουλώνουμε μετά την Ανάσταση!


Ένα βρασμένο καλά και καθαρισμένο αυγό δένεται από μια κλωστή απ'το ταβάνι του σπιτιού, πάνω απ'το τραπέζι όπου έχει μαζευτεί η οικογένεια και κάποιος αναλαμβάνει να ταλαντώσει το σκοινί, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να το γραπώσουν με το στόμα! Σε κάποιες παραλλαγές κρεμιέται κι από τον πλάστη με τον οποίο ζυμώνουν οι γυναίκες -ή κάποιο άλλο μακρύ ξύλο- που ένας αναλαμβάνει να το κρατάει και να το κουνά, σαν καλάμι του ψαρέματος, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν με το στόμα να το πιάσουν.


"Τέλος οι μασκαράδες μαζεύονταν στα συγγενικά ή φιλικά τους σπίτια, γλεντούσαν κι έπαιζαν ένα παιχνίδι τη "Χάσκα". Κρεμούσαν με μια κλωστή, απ'το ταβάνι, ένα αυγό. Αυτό το γύριζαν γύρω-γύρω, και χωρίς τη βοήθεια των χεριών, προσπαθούσαν να πιάσουν με το στόμα τους το αυγό. Όποιος κατόρθωνε να το πιάσει ήταν ο κερδισμένος." ("Κοντά στις ρίζες μας", Λαογραφικά Μαγνησίας, Μαθητ.Κοινότ. Στ2 τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου, 1984)

Σημειώνει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας", τεύχος 3ον:





Την ίδια μέρα μάλιστα, το αυγό, πρωταγωνιστούσε και σε ένα είδος πυρομαντείας:



Η Κυριακή της Τυροφάγου αποτελεί στο τέλος της τρίτης βδομάδας των Απόκρεω, της μεταβατικής βδομάδας προς την νηστεία της Σαρακοστής όπου εθιμικά δεν καταναλώνεται πλέον κρέας, αλλά μονάχα τα προϊόντα των ζωικών οργανισμών, όπως το τυρί, το γάλα και το αυγό.

"Πάει ου κριάτους πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη bεριφανιά
ου σκόρδους κι ου κρουμύδους!",

μας διασώζει το παλιό στιχάκι ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός στα λαογραφικά του Κλήματος Σκοπέλου ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια").

Τα έθιμα της ημέρας, πέρα από τις καθιερωμένες μασκαράτες, ήταν πάρα πολλά. Σημαντικό εξ αυτών οι συμβολικότατες "φωτιές", όπως και κατά την παραμονή της γεννήσεως του Άη-Γιαννιού, αλλά και κατά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Βέβαια, ακόμα και σήμερα έχουμε την παραδοσιακή καύση του Καρνάβαλου. Αλλά ας δούμε και μερικά ακόμη σχετικά στοιχεία από τα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας" του Μέγα:



Καλή Αποκριά!!!

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαγειρέματα του Δωδεκαήμερου και "τα σπάργανα της Παναγιάς"..

Χριστουγεννιάτικες μοσχοβολιές ...

Καταγράφει ο πηλιορείτης λαογράφος μας, Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο") για τα εδέσματα των ημερών:

"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα (βλέπε: Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς) ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα. Φυσικά υπάρχει πάντα η παραδοσιακή "Άι-Βασ'λόπ'τα" (ή σκέτα Βασ'λόπ'τα) που παλιότερα ήταν σκέτο ψωμί, μέσα στο οποίο η κάθε νοικοκυρά έβαζε, εκτός απ'τον καθιερωμένο "παρά" κι ένα τσακνάκι κλήμα, ένα κοτσανάκι ελιά, ένα άλλο από πουρνάρι, ένα ακόμα από σ'καμνιά, ένα άχυρο κι ένα κλαδάκι κρανιάς (σύμβολο υγείας) που φυσικά έφταναν στα κομμάτια των τυχερών της φαμελιάς, για να τους δώσουν συμβολικά κι αντανακλαστικά τη γνωστή αντίστοιχη εύνοια μέσα στον καινούριο χρόνο."

Όσο για τα γλυκά των ημερών, εδώ στο Πήλιο, πέρα απ'τα γνωστά φοινίκια ή μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, συνηθίζουν να φτιάχνουν τις φλογέρες και τα "χαμαλιά" (βλέπε: Πηλιορείτικα "χαμαλιά" και "φλογέρες"), με το χαρακτηριστικό τριγωνικό δίπλωμα που θυμίζει φασκιές, σπάργανα ("τα σπάργανα της Παναγιάς"). Γιατί τούτες τις μέρες των Χριστουγέννων, συνηθίζονταν σ'όλη την επικράτεια διάφορα εδέσματα που η μορφή τους συμβόλιζε τα σπάργανα του νεογέννητου Χριστού, από τους τυλιχτούς λαχανοντολμάδες (που κατά κύριο λόγο γίνοταν με γέμιση από κιμά χοιρινό, που προερχόταν απ'τα χοιροσφάγια), μέχρι τα διάφορα γλυκά, συνήθως νηστίσιμα, με τη μορφή δίπλας. Καταγράφει, ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο"), σχετικά:

"Εκτός από το δυνάμωμα της φωτιάς του τζακιού με πολλά και χοντρά ξύλα, "για να μη κρυώσ' η Παναγιά", οι γυναίκες ταυτίζοντας τη λεχωνιά της Παναγιάς με τη λεχωνιά των άλλων γυναικών, που θέλανε καλή και μπόλικη τροφή "για να μη κοπεί το γάλα τους", φρόντιζαν όχι μόνο για τη ζεστασιά της, μα και για την καλυτέρεψη και την ενίσχυση της τροφής της. Κι' όπως σ'εκείνες πήγαιναν "λαγγίτες" και "μπογανίκια", έτσι έφτιαχναν και "λαγγίτες" για την Παναγιά, που ήταν λεχώνα.
Τις "λαγγίτες", που σ'άλλα μέρη τις λένε "λαλαγγίτες", "λαλαγγίδες", "λαλαντζίτες", "πιτλίδες", "πιτιλίτσες", "λαλάγγια" και τηγανίτες, τώρα τις λέγανε "σπάργανα της Παναγιάς".
Τις "λαλαγγίτες" στην Ήπειρο τις έψηναν στην καυτή πλάκα της φωτιάς του τζακιού, για νάναι απόλυτα νηστίσιμες, στα δε άλλα μέρη στο τηγάνι με καυτό λάδι. Στο Πωγώνι, για να ψήσουν τις "λαλαγγίτες", βάζανε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα την "πυροστιά" και πάνω στην πυροστιά μια "πλάκα" ή μια λαμαρίνα. Πάνω στην πλάκα ή στη λαμαρίνα, αφού καιγόταν πρώτα καλά, έριχναν το νερουλό ζυμάρι και το άπλωναν, για να γίνει σαν φύλλο. Το φύλλο αυτό σαν ψηνόταν από τη μία μεριά, το γύριζαν και ψηνόταν κι'από την άλλη. Ύστερα βάζανε τα φύλλα το ένα πάνω στ'άλλο, σ'ένα χαλκωματένιο ταψί και αφού τα περίχύναν με μέλι ή σιρόπι, ανακατεμένο με κοπανισμένα καρύδια, για να γίνουν αφράτα και νόστιμα, τα τρώγανε. [...] Τα"σπάργανα της Παναγιάς" τα τρώγανε το ίδιο βράδυ με μέλι ή με ζάχαρη. Όσοι ήταν φτωχοί και δεν είχαν ζάχαρη ή μέλι, τα τρώγανε με καρύδια κοπανισμένα με σκόρδο και αλάτι, που τ'ανακάτευαν με ζεστό νερό και τάκαναν "καρυδοζούμι"."

Αλλά, ας δούμε και τ'αντίστοιχα "σπάργανα", σε μια μικρασιατική εκδοχή ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα):

Πάντως, στις περισσότερες περιοχές, κυρίαρχο έδεσμα των ημερών, εκτός από την κότα ("Πρωτοχρονιά εσφάζανε κότα, όχι πετεινό, γιατί ελέγανε τον αρχηγό δεν τόνε σφάζουν"), ήταν το χοιρινό, σε διάφορες μορφές του, το προερχόμενο από τα "χοιροσφάγια" (βλέπε: Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), που τουλάχιστον εδώ στα χωριά μας γίνονταν παραμονές Χριστουγέννων, αλλά συχνά και παραμονές των Φώτων. Σημειώνει ο Κώστας Καραπατάκης:

"Τις μέρες των Χριστουγέννων δεν έπρεπε να μείνει κανείς χωρίς χοιρινό κρέας. Κι εκείνοι που δεν είχαν και δεν έσφαζαν δικό τους γουρούνι, έπρεπε να φάνε και να χαρούν κι αυτοί, όπως και οι άλλοι. Γι'αυτό και η αλληλεγγύη τους ήταν πολύ ανεβασμένη.
Αν ένας δεν είχε γουρούνι στο χωριό, όλοι οι άλλοι του στέλναν από ένα μεγάλο κομμάτι ψαχνό κρέας, μισής ή μιας οκάς και τον βοηθούσαν να χαρεί κι αυτός με την οικογένειά του τούτες τις μέρες, χωρίς να νιώσει τη στεναχώρια της ανέχειας."


