Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενέζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενέζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

1940: Η Ελλάδα αντιστέκεται....

"Όταν ευθύς από της πρωίας της 28ης Οκτωβρίου εγνώσθη εις όλον τον ελεύθερον κόσμον από τα πρώτα τηλεγραφήματα ότι η Ελλάς είχεν απορρίψει με τόσον υπερήφανον τρόπον το Ιταλικόν τελεσίγραφον και είχε αποδυθή με τόσον ενθουσιασμόν εις τον άνισον αγώνα, κατέκτησε τον κόσμον αυτόν ολόκληρον βαθύτατος σεβασμός προς το μικρόν αυτό έθνος, το οποίον μέσα εις μίαν Ευρώπην κατεπτοημένην και πανικόβλητον προ της θωρακισμένης και μηχανοκινήτου βίας του Άξονος και πρόθυμον εις κάθε είδους συνθηκολόγησιν, ετόλμα να υψώσει το ανάστημά του κατά της βίας και να βροντοφωνήση το ιστορικόν εκείνο "ΟΧΙ"." ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", τόμος "Ελλάς Β'")




"Όπως ετόνιζε δε ο γνωστός Άγγλος αρθρογράφος Καντιντους:"Οιαδήποτε χώρα, η οποία θα επεδείκνυε την στάσιν της Ελλάδος θα ήτο αξία της αιωνίας εκτιμήσεως και του θαυμασμού μας... Ρίψατε ένα βλέμμα εις τον μακρόν κατάλογον των εθνών που υπετάγησαν υπό του Άξονος από του 1938 και θα ιδήτε ότι η γενναιοψυχία των Ελλήνων φωτίζει σαν ήλιος έναν σκοτεινόν κόσμον...."" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", τόμος "Ελλάς Β'")


Πάντα μοναδικός στη γραφή του ο Ηλίας Βενέζης....:

(από τη συλλογή διηγημάτων "Ώρα πολέμου", εκδ.Εστίας)







(σημ.: Οι γελοιογραφίες προέρχονται από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "Ηλίου"", ενώ είχαν πρωτοδημοσιευθεί στη ευθυμογραφική επιθεώρηση "Αέρα" κατά την εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου.)

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Ελλάδα... 1940



αποσπάσματα...
"Σφίγγεται η καρδιά σου, λύπηση σε κυριεύει σαν περνάνε πεζικά. Είναι ένα κοπάδι ατελείωτο, σκυθρωπό, μορφές τυραγνισμένες κι ανώνυμες, μάτια που μέθυσαν από το ξεθέωμα της πορείας. Σε κοιτάζουν για μία στιγμή με μάτι αδειανό. Αφού περάσει κάνα σύνταγμα κι ύστερα μια δυο μέρες, ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. Είναι οι βραδυπορούντες. Ένας έχει χτυπήσει το ποδάρι του και το πηγαίνει τώρα προσεκτικά, σαν άγιο λείψανο, φασκιωμένο με τραγικά κουρέλια. Ο άλλος ήταν ανήμπορος, είναι, όμως πρέπει να συνεχίσει έτσι κι αλλιώς το δρόμο, ν'ανταμώσει τη μονάδα του στην πρώτη επισταθμία. Έρχονται ποδαράτοι από τη Λάρισα και θα φθάσουν έτσι, με τα πόδια, στην Αλβανία -ο Θεός ξέρει που. Ο ένας συντροφεύει τον άλλον. Τον υποβαστάζει κάποτε' αν είναι πολύ αδύναμος, τότε ο συνάδερφος θα μοιραστεί το μεγάλο φόρτωμα μαζί του. Αυτός είναι ο σύντροφος της ερημιάς κι ο παρηγορητής... Αγιασμένο αθάνατο ελληνικό πεζικό! Όργωσες έτσι, μέσα σε δυο μόλις γενιές, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Θράκη, την Ουκρανία, τη Μικρά Ασία, και πάλι την Ήπειρο, την Αλβανία - τώρα. Όταν αργότερα σε λίγους μήνες, είδα με ποιά μέσα μεταφερόταν και μας πολεμούσε ο αντίπαλος, ενιωσα την καρδιά μου να τρεμίζει από σπαραγμό μαζί και περηφάνια. Τον πόλεμο τούτο που μας επέβαλαν οι πολιτισμένοι επιδρομείς χυμώντας κατά πάνω μας με μηχανές που ξερνάνε τον κεραυνό, εμείς τον βγάλαμε πέρα με τα ίδια τα μέσα του '12, το φανταράκι το πεζό και το μουλαράκι. Και με τη βοήθεια του Θεού, ω, ναι! Γιατί μπορείς να ξαστοχάς τη θεϊκή δύναμη σαν είσαι δυνατός, όμως τη νιώθεις να πυργώνεται γύρω σου αναπάντεχα κάποια στιγμή άμα τύχει να είσαι μικρός κι αδύναμος. Σπάνια στη ζωή μου έτυχε να νιώσω δίπλα μου την παρουσία του Θεού τόσο ζωντανή, όσο στον αξέχαστο εκείνο καιρό που υπηρετούσα κι εγώ κάτω από τη σημαία της Ελλάδας."
"...Η είδηση διατυπώθηκε σε λίγο έτσι: Η Γερμανία επέδωσε, στις 5.30' το πρωί, τελεσίγραφο στην Ελλάδα, που λέει πως τα στρατεύματά της θα μπούνε στη χώρα μας για να επιβάλουν την τάξη!...
Στον εξώστη του στρατηγείου, ο νεαρός αξιωματικός των Διαβιβάσεων, που είχε ακούσει την εκπομπή και κράτησε σημειώσεις στη ράχη του πακέτου του, διάβαζε, την ώρα που πέρασα, τα νέα στους άλλους αξιωματικούς. Άρπαξα ό,τι μπόρεσα, κλεφτά, κι ύστερα πήγα να τα μεταδώσω στους δικούς μου. Ο Επιτελάρχης μας καθότανε μπροστά στο τραπεζάκι του, με το μολύβι στο χέρι, καθώς πάντα. Μπήκα λαχανιασμένος, χαιρέτησα, στάθηκα να περιμένω.
-Εσύ τί έχεις μάθει; με ρωτάει με την αγριωπή του τη φαιδρότητα ο Επιτελάρχης σα να συνεχίζει αρχινισμένη κουβέντα. Και σύγκαιρα σηκώνει από το χάρτη τα μεγάλα του αυστηρά μάτια.
Του είπα γρήγορα-γρήγορα κι ακατάστατα, με πιασμένη ανάσα, τα νέα. Η δήλωση της Κυβέρνησης πως η Ελλάδα θ'αντισταθεί στην εισβολή, μας έπνιγε όλους από έξαρση. Δεν ξέραμε που θα το βγάλει η άκρη, δε θέλαμε να ξέρουμε, όμως η στιγμή τούτη όπου η μικρή πατρίδα ορθώνεται για ν'αντιμετωπίσει δυο μαζί αυτοκρατορίες, μας τάνυζε την ψυχή. Είδα τον Επιτελάρχη την ώρα που άκουγε τα νέα από το στόμα μου. Τα μάτια του, τα ζωηρά νεανικά μάτια μέσα στο σκαμμένο πρόσωπο, μεγάλωναν, όλο μεγάλωναν κι άστραφταν, τόσο που φτάσανε να τον δείχνουν απίστευτα ωραίο. Μια χειρονομία αδιόρατη του ξέφυγε μαζί σαν να με περιγελούσε. Είναι η ζάρα που έχει επιβάλει στην ψυχή του ο ίδιος θεληματικά, προσπάθεια πεισματερή να κρύβει την κάθε του συγκίνηση κάτω από το περιγέλιο ή την τραχύτητα του στρατιώτη. Κι ωστόσο, ακούγοντάς με, κάτι φαινόταν να ξυπνάει μέσα του, κάτι ίσως λησμονημένο, ένα ανοιξιάτικο αγέρι που αποκοιμήθηκε από χρόνια μέσα στις βραγιές...."  (Αγγέλου Τερζάκη, "Απρίλης")