Βέβαια, σε περιοχές που δε συνήθιζαν να εκθρέφουν χοίρους, το γιορταστικό τραπέζι αντί για χοιρινό κρέας μπορούσε να περιλαμβάνει αρνίσιο ή κατσικίσιο. Όσο για τη Βασιλόπιτα (βλέπε και: Βασιλόπιτα και έθιμα πρωτοχρονιάτικα), η οποία ανά περιοχές της Ελλάδας πλαθόταν από τελειώς διαφορετικά υλικά, στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, συνήθως είχε μορφή άρτου με διάφορα μυρωδικά. Για τα έθιμα του Κλήματος Σκοπέλου, μας πληροφορεί ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια"):

"Όταν τέλειωνε η εκκλησιά, θαμπά ακόμα, πήγαιναν στο σπίτι, όπου έτρωγαν τηγανίτες, "μαργαρίτις" τις αποκαλούσαν κι ύστερα μαζεύονταν στο γιορτινό τραπέζι, το οποίο ήταν όντως χαρμόσυνο, μετά από τόση περίοδο νηστείας και τρώγανε συνήθως σούπα από κότα ή κάποιο "πράμα" αρνί ή κατσίκι, από αυτά που ανάθρευαν για να το φάνε αυτές τις καλές ημέρες. Συνήθιζαν, μάλιστα, να κάνουν και "πατσί", το οποίο άφηναν να παγώσει και το τρώγανε κρύο' ήταν δηλαδή η γνωστή στη Σκόπελο πηχτή.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ζύμωναν "τσ'κλούρις", τις οποίες "τσουγκράνιζαν", δηλ. κεντουσαν με προσοχή κάνοντας σχήματα μαργαρίτας χωρίς τον κορμό της ή απλώς σχεδιάζοντας το άνθος της. Η όλη διαδικασία γινόταν ως εξής' αφού ετοίμαζαν το ζυμάρι, στο οποίο είχαν προσθέσει ζάχαρη, κανέλα, μυρωδικά και καμμένο ελαιόλαδο, το άφηναν να "γίνει". Μετά το έβαζαν σε μεγάλο ταψί και σχεδίαζαν το άνθος με προσοχή' και παίρνοντας δυο σπιρτόξυλα, σήκωναν ελαφρά το ζυμάρι, ώστε να σχηματιστεί με "πτήδιο" και νοικοκυρεμένο τρόπο το λουλούδι επάνω στην επιφάνεια, που με το ψήσιμο φαινόταν σαν ανάγλυφο. Μάλιστα, για πιο φανταχτερό στόλισμα, τοποθετούσαν σε τρεις μεριές ολόκληρα καρύδια σπασμένα ή όχι και γύρω από αυτά βάζανε "κοκόσες" από ξεφλουδισμένο αμύγδαλο, τις οποίες κάρφωναν κάθετα στο ζυμάρι. [...] Το απόγευμα της παραμονής οι νύφες πήγαιναν στην πεθερά την κουλούρα τυλιγμένη σε καθαρό μαχραμά, ενώ στο καλαθάκι έβαζαν γλυκά και κάποιο καινούριο ρούχο για να το φορέσουν την επόμενη μέρα, την Πρωτοχρονιά για το καλό."


Ενώ, στο Φερτέκι, περιφέρεια Νίγδης ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα"):


Όσο για τους τσοπάνηδες, με τα πολλά κοπάδια, τα εδέσματα των ημερών, μετά από την πολυήμερη νηστεία, εμπεριείχαν και νοστιμιές πλούσιες σε γάλα. Γράφει σχετικά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Όλόγυρα και παρεκεί, πολύπειρες βλάχισσες κι ανήξερες βλαχούλες, ανασκουμπωμένες και βιαστικές, περίχαρες και γελαστές, με σιγοτράγουδα κι αχνόγελα στο στόμα, διπλοκαίνε τους φούρνους και τις γάστρες, για να ψήσουν τις καλόφτιαστες τις πίτες, στραγγίζουν τα μαζεμένα γάλατα και χτυπούν τους κρόκους των αυγών για να φτιάξουν τα χριστουγεννιάτικα φαγητά. Απ'΄ολα το πιο ξεχωριστό και νόστιμο είναι το κοκοφρίνι, που γίνεται μ'αυγά και μαζεμένο πρωτόγαλο.
Ανήμερα το πρωί θα φάνε κιόλας την καλόγευστη "κλάστρα" π'αρταίνει και νοστιμίζει το στόμα ύστερα από τόσες μέρες σαρακοστή. Γιατί οι τσοπαναραίοι συνηθίζουν να μην αρταίνονται το σαρανταήμερο. Κι αν τους ρωτήσεις γιατί το κάνουν αυτό, σ'απαντούν πως "παθαίνουν τα ζωντανά". "Αρρωσταίνουν και ψοφούν παράκαιρα". "Απορίχνουν οι έγκυες γιδοπροβατίνες". Άλλα ζωντανά χάνονται, άλλα τσακίζονται, άλλα τα τρων τα ζουλάπια κι άλλα "μασταριάζονται"."