"...Σε λίγο συναπαντήθηκαν. Οι Ιταλοί που ανέβαιναν με τον πατέρα της, εκείνη που κατέβαινε με το μουλάρι. Οι Ιταλοί σταμάτησαν. Ο αξιωματικός σφούγγισε τον ίδρο του, ύστερα έριξε μια πρόστυχη ματιά στο κορμί του κοριτσιού, σαν να το γύμνωσε απ'την κορφή ίσα με τα νύχια. Και οι άλλοι τρεις καραμπινιέροι το τύλιγαν με βρώμα.
Η Φωτεινή κατέβασε τα μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή της αντίκρισε τέτοια ματιά, εχθρό παρόμοιο.
-Είναι η κόρη μου, είπε ο μπαρμπα-Φίλιππας.
Οι Ιταλοί άρχισαν να λένε στη γλώσσα τους. Βλέπαν το κορίτσι κι ολοένα λέγαν. Γελούσαν, χαχάνιζαν. Σίγουρα θα έλεγαν προστυχές.
-Πάμε, είπε ο γερο-βοσκός στους Ιταλούς. Μα αυτοί δεν λέγαν να ξεκινήσουν. Μια στιγμή ο χοντρός αξιωματικός έκαμε ν'απλώση τα χέρια του να χαϊδέψει το μάγουλο της Φωτεινής. Το κορίτσι αποτραβήχτηκε βίαια.
-Φύγε! Φύγε! της έκαμε χαμηλόφωνα και την έσπρωχνε ο πατέρας της. Σαστισμένη με τα ξερόκλαδά της στα χέρια, με το ζώο τους δεμένο στο κορμί της, έκαμε να φύγη προσπερνώντας τους καραμπινιέρους. Όμως εκείνη τη στιγμή, ακριβώς εκείνη, άστραψε μες στα μάτια του χοντρού Ιταλού, δύναμη της φοβερής θεότητας που δουλεύει στα σκοτεινά, η ιδέα: θέλησε να κάμη αστείο, επίδειξη. Ξεκρέμασε το αυτόματο από τον ώμο του και, τη στιγμή που περνούσε το μουλάρι πλάι του φέρνοντας την κάνη ξυστά στο κεφάλι του ζώου, τράβηξε μια ριπή στον αέρα. Το μουλάρι, ξαφνιασμένο από τον τρομακτικό κρότο που γέμισε τ'αυτιά του, τινάχτηκε μία, και ύστερα παλαβό, ασυγκράτητο, άρχισε να τρέχει με απίστευτη γρηγοράδα, κατεβαίνοντας τον πετραδερό λόφο. Για ένα ελάχιστο διάστημα, το κορίτσι δεμένο μαζί με το καπίστρι, μπόρεσε να βασταχτή στα πόδια του τρέχοντας πίσω του και τραβώντας το σκοινί. Μα η δύναμη που το έσερνε ήταν τόσο ξέφρενη, τόσα τα βράχια, που γλίστρησε, έγινε ένας όγκος, έγινε μια οριζόντια ύλη που την έσερνε, την έλιωνε χτυπώντας την από δω κι από κει στις μυτερές πέτρες το αφηνιασμένο ζώο.
Μια κραυγή, μια μονάχα, μπόρεσε να ακουστή. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου. Ήταν το αίμα, τα πάθη που δε σπαταλήθηκαν, η άγρια αρμονία της χαράς και της λύπης βίαια.
Την άκουσε ο γερο-βοσκός χαμένος, αλαλιασμένος. Κοίταξε γύρω του σαν να γύρευε βοήθεια, τι να κάμη. Ύστερα χίμηξε κι αυτός κυνηγώντας το φοβερό σύμπλεγμα του κοριτσιού και του ζώου.
-Κράτησέ το! Κράτησέ το! φώναζε έξαλλα νομίζοντας πως μπορούσε να τον ακούση το κοριτσάκι.
Όταν έφτασε στο πεύκο, εκεί μονάχα, το ζώο σταμάτησε λαχανιασμένο. Εκεί το βρήκε ο μπαρμπα-Φίλιππας. Το κορμί του κοριτσιου, δεμένο στο σκοινί, περιχυμένο με αίμα, μήτε σπάραζε καν. Το κεφάλι, τα μαλλιά, τα μυαλά, το πρόσωπο, τα ήμερα μάτια, ήταν μια άμορφη πολτοποιημένη μάζα.
Όταν σε λίγο κατέβηκαν εκεί οι Ιταλοί, είδαν την παράξενη σύνθεση: το ζώο ακίνητο, το σκοτωμένο κορίτσι ακίνητο, κι από πάνω του ο γερο-βοσκός κλαίγοντας να σκαλίζη τις ματωμένες σάρκες, το πρόσωπο, τα χυμένα μυαλά, σα νά'θελε να το ξαναστήση το πρόσωπο, να το προφυλάξη απ'την αμαρτία να μην έχει μορφή.
-Che peccato, μουρμούρισε ένας Ιταλός, μαλακώνοντας τη φωνή του.
-Non badare, είπε αδιάφορα ο χοντρός αξιωματικός.
Τράβηξαν βιαστικά κατά την ακρογιαλιά να φύγουν. Δεν κοίταξαν πίσω τους."  (Ηλία Βενέζη, "Ώρα πολέμου")

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Η Θεοσκέπαστη

του Ηλία Βενέζη...

" [...] `Αξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς. Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!

Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Kαι τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Kαι μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξιπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".

`Ακουσαν τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν. "

Ηλίας Βενέζης


Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..


Σήμερα, του Αγίου Βλασίου..

Ο `Αγιος Βλάσιος, σύμφωνα με το συναξάρι του, είχε την ικανότητα να εξημερώνει τα άγρια ζώα και για τούτο ο λαός μας τον επέλεξε ως προστάτη του από τους λύκους και τα τσακάλια, που τέτοια εποχή, λόγω του ψύχους και της πείνας, κατεβαίνανε προς τα χωριά.. Λένε, μάλιστα, πως οι κτηνοτρόφοι, τιμούσαν ιδιαίτερα τη γιορτή του, γιατί αλλιώς "τους έστελνε το λύκο"!

Σύμφωνα με το λαογράφο Γ.Α. Μέγα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας"), οι χωρικοί είχαν αργία τη μέρα της γιορτής του και συγκεκριμένα:

"Στην Πυλία δεν τυροκομάνε, δεν κάνουνε δουλειά στο σπίτι τους." Όποιος θέλει να δουλέψει παίρνει ένα σακούλι και μια βελόνα και το ράφτει από πίσω του. Τότε ρωτάει ο άλλος: - Τί ράφτεις; -Ράφτω πέτρες και ακόνια/ και του λύκου τα σαγόνια. Το λέει τρεις φορές και απεκεί πάει και δουλεύει."

Στην Αιτωλία τη φυλάνε οι γεωργοί, προπάντων δε φορτώνουν τα ζώα, ούτε και οι γυναίκες φορτώνονται πάνω τους ξύλα, γιατί ο άγιος αυτός είναι μουσκαροπνίχτης, πνίγει δηλαδή σε ποτάμια τα μουσκάρια τους, αν φορτωθούν.(*Δ.Λουκόπουλος, "Γεωργικά της Ρούμελης")

Έθιμο της ημέρας αυτής είναι και η συνεστίαση αυτών που πηγαίνουν στην εκκλησία. Στο τραπέζει τοποθετούνται ειδικά φαγητά ' π.χ. φαγητό από σιτάρι κομμένο, μαγειρεμένο με μέλι και βούτυρο, το λεγόμενο στον Πόντο Χασούλ, ή φαγητό από κρέας προβάτων ή κατσίκας, που "θυσιάζονταν" στον περίβολο της εκκλησίας. Στην Κέρκυρα μοιράζουν "χειμωνικό", δηλαδή καρπούζι." (Γ.Α.Μέγας)

Από την άλλη, ο `Αγιος Βλάσιος, σε πολλές περιοχές θεωρείται και προστάτης όλων των παθήσεων του λαιμού. Αυτό μπορεί να συσχετίζεται και με το γεγονός ότι ο άγιος τούτος στη ζωή του υπήρξε γιατρός ή ακόμα και με τον τραγικό τρόπο θανάτωσής του (του έκοψαν το λαιμό, τον αποκεφάλισαν), αλλά η σχετική ιστορία που αναφέρεται είναι η εξής: Λίγο πριν από τη μέρα του μαρτυρίου του, είχε πέσει μια θανατηφόρα επιδημία ασθένειας του λαιμού που έπληττε τα παιδιά. Τότε ο `Αγιος Βλάσιος ζήτησε να του φέρουν οπωροφόρα φρούτα τα οποία και ευλόγησε και παρήγγειλε να τα δώσουν στα άρρωστά παιδιά που, με τον τρόπο αυτό, γιατρεύτηκαν.

Και μιας και αναφερόμαστε σε έναν άγιο προστάτη από τα άγρια ζώα, προστάτη από τους λύκους και τα τσακάλια, δε μπορώ να αντισταθώ και να μην παραθέσω και πάλι κάποια ακόμη αποσπάσματα από την "Αιολική Γη" του αγαπημένου Βενέζη, για Τα πεινασμένα τσακάλια :

"... Έρχονταν όμως ο καιρός που ωριμάζαν οι καρποί, και τα μισογινωμένα τσαμπιά κρέμονταν απ'τα κλήματα. Τότες το να μας ριχτούνε τα τσακάλια δεν ήταν χωρίς κίνδυνο όπως την άνοιξη. Αν τόσο μεγάλα κοπάδια πεινασμένα αγρίμια μπαίναν για μια μονάχα νύχτα μες στο κτήμα, την άλλη μέρα δε θα βρισκόταν πια καρπός.

Γι'αυτό οι άνθρωποι κοιτάζαν πως να πολεμήσουν το κακό και ν'αντισταθούνε. Όλοι όσοι δουλεύανε στο υποστατικό, γυναίκες κι άντρες, χωρίζονταν σε τρεις βάρδιες [...] Περιμέναμε και, μόλις τα τσακάλια έρχονταν κοντά, χύνονταν όλοι κατά τα σύνορα του υποστατικού, βγάζοντας άγριες φωνές και χτυπώντας ντενεκέδες ή τούμπανα. Αν η νύχτα ήταν σκοτεινή, πολλοί βαστούσαν αναμμένες σκίζες δαδιά στα χέρια. Τ'αγρίμια τρομαγμένα τραβιόνταν πίσω, λυσσασμένα ουρλιάζοντας, και χυμούσαν σ'άλλα γειτονικά υποστατικά. Σε λίγο έρχονταν οι αλαλαγμοί των ανθρώπων από κει, απ'τα άλλα τα κτήματα, που προσπαθούσαν ν'αμυνθούνε στρέφοντας το κοπάδι της πείνας αλλού.

[...]

Ακαθόριστα συναισθήματα μας είχαν κυριέψει εκείνο το βράδυ. Τί έγινε, λοιπόν, ο καλός Θεός της γιαγιάς, εκείνος που μυστικά τον ικετεύαμε στην προσευχή μας να βρει και για τα πεινασμένα τσακάλια σπόρους; Τί έγινε και χάθηκε ο Μεγάλος Δράκος, θεότητα τόσο φιλική και φιλεύσπλαχνη του δάσους που, όταν πολύ πεινούσαν τα τσακάλια και φώναζαν, τα έβαζε να φάνε και να κοιμηθούνε; Κι αφού εκείνοι γίνηκαν καπνός - ο Θεός κι ο Μεγάλος Δράκος- και τα τσακάλια πεινούσαν, πώς οι άνθρωποι τα χτυπούσαν έτσι σκληρά;

Ήταν πια αδύνατο να καταλάβουμε. Τα τσακάλια, από πλάσματα του δάσους που είχαν δικαίωμα να φάνε, έπρεπε τώρα να γίνουν εχτρός. Ως τότε ξέραμε μονάχα να τα φοβόμαστε, επειδή μας ήταν άγνωστα, επειδή δεν ξέραμε παρά μονάχα τη φωνή τους κι η φωνή τους ήταν άγρια. Τώρα έπρεπε να συνηθίσουμε να τα πολεμούμε, έπρεπε να κάμουμε τα πρώτα βήματα προς το παντοδύναμο εφόδιο των ανθρώπων, το μίσος.

[...]

Σωπαίναμε. Ακούγαμε. Μήτε τα δάκρυα δε θέλαν να βλογήσουν τα κουρασμένα μάτια μας. Τρέμοντας μπαίναμε στο νόημα του σκληρού νόμου του κόσμου." (Η.Βενέζης)


Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2007

Τα πεινασμένα τσακάλια


Ένα απόσπασμα από την "Αιολική Γη" του Ηλία Βενέζη...

... Έρχονταν άλλες νύχτες, κι αυτές ήταν οι πιο πολλές, που ο Μεγάλος Δράκος, αποκάνοντας να φιλεύει και να κοιμίζει τα τσακάλια, τ'άφηνε να ξεχυθούν στον κάμπο, στην οργωμένη γη, να φάνε και να χορτάσουν. Την άνοιξη, όταν οι καρποί ακόμα δεν είχαν γϊνει, η επιδρομή τους ήτο ακίνδυνη, και κανένας στο κτήμα δε νοιαζόταν για αυτήν. Ακούγαμε τ'άγρια ουρλιαχτά τουτς μακριά στο βάθος, αδύνατα στην αρχή, και τα περιμένανμε με αγωνία και φόβο.

-Θά'ρθουν άραγες ίσαμε δω;...

[...]

Ερχόταν σπαραχτική και ιερή, μες στην ησυχία της γης, η φωνή της πείνας. Ποτέ σπαραγμός ανθρώπου, ποτές οδύνη θανάτου δεν αντήχησε έτσι άγρια. Τίποτα απ'όσα ξέραμε δε μπορούσε να είναι όμοιο μ'αυτό. Τα φύλλα ριγούσαν και σώπαιναν απάνω στα δέντρα, οι στάλες της δροσιάς, χτυπημένες απότομα στον αγέρα σταματούσαν να πέφτουν στη γη, οι ρίζες δε σάλευαν στα έγκατα, τα άστρα πια δεν πορεύονταν, οι υπόγειες φλέβες των νερών πάγωσαν- επειδή στα Κιμιντένια, θεότητα σκληρή κι αλύπητη ήρθε η πείνα. Ήμαστε τότε μικρά παιδιά, η καλή γη μας έδινε σπόρους και τα δέντρα καρπούς, δεν ξέραμε ακόμα τι ήταν η πείνα. Όμως είχαμε την καθαρή καρδιά μας οδηγό καλό, γι'αυτό όλα τα μυστικά του κόσμου μπορούσαν να βρουν μέσα μας χώρο φιλικό, μπορούσαμε να αιστανθούμε και να εννοήσουμε. Μες στην ασφάλεια των ψηλών τοίχων που μας προφυλάγανε, κάτω από τη σκιά του μεγάλου δέντρου -του παππού μας- που μας έσκεπε, δε γινόμαστε σαν τους μεγάλους ανθρώπους, που όταν εκείνοι δεν υποφέρνουνε είναι ανελέητοι και αδιάφοροι. Ζούσαμε όσο γίνεται δυνατά το δράμα της νύχτας.

- Αχ πια! πρώτη πάντα ξεσπούσε η Αγάπη, επειδή ήταν πιο αδύνατη και πιο ευαίσθητη απ'όλους.
Άρχιζε να κλαίει σπαραχτικά, με λυγμούς. Βλέποντάς την παίρναμε κι εμείς θάρρος, η `Αρτεμη, η Λένα κι εγώ, αρχίζαμε να κλαίμε όλοι μαζί και να ξεφωνίζουμε.

- Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια; Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια;

Γινόταν τότε πανδαιμόνιο μέγα: απέξω να ουρλιάζουν τ'αγρίμια και μέσα εμείς να οδυρόμαστε. Ο παππούς στην αρχή γελούσε με αυτά τα ξεσπάσματα της παιδικής καρδιάς, ενώ η μητέρα μας κι η γιαγιά τρέχαν να μας χαϊδέψουν και να μας μερώσουν.

- Γιαννακό! έλεγε σοβαρή η γιαγιά. Μην το κάνεις αυτό! Δεν τα βλέπεις; έλεγε κι έδειχνε το σπαραγμό μας.

Πολύ σπάνια του μιλούσε σ'αυτόν τον τόνο, σα να τον μάλωνε. Κι εκείνος τότε γινόταν απότομα σοβαρός, σαν άνθρωπος που έσφαλε, και σταματούσε να γελά.

- Ελάτε! Ελάτε τώρα! Ησυχάστε! μας καταπράυνε η γιαγιά. Θα βρει τροφή και για τα τσακάλια ο Θεός. Είναι καλός και θά 'βρει. Πηγαίνετε να κοιμηθείτε.

Πολύ αργά οι φωνές των τσακαλιών σβήνανε. Πια δεν ακουγόταν τίποτα. Κάναμε την προσευχή μας για να κοιμηθούμε και παρακαλούσαμε, όπως πάντα, το Θεό να φυλάει τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα μας , τη μητέρα μας, τα δέντρα κι όλους τους ανθρώπους. Πέφταμε, μα ο ύπνος δε μας έπαιρνε. Ερχόταν και βάραινε απάνω στα ματόκλαδά μας, όμως βάζαμε όλη τη δύναμη να τον διώξουμε ίσαμε να βεβαιωθούμε πως τα τσακάλια πια φύγανε. Και τότες, όταν πια ήμαστε σίγουροι πως φύγανε, ψιθυρίζαμε μέσα μας ξανά την προσευχή μας και, πλάι στους ανθρώπους και στα δέντρα, παρακαλούσαμε και για τα πεινασμένα τσακάλια του κόσμου...


Ηλίας Βενέζης, "Αιολική Γη"